ΜΗΠΩΣ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ, ΟΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΕΚΕΙΝΑ ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (29ης ΜΑΪΟΥ 1453);

ΜΕΡΟΣ  1ον

  1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η ιστορική πορεία ενός λαού και η μεγαλοσύνη ενός έθνους, είναι ανάλογες με το βάθος της εθνικής αυτογνωσίας και τον βαθμό της αποφασιστικότητας του λαού για υπεράσπιση της τιμής, αξιοπρεπείας, ταυτότητός του, καθώς και την διασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας και ακεραιότητος της Πατρίδας του.

Γεγονότα που σημάδεψαν στο διάβα των αιώνων τους Έλληνες, αλλά και την πορεία της ανθρωπότητος, υπέβαλαν σε δοκιμασία την πίστη, την αντοχή και τις αρετές του, κατέστησαν μοναδικά, ανεπανάληπτα, γιατί συνδέθηκαν τόσο με την Εθνική όσο και με την Παγκόσμια Ελευθερία!

Μαραθών, Θερμοπύλες, Σαλαμίς, Κωνσταντινούπολη, Μεσολόγγι, Κούγκι, Αρκάδι, Πίνδος, Οχυρά Μεταξά, κρυσφύγετο Αυξεντίου, Αχυρώνας Λιοπετρίου. Σύμβολα Εθνικής Μνήμης, Αντιστάσεως και Ηρωϊσμού.

Ένα τέτοιο γεγονός παγκόσμιας και διαχρονικής σημασίας είναι η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (29 Μαΐου 1453). Η πτώση της Πόλης το 1453 δεν έγινε απροσδόκητα, ούτε με αυτήν άρχισε η Οθωμανοκρατία (ΣΣ: Κακώς και ανιστορήτως λεγομένη τουρκοκρατία). Στις 29 Μαίου 1453, ένα μεγάλο μέρος της Αυτοκρατορίας/Ρωμανίας μας (Βυζάντιον), ήταν ήδη κάτω από τους Οθωμανούς, τους Άραβες και τους Βενετούς.

Της Αλώσεως προηγήθηκαν τουλάχιστον τρεις αιώνες πριν, εμφανή «Σημεία των Καιρών», τα οποία μερικές δεκαετίες πριν, έγιναν ΕΜΦΑΝΕΣΤΑΤΑ. Όμως, τα «Σημεία» αυτά, καίτοι επισημάνθηκαν εγκαίρως από σοφούς Ρωμηούς, ΟΥΔΟΛΩΣ ή ΕΠΙΠΟΛΑΙΩΣ συνεκίνησαν την Αυτοκρατορική ηγεσία, με αποτέλεσμα όταν η Άλωση της Πόλης από την Οθωμανική λαίλαπα έγινε ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ και ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΗ, ήταν ήδη πολύ ΑΡΓΑ, με τραγική για το Έθνος κατάληξη…

Όταν η Ρωμανία μας, έφθασε στην μεγάλη της δόξα 10ον και 11ον  αιώνα π.Χ. στην εποχή της Μακεδονικής δυναστείας, ΟΥΔΕΙΣ μπορούσε να φαντασθεί ότι τόσο σύντομα θ’ ακολουθούσε η πτώση.

Από το 1204, η Πόλη δεν μπόρεσε να αναλάβει την πρώτη της δύναμη και όλα έδειχναν πως βαδίζει στην τελική πτώση. Το Φραγκικό πλήγμα εναντίον της ήταν τόσο δυνατό, που από τον 13ον αι. η Κωνσταντινούπολη ήταν «μια πόλη καταδικασμένη να χαθεί». Ο Ελληνισμός είχε διασπαστεί και διαμοιραστεί, στο μεγαλύτερο μέρος του, σε ξένους δυνάστες. Η άλωση ήταν η κατάληξη μιάς μακροχρόνιας αποσυνθέσεως της πολιτικής και οικονομικής υποστάσεως του Γένους.

Ο 14ος αιώνας, είναι αιώνας μεγάλων καταστροφών, για τον Ελληνισμό της Ρωμηοσύνης.  Πρώτα ήλθε μια τρομερή επιδημία πανώλους, η οποία αποψίλωσε τον πληθυσμό Πόλης, της Μέσης Ανατολής και του Ελληνικού χώρου. Τα 2/3 των κατοίκων περίπου πέθαναν. Στην συνέχεια ήλθαν οι Οθωμανοί (η φοβερότερη πανώλη για την Ελληνισμόν) στην Ευρωπαϊκή ιστορική σκηνή, που διαδέχθηκαν τους Σελτζουκίδες Τούρκους.

Από την Μικρά Ασία του 14ου αιώνα, πέρασαν στην Ευρώπη και εγκατεστάθησαν εκεί, με πρωτεύουσα την Ανδριανούπολη.  Έτσι περικυκλώθηκε η Κωνσταντινούπολη, η πρωτεύουσα του Ρωμαίϊκου (Βυζαντινού) κράτους, που του έμειναν πια ολίγες μόνο πόλεις στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και στα παράλια της θάλασσας του Μαρμαρά.

Η  Αυτοκρατορία μόνο τυπικώς υπήρχε τις παραμονές της Αλώσεως. Ήταν περιορισμένη, κυρίως, στην περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες σκόρπιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά.  Συνεπώς, η πτώση της Πόλης το 1453, δεν έγινε απροσδόκητα, ούτε με αυτήν άρχισε η Οθωμανοκρατία.

  1. ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΣΑΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

 

«Υποκριταί, το μεν πρόσωπον του ουρανού γινώσκετε διακρίνειν, τα δε σημεία των καιρών ου δύνασθε γνώναι;» (ΜΑΤΘ: 16/3)

Με τα ανωτέρω λόγια, ο Κύριός μας απήντησε στους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους όταν τον πλησίασαν με σκοπόν να Τον πειράξουν και να Τον δοκιμάσουν, εάν όντως είχεν δύναμη θαυματουργικήν και Τον παρεκάλεσαν να επιδείξει σ’ αυτούς, σημάδι και θαύμα εξαιρετικόν από τον ουρανόν και το οποίον θα εμαρτύρει και θα εβεβαίωνε την αποστολήν Του.

Με τα ίδια λόγια απαντά και στους ανθρώπους, τους τότε αλλά και τους σημερινούς, οι οποίοι ενώ θα έπρεπε να γνωρίζουν και να αντιλαμβάνονται κάποια «ΣΗΜΕΙΑ» σταλμένα από τον Θεόν ή επιτρεπόμενα από τον Θεόν να γίνουν από τους ανθρώπους, εκείνοι δυστυχώς δεν τα αντιλαμβάνονται, αλλά και αν ακόμη τα αντιληφθούν, τα αντιπαρέρχονται, ασχολούμενοι με «αλλότρια», ενώ αντιθέτως αντιλαμβάνονται με πολύ μεγάλη ευκολία τα σημάδια του ουρανού για τις καιρικές συνθήκες. Εάν δηλαδή θα κάνει καλό ή κακό καιρό, εάν θα βρέξει, εάν θα χιονίσει, εάν θα έχομεν υψηλές θερμοκρασίες, σφοδρή χαλαζόπτωση, θεομηνία, και άλλες σχετικές μετεωρολογικές προβλέψεις.

Με το ίδιο σκεπτικό λοιπόν, αιώνες πριν από την 29ην Μαΐου 1453, και όσον πλησιάζαμε προς την αποφράδα ημέρα, προηγήθηκε μία σειρά γεγονότων (Σημείων) αρξαμένων από τον 11ον αιώνα μ.Χ. τα οποία αποτέλεσαν και τα βαθύτερα ΑΙΤΙΑ της   σταδιακής παρακμής και τελικώς της νομοτελειακής πτώσεως της ΠΟΛΗΣ. Συνοψίζουμε τα κυριώτερα:

1ον/. Γεωστρατηγική αποδυνάμωση

Οι Οθωμανοί ήλθαν στην Ρωμανία/Ελληνική Αυτοκρατορία («Βυζάντιον»), σε δύο μεγάλα κύματα, πρώτα οι Σελτζουκίδες Τούρκοι και έπειτα οι Οσμανοί ή Οθωμανοί.  Δυστυχώς για πρώτη φορά ο Στρατός της Αυτοκρατορίας μας ηττήθη από τα στίφη των Σελτζουκίδων Τούρκων στην μεγάλη μάχη του Ματζικέρτ (1071) και έτσι έμεινε ανυπεράσπιστη η Μικρά Ασία, με αποτέλεσμα να κατακτηθεί από αυτούς.

Η κατάκτηση εκείνη ήταν η απαρχή της γεωστρατηγικής αποδυναμώσεως της Ρωμανίας μας, γιατί η καρδιά και η δύναμη της Αυτοκρατορίας μας, ήταν πάντα η Μικρά Ασία, η οποία καθιστούσε το Αιγαίον Πέλαγος, μία περίκλειστη Ελληνική Μεγαλίμνη.

Ο Ελληνικός κόσμος της Χερσοννήσου του Αίμου (ΣΣ: Κακώς και ανιστορήτως λεγομένης Βαλκανικής), είχε μετοικήσει στην Μ. Ασία μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου.  Οι πόλεις της κυρίως Ελλάδος ήσαν αποψιλωμένες από πληθυσμό. Αντιθέτως η Μικρά Ασία ήταν πυκνοκατοικημένη και όταν έφυγε από τα χέρια των Ρωμηών/Ελλήνων, μαζί αποδυναμώθηκε η Οικονομική και Στρατιωτική Δύναμη της Αυτοκρατορίας.

Τον 11ον αι. έχουμε την εισβολή των Νορμανδών, οι οποίοι ξεκίνησαν από τις σκανδιναβικές χώρες και κατόρθωσαν να κατακτήσουν πολλά μέρη στην Βόρεια Ευρώπη, την Αγγλία και την Σικελία.  Στην Σικελία ίδρυσαν Νορμανδικό Κράτος από το οποίον επιτίθεντο εναντίον των ελληνικών νησιών και παραλιών, επιφέροντας έτσι καίρια κτυπήματα κατά της Ρωμανίας.

Η διαρκής επέκταση των Οθωμανών, από τον 13ον αιώνα, συνέχισε να αφαιρεί εδάφη στρατηγικής σημασίας και να εξασθενεί, όλο και περισσότερον την ισχύ της Αυτοκρατορίας μας. Διαρκώς ως την τελική της πτώση τον 15ο αιώνα, οι Οθωμανοί κατέτρωγαν τα εδάφη της, εξασθενώντας την συνεχώς και στερώντας την όλο και περισσότερο από την δυνατότητα να αντιδράσει.

Το ίδιο φυσικά έκαναν και οι Δυτικοί από την άλλη πλευρά της, με αποτέλεσμα οι διαρκείς απώλειες εδαφών στρατηγικής και τακτικής σημασίας, να δημιουργήσουν κατάσταση μη αναστρέψιμη. Παραλλήλως, ο διαμελισμός της εναπομείνουσας αυτοκρατορίας, σε μικρά δεσποτάτα, εκμηδένισαν σχεδόν, την εναπομείνασα στρατηγική ισχύ της αυτοκρατορίας.

Έτσι, ο 15ος αιώνας, ο αιώνας της Αλώσεως, βρήκε την Κωνσταντινούπολη καταπονημένη, ανήμπορη και ελάχιστη πληθυσμιακώς, για πρωτεύουσα Αυτοκρατορίας. Αν κάποιος δει έναν χάρτη της εποχής της Αλώσεως, θα αντιληφθεί ότι η πραγματική έκταση της παλιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τώρα πια περιοριζόταν μόνο σε μια πόλη! Μόνο στην ίδια την Κωνσταντινούπολη!

Τα εδάφη της ήταν όλα υπό ξενικήν κατοχήν. Οι Οθωμανοί την χτυπούσαν συνεχώς. Οι πρώτες τρεις σταυροφορίες είχαν μετατοπίσει το ανατολικό εμπόριο από την Κωνσταντινούπολη στην Ιταλία, συνδέοντας την Δυτικοευρωπαϊκή αγορά κατ’ ευθείαν με την Συρία, και στερώντας την έτσι, από κάθε οικονομικόν πόρον. Και μετά την 4ην Σταυροφορία που την εξουθένωσε, τους Οθωμανούς, την πανώλη και τους σεισμούς, τι έμενε πλέον; Μόνο η Άλωση της Πόλης!

2ον/. Παρατεταμένη Οικονομική κρίση-Οικονομική υποδούλωση.

Η οικονομική κρίση, απόρροια λανθασμένων οικονομικών πολιτικών των αυτοκρατόρων, αποτέλεσε ένα από τα βασικώτερα αίτια της Αλώσεως. Η συνεχής αύξηση της μεγάλης ιδιοκτησίας εις βάρος των μικρών, η δυσβάστακτη φορολογία στους οικονομικά αδύναμους, η καταχρηστική επέκταση του θεσμού των «προνοιαρίων» (κατόχων πρόνοιας) και η αύξηση των μοναστηριακών εδαφών, καταπόνησαν τους μικροκαλλιεργητές, εγκαθιδρύοντας μια οικονομική ολιγαρχία, που οδήγησε αρχικώς σε παρατεταμένη οικονομική κρίση.

Η έξοδος από αυτήν την κρίση θεωρήθηκε ότι θα ήταν δυνατόν να γίνει μέσω του εμπορίου. Τοιούτου είδους προσπάθεια, όμως, δεν ήταν στέρεη, καθώς το εμπόριο είχε περιέλθει στα χέρια των δυτικών και οι δυνατότητες για οικονομική ανάκαμψη είχαν περιορισθεί σημαντικώς.

Η Ιουδαιο-παπικοκρατούμενη Βενετία για να τους δώσει βοήθεια, απαίτησε εμπορικά ανταλλάγματα, της εδόθησαν διάφορα «εμπορεία», δηλαδή λιμάνια για το εμπόριο της.  Έτσι το θαλάσσιο εμπόριο σιγά – σιγά έφυγε από τα χέρια των Ρωμηών/Ελλήνων, διότι δεν υπήρχε πλέον Ρωμαίϊκο/Ελληνικό Ναυτικό, ούτε πολεμικό για να προστατεύσει το εμπόριο, εναντίον των επίβουλων εχθρών και των πειρατών.

Οι Βενετοί απέκτησαν τόση δύναμη, ώστε κυριολεκτικά έπνιξαν εμπορικώς την Αυτοκρατορία μας. Τότε εκλήθησαν σε βοήθειά οι Γενοβέζοι. Οι Γενοβέζοι όχι μόνο δεν εκτόπισαν του Ενετούς, αλλά αντίθετα πήραν και αυτοί πολλά προνόμια.  Ουσιαστικώς η Οικονομία της Αυτοκρατορίας περιήλθεν στα χέρια αλλοεθνών και ετεροδόξων ξένων εμπόρων και δανειστών. Με άλλα λόγια, η Οικονομία της αυτοκρατορίας ηλέγχετο σχεδόν αποκλειστικώς από ξένους εμπόρους και Ταλμουδιστές-Ιουδαίους Τραπεζίτες, οι οποίοι τελικώς την οδήγησαν σε οικονομική υποδούλωση.

Αποτέλεσμα της παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως, ήταν ο οικονομικός μαρασμός της Αυτοκρατορίας. Η Αυτοκρατορία αδυνατούσε να συγκεντρώσει πόρους για την επαρκή ενδυνάμωση στρατού και στόλου προς υπεράσπιση της Πόλης. Έπαψε να είναι αυτάρκης οικονομικώς, δεν μπορούσε να συντηρεί τις ένοπλες δυνάμεις της, αφού αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα στην συντήρηση προσωπικού, υλικού και μέσων. Δηλαδή έπαψε να διαθέτει πλέον ισχυρό και αποτελεσματικό Ναυτικό και Στρατό. Έτσι, αναγκάστηκε να καταφύγει σε ξένους «μισθοφόρους» και να αναζητεί συνεχώς στρατιωτικούς «συμμάχους». Αυτό ήταν η αρχή και το τέλος της Ρωμανίας.

3ον/. Δημογραφική συρρίκνωση και Εθνολογική αλλοίωση

Οι εμφύλιοι πόλεμοι (1321-1328, 1341-1355), και η εσωτερική αναρχία, πέραν από την δημογραφική συρρίκνωση του Ρωμαίϊκου/Ελληνικού πληθυσμού που προκάλεσαν στο κράτος, κούρασαν και τρομοκράτησαν το λαόν, πλήττοντας την ψυχολογική του διάθεση (εθνικό φρόνημα) και διέσπασαν την κοινωνική συνοχή του.

Από τον 13ον αιώνα, ο Ελληνισμός εξασθενημένος και αποδυναμωμένος, διασπάστηκε σε άλλες περιοχές υπό ξένους δυνάστες. Αλλόφυλοι μισθοφόροι είχαν διεισδύσει ήδη στον στρατό και στην διοίκηση του κράτους. Το ελληνικό στοιχείο αποδυναμώθηκε, λόγω δημογραφικής συρρικνώσεως, χαλαρώνοντας την ισχύ του και προκαλώντας μια καταλυτική εθνολογική αλλοίωση.

Ο Αυτοκρατορικός στρατός, προς κάλυψη του δημιουργηθέντος κενού, χρησιμοποίησε στρατεύματα προερχόμενα από πολλές διαφορετικές εθνικές ομάδες. Αυτά τα στρατεύματα συμπλήρωναν και υποστήριζαν τον τακτικό Ρωμαίϊκο/Ελληνικό στρατό. Σε κάποιες περιόδους, αποτέλεσαν ακόμη και τον κορμό του στρατού αυτού.1

Κατά την περίοδο των Κομνηνών, οι μονάδες των μισθοφόρων διαιρούνταν απλά κατά εθνότητα και ονομάζονταν σύμφωνα με την χώρα προελεύσεώς τους: Ιγγλίνοι (Άγγλοι), Φράγκοι, Σκυθικοί, Λατινικοί κτλ. Κατά την βασιλεία του αυτοκράτορος Θεοφίλου, αναφέρονται ακόμη και Αιθίοπες μισθοφόροι. Οι μονάδες αυτές, κυρίως οι Σκυθικοί, χρησιμοποιούνταν και σαν αστυνομική δύναμη στην Κωνσταντινούπολη!

Οι διασημότερες μισθοφορικές δυνάμεις ήσαν οι θρυλικοί Βάραγγοι και οι Ακρίτες. Η μονάδα των Βαράγγων ξεκίνησε από τους 6.000  Ρως που ο πρίγκιπας του Κιέβου Βλαδίμηρος Α΄ έστειλε στον Βασίλειο Β΄ το 988. Οι τρομερές μαχητικές ικανότητες αυτών των πελεκυφόρων, βάρβαρων Βορείων, τυφλά πιστών στον αυτοκράτορα (τους αντάμειβε με αρκετό χρυσάφι της Αυτοκρατορίας), τους καθιέρωσε σαν ένα επίλεκτο σώμα, που σύντομα αναδείχθηκε στην προσωπική σωματοφυλακή του αυτοκράτορα.2

Οι Ακρίτες κατά την Ρωμαϊκή εποχή, λέγονταν milities. Οι εν λόγω στρατιώτες ήταν μισθοφόροι και φύλακες των συνόρων. Στην Ρωμανία, τους παρέχονταν σπίτι με κτήματα, άλογα και ολόκληρος ο πολεμικός τους εξοπλισμός, προκειμένου να μένουν κοντά στα σύνορα του κράτους και να τα προστατεύουν από επιδρομείς.

4ον/. Παρακμή-σήψη-διαφθορά στην Διοίκηση, την Δικαιοσύνη και τον κρατικό μηχανισμό.

Η φιλαργυρία, οι αδικίες και η διαφθορά, οδήγησαν στην αποδυνάμωση του κράτους, προετοιμάζοντας το έδαφος για την Άλωση της Πόλης δεκαετίες, αν όχι αιώνες πριν. Η κατάσταση περιγράφηκε λεπτομερώς, από τον Γεννάδιο, τον πρώτο Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης μετά την Άλωση. Όπως βρέθηκε σε χειρόγραφη εξομολόγησή του, η παρακάτω «κατάθεση ψυχής», περιγράφει την ηθική κατάπτωση εκείνων των καιρών:

«Κύριε! Διασκορπιστήκαμε παντού. Γελοιοποιηθήκαμε όχι μόνο στα μάτια των γειτόνων μας αλλά και όλων των ανθρώπων. Μας κοροϊδεύουν και μας χλευάζουν όλοι γύρω μας. Γίναμε παράδειγμα συμφοράς στην ανθρώπινη ζωή. Κύριε, γιατί τα επέτρεψες αυτά σε μας; Γιατί ο θυμός σου μας κατέκαυσε;…Είμαστε διεφθαρμένοι και σιχαμεροί σε ό,τι κάνουμε. Δανείζαμε χρήματα με τόκο και παίρναμε δωροδοκίες από αθώους ανθρώπους. Αποστραφήκαμε την δικαιοσύνη και τον έλεγχο. Οι ζυγαριές μας ήταν άνισες. Τα χρήματά μας ήταν παράνομα».

Οι προσωπικές φιλοδοξίες αυτοκρατόρων και μελών επιφανών οικογενειών που έθεταν αυτές υπεράνω των εθνικών συμφερόντων, οι ανταγωνισμοί για την εξουσία, έφθαναν αρκετές φορές σε βιολογική εξόντωση των ανταγωνιστών-αντιπάλων τους. Σκάνδαλα, δολοφονίες και μηχανορραφίες εδημιούργησαν σταδιακώς τον γνωστόν και μεταγενεστέρως επικρατήσαντα όρον, «Βυζαντινισμός»

Κάθε φορά που την πενία συνοδεύει η διαφθορά, ο εκπεσμός των ηθικών αξιών και η αδιαφορία προς τα υψηλά ιδανικά, είναι μοιραίο επακόλουθο, η πολιτική σήψη, και το αποτέλεσμα της πολιτικής σήψεως είναι τραγικό και καταστροφικό για τον λαό και το έθνος…

5ον /. Συνεχείς θρησκευτικές έριδες και ιδεολογικές αντιθέσεις

Οι εσωτερικές θρησκευτικές, πολιτικές και ιδεολογικές αντιθέσεις έπλητταν το σώμα της αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα να δημιουργούν κοινωνικές αναταραχές (στάσεις, κινήματα, πολιτικοί ανταγωνισμοί, εικονομαχίες, κλπ) και σύγχυση στο εσωτερικό του κράτους.

Τον 14ον αι. κάνει την εμφάνισή του το ησυχαστικό κίνημα του Γρηγορίου Παλαμά, του σημαντικότερου θεολόγο της εποχής αυτής, προς αντιμετώπιση του αιρετικού κινήματος του Βαρλαάμ. Ο Βαρλαάμ αντιτάχθηκε στο κίνημα του ησυχασμού. Γελοιοποίησε τους Ησυχαστές και την ασκητική μέθοδό τους, χαρακτηρίζοντάς τους όχι μόνο «ομφαλοσκόπους» και «ομφαλοψύχους», αλλά και αιρετικούς (Μασσαλιανούς).3

Το 1337 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, για να προκαλέσει συνοδική καταδίκη των Ησυχαστών, θεωρώντας την παράδοσή τους ξένη προς την Ορθοδοξία. Αυτό ήταν και το έναυσμα για την ανοικτή πια σύγκρουση.4

Το 1431 μ.Χ. συνεκλήθη στην Φερράρα η λεγομένη ληστρική Σύνοδος,  όπου μετά από αφόρητες πιέσεις των παπικών και προσωπικώς του Πάπα, ο αυτοκράτωρ αναγκάζεται να υπογράψει την Ένωση Ορθοδόξων και Παπικών, υπό τον Πάπα, την οποίαν βεβαίως και ορθώς απέρριψε ο Πιστός Ρωμαίϊκος λαός, αλλά άφησε ανίατες πληγές στο σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και στον λαόν της Αυτοκρατορίας.

Οι επαναλαμβανόμενες υποχωρήσεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας στις παπικές απαιτήσεις, με την ελπίδα να κερδίσουν την ηθική και στρατιωτική βοήθεια και γενικώτερα οι δυτικές επιρροές, μέσω δυτικόδουλων πρακτόρων Ρωμηών και ξένων, προκάλεσαν σύγχυση στην πνευματική ταυτότητα της Αυτοκρατορίας.

Οι θρησκευτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές αντιθέσεις προκάλεσαν βαθειά σύγχυση στην κοινωνία και διάσπαση της συνοχής του κοινωνικού ιστού, διαφθορά στους κόλπους της Εκκλησίας που λειτούργησαν διαλυτικά στο σώμα της αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερα οι δυτικές επιρροές και οι συνεχείς υποχωρήσεις των πολιτικών και εκκλησιαστικών ταγών στις δυτικές (φραγκοπαπικές) απαιτήσεις, για την αναμενόμενη στρατιωτική βοήθεια, οδήγησαν στην αλλοίωση της Ρωμαίϊκης παραδόσεως της αυτοκρατορίας, με ορατόν τον κίνδυνο απώλειας της πνευματικής και πολιτιστικής ταυτότητάς της.

Κάποιοι ήλπιζαν σε βοήθεια από την Δύση, την υποτιθέμενη Χριστιανική παπική Ευρώπη, η οποία όμως ήταν μισητή στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης.  στην κρίσιμη στιγμή της ιστορίας της Αυτοκρατορίας, με την οθωμανική λαίλαπα προ των πυλών της, Η ύπαρξη «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών» δίχαζε τους Ρωμηούς. Ο πάπας όμως, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, αξίωσε να υπογράψει την ένωση των δύο εκκλησιών, με τον ίδιον τον πάπα φυσικά, Ανώτατο Θρησκευτικό ηγέτη, προκειμένου να στείλει βοήθεια.

Όπως προείπαμε, οι θρησκευτικές έριδες, οι εμφύλιες διαμάχες, οι σταυροφορίες, η επικράτηση του φεουδαρχισμού και η εμφάνιση πολλών και επικίνδυνων εχθρών στα σύνορά της είχαν καταστήσει την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία ένα φάντασμα του ένδοξου παρελθόντος της.

Εάν η αυτοκρατορία μας, έπαυε να διατηρεί την πνευματική και πολιτισμική ιδιαιτερότητά/ταυτότητά της, ακόμη και αν δεν έπεφτε στα χέρια των Οθωμανών, θα κατελύετο εσωτερικώς, μεταβαλλόμενη σε πνευματικό προτεκτοράτο της Φραγκιάς, υπό τον αιμοδιψή αρχιαιρεσιάρχη πάπα.

6ον/. Υποκριτική και ανθελληνική στάση της Δύσεως, ιδιαίτερα των Παπών.

Η φθορά που δημιούργησε στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Ρωμανία) το οριστικό σχίσμα των Εκκλησιών, διασπώντας την συνοχή της, ενίσχυσε ανεξάρτητες και πολιτισμικώς ξένες δυνάμεις, όπως οι Φράγκοι, που για αιώνες υπέσκαπταν την ισχύ του Δυτικού (κατά συνέπειαν και του Ανατολικού) Ρωμαϊκού κράτους.

Το γεγονός όμως, της Μεσαιωνικής Ιστορίας, που αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο την Ρωμανία, είναι οι Σταυροφορίες.  Με κίνητρα δήθεν θρησκευτικά, οι παποκινούμενες Σταυροφορίες, άλλαξαν σταδακώς χαρακτήρα και πήραν μορφή εμπορική, αντι-Ρωμαϊκή (Αντι-Ορθόδοξη) και τυχοδιωκτική.  Έτσι η 4η Σταυροφορία, αντί να συνεχίσει τον δρόμο για να ελευθερώσει τους Αγίους τόπους, εστράφη εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως.

Δυστυχώς και πάλιν οι εσωτερικές διχόνοιες της αυτοκρατορικής τότε Κυβερνήσεως, έδωσαν την ευκαιρία στην 4η Σταυροφορία να καταλάβει το 1204 την Κωνσταντινούπολη και να ιδρύσει εκεί Φραγκικό Κράτος.  Το ανθελληνικό αυτό κράτος, διήρκεσε μόνον ως το 1264, διότι από την Νίκαια οι Έλληνες ανακατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη.

Η καταστροφή της Πόλης από την 4η Σταυροφορία το 1204, απογύμνωσε την πρωτεύουσα του κράτους από τον πλούτο και την οικονομική ισχύ της, και ρήμαξε τους κατοίκους της. Στην πραγματικότητα, η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως συνέβη τότε.

Η καταστροφή και η διασπάθιση του Ελληνικού χώρου, η οποία επήλθε στο υπόλοιπο τμήμα της Αυτοκρατορίας μας από τους Φράγκους, ήταν ανεπανόρθωτη. Η φθορά αργή και σταθερή, έφθασε στην κορύφωσή της με τα γεγονότα της Πτώσεως.

Τα 57 χρόνια της Φραγκοκρατίας (1204-1261) εβάρυναν πολύ στα πεπραγμένα της Αυτοκρατορίας. Να μην λησμονούμε και τις λεηλασίες σε βάρος του πνευματικού και υλικού πλούτου της Αυτοκρατορίας (1204). Σύμφωνα με τον Βιλλαρδουΐνο η αξία μόνον του κλαπέντος χρυσού, έφθασε στα 800.000 μάρκα της εποχής.5

Οι δυόμισι αιώνες που πέρασαν, απλώς την συντήρησαν από τον αφανισμό. Η καταστροφή της από τους Σταυροφόρους, την στέρησε από την δυνατότητα να αντιδράσει, να ορθοποδήσει και να σταθεί απέναντι στον επόμενο κίνδυνο που εμφανίστηκε, στους Οθωμανούς.

Όταν η Πόλη αντιμετώπιζε τον ορατόν κίνδυνο Αλώσεως από τα στίφη των Οθωμανών, ο Παλαιολόγος απευθύνθηκε στον  υποτιθέμενον χριστιανόν Πάπα, για βοήθεια. Ο Πάπας του απήντησε ότι προκειμένου να τον βοηθήσει έπρεπε να αποδεχθεί το Παπικόν Πρωτείον και να υπογράψει την Ένωση των Εκκλησιών. Ο Αυτοκράτορας δυστυχώς υπέκυψε στο ιταμό παπικό τελεσίγραφο και αναγκάστηκε να υπογράψει σε μία απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε΄ για να ζητήσει βοήθεια. Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, την 12ην Δεκ. 1452, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ’ ημών η των αζύμων λατρεία».6

Ο Πάπας όμως, αντί για ουσιαστική βοήθεια, του έστειλε…150 στρατιώτες Ρωμηούς/Έλληνες, από  την παποκρατούμενη, τότε, Χίο !!!

7ον/. Εμφανής συντριπτική στρατιωτική υπεροχή των Οθωμανών και η κυριαρχία τους στην θάλασσα.

α/. Ο στρατός του Μωάμεθ Β΄ ήταν τουλάχιστον 150.000 άνδρες. Σύμφωνα με νεώτερους ιστορικούς, τα τακτικά στρατεύματα αριθμούσαν περί τους 100.000 στρατιώτες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν από τις ευρωπαϊκές και ασιατικές επαρχίες.7 Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν το επίλεκτο σώμα 12.000 γενιτσάρων και αρκετοί χριστιανοί υποτελείς των Οθωμανών.8

Να σημειωθεί ότι, ουκ ολίγοι στρατηγοί, ναύαρχοι και βεζύρηδες των οθωμανών, ήταν Χριστιανοί εξωμότες (Έλληνες και αλλοεθνείς).

Όλοι οι πολεμιστές ήταν πολύ καλά εξοπλισμένοι με κάθε είδους όπλο, αμυντικό ή επιθετικό και έφεραν ασπίδες (επενδεδυμένες με σίδερο), κράνη, τόξα και βέλη, ξίφη και ο,τιδήποτε άλλο εθεωρείτο κατάλληλο για τειχομαχία. Ο στρατός ήταν πολύ καλά εκπαιδευμένος και οργανωμένος και επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός.

Ο οθωμανικός στρατός ήταν πολύ μεγαλύτερος αριθμητικώς, διότι τον ακολουθούσε μεγάλος και άγνωστος αριθμός από επικουρικό προσωπικό. Επί πλέον είχαν συγκεντρωθεί ατελείωτα πλήθη ατάκτων, που τους προσέλκυσε η προοπτική της λεηλασίας.9

Τέλος, πολυάριθμοι φανατικοί μουσουλμάνοι μοναχοί (δερβίσηδες) και μουλάδες, περιεφέροντο ανάμεσα στους στρατιώτες και με κηρύγματα τόνωναν το ηθικόν και ενίσχυαν την πολεμική διάθεσή τους.

β/. Ο Μωάμεθ, γνώριζε ότι χωρίς τον έλεγχον της θαλάσσιας περιοχής της Πόλης, πολύ δύσκολα θα κατάφερνε την άλωσή της μόνον από την ξηρά. Γι’ αυτό αποφάσισε να δημιουργήσει έναν ισχυρό στόλο, με ναυτικό πλήρωμα κυρίως Έλληνες από την Καλλίπολη, που αποτελείτο από 6 τριήρεις (οι οποίες αντί για τρεις παράλληλες σειρές κωπήλατων που είχαν οι αρχαίες, αυτές είχαν μία με τρεις κωπηλάτες), 10 διήρεις, περίπου 15 γαλέρες (γαλέρα: Παλιό πολεμικό ιστιοφόρο με κουπιά), περίπου 70 φούστες10, 20 παραντάρια11 και έναν άγνωστο αριθμό από καΐκια και κότερα.12

Mehmed built a fleet to besiege the city from the sea (partially manned by Greek sailors from Gallipoli).13

Τον Μάρτιο του 1453, συγκεντρώθηκαν στην Καλλίπολη γύρω στα 150 πλήρως εξοπλισμένα πολεμικά πλοία, εκτός από τα καΐκια που χρησίμευαν για την μεταφορά μηνυμάτων,14 με ναύαρχο τον βούλγαρο εξωμότη, Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου.15

γ/. Η τρομερή δυσαναλογία των στρατιωτικών δυνάμεων των αντιπάλων.

1//. Ο ανεπαρκής εξοπλισμός Ελληνικού στρατού και στόλου:

Οι υπερασπιστές της Πόλης διέθεταν μεν πυροβολικό, αλλά μικρότερο σε μέγεθος διαμετρημάτων σε σχέση με το οθωμανικό. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως στις πρώτες μέρες τις πολιορκίας και μετά σίγησε λόγω της ελάχιστης ποσότητας πυρίτιδας και βλημάτων, αλλά και της διαφωνίας στον τρόπο χρήσεως αυτών των όπλων.16

Στην αρχή τις πολιορκίας υπήρχαν στον Κεράτιο κόλπο 26 πλοία πολεμικά. Από αυτά 10 ανήκαν στην Αυτοκρατορία, 5 ήταν βενετικά, 5 γενοβέζικα, 3 κρητικά, 1 από την Ανγκόνα, 1 από την Καταλωνία και 1 από την Προβηγκία. Υπήρχαν επίσης μικρότερα σκάφη και εμπορικά πλοία των Γενοβέζων που ήταν ελλιμενισμένα στο Πέραν.17

2//. Εκτιμήσεις σύγχρονων ιστορικών για την δύναμη του Οθωμανικού στόλου.

Contemporary estimates of the strength of the Ottoman fleet span between about 100 ships (Tedaldi), 145 (Barbaro), 160 (Ubertino Pusculo), 200–250 (Isidore of Kiev, Leonardo di Chio) to 430 (Sphrantzes). A more realistic modern estimate predicts a fleet strength of 126 ships, specifically composed of 6 large galleys, 10 ordinary galleys, 15 smaller galleys, 75 large rowing boats, and 20 horse-transports.18

3//. Το πυροβολικό των Οθωμανών

Όμως εκεί πού ο σουλτάνος έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα, ήταν στην κατασκευή πυροβόλων που θα μπορούσαν να καταστρέψουν τα ισχυρά τείχη που προστάτευαν την Κωνσταντινούπολη. Ο άνθρωπος που το αναβάθμισε και το έκανε το καλύτερο της εποχής του, ήταν ένας επιδέξιος τεχνίτης, ο Ουρβανός, ουγγρικής (ΣΣ: πιθανώς ουγγροεβραϊκής) ή σαξονικής καταγωγής.19

Το μεγαλύτερο πυροβόλο που έφτιαξε ο Ουρβανός, είχε μήκος 8 μέτρα και εκτόξευε πέτρινα βλήματα βάρους περίπου 400 κιλών. Συνολικά το οθωμανικό πυροβολικό είχε 70 πυροβόλα από τα οποία τα 11 εκτόξευαν βλήματα 250 κιλών και πάνω από 50 χρησιμοποιούσαν βλήματα 100 κιλών. Με αυτά ο Μωάμεθ σχημάτισε 14 πυροβολαρχίες, 9 από τις οποίες περιλάμβαναν μικρότερου διαμετρήματος πυροβόλα και 5 που περιλάμβαναν τα μεγαλύτερα πυροβόλα.20

Το νέο όπλο, το τηλεβόλο, με τον κρότο του οποίου προκαλούσε και ψυχολογικά προβλήματα στους πολιορκούμενους, πέραν από τις υλικές ζημιές. Λέγεται ότι, το τηλεβόλο είχε προταθεί και στον αυτοκράτορα για αγορά, αλλά λόγω της ελλείψεως των σχετικών κεφαλαίων, ήταν αδύνατη η απόκτησή του.

Ο ιστορικός Κριτόβουλος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι οι υπόνομοι και οι υπόγειοι διάδρομοι που άνοιγαν οι Τούρκοι κάτω από τα τείχη αποδείχθηκαν εντελώς περιττοί, καθώς τα κανόνια έδωσαν την λύση στο πρόβλημα. Ακόμη και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, ήταν ορατά σε πολλά σημεία της Πόλης, τα τεράστια βλήματα που βρίσκονταν στην ίδια θέση που είχαν πέσει το 1453.21

Η τρομερή δυσαναλογία των στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων Ρωμηών και Οθωμανών, ήταν εμφανέστατη.

δ/. Οι υπερασπιστές της Κωνσταντινουπόλεως

1//. Σχετικά με τον στρατό των αμυνόμενων, κατά την αναφορά του Σφραντζή, ο οποίος ανέλαβε την καταμέτρηση των δυνάμεων κατ’ εντολή του αυτοκράτορος, αναφέρονται 4.937 Ρωμηοί και περίπου 2.000 αλλόδοξοι και αλλοεθνείς.22

Ο  Σέρβος πολιτικός, ιστορικός, συγγραφέας και διπλωμάτης Τσέντομιλ Μιγιάτιοβιτς (1842-1932), στο βιβλίο του «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: Η τελευταία νύχτα της Πόλης», εκτιμά πως ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, συγκέντρωσε εσπευσμένως, μια δύναμη, 7.000-9.000 ανδρών, με την οποίαν έπρεπε να υπερασπιστεί την Πόλη εναντίον ενός πολλαπλάσιου στρατού, με βαρύ πυροβολικό. «Ο Τετάλντι αναφέρει ότι υπήρχαν στην Πόλη, 25.000 με 30.000 άνδρες ικανοί να φέρουν όπλα, όμως μόλις 6.000 με 7.000 μαχητές» [ΣΣ: Tetaldi, Jacobo (Edaldy, Jacques)].

Όταν οι γενίτσαροι εισέβαλαν στην Πόλη, Τούρκικο βόλι χτυπάει τον Ιουστινιάνη στην μασχάλη. Μην λαμβάνοντας υπόψη τις παρακλήσεις του Κωνσταντίνου, διατάσσει να τον μεταφέρουν  στο πλοίο του, με προορισμό την Χίο όπου εκεί θα πεθάνει άδοξα μετά  τρεις μέρες. Φυσικά, μαζί του έφυγαν και  οι πολεμιστές του, εγκαταλείψαντες τον αυτοκράτορα.

Παρόμοια λιποταξίαν, σε ώρα μάχης, διέπραξε και ο εξωμότης καρδινάλιος Ισίδωρος.23

Σε κάθε περίπτωση ο συνολικός αριθμός των υπερασπιστών της Πόλης, δεν πρέπει να υπερέβαινε τους 8.500.24

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι, με τέτοιο ανόμοιο μίγμα ταυτότητος υπερασπιστών της Ορθόδοξης Βασιλίδος [μερικών χιλιάδων Ρωμηών (μαχητών αποφασισμένων να αποθάνουν, άλλων φοβισμένων, απελπισμένων, κλπ) και αλλογενών-αλλοθρήσκων (Λατίνοι, Καταλανοί, Γενουάτες, Γερμανοί, Οθωμανοί,  Ιουδαίοι (5η φάλαγγα), κλπ], ήταν βεβαία η τραγική κατάληξη της πολιορκίας, δηλαδή η Άλωση της Πόλης μας!!!

8ον/. Φιλο-οθωμανικός/ανθελληνικός ρόλος της Ιουδαϊκής κοινότητος των Ταλμουδιστών Ιουδαίων στην Κωνσταντινούπολη, των Τραπεζιτών και μεγαλεμπόρων της εποχής.

α/. Με αντάλλαγμα τον δανεισμό κεφαλαίων στην εξαντλημένη Αυτοκρατορία (Βυζάντιον), άρχισε η αθρόα εγκατάσταση των Βενετών, Γενουατών και Ιουδαίων Εβραίων στην Κωνσταντινούπολη όπου εντός ολίγου, είχαν μονοπωλήσει το εναπομείναν εμπόριο και τον δανεισμό, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν σύντομα ειδικά προνόμια και αργότερα να τους παραχωρηθούν εδάφη στην Ελλάδα και στην Μεσογειακή ακτή. (Οι «ξένοι» του Πέραν και του Γαλατά, ήσαν Ιουδαίοι ή επήλυδες κάτοικοι ελεγχόμενοι από τους Ιουδαίους).

Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την άλωση της Πόλης, ούτε η Εβραϊκή συνοικία πειράχτηκε από τον Μωάμεθ, ούτε καμμία Εβραϊκή περιουσία (κάτι ανάλογο έγινε το 1922 στην Σμύρνη). Συμπτωματικώς; ΔΕΝ νομίζομεν.

β/. Ολόκληρος ο ανεφοδιασμός του στρατού του Μωάμεθ έγινε από τους Εβραίους εμπόρους της Θεσσαλονίκης και της Ανδριανουπόλεως. Ο Ούγγρος μηχανικός (Ουρβανός) που κατεσκεύασε την περίφημη «μπομπάρδα» το πρωτοφανές για την εποχή του κανόνι ήταν, κατά την πιθανώτερη εκδοχήν, Εβραίος!

γ/. Οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν 60.000 Έλληνες ανάμεσά τους και μερικούς Λατίνους τους οποίους επώλησαν ως σκλάβους στους Εβραίους.25

δ/. Σχεδόν όλοι οι οικονομικοί Σύμβουλοι και Χρηματοδότες των Σουλτάνων ήσαν Ταλμουδιστές Ιουδαίοι ή ντονμέδες, όπως ο Δον Ιωσήφ Ναζής (Τραπεζίτης του Σουλεϊμάν Β΄), ο Χεκίμ Γιακούμπ (Ιατρός-Υπ. Οικονομικών του Μωάμεθ), ο Μωσέ Χαμόν (Ιατρός του Μωάμεθ), κ.α.

ε/. Το περίεργο άνοιγμα της Κερκόπορτας προήλθε από την περιοχή της Εβραϊκής κοινότητος (Υπήρχε η οργάνωση «Γκαρέμπια» που έλαβε μέρος στην προδοσία και κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους). Δεν είναι παράξενο λοιπόν γιατί ο λαός και οι αξιωματούχοι κατά το βδελυκτόν συλλείτουργον Ορθοδόξων-Παπικών (12 Δεκ 1452) στην Αγία Σοφία, διαδήλωναν κραυγάζοντες:«Κάτω οι Εβραίοι».

9ον/. Πευματική Ανομία/Αποστασία των Ρωμηών/ Ελλήνων (αποστασία αρχόντων, κλήρου και λαού, από την Ορθόδοξη Πίστη).

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος, μεγάλος λόγιος  αλλά και διδάσκαλος του προμάχου της Ορθοδοξίας  Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, αλλά και του μετέπειτα Γενναδίου, πρώτου Πατριάρχου μετά την Άλωση, σε επιστολές και ομιλίες,  διεκτραγωδεί την Πνευματική κατάπτωση-διαφθορά που είχε ενσκήψει πριν από την άλωση.26

Την Μεγάλη  Παρασκευή (14 Απριλίου) του έτους 1419, τριάντα τέσσερα (34) χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, εξεφώνησε ένα λόγο στο Παλάτι «επί παρουσία βασιλέων, και των εν τέλει, και συνελεύσει των εξαιρέτων του γένους ημών, και της βασιλίδος ταύτης των πόλεων», όπως χαρακτηριστικά γράφεται στην επικεφαλίδα.

Στον λόγο του αυτόν, ομιλώντας μπροστά στους επισήμους άρχοντες της Κωνσταντινουπόλεως, εξέθεσε ανάγλυφα και παραστατικά τα πνευματικά αίτια της επερχομένης πτώσεως της Βασιλευούσης. Και είναι σημαντική αυτή η μαρτυρία γιατί προέρχεται από έναν λόγιο μοναχό και ασκητή, με ήθος, παιδεία και πατερικό φρόνημα, τον οποίον σέβονταν οι πάντες την εποχή εκείνη και ο οποίος έζησε στα χρόνια εκείνα που ήσαν εμφανέστατα «Τα σημεία των Καιρών» και οι κάτοικοι έβλεπαν τον επερχόμενο όλεθρο.

Το περιεχόμενο του λόγου αυτού αναλύεται στην επικεφαλίδα:

«δια το πωλείσθαι καθ’ εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα παρά των ούτω λεγομένων πνευματικών, και αγοράζεσθαι παρ’ ημών, οίμοι! το ημέτερον γένος αφανισμώ παραδίδοται και Ισμαηλίταις περιπίπτει».27

Δηλαδή, το Γένος αφανίζεται και πέφτει στους Ισμαηλίτες – Μωαμεθανούς, διότι πωλείται το σώμα και το αίμα του Χριστού από τους λεγομένους πνευματικούς, και αγοράζεται από τους Χριστιανούς.

Στην αρχή του λόγου του ο Ιωσήφ Βρυέννιος εκφράζει την οδύνη του, αφού το γένος περιστοιχίζεται από δεινά, τα οποία, όπως λέγει, «δάκνει μου την καρδίαν, συγχεί τον νουν και οδυνά την ψυχήν». Κάνει λόγο για την «ολόσωμον πληγήν» και την «νόσον καθολικήν». Το γένος έχει περιπέσει σε ποικίλα πάθη και αμαρτίες. Όλοι οι Χριστιανοί έγιναν «υπερήφανοι, αλαζόνες, φιλάργυροι, φίλαυτοι, αχάριστοι, απειθείς, λιποτάκται, ανόσιοι, αμετανόητοι, αδιάλλακτοι».

Έγιναν οι άρχοντες κοινωνοί ανόμων, οι υπεύθυνοι άρπαγες, οι κριτές δωρολήπτες, οι μεσίτες ψευδείς, οι νεώτεροι ακόλαστοι, οι γηράσαντες μεθυσμένοι, οι αστοί εμπαίκτες, οι χωρικοί άλαλοι, «και οι πάντες αχρείοι».

Συγχρόνως με την γενική κατάπτωση των ανθρώπων χάθηκε «ευλαβής από της γης, εξέλιπε στοχαστής, ουχ εύρηται φρόνιμος». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον επέπεσαν εκ δυσμών και εξ ανατολών διάφοροι εχθροί και λυμαίνονται την αυτοκρατορία.

Στην συνέχεια αναφέρεται στο μεγαλύτερο αμάρτημα που έγινε στην ιστορία, δηλαδή την προδοσία του Ιούδα, η οποία συνίσταται στο «πωληθήναι τιμής και αγορασθήναι τον Κύριον», δηλαδή ο Ιούδας επώλησε τον Κύριο, τον Οποίον αγόρασαν οι Εβραίοι. Αυτό το ανοσιούργημα, όπως λέγει, γίνεται στις ημέρες μας, αφού οι πολλοί από τους λεγομένους πνευματικούς πωλούν τον Κύριο και «αγοράζει δε πας ο έχων αργύριον και βουλόμενος». Αλλά και πολλοί από τους ιερείς ασελγούν εν επιγνώσει, αφού και αυτοί διακατέχονται από αυτά τα πάθη και προσέρχονται να λειτουργούν στην σεβασμία Τράπεζα αναιδώς.

Προφανώς πρόκειται για το ότι οι λεγόμενοι πνευματικοί πατέρες (ιερείς, αρχιερείς), χορηγούσαν άφεση αμαρτιών με την λήψη χρημάτων (όπως έκαναν οι αιρετικοί παπικοί στην Δύση).

Αναφέρεται διεξοδικώς στην κατάπτωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού οι ποιμένες είχαν απομακρυνθεί από την διδασκαλία και τα όρια που είχαν θέσει οι Πατέρες.

Πρόκειται για αλλοίωση του Ορθόδοξου πνεύματος του μοναχισμού, ο οποίος έχασε την ησυχαστική παράδοση και μεταβλήθηκε σε υλική εκμετάλλευση των μοναστηριών. Και αφού ο Βρυέννιος κάνει μεγάλη ανάλυση αυτής της καταστάσεως που παρατηρείται στους άρχοντες και τον λαό, τους κληρικούς και τους μοναχούς, τους αστούς και τους χωρικούς, καταλήγει στον υπέροχο αυτόν και σημαντικό του λόγο σε μια ανακεφαλαίωση, στην οποία δίνει τις κατάλληλες συμβουλές για να αποφύγουν το κακό, το οποίο βλέπει καθαρά να έρχεται στο εγγύς μέλλον.

Λέγει ότι, βλέποντας πριν σαράντα χρόνια να ερημώνωνται οι πόλεις, να αφανίζωνται οι χώρες, να καίγωνται οι Εκκλησίες, να βεβηλώνωνται τα άγια και να δίδωνται τα ιερά σκεύη στα σκυλιά και «παν το ημέτερον γένος, δουλεία παραδιδόμενον και μαχαίρα», προσευχόταν στον Θεό να του αποκαλύψη για το που οφείλεται αυτή η εγκατάλειψη του λαού και «η τοσαύτη του Θεού αγανάκτησις καθ’ ημών».

Και μετά από πολλές προσευχές βρήκε ποιο είναι το αίτιο και θέλει να το αποκαλύψει, την ημέρα αυτή, ενώπιον των Βασιλέων και των αρχόντων και όλου του λαού, γιατί φοβάται, μήπως τιμωρηθεί αν σιωπήσει. Και η αιτία της οργής του Θεού και της δικαίας Του αγανακτήσεως κατά των Ρωμαίων είναι:

«το πωλείσθαι καθ’ εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα, παρά των λεγομένων πνευματικών και αγοράζεσθαι προς υμών των χριστιανών».

Διαμαρτύρεται για το γεγονός αυτό, και επικαλείται ως μάρτυρες τον χορό των αγίων και των αγγέλων. Ζητά από τους άρχοντες τον κλήρο και τον λαό να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στον Θεό για να γίνει «η του γένους ανάκλησις» και να είναι μαζί τους ο Θεός, γιατί διαφορετικά θα πάθουν χειρότερα από εκείνα που έπαθεν η παλαιά Ιερουσαλήμ, που κυριεύθηκε από τους εχθρούς.

Σαφώς εδώ αναφέρεται στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας Ιερουσαλήμ. Ζητά από τους κατοίκους να μετανοήσουν, γιατί αν δεν γίνει αυτό, η καταστροφή θα είναι τόσο μεγάλη που όλα τα έθνη και οι μέλλουσες γενεές θα λένε σε παρόμοιες περιπτώσεις: «μη πάθοιμεν α οι Ρωμαίοι πεπόνθασιν».28

Είναι σημαντικός αυτός ο λόγος του μεγάλου διδασκάλου του γένους μας πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, που επισημαίνει «Τα σημεία των καιρών» και καταγράφει τα πνευματικά αίτια της πτώσεως της Βασιλευούσης των πόλεων.

Υπογραμμίζει με σαφήνεια την Αποστασία του λαού, κυρίως όμως την απαράδεκτη Ανομίαν του κλήρου, όλων των βαθμίδων και αξιωμάτων, τονίζοντας ότι η χιλιόχρονη Ρωμαϊκή/Ελληνική (Βυζαντινή) Αυτοκρατορία διατηρήθηκε τόσους αιώνες, γιατί βίωνε την ορθόδοξη πίστη, αφού το πρότυπό της, κατά βάση, ήταν ο Αγιασμός και η συμμετοχή στην δόξα του Θεού.

Εγράφη από τον αγαπητό φίλο Αρώνη Σπυρίδωνα

Συνεχίζεται

1) Οι ξένοι στρατιώτες κατά την ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο ήταν γνωστοί ως φοϊντεράτι δηλαδή «ομόσπονδοι-σύμμαχοι» και συνέχισαν να αποκαλούνται έτσι μέχρι και τον 9ον αι. περίπου, αν και ο τίτλος τους είχε Ελληνοποιηθεί, σε «Φοιδεράτοι». Έκτοτε, οι ξένοι μισθοφόροι έγιναν γνωστοί ως «Εταιρείαι» και συνήθως υπηρετούσαν στην αυτοκρατορική φρουρά. Η δύναμη αυτή διαιρούνταν στην «Μεγάλη Εταιρεία», τη «Μέση Εταιρεία» και την «Μικρά Εταιρεία», που διοικούνταν από τους αντίστοιχους Εταιρειάρχες. Πιθανώς, ο διαχωρισμός αυτός γίνονταν με θρησκευτικά κριτήρια.

2) Η Βαράγγια φρουρά αρχικά επανδρώνονταν από Ρως, αλλά αργότερα προσελήφθησαν επίσης, πολλοί Σκανδιναυοί και Αγγλοσάξονες (μετά τη νορμανδική κατάκτηση της Αγγλίας). Διαλύθηκαν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τις δυνάμεις της Τέταρτης Σταυροφορίας (1204). Μάλιστα, αποτέλεσαν τη μόνη μονάδα που υπερασπίστηκε αποτελεσματικά ένα μέρος της Πόλης ενάντια στους Σταυροφόρους.

3) Το αιρετικό κίνημα των Μεσσαλιανών ή Μασσαλιανών ξεκίνησε από την περιοχή της Συρίας, όπως δηλώνει και το όνομά τους. Στα συριακά μεσσάλ σημαίνει ευχή, γι’ αυτό και καλούνται επίσης Ευχίτες. Άλλα ονόματα που τους αποδίδονται είναι Ενθουσιαστές και  Χορευτές.

4) Η Σύνοδος του 1341 (η οποία θεωρείται οικουμενική από την Ορθόδοξη εκκλησία), δογμάτισε για την άκτιστη Ουσία και την άκτιστη Ενέργεια του Θεού, επικύρωσε την διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά και των Ησυχαστών και καταδίκασε ως αιρετικούς τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, τον Γρηγόριον Ακίνδυνον και τον Νικηφόρον Γρηγορά.

5) -Νικήτας Χωνιάτης/Ακομινάτος (1155-1216), Χρονική Διήγησις (Ιστορία Κωνσταντινουπόλεως από το 1118 έως το 1207).

-Gunther von Pairis (1150-1220) Κιστερκιανός μοναχός. Αφηγείται την ιστορία της αλώσεως σύμφωνα με μαρτυρία του Μάρτιν του Pairis, αββά, που συνόδευσε τους σταυροφόρους. (Hystoria Constantinopolitana).

-Σερ Εντγουϊν Πήαρς, Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, το 1204.

-Γοδεφρείδος Βιλλαρδουϊνος, Χρονικό της κατακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως.

-Η Δ΄ Σταυροφορία και η πρώτη άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, Νίκος Μοσχονάς, Ινστ. Βυζ,. Ερευνών, ένθετο «Εστία Ημέρες» Εφ. Καθημερινή 1-11-1998.

-Το Βυζάντιο και Εμείς, Σερ Στήβεν Ράνσιμαν.

6) Το μίσος για τους Λατίνους δεν απέρρεε μόνο από δογματικούς λόγους. Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει την βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ αντιδρούσε στην οικονομική διείσδυση της Βενετίας και της Γένουας, που είχε φέρει στα πρόθυρα εξαθλιώσεως τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, αλλά και στην καταπίεση των ορθοδόξων στις περιοχές, όπου κυριαρχούσαν οι Παπικοί.

7) Νίκος Νικολούδης, “Η άλωση της Κωνσταντινούπολης”, στον συλλογικό τόμο Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, εκδ. Περισκόπιο 2001, σελ. 28. Ράνσιμαν (2002), 129

8) Στήβεν Ράνσιμαν, Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453 , εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 2002, σ. 129, 137.

9) Σοφία Φοίβα, 1453 Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης σύμφωνα με τις Βυζαντινές και Λατινικές πηγές, Θεσσαλονίκη 2010, σελ.78-80.

10) Η Φούστα (fusta ή fuste) ήταν ένα στενό, ελαφρύ, επίπεδο και ευκίνητο πλοίο κινούμενο τόσο με κουπιά όσο και με πανί (λατίνι). Οι ερέτες που το κινούσαν ήσαν 12 μέχρι 18 σε κάθε της πλευρά. Τον οπλισμό της αποτελούσαν δύο ή και τρία κανόνια. Οι Φούστες μπορούσαν να μεταφέρουν έως 300 τόννους και προορίζονταν τόσο τις για πολεμικές επιχειρήσεις, όσο και για το εμπόριο.

11) Παραντάρια: Πλοιάρια εφόδου, χρησιμοποιούμενα προς αποβίβαση ανδρών σε εχθρικά πλοία και κατάληψή τους.

12) Στήβεν Ράνσιμαν, (2002),σ.126-128.

13) Nicolle David (2000). Constantinople 1453: The end of Byzantium. Osprey Publishing.

14) Νικολούδης, (2001),σ. 28

15) Ράνσιμαν, (2002), σ.129.

16) Σπύρος Κάπαρης , “Το τέλος των Θεοφύλακτων τειχών της Βασιλεύουσας”, στο Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης , (2001), σ. 48

17) Ράνσιμαν, (2002) 141

18 Πηγές:

Nicolò Barbaro, Giornale dell’Assedio di Costantinopoli, 1453. The autograph copy is conserved in the Biblioteca Marciana in Venice. Barbaro’s diary has been translated into English by John Melville-Jones (New York:Exposition Press, 1969), part of which is available on deremilitare.org

(French) Concasty, M.-L., Les «Informations» de Jacques Tedaldi sur le siège et la prise de Constantinople.

(Latin) Epistola reverendissimi patris domini Isidori cardinalis Ruteni scripta ad reverendissimum dominum Bisarionem episcopum Tusculanum ac cardinalem Nicenum Bononiaeque legatum (letter of Cardinal Isidore to Cardinal Basilios Bessarion), dated 6 July 1453

(Latin) Leonardo di Chio, Letter to Pope Nicholas V, dated 16 August 1453, edited by J.-P. Migne, Patrologia Graeca, 159, 923A–944B, 927B, 930C.

Ubertino Pusculo, Constantinopolis, 1464.

19) Νίκος Βασιλάτος, «Ο Μωάμεθ Β΄ ο ..πυροβολητής», στον τόμο: Η Άλωση της Πόλης. Μαρτυρίες εντός και εκτός των τειχών, εκδ. Χ. Κ Τεγόπουλος-εφ. Ελευθεροτυπία, Αθήνα 2008, σελ. 112

20) Σπύρος Κάπαρης , «Το τέλος των Θεοφύλακτων τειχών της Βασιλεύουσας», στο «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης» , (2001), ό.π., σελ.50.

21) Βασίλιεφ, (1971), Β΄, 363-4

22) Γεώργιος Φραντζής, «Το χρονικό της πολιορκία και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης».

-Νικολό Μπάρμπαρο, Η Πόλις εάλω.Το χρονικό της πολιορκίας και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, Μετάφραση: Κουσουνέλος, Γιώργος, εκδ. Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1993, σελ. 26.

23) Ο Αρχιεπίσκοπος Κιέβου Καρδινάλιος Ισίδωρος, γνωστός στην Ρωσία και ως Ισίδωρος ο Αποστάτης, (- 1463), Έλλην στην καταγωγή, Μητροπολίτης Κιέβου και Μόσχας, Καρδινάλιος, Λατίνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και λόγιος του 15ου αιώνα, γεννήθηκε το 1385 (;) στην Πελοπόννησο και σπούδασε στην Θεσσαλονίκη. Περί το 1435 πήγε στην Ρώμη όπου τον υποδέχτηκε ευμενώς ο Πάπας Ευγένιος Δ΄.

Ο Πάπας σύστησε τον Ισίδωρο στον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο και τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ. Χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Κιέβου, και μητροπολίτης της Ρωσικής εκκλησίας. Μεταστραφείς, ασπάστηκε την αίρεση του Παπισμού το 1439 και έλαβε τον πίλον του καρδιναλίου και τον τίτλον του λεγάτου (αντιπροσώπου) του πάπα. Κατά την πολιορκίαν της Πόλης, προσεπάθησε να λιποτακτήσει μεταμφιεσμένος ως αγνώριστος ζητιάνος, αλλά συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τούρκους και πουλήθηκε ως σκλάβος για το αντίτιμο πενήντα δουκάτων. Ξαναγύρισε με μια τουρκική γαλέρα, προσποιούμενος ότι αναζητούσε κάποια μέλη της οικογένειάς του που δήθεν είχαν χαθεί στην άλωση, και από εκεί κατόρθωσε να περάσει στην Χίο, Πελοπόννησο και Κρήτη, από όπου έφτασε σώος στην Ρώμη. Πέθανε από αποπληξία το 1463 στην Ρώμη και ετάφη στον ναό του Αγίου Πέτρου.

24) David Nicolle, Constantinople 1453: The End of Byzantium, Osprey 2000, σελ. 33.

25) Εγκ. ΗΛΙΟΣ, τ.11ος, σ.897.

26) Διδαχές του Ιωσήφ Βρυέννιου που εκδόθηκαν από τον Ευγένιο Βούλγαρη (1768– 94).

27) Όπως λέγει σε άλλα κείμενά του, στην Κωνσταντινούπολη την εποχή εκείνη ζούσαν περίπου 70.000 κάτοικοι και μάλιστα ο ίδιος έκανε έκκληση στους Κωνσταντινουπολίτας, χωρίς να υπάρχη ανταπόκριση, να συντελέσουν στην ανοικοδόμηση των τειχών της, εν όψει του μεγάλου κινδύνου. Όμως οι κάτοικοι, ιδιαιτέρως οι πλούσιοι, ασχολούμενοι με την αύξηση των ατομικών τους εσόδων, αδιαφορούσαν, με αποτέλεσμα η πόλη να ομοιάζη, όπως λέγει, με «σεσαθρωμένον» πλοίον που ήταν έτοιμο να βυθισθή.

Όπως γράφει ο Αρχιμ. Ειρηναίος Δεληδήμος, στην εισαγωγή των έργων του που εξεδόθησαν από τον εκδοτικό οίκο Βασιλείου Ρηγόπουλου, «ο Ιωσήφ Βρυέννιος κατά τα έτη 1401-1431 ανεγνωρίζετο ως ο κορυφαίος λόγιος εν Κωνσταντινουπόλει». Ο Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, σύμφωνα με μελέτη του αειμνήστου Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολάου Τωμαδάκη, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1350 μ.Χ., εκάρη μοναχός στην Μονή Στουδίου, υπήρξε ασκητής με πατερικό φρόνημα, ανεδείχθηκε μεγάλος λόγιος και διδάσκαλος του γένους, τον οποίον συμβουλεύονταν οι Αυτοκράτορες και οι Πατριάρχες, και αποστελλόταν από τον Αυτοκράτορα σε διάφορες κρίσιμες αποστολές,όπως την Κύπρο και την Κρήτη, ομιλούσε κατά τις επίσημες ημέρες στο Παλάτι, συμμετείχε στις προετοιμασίες για την συζήτηση των Ορθοδόξων με τους Λατίνους, για την «ένωση των Εκκλησιών» και κοιμήθηκε περί το 1431, περίπου είκοσι δύο (22) χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.

28) Εδώ πρέπει να επισημάνουμε για μία ακόμη φορά, ότι παραμονές της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της Αυτοκρατορίας, οι κάτοικοί της δεν λέγονταν Βυζαντινοί, αλλά Ρωμαίοι/Ρωμηοί. Οι όροι Βυζαντινοί-Βυζάντιον, χρησιμοποιήθηκαν, όπως έχουμε εξηγήσει στο παρελθόν, κατ’ επανάληψη, ανιστορήτως και ακρίτως, τον 16ον αιώνα, από τους παπικούς Φράγκους που σφετερίσθηκαν την διαδοχήν της παλαιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ουδέποτε συνειδητοποίησαν ή  προσποιήθηκαν πως δεν κατάλαβαν, ότι η καθ’ ημάς Ανατολή της Νέας Ρώμης, είχε πάψει προ πολλών αιώνων, να έχει σχέση με την Παλαιάν Ρώμη.

Leave a Reply

Your email address will not be published.