Το μεθοδευμένο πλήγμα κατά του Ελληνισμού. Μέρος 3ο

Η εποχή του Μεταμοντέρνου και η μηχανική της μετατόπισης των εννοιών

Η αποδόμηση σαν μέθοδος με πραγματικά αποτελέσματα συνδέεται με το «Μεταμοντέρνο», όρο που υποτίθεται ότι περιγράφει την εποχή μας και τα χαρακτηριστικά της. Αυτά είναι ο κατακερματισμός, η σχετικότητα, η απροσδιοριστία, η άρνηση όλων των κοσμοθεωριών (σ.γ.:και των θρησκειών).

Έτσι, «αντικειμενική πραγματικότητα» δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, (σ.γ.: σαν αφετηρία εκκίνησης και βάση στην οποία να στηρίξουμε μια ιδεολογία κι ένα πιστεύω) διάφορες κοινωνικές ομάδες αλλάζουν τη γλώσσα και δημιουργούν τη δική τους πραγματικότητα, έως ότου η εξουσία τους καμφθεί από νέες κοινωνικές ομάδες με τις δικές τους εκδοχές πραγματικότητας.

Ο φιλόσοφος του Μεταμοντέρνου Lyotard, γνωστός για το σύνθημα «Τέλος των μεγάλων αφηγήσεων!» αναλύει πως επανάσταση, έθνος, πρόοδος, ιδεολογίες που την εποχή του Μοντερνισμού έθεταν σε κίνηση τις συνειδήσεις, τώρα πλέον έχουν χάσει τη σαγήνη τους και έχουν φθάσει στο ναδίρ τους [3].

Η εξέλιξη αυτή όπως περιγράφεται στον Lyotard, αποτελεί νομοτελειακή, αναπόφευκτη έκβαση της πορείας του Δυτικού πολιτισμού, όπως ίσως θα την έβλεπε κάποιος έξω από τον ορυμαγδό των παροντικών συγκρούσεων για κυριαρχία, ας πούμε ένας ιστορικός του μέλλοντος. Εκείνο, όμως, που διαφεύγει της παρατηρήσεως έξωθεν, είναι ότι στο παρόν δρουν συγκεκριμένες δυνάμεις που επιδιώκουν την αποσύνθεση των αξιών, με σχέδιο και πολεμική τακτική, εξωκοινωνικές δυνάμεις που ενίοτε ηττώνται σε κάποιες μάχες από τις δυνάμεις της κοινωνίας και του έθνους (π.χ. στον πόλεμο των σχολικών εγχειριδίων ιστορίας στην Ελλάδα του 2007, το υπουργείο Παιδείας αναγκάσθηκε, λόγω της δυναμικής αντίδρασης των πολιτών, να αποσύρει από τα σχολεία το αποδομητικό βιβλίο Ιστορίας έκτης δημοτικού της Ρεπούση. Παρόμοια τροπή είχε ο «πόλεμος των εγχειριδίων» και σε άλλες χώρες της Δύσεως).

Το να θεωρεί κανείς εξ αποστάσεως ως «νομοτελειακές» εξελίξεις τα διακυβεύματα του παρόντος, ευνοεί μόνο την λιποταξία από την μάχη και την μοιρολατρία…

Ενδιαφέρουσα παρατήρηση που έχει γίνει από πολλούς ερευνητές αφορά στη σύνδεση της μεταμοντέρνας ανάλυσης με την αρχαία ελληνική σοφιστική. Και εδώ και εκεί δεν υπάρχει απόλυτη, μόνο υποκειμενική αλήθεια. Η πειθώ δεν προέρχεται από την αλήθεια, αλλά από μια απατηλή συλλογιστική (subtly false reasoning). Σ.γ.: Τι μπορεί να λεχθεί υπό αυτό το πρίσμα για τα θεμελιώδη δόγματα της θρησκείας π.χ. το τρισυπόστατο; Όλα τους καταργούνται κάτω από τη λαίλαπα της υποκειμενικής αλήθειας.

Για τον λόγο αυτό είναι αναγκαία η σύγκρουση με τους σύγχρονους «σοφιστές» με το όπλο της Λογικής, όπως ήδη παλιά έκαναν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. Το πρόβλημα, εν τούτοις, σήμερα είναι η διασύνδεση μεταμοντέρνας σοφιστικής και πολιτικής εξουσίας, η οποία δίνει στους σοφιστές –άνωθεν – το μεγάλο πλεονέκτημα να ορίζουν αυτοί τους όρους της συζήτησης (he who controls the terms controls the debate), συμπεριλαμβανομένων εκτός του ορισμού των εννοιών καθαυτών, του πού, ποιος, πώς, πότε και πού.

Στα Νικομάχεια Ηθικά του, ο Αριστοτέλης αναπτύσσει μια θεωρία περί αρετής, η οποία μπορεί να παράξει χρήσιμα συμπεράσματα για έναν τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονοι σοφιστές επιτυγχάνουν, ανεπαισθήτως, μετατοπίσεις εννοιών κατά το δοκούν.

Η αρετή, εξηγεί ο μέγας διδάσκαλος, είναι μεσότης μεταξύ δύο άκρων με αρνητικό πρόσημο· όμως ομοιάζει περισσότερο με το ένα άκρο. Παράδειγμα η γενναιοδωρία, ως αρετή, τοποθετείται ανάμεσα στην ασωτία (ή σπατάλη) αφενός, στην τσιγκουνιά αφετέρου. Ομοιάζει, όμως, περισσότερο ο γενναιόδωρος με τον σπάταλο παρά με τον τσιγκούνη. Η ανδρεία πάλι τοποθετείται ανάμεσα στον παράτολμο και τον δειλό.  Ομοιάζει όμως περισσότερο ο ανδρείος με τον παράτολμο παρά με τον δειλό…

Από την παρατήρηση αυτή προκύπτει, ότι αν κάποιος επιδιώκει να αμαυρώσει την αρετή ενός άλλου, για να γίνει ευκολότερα πιστευτός, θα μετατοπίσει την έννοια που εκφράζει την αρετή (γενναιοδωρία, γενναιότητα) προς την παρόμοια έννοια του ενός άκρου (ασωτία, αποκοτιά) οπόταν η διάκριση είναι δύσκολη, παρά προς την έννοια του άλλου άκρου (τσιγκουνιά, δειλία), όπου η διαφορά αρετής και κακίας είναι ευδιάκριτη για τον μέσο παρατηρητή.

Ευκολότερα πιστεύεις ότι ο γενναίος είναι στην πραγματικότητα παράτολμος (ή θρασύς) παρά ότι είναι δειλός, πράγμα που αντίκειται ευθέως στην παρατήρηση. Ευκολότερα, για τον ίδιο λόγο, θα πιστέψεις ότι ο γενναιόδωρος είναι ενδεχομένως απλώς σπάταλος, παρά τσιγκούνης.

Οι σοφιστές της αποδόμησης ηρώων του έθνους ή των μεγάλων επιτευγμάτων ενός λαού, γνωρίζουν πώς να μετατοπίζουν τις έννοιες της αρετής προς την κακία με τον άνωθι τρόπο. Στόχος τους είναι να εξαλείψουν υποδειγματικούς χαρακτήρες και δράσεις του παρελθόντος που προσφέρονται για μίμηση από τους νεότερους. Στόχος τους είναι να αμαυρώσουν (πάντα με την «κριτική» ιστορική έρευνα), τις εμβληματικές προσωπικότητες και ιστορικές στιγμές ιδεαλιστικής ολοκλήρωσης, οι οποίες λειτουργούν υποδειγματικά για την συνομάδοση ανθρώπων γύρω από ένα κοινό όραμα, μία υψηλή στοχοθεσία.

Αυτό το ονομάζουν, πάλι με μία μετατόπιση εννοιών «εθνικισμό». Υλιστές, σκεπτικιστές και σχετικιστές όπως είναι, οι σύγχρονοι σοφιστές – αποδομητές, ενστικτωδώς επιδιώκουν την αναγωγή του Ανώτερου σε κατώτερα ένστικτα και ορμές (reductive method), της ζωντανής συλλογικότητας σε μάζα, της μάζας σε άτομα και των ατόμων σε ζώα.

Μια εξαίρεση σ’ αυτή τη συμπεριφορά, φαινομενικά, υπάρχει όταν οι αποδομητές χρησιμοποιούν την αντίστροφη διαδικασία αναβάθμισης της κακίας σε αρετή, πράγμα εφικτό βάσει του μηχανισμού που περιγράψαμε (ο παράτολμος παριστάνεται ως γενναίος και ο άσωτος ως γενναιόδωρος). Αυτό γίνεται, προκειμένου να αναβαθμίσουν περιθωριακές συμπεριφορές και ομάδες, οι οποίες θα διεμβολίσουν τις ήδη αποδομημένες κυρίαρχες ομάδες και τον πολιτισμό τους. Πρόκειται για μία εργαλειακή, ή αλλιώς καθαρά τακτικιστική ανάδειξη της αρετής. Στην πραγματικότητα, δεν πιστεύουν στην αρετή, διότι αυτή είναι εκτός του ορίζοντά τους.

Τεχνητά, συλλογικά πολιτικά υποκείμενα νεοτέρας κοπής, π.χ. οι γυναίκες, όπως νοηματοδοτήθηκαν από τον φεμινισμό, ή οι ομόφυλοι, ή οι έγχρωμοι, ή οι μετανάστες, ακόμα το Ισλάμ στα δυτικά εδάφη, πιόνια των στρατηγικών σχεδιαστών της αποδόμησης, αποπειρώνται με λάβαρο την Πολιτική Ορθότητα, να αλλάξουν τη γλώσσα που δημιούργησε η «καταπιεστική» κοινωνία και να επιβάλλουν τη δική τους γλώσσα και πραγματικότητα! Για να το επιτύχουν αυτό, αναγκαίο είναι να πάρουν στα χέρια τους το μονοπώλιο της ερμηνείας των λέξεων και των εννοιών, δηλαδή την πολιτική εξουσία εκείνη, που διασφαλίζει ότι η δική τους ερμηνεία θα προβάλλεται και ακούγεται και υποχρεώνει, ενώ παράλληλα, κάθε αντίθετη ερμηνεία θα αποβάλλεται, αποσιωπάται και λοιδορείται…

Το μονοπώλιο της Ορθής Σκέψης και Αληθινής Πίστης -από την αρχαία εποχή της Περσίας του Ζωροάστρη, της Βαγδάτης του Κορανίου ή της Ανατολικής Ρώμης του Ορθόδοξου δόγματος, ή της Δυτικής Ρώμης του Πάπα, ή της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος- επεδίωκε να διασφαλίσει κάθε μονάρχης και ιερατείο διά του μονοπωλίου της ορθής ερμηνείας του δόγματος. Μόνον έτσι μπορούσε να αποκλεισθεί σε μεγάλο βαθμό το ενδεχόμενο να εμφανισθεί κάπου στο «βασίλειο» ένας τυχάρπαστος προφήτης, ο οποίος ισχυριζόμενος ότι είναι κάτοχος της αυθεντικής ερμηνείας των γραφών, θα ήταν σε θέση -αλίμονο- να αμφισβητήσει την κεντρική εξουσία και την ερμηνεία. Η κίνηση της μόνης «ορθής ερμηνείας» είναι κυκλική: διασφαλίζεται πρώτα από την εξουσία και αυτή με τη σειρά της, στη συνέχεια, στηρίζει την εξουσία.

Άρα, τα «καταπιεσμένα» συλλογικά υποκείμενα νεοτέρας κοπής, οι κατασκευασμένες «μειονότητες», μπορούν να αποκτήσουν μονοπώλιο ορθής ερμηνείας των λέξεων, μόνον εάν πίσω τους έχουν τη δύναμη του κράτους. Όμως γιατί το κράτος να δώσει στις μειονότητες αυτές εξουσία, γιατί να θέσει στη διάθεσή τους τα ΜΜΕ, τα σχολεία, το δικαστικό σύστημα, την αστυνομία σκέψης και την αστυνομία άμεσης δράσης (σ.γ.:και κάθε κατασταλτικού μηχανισμού);

Οι μειονότητες έχουν στόχο την αποδόμηση της γλώσσας και του συνόλου πολιτισμού των πολιτών, ενώ το σύγχρονο κράτος είναι «δημοκρατικό», δηλαδή η εξουσία του προκύπτει από εκλογές που εκφράζουν πλειοψηφικά τη βούληση των πολιτών. Πώς λοιπόν πείθεται ή πειθαναγκάζεται το «δημοκρατικό» κράτος να συμμαχήσει με μειονότητες; Προφανώς, υπάρχει κάποια άλλη δύναμη πίσω από το κράτος, αόρατη δύναμη, η οποία ενάντια στη βούληση των πολιτών, ποδηγετεί το κράτος! Σ.γ.: Αυτή είναι η ηγετική δύναμη την οποία αναφέρουμε σαν κυριαρχούσα Ελίτ και έχουμε δια πολλών αναφέρει τους κωδικούς χειραγώγησης που χρησιμοποιεί για να διαλύσει την ενότητα των Εθνών και των λαών.

Το συμπέρασμα αυτό διατηρεί την ισχύ του ακόμα και όταν η κοινή γνώμη (δηλαδή η δημοκρατία), φαίνεται να αγκαλιάζει τα αιτήματα των «μειονοτήτων», αφού προηγούμενα διαπιστώσαμε, ότι το κράτος προθυμοποιείται να χρησιμοποιήσει την ισχύ του για να ποδηγετήσει την κοινή γνώμη, κατά του ιδίου της συμφέροντος υπέρ των «μειονοτήτων» τις οποίες ανέλαβε να αναδείξει.

Διαφορετικότητα και σεβασμός της διαφορετικότητας

Και πάλι στο οπλοστάσιο της αποδόμησης σημαντική θέση έχει ο φιλόσοφος Derrida, με την φιλοσοφική του εμμονή στην έννοια της διαφοράς (la difference). Οι μειονότητες νέας κοπής -από τους «ανθρώπους με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό» ως τους μετανάστες- αξιώνουν να γίνονται σεβαστοί επειδή είναι «διαφορετικοί». Στα προγράμματα της Ε.Ε. στα σχολεία μας και στο δημόσιο χώρο, επιτακτικά προβάλλεται η αξίωση να γίνεται σεβαστή η διαφορετικότητα.

Επί του προκειμένου, καλό είναι να βάλουμε αμέσως τα πράγματα στη θέση τους: η διαφορετικότητα καθαυτή δεν έχει τίποτε άξιο σεβασμού, πέραν της αρχικής καλής θελήσεως που οφείλουμε να έχουμε απέναντι σε κάθε άγνωστο άνθρωπο. Διαφορετικοί είναι και οι βιαστές, οι ληστές και οι δολοφόνοι. Δεν σεβόμεθα κάποιον επειδή είναι διαφορετικός, αλλά εάν και εφόσον είναι άξιος σεβασμού, παρά το ότι είναι διαφορετικός. Τελεία και παύλα.

Γεννάται ένα ερώτημα σε σχέση με την χρήση της αποδομητικής θεωρίας με εργαλείο τις νέες μειονότητες: δεν πρέπει να φοβούνται ότι το όπλο της αποδόμησης θα πυροβολήσει προς τα πίσω και θα αποδομήσει και τις ίδιες; Όχι! Διότι οι νέοι εξουσιαστές έχουν τη δύναμη να ελέγχουν τη χρήση του αποδομητικού εργαλείου, διασφαλίζοντας ότι οι βαλλόμενες από αυτούς πλειοψηφικές ομάδες δεν θα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν την αποδόμηση εναντίον τους…

Εδώ ο καθηγητής Frederic Jameson αλλά και ο φιλόσοφος Ricoeur, συμφωνούν ότι οι αποδομητές έχουν διπλά μέτρα και σταθμά, ή κατά το ευγενικότερον, χρησιμοποιούν ανάλογα με την περίσταση μία «θετική» και μία «αρνητική» ερμηνευτική [4].

Η πρώτη εφαρμόζεται αποκλειστικά στους «φίλους», δηλαδή τις μειονότητες νέας κοπής.

Η δεύτερη στους αντιπάλους, δηλαδή τις κυρίαρχες «παραδοσιακές» ομάδες, οι οποίες πρέπει να εξουδετερωθούν μαζί με την ιδεολογία τους.

Ή αλλιώς, στους αποδομητές διακρίνεται αφενός η πρόθεση είτε να ακούσουν τον Άλλο (να τείνουν ευήκοον ους) είτε, αφετέρου και επιλεκτικά, να μην τον ακούσουν. Έτσι αποδομούν τις αντιλήψεις της πλειοψηφίας, ως μύθους και στερεότυπα, αλλά δέχονται χωρίς συζήτηση τους μύθους πάνω στους οποίους εδράζεται η ταυτότητα των μειοψηφικών ομάδων. Ενώ π.χ., οι ευρωπαϊκές λευκές φυλές ή έθνη, δεν έχουν άλλη ταυτότητα από ανυπόστατες δοξασίες περί πνευματικής ανωτερότητας, (ενώ εδράζονται σ’ ένα πολιτισμό δουλοκτητικό και πατριαρχικό, ήτοι τον ελληνικό), τα έθνη των μαύρων της Αφρικής έχουν, αντιθέτως, αναδείξει πραγματικά θαύματα αληθινής πνευματικότητας στον πολιτισμό τους και… last but not least, μια αξιοζήλευτη μητριαρχική δομή.

Η Αποδόμηση με όλη την θετικιστική αμφισβήτηση του μύθου που την διακρίνει, δεν διστάζει, παρά ταύτα, να δημιουργήσει νέους μύθους, ως βάση ταυτότητας νεόκοπων κατασκευασμένων, υποστασιοποιημένων συλλογικοτήτων. Οι τελευταίες χρησιμοποιούνται για να διεμβολίσουν τις ήδη αποσταθεροποιημένες (από τη χρήση της αποδόμησης) κυρίαρχες ομάδες με τις παραδοσιακές εθνικές ή θρησκευτικές τους ταυτότητες.

Η διαφορική μεθοδολογία αναδεικνύει συνεχώς νέες ταυτότητες (διαφορετικότητες) και οι οργανικοί διανοούμενοι της Νέας Τάξης (ή της Αυτοκρατορίας κατά Hardt και Negri [5]), οπορτουνιστικά επανεισάγουν τον μύθο για να στηρίξουν τις κατασκευασμένες ταυτότητες.

Από την εξάπλωση αυτού του είδους ανθρώπου (ψευδολόγου και υποκριτή), δεν προοιωνίζεται τίποτε καλό για την ανθρωπότητα εν γένει. Η Eurovision 2014 εξέπληξε πολλούς με την αναγόρευση σε νικητή ενός πλάσματος που ήταν άγνωστο είδος θηλυκού με … ανδρικά γένια! Όπως είναι γνωστό, εκπεφρασμένος στόχος της αμερικανικής «κριτικής παιδαγωγικής», είναι για την κάθε υποκειμενικότητα η «ελεύθερη δόμηση κοινωνικής ταυτότητας», χωρίς τον έλεγχο «ρατσιστικών» και «σεξιστικών» πρακτικών. (Η συγκεκριμένη «εντολή» περιλαμβάνεται υποχρεωτικά και σε οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το μάθημα της Ιστορίας, στις χώρες–μέλη, όπως και στις κατευθυντήριες γραμμές για τα ελληνικά σχολικά βιβλία μετά το 1996).

Στην υπηρεσία του άκρατου φιλελευθερισμού, η διαφορική μεθοδολογία κατασκεύασε και εδώ μια νέα «κοινωνική ταυτότητα», βασιζόμενη στο φύλο ως πρωτογενές υλικό τεχνολογικής μετάλλαξης, μια νέα «διαφορετικότητα». Και εδώ η Πολιτικά Ορθή στάση είναι η ανεκτικότητα, η αποδοχή και ο σεβασμός απέναντι σ’ αυτή τη διαφορετικότητα. Η δε δυσανεξία τιμωρείται, ανάλογα με τη χώρα, από το νόμο!

Επειδή δεν γνωρίζουμε να έχουν τεθεί νομικά όρια στην ελεύθερη δόμηση ταυτοτήτων, συμπεραίνουμε, ότι στο σωματικό επίπεδο αυτή θα ακολουθεί την εξέλιξη της τεχνοεπιστήμης. Ήδη προ καιρού έχει τεθεί το ζήτημα «Μετάνθρωπος», φουτουριστικό υβρίδιο ανθρώπου-μηχανής ή γενετική μετάλλαξη. Νέες υποκειμενικότητες με ταυτότητα τέρατος θα απαιτήσουν την διά νόμου επιβαλλόμενη συναίνεσή μας! Και αυτές θα έχουν «ανθρώπινα δικαιώματα» στο εγγύς μέλλον, όπως σήμερα ήδη έχουν τα παιδιά του σωλήνα. Εάν και εφόσον δεν υπάρξει γενικότερη αφύπνιση και αντίσταση, οι άνθρωποι θα μεταλλαχθούν. Και ειδικά η Ελλάδα, πιλοτικό πείραμα της Νέας Τάξης, θα είναι στη διεθνή πρωτοπορία των μεταλλάξεων [6].

Η γάτα κάνει νιάου στο Βερολίνο και νιάου στην Αθήνα. Όπου και να την απαντήσεις, η γάτα είναι γάτα, δεν μιλάει γερμανικά ή ελληνικά, δεν είναι Γερμανός ή Έλληνας, χριστιανός ή μουσουλμάνος, κομμουνιστής ή φιλελεύθερος. Οι διακρίσεις αυτές και οι διακριτοί πολιτισμοί που τις συνοδεύουν σηματοδοτούν τον Άνθρωπο κατ’ αποκλειστικότητα.

Στο πεδίο της ομοιομορφίας του είδους βρίσκεται το ζώο. Ο Άνθρωπος υπάρχει στον Αιγυπτιακό, τον Ελληνικό, τον Κινεζικό κλπ. πολιτισμό. Δεν υπάρχει ανθρώπινος πολιτισμός, υπάρχουν πολιτισμοί, διακριτοί ως γλώσσα, αισθητική αντίληψη, θρησκεία και εντοπιότητα. Ο αιγυπτιακός πολιτισμός γεννήθηκε σε μία γωνιά της βορειοανατολικής αφρικανικής ηπείρου, στην κοιλάδα του Νείλου. Ο κινεζικός στην Ασία, γύρω από δυο μεγάλους ποταμούς. Ο ελληνικός στην νοτιοανατολική χερσόνησο της Ευρώπης.

Χωρίς τόπους γεωγραφικούς δεν υπάρχουν πολιτισμοί και χωρίς διαφορετικούς πολιτισμούς δεν υπάρχει πολιτισμός. Ο «πολιτισμός» είναι μόνο μία αφαίρεση. Η «παγκοσμιοποίηση» εξαλείφει τις ιδιαιτερότητες που συγκροτούν τους πολιτισμούς, τα έθνη, τις παραδόσεις, τις γλώσσες, τις θρησκείες, την εντοπιότητα. Άρα εξαλείφει την ειδοποιό διαφορά του Ανθρώπου από το ζώο, που χωρίς αυτή ο άνθρωπος γίνεται ζώο! Αυτό θα είναι και το πεδίο ύπαρξης του θρυλούμενου «Μετανθρώπου» σαν πολιτισμικής οντότητας, ένας (μη-πολιτισμός) μιας αδιαφοροποίητης, ομογενοποιημένης παγκοσμιότητας, μια δυστοπία οργουελλική για την περιγραφή της οποίας ο όρος «ζώο» μάλλον αποτελεί ευφημισμό… Το ζώο προέρχεται από τη φύση, ενώ η μετάλλαξη είναι τερατογένεση της ανθρώπινης κακίας.

Ενώ ο άνδρας δεν είναι (για την Πολιτική Ορθότητα στην φεμινιστική της εκδοχή), παρά ένας κατασκευασμένος κοινωνικός ρόλος με βάση τις αμφίβολες εκείνες αρετές που αποτελούν τον ανδρισμό, η γυναίκα που χιλιάδες χρόνια εκείνος υποδούλωσε δεν είναι καθόλου κατασκευή, παρά απροσδόκητα, ενύπαρκτη οντότητα! [7].

Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους με «διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό», είναι -και αυτοί- ενύπαρκτα υποκείμενα, παιδιά αληθινά της φύσης, όπως οι ομόφυλοι πίθηκοι και τα ομόφυλα … δελφίνια! Παρά ταύτα, και αυτοί καταπιέζονται από τον εντελώς ανυπόστατο, κατασκευασμένο ανδρισμό…

Αυτά όσον αφορά την επιστημονική και ηθική ακεραιότητα του αποδομητικού κινήματος: έχει δυο μέτρα και δυο σταθμά. Αφενός αρνείται την «ουσιοκρατία» αφετέρου δεν διστάζει να προσφύγει σ’ αυτήν, όταν το επιτάσσει η σκοπιμότητα.

Ενδιαφέρουσα προς αυτοίς, θεωρώ ότι είναι η περίπτωση του Άγγλου ακαδημαϊκού πολίτη που -όντας ένθερμος αποδομητής- αποπειράθηκε να γράψει μελέτη που αποδομούσε … το Ολοκαύτωμα! Του υπέδειξαν στο πανεπιστήμιο να σταματήσει, οπότε συνειδητοποίησε ότι η θεωρία της αποδόμησης δεν ενδείκνυται για την μελέτη… «κάποιων περιοχών της ιστορικής επιστήμης»! [8]. Σ.γ.: Ενδείκνυται μόνο όταν πρόκειται να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες σκοπιμότητες…

συνεχίζεται…

Leave a Reply

Your email address will not be published.