«

»

Ιαν 28

Πως το αστικό σύστημα και η ΝΤΠ προωθούν τα «πετυχημένα» δικά τους παιδιά. Μέρος 4ο

Η αρχή μιας σημαντικής γνωριμίας

Με τον Υφηγητή και αργότερα Καθηγητή της Παιδιατρικής Θεόδωρο Γιογκαράκη μας ένωνε μια πολύχρονη φιλία που ξεκίνησε από το 1971 όταν διορίστηκα για να υπηρετήσω το αγροτικό μου ιατρείο στο Καραμανδάνειο Νοσοκομείο Παίδων στην Πάτρα.

Για μένα η παραμονή κοντά σ’ αυτόν τον ευγενή άνθρωπο, σε συνδυασμό με τις ατέλειωτες γνώσεις του, ήταν μια ευτυχής συγκυρία και μια πολύ όμορφη εμπειρία. Στους 15 μήνες που έμεινα κοντά του θεωρώ ότι έμαθα τουλάχιστον το 50% της Παιδιατρικής. Μέχρι αφαιμαξομεταγγίσεις είχα μάθει να εκτελώ (συνήθως) στα πρόωρα που κινδύνευαν να παρουσιάσουν πυρηνικό ίκτερο λόγω αυξημένης χολερυθρίνης. Δεν μπορώ να ξεχάσω τα έκτακτα περιστατικά παιδιών με εγκεφαλίτιδα λόγω των εμβολιασμών ή τις θανατηφόρες διάρροιες και πνευμονίες που έρχονταν για εισαγωγή από το Αγρίνιο, την Αμφιλοχία, τον Πύργο ακόμη και τα νησιά του Ιονίου, πλην της Κέρκυρας.

Αυτός με δίδαξε να παρακολουθώ τις εξελίξεις στην ιατρική. Ήταν φανατικός αναγνώστης του British Medical Journal of Pediatrics και από αυτό βρίσκαμε επίκαιρα θέματα σε συνδυασμό με τα περιστατικά μας για τις παρουσιάσεις.

Ήταν η εποχή που έδινα εξετάσεις στο ECFMG (Educational Council For Foreign Medical Graduates) ένα ουσιαστικά δεύτερο πτυχίο ιατρικής το οποίο έπρεπε να το περάσω προκειμένου να μεταβώ στις ΗΠΑ για μετεκπαίδευση στην Ψυχιατρική.

Του Γιογκαράκη του έκανε εντύπωση το πολύ διάβασμα που έριχνα και συχνά μονολογούσε καθώς ξεφύλλιζε τα βοηθήματά μου, «για να δούμε τι διαβάζει αυτό το παιδί». Άλλοτε μου ψιθύριζε «μωρέ θα σε κάνω παιδίατρο εγώ!» και χαμογελούσε. 

Τελικά, αφού πήρα την ειδικότητα σαν resident της Ψυχιατρικής και Νευρολογίας για ενηλίκους, κατόπιν επιμονής του, έμεινα άλλα τρία χρόνια στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης όπου και τελείωσα σαν fellow την παιδοψυχιατρική. Αυτός έριξε την ιδέα να γίνω παιδοψυχίατρος και μου άνοιξε την όρεξη να κάνω αίτηση πρόσληψής μου στο Καθολικό Νοσοκομείο του Saint Vincent’s στο Greenwich Village στο Downtown Manhattan  με rotation στο Mount Sinai Hospital of New York, καταπληκτικά νοσοκομεία με παιδοψυχιατρική κλινική και εξωτερικά ιατρεία που με έκαναν να ερωτευτώ την παιδοψυχιατρική και να αποκτήσω πολύ στέρεες  βάσεις και γνώσεις. Την ίδια περίοδο είχαμε αποκτήσει και το τρίτο μας παιδί πράγμα που αύξησε κατά πολύ τον ενθουσιασμό μου καθώς παρακολουθούσα εκ του σύνεγγυς όλο το φάσμα της νοητικής, συναισθηματικής και σωματικής ανάπτυξης των παιδιών (Mental, Emotional και Physical Development) στα ίδια μου τα παιδιά. Μια αλησμόνητη, θα έλεγα εκστατική, εμπειρία.

Επιστρέφοντας από τη Νέα Υόρκη ο καθηγητής Γιογκαράκης μου ανέπτυξε τα σχέδιά του. Θα συνιδρύαμε μια παιδοψυχιατρική μονάδα στο Καραμανδάνειο Νοσοκομείο και με προόριζε για Διευθυντή το τμήματος. Θα το βαφτίζαμε «Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο» και αρχικά θα ξεκινούσαμε, όπως και έγινε, με τα εξωτερικά ιατρεία της παιδοψυχιατρικής και στη συνέχεια θα ζητούσαμε από το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών, να μας δώσουν τη δυνατότητα (χρηματοδοτώντας τη) να  ανοίξουμε στο παλιό Πρεβεντόρειο (όπου αργότερα μεταστεγάσθηκε το Καραμαδάνειο Νοσοκομείο)  μια νοσηλευτική μονάδα 20 κλινών. Εκεί θα μπορούσαμε να κάνουμε εισαγωγή έκτακτων παιδοψυχιατρικών περιστατικών από όλη τη Δυτική Ελλάδα, την Αιτωλοακαρνανία (έναν από τους μεγαλύτερους νομούς της χώρας ο οποίος από πλευράς ψυχιατρικής πρόληψης και υποδομών, ήταν τότε τη δεκαετία του 80, σε πρωτόγονη κατάσταση να μην πω ότι ακόμη είναι) και τα Ιόνια νησιά.

Εγκαινιάσαμε το Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο και άρχισα να βλέπω τα πρώτα παιδοψυχιατρικά περιστατικά. Υπόψη ότι μέχρι τότε δεν υπήρχε ούτε κατ’ ιδέαν παιδοψυχιατρική προληπτική υγιεινή (ούτε τώρα υπάρχει) ή θεραπευτικού τύπου αντιμετώπιση βαρειών περιστατικών. Ό,τι τύχαινε και είχε ανάγκη νοσηλείας μεταφερόταν στο Αγίας Σοφίας στην Αθήνα στην παιδοψυχιατρική μονάδα που μόλις σχηματιζόταν υπό την υφηγεσία του Γιάννη Τσιάντη (όπως και σε προηγούμενο άρθρο έχουμε αναφερθεί σ’ αυτόν δια πολλών).

Αξίζει να αναφέρω εδώ ότι στα εγκαίνια κατόπιν συνειδητής επιλογής μου, δεν παραβρέθηκα σκόπιμα. Ο λόγος ήταν ότι την εποχή εκείνη επικρατούσε από πολιτικής πλευράς η παντοκρατορία  της Νέας Δημοκρατίας και ήξερα ότι μεγάλο πλήθος των συμμετεχόντων από πλευράς αρχής θα ήταν προσκεκλημένοι πολιτικοί από το χώρο της Νέας Δημοκρατίας με τους οποίους ουδέποτε είχα καλές σχέσεις, ούτε ήθελα να εμπλακώ στα γρανάζια της πολιτικής διαπλοκής. Ταυτόχρονα υπήρχε η προοπτική ενός ανερχόμενου ΠΑΣΟΚ το οποίο διαισθανόμουνα ότι πολύ γρήγορα θα έπαιρνε την εξουσία και έχοντας γνώση από κοντά τα ψέματα και τις κούφιες υποσχέσεις του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Ανδρέα Παπανδρέου, τον οποίο ομοίως απεχθανόμουνα, δεν ήθελα να δώσω την εντύπωση ότι είχα ιδιαίτερες προτιμήσεις αλλά ήμουνα εντελώς αλλού πολιτικά.

Το έχω ξαναγράψει ότι είχα από το 1975 ακούσει στη Νέα Υόρκη τον Αντρέα να λέει μπαρούφες, να δίνει κούφιες υποσχέσεις  και άλλες ανοησίες σε ομιλία του. Ήταν προσκεκλημένος από τους Έλληνες φοιτητές σε Συνεδριακό Κέντρο κάποιου από τα πανεπιστήμια (στo Columbia University της Νέας Υόρκης; αν θυμάμαι καλά. Θυμάμαι όμως τον μεγαλούτσικο σε ηλικία φοιτητή Στάθη, αργότερα πολιτικό του ΠΑΣΟΚ, που είχε διοργανώσει την ομιλία και προλόγισε τον Ανδρέα). Είχε πει τότε για λόγους εντυπωσιασμού τα πιο κάτω απίθανα: «Όταν πάρουμε την εξουσία και ξεμπερδέψουμε από τη χούντα, θα δώσουμε από ένα όπλο στον κάθε Έλληνα πολίτη ώστε να υπερασπιστεί την ελευθερία και τα ατομικά του δικαιώματα για να μην ξεφυτρώσει άλλη χούντα στην Ελλάδα, ποτέ πια!» Δος του χειροκρότημα από το ενθουσιασμένο ακροατήριο με τις φρούδες εξαγγελίες του δημοκόπου οι οποίες φυσικά, ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν.

Για όλους αυτούς τους λόγους και άλλους πολλούς, ήμουνα όχι μόνο κατά της όλης πολιτικής ηγεσίας και των υπαρχόντων κομμάτων, αλλά μη θέλοντας να είμαι παθητικός και αδιάφορος ανέπτυσσα δράση μέσα από το κίνημα της Χριστιανικής Δημοκρατίας, καταγγέλλοντάς τα και ακολουθούσα μια τακτική που αποσκοπούσε εμφανώς στην ανατροπή τους. Εξακολουθώ ακόμη τώρα να πιστεύω πως σαν ορθόδοξος χριστιανικός λαός στην πλειοψηφία του είναι ανεπίτρεπτο να ψηφίζουν οι Έλληνες υλιστικά και άθεα κόμματα της δεξιάς και της αριστεράς που μόνο ρουσφέτια, μίζες, παρανομίες διαπλεκόμενων συμφερόντων, απάτες  και ληστεία του ιδρώτα του ελληνικού λαού ήξεραν να κάνουν. Για να τον φτάσουν στο σημερινό γενοκτόνο χάλι και την απόλυτη παρακμή. Γενικά πάντως εκείνα, τα πέτρινα για την παιδοψυχιατρική χρόνια, κρατούσα χαμηλό προφίλ και δεν ήθελα να έρθω σε ρήξη ιδιαίτερα με τον Θεόδωρο Γιογκαράκη που ήξερα ότι ήταν πολιτικά υποστηρικτής του υπουργού Κώστα Στεφανόπουλου, πανίσχυρου στελέχους της Νέας Δημοκρατίας και συγγενούς του από την πλευρά της γυναίκας του. Ο μακαρίτης πρώην πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ήταν σύζυγος της αδερφής της γυναίκας του Θόδωρου Γιογκαράκη. Άρα ήσαν μπαντζανάκηδες και φυσικά αλληλοϋποστηρίζονταν.

Όπου το σοσιαλιστικό (!) ΠΑΣΟΚ φέρνει τα πάνω κάτω

Τον Οκτώβρη του 1981 το ΠΑΣΟΚ ανέβηκε στα πράγματα και μαζί του ως Υπουργός Υγείας ο Γεώργιος Γεννηματάς που προώθησε με το «έτσι θέλω» κι επέβαλε «άνωθεν» γιατί τέτοια ήταν η εντολή από τον Ανδρέα, το δήθεν «Ενιαίο Σύστημα Υγείας». Ποια ήταν η ουσία του ΕΣΥ; Να έχουν πρόσβαση στην Υγεία όλοι οι Έλληνες ανεξαρτήτως της οικονομικής τους επιφάνειας και να μειωθούν οι σπατάλες σ’ αυτήν. Ήταν μια προειδοποίηση ενάντια στις ανεξέλεγκτες εισπράξεις των διευθυντών των νοσοκομείων αλλά και των βοηθών. Όλοι τους είχαν μέχρι τότε δικαίωμα να διατηρούν παράλληλα με τη θέση τους στο δημόσιο και τα ιδιωτικά τους ιατρεία. Επομένως οι ασθενείς, πολύ περισσότερο οι  γονείς του παιδιατρικού Νοσοκομείου, μεθοδεύονταν από το ενδονοσοκομειακό ιατρικό προσωπικό ώστε την συνέχιση της παρακολούθησης των παιδιατρικών περιστατικών μετά την αποθεραπεία τους, να την κάμνουν στα δικά τους ιδιωτικά ιατρεία επί πληρωμή. Το ίδιο φυσικά έκαναν και οι διευθυντές και οι βοηθοί κυρίως των καρδιολογικών και παθολογικών κλινικών, εφόσον ήταν γνωστοί, έμπειροι και καταξιωμένοι. Το ίδιο γίνεται βέβαια μέχρι σήμερα συγκεκαλυμμένα ή με την ανοχή του κράτους. Το αστικό σύστημα δούλευε στο ζενίθ και φυσικά, επιλεκτικά. Οι καλλίτεροι είχαν και την μεγαλύτερη σε αριθμό ασθενών πελατεία. Αυτό δημιουργούσε υποσυνείδητη αντιπαλότητα, και ο ένας γιατρός υπέσκαπτε αν δεν «έβγαζε» κυριολεκτικά, «τα μάτια του άλλου» με κύριο κίνητρο όχι τόσο το όφελος του ασθενούς, αλλά το χρήμα που έβαζε ο καθένας στην τσέπη του. Εδώ έρχομαι ο ίδιος να μιλήσω εκ πείρας, όποτε έστειλα ασθενή με ψυχιατρικό πρόβλημα για ενδονοσοκομειακή νοσηλεία ελάχιστες φορές επανήλθε στο ιατρείο μου. Ο λόγος πασίγνωστος, τον κουράριζαν πλέον ιδιωτικά και σπανίως στα εξωτερικά ιατρεία, οι ενδονοσοκομειακοί.

Αυτή την κατάσταση ήρθε «να διορθώσει» το ΠΑΣΟΚ με το ΕΣΥ. Και φυσικά ΔΕΝ ΔΙΟΡΘΩΣΕ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ. Απλώς μείωσε τους μισθούς των διευθυντάδων και απαγόρευσε να έχουν ανοικτά τα ιδιωτικά τους ιατρεία. Από την επιβολή του ΕΣΥ και έπειτα οι ενδονοσοκομειακοί γιατροί γίνανε μοναδικής και αποκλειστικής απασχόλησης, υπάλληλοι με έναν  μέτριο μισθό. Ο επιμελητής Α αν θυμάμαι καλά, έπαιρνε μέχρι 2.500 δραχμές τον μήνα, ο Β μέχρι 1500 δρχ. Οι διευθυντές γύρω στις 3 με 5.000 δρχ νομίζω. Όμως αυτά ήταν ψίχουλα μπροστά στα χρήματα που έβγαζαν διατηρώντας ανοικτά τα ιδιωτικά τους ιατρεία. Το αποτέλεσμα ήταν η υποστελέχωση των νοσκοκομείων. Στο ΕΣΥ έμειναν όσοι γιατροί είχαν υπαλληλική νοοτροπία, οι μέτριοι επιστημονικά, οι ανασφαλείς, αυτοί που αρκούνταν στους χαμηλούς μισθούς που πλήρωνε το Κράτος ή οι γόνοι πλουσίων μπαμπάδων που δε νοιάζονταν για έναν αξιοπρεπή μισθό, ούτε τον είχαν ανάγκη και αργότερα προσανατολίστηκαν προς τη στελέχωση της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών. Το όνειρό τους· η δόξα του καθηγητή και οι υψηλές αμοιβές στα ιδιωτικά τους ιατρεία καθότι σε πολλές Ιατρικές Σχολές, όχι (φανερά) στην Πάτρα, ήταν ελεύθεροι να ασκούν ιδιωτικά το επάγγελμα.

Οι καλλίτεροι ιατροί παραιτήθηκαν τότε και έφυγαν από το Δημόσιο. Ανάμεσά τους και ο Θόδωρος Γιογκαράκης. Με κάλεσε και μου είπε, «αποφάσισε τι θα κάνεις. Θα γίνεις ένας υπάλληλος του Δημοσίου και θα συνεχίσεις στο Ιατροπαιδαγωγικό που φτειάξαμε ή θα παραιτηθείς. Εγώ σου συνιστώ το δεύτερο. Οικονομικά το ΕΣΥ δεν συμφέρει. Και μόνο η φορολογία που θα πληρώνεις». Είπε και άλλα πολύ σημαντικά που δεν μπορώ να τα ξεχάσω, όπως ότι τίποτα κρατικό και δημόσιο δεν προκόβει στην Ελλάδα, ότι μόνο η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει νόημα στην Υγεία και όπως και η κάθε ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Επειδή συνεπάγεται προσωπική ευθύνη. Το δημόσιο αποτελείται από στατικά πρόσωπα, ανεύθυνα και τίποτα δεν προκόβει. Αν γίνει ένα λάθος ο ένας υποστηρίζει τον άλλο και τη βγάζουν καθαρή ενώπιον της δικαιοσύνης. Αν όμως ο ιδιώτης κάνει λάθος, πολλοί θα χαρούν αν καταστραφεί.

Μου υπενθύμισε επίσης και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό το οποίο είχα βιώσει και ο ίδιος: Πως όταν, «για τα μάτια του κόσμου» και για να κρατήσει τα προσχήματα περί Σοσιαλισμού και Δημοκρατίας, ο Γεννηματάς και ο όπισθεν κείμενος αφέντης που κρατούσε τα γκέμια της εξουσίας, Αντρίκωφ Παπαντρίκωφ, ζήτησε από τις Γενικές Συνελεύσεις των ιατρικών Συλλόγων να εγκρίνουν τα 24 άρθρα του νομοσχεδίου περί ιδρύσεως του ΕΣΥ, οι περισσότεροι Ιατρικοί Σύλλογοι (μεταξύ των οποίων και ο Σύλλογος της Πάτρας), απέρριψαν τα 23 από τα 24 άρθρα του. Τα απέρριψαν κυρίως γιατί υποβίβαζε τους ιατρούς οικονομικά, αλλά και κοινωνικά, υποτιμούσε με το σκεπτικό του το κοινωνικό Status και την αίγλη που οι γιατροί με τόσο κόπο και προσπάθεια είχαν κερδίσει. Μ’ όλα ταύτα ο υπουργός Υγείας και οι αρμόδιοι παράγοντες του Υπουργείου επέβαλλαν το νομοσχέδιο γράφοντας στα παλιά τους  τα υποδήματα τις αντιρρήσεις των ιατρών.  Ούτε φυσικά δέχτηκαν καμμιά αλλαγή ή τροποποίηση από όσες πρότειναν οι κατά τόπους ιατρικοί Σύλλογοι. Έτσι με βίαιη επιβολή επιβλήθηκε το μοναδικής και αποκλειστικής απασχόλησης Ενιαίο Σύστημα Υγείας στη δημόσια υγεία για τα μάτια του κόσμου, αλλά όλοι ήξεραν ότι οι υπάλληλοι γιατροί, ένα μεγάλο τουλάχιστον μέρος τους, είχαν κρυφά ανοίξει και πάλι τα ιδιωτικά τους ιατρεία κι έβλεπαν εντελώς παράνομα ασθενείς. Πάλι κερδοσκοπούσαν εις βάρος των ελεύθερων επαγγελματιών οι οποίοι έδιναν αποδείξεις στους ασθενείς τους ενώ οι παράνομοι όχι,

Μετά τις παραινέσεις Γιογκαράκη πριν αποχωρήσουμε, συμφωνήσαμε να κάνουμε μια μελέτη πάνω στα πεπραγμένα έξι χρόνων λειτουργίας του Ιατροπαιδαγωγικού Κέντρου Καραμανδανείου να δούμε και να αξιολογήσουμε τα αποτελέσματα τα οποία είχαμε επιτύχει μετά από τόσων χρόνων προσπάθειες. Υπόψη ότι αμειβόμουνα καθαρά γύρω στα 300 δρχ. το κάθε περιστατικό. Ποσό αστείο και υποτιμητικό για έναν γιατρό, όταν μια εφημερίδα στοίχιζε 20 δρχ. την εποχή εκείνη.

Η μελέτη έγινε και παρουσιάστηκε σε κάποιο παιδιατρικό Συνέδριο το 1985 αν δεν κάνω λάθος με τίτλο «Αναδρομική μελέτη έξι χρόνων λειτουργίας του Ιατροπαιδαγωγικού Κέντρου του Καραμανδανείου Νοσοκομείου Παίδων». Για να μη πολυλογούμε, με τα κάτωθι απογοητευτικά συμπεράσματα:

1)Μακροπρόθεσμα, ενώ το Κέντρο είχε συμβουλευτική κυρίως και λιγότερο θεραπευτική δραστηριότητα, μόλις 2 με 3% των γονέων και των παιδιών ξεπερνούσαν τις 3 έως 4 συναντήσεις το χρόνο.  Η πλειοψηφία ερχόταν μόνο μια φορά.

2)Η αξιοποίηση των προσφερομένων υπηρεσιών, αγωγή λόγου, συμβουλευτική γονέων, ειδική αγωγή με τη μορφή της εργοθεραπείας δεν ξεπερνούσε της 10 έως 15 επισκέψεις τον χρόνο.

3)Η μεγαλύτερη ζήτηση και το πλήθος των επισκέψεων που έκλειναν ραντεβού στο Κέντρο αφορούσε αθίγγανους οι οποίοι δεν προσέρχονταν για να λάβουν κάποιας μορφής βοήθεια οι ίδιοι οι γονείς ή τα παιδιά τους, αλλά για να προσποριστούν κάποιο επίδομα ή σύνταξη εάν κρίνονταν ότι αυτά ανήκαν στην κατηγορία των ΑΜΕΑ.

Κάτω από αυτά τα κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά συμπεράσματα που προέκυψαν από τη μελέτη, παρά τις διαλέξεις και τις ομιλίες στα ειδικά σχολεία, τα κανονικά δημοτικά σχολεία και Γυμνάσια-Λύκεια, που έκανα κι εγώ και ο καθηγητής κατά δεκάδες. Ακόμη και στο Μορφωτικό Σύλλογο κυριών έκανα τακτικές ομιλίες,  όμως τα ποσοστά συμμετοχής παρέμεναν μικρά. Βέβαια μέχρι τότε, το Κέντρο λειτουργούσε πειραματικά μία φορά τη βδομάδα και πάνω που επρόκειτο να γίνει καθημερινή η λειτουργία του και να διοριστεί ένας παιδοψυχίατρος, ένας ψυχολόγος, μια κοινωνική λειτουργός, ένας λογοπαιδαγωγός, ένας εργοθεραπευτής ενέσκηψε το ΕΣΥ και μείναμε με τη μια επισκέπτρια αδελφή κι εγώ να φεύγω από το Κέντρο οριστικά. Μάταια ο Σπύρος ο Μουστάκης, ο Διοικητικός διευθυντής του Καραμανδανείου με παρακαλούσε να μείνω, να δώσω αξία και σοβαρότητα σε μια νέα ειδικότητα σαν την κλινική παιδοψυχιατρική, γεγονός που θα ανέβαζε το γόητρο του Νοσοκομείου και θα έδινε άλλη αίγλη στο Καραμανδάνειο σ’ αυτόν τον πρωτοποριακό τομέα. Εγώ παρέμενα αμετάπειστος. Θεωρούσα εξοργιστικό να δίνω επιδόματα και συντάξεις στα παιδιά των αθίγγανων σαν κύρια λειτουργία ενός Κέντρου που φιλοδοξούσε να γίνει μονάδα ενδονοσοκομειακής νοσηλείας των παιδιών και των εφήβων του ενός πέμπτου της Ελλάδας. Εννοείται ότι 35 χρόνια μετά, ούτε μια κλίνη για ενδονοσοκομειακή παιδοψυχιατρική νοσηλεία δεν έχει εγκατασταθεί. Ακόμη την περιμένουν. Το ΕΣΥ έχει καταρρεύσει λόγω της οικονομικής κρίσης και η διαφορά του τότε με το σήμερα είναι ελάχιστη. Αν έμενα εκεί μέσα θα μαράζωνα ή θα είχα μετατραπεί σε έναν κατσούφη, βαριεστημένο δημόσιο υπαλληλίσκο. Αν δεν με είχαν λόγω πολιτικής αντιπαλότητας απομονώσει σε κάποιο πάγκο να βάζω σφραγίδες.  Όσο για την παιδοψυχιατρική προληπτική ιατρική αρκεί το πρόσφατο περιστατικό του 14τράχρονου στην Κομοτηνή ο οποίος αν και είχε βιάσει τουλάχιστον δύο παιδάκια προηγουμένως, ουδείς ενδιαφέρθηκε να προλάβει το βιασμό και τον στραγγαλισμό ενός τρίτου εξάχρονου παιδιού σε μια άθλια καλύβα αφού το έδεσε και στη συνέχεια το βίασε και το σκότωσε.

Με το φιάσκο του Ιατροπαιδαγωγικού Κέντρου, την άρνησή μου να διοριστώ μόνιμος και αποκλειστικός παιδοψυχίατρος σ’ ένα ΕΣΥ δημιούργημα του ψευτοσοσιαλισμού και υποβάθμισης της Υγείας προς τα κάτω, σταματάει η οποιαδήποτε ενασχόλησή μου με το Δημόσιο. Με την περίπτωση Ματσανιώτη και Χαρτοκόλλη την οποία αφηγήθηκα παλιότερα, έδωσα τέρμα στα οποιαδήποτε όνειρα για πανεπιστημιακή καριέρα. Τώρα είχε τελειώσει για μένα και το Δημόσιο. Την νοοτροπία του Δημόσιου και του Πανεπιστήμιου, δεν είχα ποτέ κάνει προσπάθεια να την αναλύσω βαθιά, ούτε ασχολήθηκα να την ερμηνεύσω όπως και γιατί τα σιχάθηκα και τα απαρνήθηκα τόσο εύκολα. Τώρα γνωρίζω τι με απωθούσε υποσυνείδητα. Και τα δύο είχαν έναν κοινό παρανομαστή· για να μπεις μέσα στα δυο αυτά κονκλάβια οφείλεις να γίνεις ένα με αυτούς και τα τσιράκια τους. Οφείλεις να προσκυνήσεις την άθλια κατεστημένη πολιτική κουλτούρα και το πανίσχυρο Σύστημα. Αυτά τα δύο σε θέλουν υποτελή, υπάλληλο, με σκυμμένο το κεφάλι, χωρίς οράματα  για αλλαγή ούτε ριζοσπαστικούς στόχους που θα τους προκαλούν πονοκέφαλο και αναστάτωση. Σε θέλουν διαπλεκόμενο με κάποιο κόμμα γιατί μόνο έτσι  θεωρείσαι κατάλληλος να πάρεις τη θέση. Με λίγα λόγια για να γίνεις αποδεκτός και να διοριστείς στο δημόσιο ή στο πανεπιστήμιο δεν φτάνει η αξία σου, το ταλέντο και οι ικανότητές σου· πρέπει ή να έχεις  μπάρμπα στην Κορώνη ή να φιλήσεις κατουρημένες ποδιές. Αν υπέκυπτα στις παρακλήσεις του Μουστάκη, όχι μόνο θα εγκατέλειπα οριστικά κι αμετάκλητα την άσκηση της Ψυχιατρικής ενηλίκων, τη Νευρολογία και την Ψυχανάλυση, αλλά θα σιχαινόμουνα, θα αηδίαζα και θα σιχτίριζα τον κονφορμιστή εαυτό μου που κατάντησε ένα τέτοιο μάτσο χάλια μετά από τόση ξενιτειά, προσπάθεια, διάβασμα, αγώνες, αγωνίες, περιπέτειες, εξετάσεις επί εξετάσεων για να τα θάψω στα ντουλάπια μιας κρατικοδίαιτης γραφειοκρατίας.  

Οι συνέπειες που είχε η ΔΗΑΝΑ του Κωστή σε μια τρυφερή και ευαίσθητη σχέση

Κάποια στιγμή, όπως όλα τα πράγματα άλλωστε στην Ελλάδα, συνεχώς μεταβάλλονται πριν προλάβει κανείς να προσαρμοστεί, ήρθε η ώρα που η τρυφερή κι ευαίσθητη σχέση που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στον καθηγητή της παιδιατρικής Γιογκαράκη κι εμένα  έφτασε στα όριά της.

Αιτία; Η πολιτική.

Τα πράγματα ξαφνικά πήραν μια περίεργη τροπή, ιδίως όσον αφορά τις πολιτικές εξελίξεις. Μετά την εισβολή στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας του παλιού αποστάτη και κατεδαφιστή του κόμματος της Ένωσης Κέντρου Κώστα Μητσοτάκη,

Κώστας Μητσοτάκης, παντού και πάντα μέσα σε όλα…

(πρόσωπο με βεβαρυμμένο παρελθόν) πολλά στελέχη της Ν.Δ. αντέδρασαν, δεν μπορούσαν να τον ανεχτούν κι έφυγαν από το κόμμα. Μεταξύ αυτών και ο Κωστής Στεφανόπουλος ο οποίος έφτιαξε μάλιστα και δικό του κόμμα, τη ΔΗΑΝΑ. Φυσικά ο Θόδωρος Γιογκαράκης παρέμενε ο πιο ακραιφνής υποστηρικτής του. Εγώ όμως όχι. Τον Κωστή δεν τον πήγαινα και δεν είχα καμμιά διάθεση να τον βοηθήσω. Εγώ ανήκα αλλού. Ανέκαθεν υποστήριζα όπως προανέφερα τον Νικόλα Ψαρουδάκη και την Χριστιανική Δημοκρατία, ένα κίνημα το οποίο αγωνιζόταν από της ιδρύσεώς του να δώσει στον ελληνικό λαό να αντιληφθεί ότι το αστικό σύστημα και το μαρξιστικό σύστημα είναι δυο όψεις του αυτού νομίσματος, ότι πρόκειται για υλιστικά και άθεα συστήματα τα οποία αργά ή γρήγορα με τους υλιστές, άθεους, κερδομανείς, κι ακόρεστους για εξουσία, δόξα, πλουτισμό οπαδούς και τους απατεώνες πολιτικούς εκπροσώπους τους κ.λπ. κάποτε θα έθαβαν την Ελλάδα. Είτε από τα δεξιά είτε από τους άθεους μαρξιστές από τα αριστερά,  οι οποίοι διαλεκτικό υλισμό και δικτατορία του προλεταριάτου κήρυτταν και όνειρα για μια αταξική κοινωνία επαγγέλλονταν και  ουτοπικά όνειρα στην εργατιά μηρύκαζαν αλλά δεν έλεγαν όχι στην είσπραξη του μισθού από την ελληνική Βουλή και το Ευρωκοινοβούλιο. Η Χ.Δ. και ο Ψαρουδάκης ανέκαθεν εξέπεμπαν σήμα κινδύνου. Μέσα από την εφημερίδα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ, προειδοποιούσαν από χρόνια, πριν ακόμη την επιβολή της δικτατορίας του 1967 ότι με την τακτική των κομμάτων αστικών και κομμουνιστικών, το διεθνισμό, την επίδραση που ο τεκτονισμός και ο Σιωνισμός εξασκούσαν πάνω στην ελληνική πολιτική, πέραν των συμμαχιών με τη λυκοφωλιά του ΝΑΤΟ και τους Αμερικανοεγγλέζους «συμμάχους μας»  και την συμμορία ης ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ και της παγκοσμιοποίησης που γνήσιο παιδί της ήταν η Ε.Ε., αργά ή γρήγορα, θα οδηγούσαν την Ελλάδα για μια ακόμη φορά στην παρακμή, στην οικονομική κατάρρευση, την χρεοκοπία όπως έγινε επί Τρικούπη, επί Βενιζέλου, επί γερμανικής Κατοχής και όπως γίνεται πάλι τούτη τη στιγμή με το αλυσοδέσιμο των προδοτικών μνημονίων και τελικά στο χάσιμο της εθνικής κυριαρχίας και σε εθνική καταστροφή. Όπερ και τεκταίνεται στις ημέρες μας. 

Αλλά ας δούμε πως είχαν τα γεγονότα εκείνη την εποχή. Την 1η Σεπτέμβρη του 1984, ο κ. Κ. Μητσοτάκης εκλέγεται πρόεδρος της ΝΔ, «κόντρα» στην επιθυμία του ιδρυτή του κόμματος και έχοντας στο πλευρό του απερχόμενο πρόεδρο Ευ. Αβέρωφ. Ο Μητσοτάκης συγκέντρωσε 70 ψήφους στην Κοινοβουλευτική Ομάδα και ο κ. Κ. Στεφανόπουλος 41. Το 1985 η ΝΔ χάνει και πάλι τις εκλογές από το ΠΑΣΟΚ. Η εσωκομματική αμφισβήτηση ξεκινά και ο κ. Κ. Μητσοτάκης ζητάει ψήφο εμπιστοσύνης από την Κοινοβουλευτική Ομάδα. Θέτει και πάλι υποψηφιότητα για ανανέωση της θητείας. Με 82 ψήφους υπέρ, ο Κ. Μητσοτάκης ανανέωσε τη θητεία του. Ο Κ. Στεφανόπουλος και 9 ακόμη βουλευτές της ΝΔ αποχωρούν και ιδρύουν τη ΔΗΑΝΑ….

Ευνοϊκή συνθήκη για την ανάπτυξη της δυναμικής του νεοσύστατου κόμματος αποτέλεσε η θετική υποδοχή του από τα Μ.Μ.Ε. που πρόσκειντο στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ο Τύπος δημοσίευε καθημερινά τα ονόματα των αποχωρούντων και φιλοξενούσε συνεντεύξεις τους, ενώ η ελεγχόμενη από το κυβερνόν κόμμα ΕΡΤ (όπως πάντα μια ΕΡΤ πειθήνιο όργανο της εκάστοτε κυβέρνησης) χαιρόταν να προβάλει την «κρίση της Ν.Δ.» και κυρίως τον πρόεδρο της ΔΗΑΝΑ, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο για να διασπάσει όσο μπορούσε το ΠΑΣΟΚ, τη δεξιά. Η προβολή αυτή, στα κανάλια της κρατικής τηλεόρασης έδωσε στη ΔΗΑΝΑ πρόσβαση στη δημοσιότητα σε μια στιγμή όπου ήταν απομονωμένη από τον δεξιό Τύπο και της επέτρεψε να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο κοινό της συντηρητικής παράταξης.

Η δυναμική αυτή αποδείχθηκε, ωστόσο, φθίνουσα. Στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του Ιουνίου 1989, η ΔΗΑΝΑ εξέλεξε τον Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο στην Α’ Αθηνών με ποσοστό 1,01% και κέρδισε την είσοδό της στο Ευρωκοινοβούλιο. Στις εκλογές του 1990 εξελέγη στο υπόλοιπο Αττικής, ο Θεόδωρος Κατσίκης, ο οποίος λίγο αργότερα προσχώρησε στις τάξεις τη Ν.Δ., δίνοντας στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη την πλειοψηφία των 151 βουλευτών και αφαιρώντας με αυτόν τον τρόπο από τη ΔΗΑΝΑ την κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση.

Σε κείνες ακριβώς τις εκλογές ο Θόδωρος Γιογκαράκης έκανε ό,τι μπορούσε για να ενισχύσει τον μπαντζανάκη του να εκλεγεί βουλευτής. Μου έλεγε πολλά για τις προσδοκίες του νέου κόμματος που για μένα δεν διέφερε σε τίποτα από τα δύο μεγάλα κόμματα που μονοπωλούσαν την εξουσία ανταγωνιζόμενα μέχρι θανάτου και τελικής πτώσης το ένα το άλλο. Φυσικά όσοι είχαν συμφέροντα υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος έσφαζαν ο ένας τον άλλο. Όταν στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 1994 ο Κωστής Στεφανόπουλος δεν εξελέγη, δήλωσε την απόσυρσή του από την ενεργή πολιτική ζωή και τα ανώτερα όργανα του κόμματος αποφάσισαν την αυτοδιάλυση της ΔΗΑΝΑ.

Εκείνη την περίοδο ο Δημήτρης Κολλάτος φίλος από παλιά, ο γνωστός σκηνοθέτης, πατέρας ενός αυτιστικού παιδιού (του Άλκη) είχε ιδρύσει ένα κόμμα με σκοπό να προασπίσει τη Θράκη και να καταδείξει στον ελληνικό λαό, και το ευρωκοινοβούλιο εφόσον έβγαινε ευρωβουλευτής, ότι η Θράκη κινδυνεύει να κατακτηθεί από τους Τούρκους ειρηνικά και αναίμακτα εξ αιτίας της ηλίθιας, κοντόθωρης  στενοκέφαλης πολιτικής που εφάρμοζαν τα αλληλομισούμενα και αλληλοεξοντωνόμενα  ελληνικά κόμματα. Εγώ προτίμησα να υποστηρίξω τον μοναχικό καβαλάρη Δημήτρη Κολλάτο από τον Κωστή που ουσιαστικά ήταν η προέκταση του καραμανλισμού και της φιλελεύθερης αστικής δεξιάς και όπως εξήγησα πιο πάνω, τα είχα από το 1963 καταδικάσει στη συνείδησή μου όπως και τα άλλα αριστερόστροφα κόμματα γιατί ήξερα πως ουδέν καινούργιο υποσχόταν ή επρόκειτο να φέρει στην πολιτική σκηνή. Εκτός βέβαια από το να εμβολίσει τον Κ. Μητσοτάκη, και να συνεχίσει την πολιτική του προπάτορα και γενάρχη της ΕΡΕ και της Ν.Δ. Την πικρία και απογοήτευση του Κωστή βίωσε και γεύτηκε και ο καθηγητής Γιογκαράκης αλλά έγινε και κάτι άλλο πολύ πιο δυσάρεστο τόσο γι’ αυτόν όσο και για μένα. Κάποιος κοινός γνωστός στις ευρωεκλογές του 94 με κάρφωσε ότι ήμουν εκλογικός αντιπρόσωπος του Δημήτρη Κολλάτου στην Πάτρα. Αυτό ήταν πάρα πολύ για να το αντέξει. Με πήρε τηλέφωνο και πικρόχολος, θυμωμένος απόλυτα εχθρικός, με διαολόστειλε λέγοντας «έκανες και συ ό,τι και όλοι οι άλλοι Έλληνες». Δεν πρόλαβα να πω κουβέντα, μου έκλεισε το τηλέφωνο μέσα στην αγανάκτηση και τον εκνευρισμό του.

Το κύκνειο άσμα μιας σχέσης

Τελικά ούτε ο Κολλάτος έκανε ούτε ο Κωστής εκλέχτηκαν, κι ύστερα από λίγο ο τελευταίος σκασμένος, διάλυσε το κόμμα του. Τον Θόδωρο Γιογκαράκη δεν τον ξαναείδα από τότε. Τον Νοέμβρη του 1994 έμαθα εντελώς ξαφνικά κι απροειδοποίητα από έναν κοινό μας φίλο, θυμάμαι ήμουν μέσα στο Σουπερμάρκετ Βασιλόπουλος, ότι «Θόδωρος Γιογκαράκης πέθανε και απόψε γίνεται η κηδεία του». Αυτό ήταν πάρα πολύ για να το αντέξω, όσο και αναπάντεχο. Σωριάστηκα πάνω στο καροτσάκι του καταστήματος. Ο φίλος τρόμαξε όταν με είδε, δεν περίμενε να το πάρω τόσο βαριά.

Αργότερα, μαζί με ένα άλλο προσωπικό περιστατικό, εξίσου τραγικό, ο θρήνος μου ανέβηκε ως τον ουρανό. Το ίδιο απόγευμα παραβρέθηκα στην κηδεία και στην ταφή, στο Α΄ Νεκροταφείο της Πάτρας. Λίγο πιο δίπλα μου, αμίλητος, συμπάσχων, φορώντας τα γυαλιά του ηλίου όρθιος, απέναντι στον έντονο ήλιο που πήγαινε προς τη Δύση του, στεκόταν ο σύγαμπρός του ο Κωστής.

Είχε κεραυνοβόλο καρκίνο και δεν μου είπε κουβέντα. Το πέρασε όλο μόνος με τη γυναίκα του, την Άρτεμη, Κρίμα, δεν μπόρεσα ούτε να του μιλήσω, ούτε να του δώσω κουράγιο, να του πω πως είμαι εκεί κοντά του, μακριά από κάθε διαφωνία και δη πολιτική. Πως δεν κρατάω κακία και δεν με πειράζει ό,τι και να μου είπε. Να του ζητήσω συγνώμη γιατί τον πίκρανα. 

Κρατώ στη μνήμη μου μια συζήτηση που είχε με την μικρότερη κόρη μου όταν τον είχαμε επισκεφθεί σε μια τακτική παιδιατρική επίσκεψη καθότι ήταν και παιδίατρος των παιδιών μου. «Άρτεμη φέρε τη Γραφή να δούμε τι λέει τούτο το κορίτσι. Πήρε την Γραφή και διάβασε με πολύ ενδιαφέρον τα λόγια του Παύλου από την προς Κορινθίους Επιστολή: «Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον…». Ήταν άνοιξη του 94…
 

1 Σχόλιο

  1. DIAN

    «Άρτεμη φέρε τη Γραφή να δούμε τι λέει τούτο το κορίτσι. Πήρε την Γραφή και διάβασε με πολύ ενδιαφέρον τα λόγια του Παύλου από την προς Κορινθίους Επιστολή: «Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον…».

    Ετσι ακριβώς!. ΑΓΑΠΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΛΥΤΡΩΣΗ! «Αγαπάτε αλλήλους»

    «Εάν τις γλώσσες των ανθρώπων και των Αγγέλων μιλώ, αλλά δεν έχω αγάπη, έγινα χαλκός που δίνει ήχους ή κύμβαλο που βγάζει κρότους, Και αν έχω χάρισμα προφητείας και γνωρίζω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση και αν έχω όλη την πίστη, ώστε να μεταθέτω βουνά, αλλά δεν έχω αγάπη,, δεν είμαι τίποτε. Και αν μοιράσω σε ελεημοσύνες όλη μουν την περιουσία και αν παραδώσω το σώμα μου για να καεί, αλλά δεν έχω αγάπη, καμιά ωφέλεια δεν έχω.
    Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι γεμάτη από ευμένεια, η αγάπη δεν είναι ζηλότυπη, η αγάπη δεν καυχάται, η αγάπη δεν είναι υπερήφανη, δεν κάνει ασχημίες, δε ξητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δεν λογαριάζει το κακό, αλλά συγχαίρει την αλήθεια, όλα τ’ ανέχεται, όλα τα πιστεύει, ελπίζει για το κάθε τι, υπομένει το κάθε τι, Η αγάπη ποτέ δεν θα πάψει να υπάρχει.
    Ώστε αυτά τα τρία μένουν. Πίστη, ελπίδα αγάπη. Μεγαλύτερο όμως απ΄ αυτά είναι η αγάπη!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>