«

»

Μαρ 24

Το διάτρητο λόγω συνεχών αναθεωρήσεων κατά τα συμφέροντα των καρεκλοκένταυρων της Βουλής, Σύνταγμα, υπαίτιο για τη δημιουργία της κρίσης. Μέρος 2ο

ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΡΙΖΙΚΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

Εκεί μας οδηγούν οι αναθεωρήσεις των καρεκλοκένταυρων

Το 1974, μετά την προδοσία της Κύπρου και την εν μία νυκτί κατάρρευση της δικτατορίας, η κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία παρέλαβε την εξουσία, είχε την ευκαιρία για μία ριζική πολιτική μεταρρύθμιση. Αντ’ αυτού όμως, ο Κ. Καραμανλής αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων επιλέγοντας, αντί για ένα νέο δημοκρατικό Σύνταγμα, την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1952 ( δηλαδή του Συντάγματος του 1864/1911) με βάση παλαιότερη πρόταση που είχε υποβάλει το κόμμα της Ε.Ρ.Ε. το 1963 και με μοναδική διαφοροποίηση την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την μορφή του πολιτεύματος ως «βασιλευομένης δημοκρατίας». Και τούτο μάλιστα παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα του 1952 απαγόρευε ρητά  στο άρ.108 την αναθεώρηση των διατάξεων που καθορίζουν την μορφή του πολιτεύματος ως βασιλευομένης δημοκρατίας. Οι Έλληνες πολίτες οι οποίοι κλήθηκαν στις κάλπες απεφάνθησαν  με ποσοστό 69,2% κατά της βασιλείας, αποδεικνύοντας και πάλι τις δημοκρατικές τους πεποιθήσεις. Αλλά το πολιτικό σύστημα τους υποκατάστησε διατυπώνοντας ερήμην τους, τόσο την ακριβή μορφή του πολιτεύματος όσο και το υπόλοιπο κείμενο του Συντάγματος του 1975.

Α. ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1975 ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ

(1). ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: Το Σύνταγμα του 1975 εγκαθίδρυσε πολίτευμα το οποίο αποκαλείται «προεδρευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία  (άρ.1), προκειμένου να αντιδιασταλεί από το προηγούμενο της «βασιλευομένης δημοκρατίας». Η βουλή εκλέγεται κάθε τέσσερα έτη, πρωθυπουργός ορίζεται ο αρχηγός του κόμματος που έχει την εμπιστοσύνη της βουλής και η Δικαιοσύνη ασκείται από τα Δικαστήρια. Στην θέση του βασιλιά τοποθετήθηκε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ρυθμιστής του Πολιτεύματος, ο οποίος εκλέγεται από την Βουλή για περίοδο πέντε ετών. Μοναδικές αρμοδιότητές του για τις οποίες δεν χρειαζόταν και η προσυπογραφή του αρμόδιου υπουργού, σύμφωνα με το αρχικό άρ.35, ήταν ο διορισμός του πρωθυπουργού, η σύγκληση προεδρικού συμβουλίου υπό την προεδρία του, η σύγκληση του συμβουλίου της Δημοκρατίας, η αναπομπή ψηφισθέντος νομοσχεδίου, οι διερευνητικές εντολές προς σχηματισμό κυβέρνησης , η δυνατότητα διάλυσης της βουλής εάν ο πρόεδρος έκρινε ότι βρισκόταν σε φανερή δυσαρμονία με το λαϊκό αίσθημα ή δεν εξασφάλιζε κυβερνητική σταθερότητα, η προκήρυξη δημοψηφίσματος, η έκδοση διαγγελμάτων και ο διορισμός του Προέδρου της Δημοκρατίας.

(2). ΟΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ : Η αναθεώρηση του 1986, η οποία έγινε στα μέτρα του τότε Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, κατέστησε περίπου διακοσμητική την θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, αφού του αφαιρέθηκαν οι αρμοδιότητες σύγκλησης υπουργικού συμβουλίου και συμβουλίου της Δημοκρατίας, η δυνατότητα διάλυσης της βουλής εάν ο πρόεδρος έκρινε ότι βρισκόταν σε φανερή δυσαρμονία με το λαϊκό αίσθημα ή δεν εξασφάλιζε κυβερνητική σταθερότητα, η προκήρυξη δημοψηφίσματος (καθώς χρειαζόταν πλέον η προσυπογραφή του Προέδρου της Βουλής ) και η έκδοση διαγγελμάτων, ενώ και η δυνατότητα αναπομπής ψηφισθέντος νομοσχεδίου περιορίστηκε σημαντικά. Ακολούθως, η αναθεώρηση του 1986 κατέστησε τον Πρωθυπουργό απόλυτο κυρίαρχο και μετέτρεψε το πολίτευμα σε «πρωθυπουργοκεντρικό».

Η αναθεώρηση του 2001 είναι γνωστή (1) για την θέσπιση συνταγματικών απαγορεύσεων αξιοποίησης σε δίκη αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των άρ. 9 (ιδιωτική ζωή και άσυλο κατοικίας), 9Α (προσωπικά δεδομένα) και 19 (απόρρητο επικοινωνίας) του Συντάγματος με βάση τις οποίες σήμερα δεν μπορούν να αξιοποιηθούν οι διάφορες λίστες (Λαγκάρτ κλπ) για την τιμωρία των ενόχων ποινικών αδικημάτων και,  κυρίως, (2) για την τροποποίηση της γνωστής διάταξης του άρ.86 του Συντάγματος περί ευθύνης υπουργών, η οποία κατέστησε ακόμη πιο δύσκολη την δίωξη όσων διετέλεσαν μέλη κυβερνήσεων ή υφυπουργοί για εγκλήματα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεδομένου ότι αφενός απαγορεύθηκε ακόμη και η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος τους χωρίς άδεια της βουλής και, αφετέρου, κατοχυρώθηκε συντομότατη αποσβεστική προθεσμία μετά την οποία δεν μπορεί να ασκηθεί δίωξη εναντίον τους η οποία μπορεί να φθάνει ακόμη και τα δύο έτη όταν για τους απλούς πολίτες και για τα ίδια εγκλήματα δεν υπάρχει καν αποσβεστική προθεσμία και τα αδικήματα παραγράφονται σε είκοσι έτη!

Η αναθεώρηση του 2008 είναι παντελώς ανάξια λόγου, ασχολήθηκε με ανούσια θέματα, (λ.χ .επαγγελματικό ασυμβίβαστο βουλευτών) και απέκλεισε κάθε απόπειρα σοβαρής αναθεώρησης

(3). ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΚΕΙΜΕΝΟ: Το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, εμφανίζεται να αποδέχεται κατ’ αρχήν  την διάκριση των εξουσιών (άρ. 26 Σ),  αλλά στην συνέχεια καθιερώνει ένα σύστημα διασταύρωσης των εξουσιών και υποταγής των λοιπών εξουσιών στην εκτελεστική εξουσία. Δεν προβλέπει χωριστές εκλογές για την ανάδειξη βουλής και κυβέρνησης, ούτε κατοχυρώνει το ασυμβίβαστο των θέσεων βουλευτή και υπουργού, αλλά, απεναντίας, επιτάσσει στο άρ. 84 ότι η κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της βουλής με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να έχει πάντοτε με το μέρος της την πλειοψηφία της βουλής. Η έλλειψη χωριστών εκλογών για εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη θεσμών εσωκομματικής δημοκρατίας, κατάντησαν την βουλή δέσμια της εκάστοτε κυβέρνησης. Δεν υφίσταται διάκριση, αλλά σκόπιμη σύγχυση των εξουσιών. Αυτό το πολίτευμα της αυτοαποκαλούμενης «προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», σύμφωνα με το οποίο εκλέγεται μόνο η βουλή και η κυβέρνηση πρέπει να έχει την εμπιστοσύνη της βουλής, κάτι το οποίο είχε αξία σε πολίτευμα βασιλευομένης δημοκρατίας προκειμένου οι κυβερνήσεις που διόριζε ο βασιλέας να έχουν κάποια δημοκρατική νομιμοποίηση, σήμερα δεν δικαιολογείται και, όπως αποδείχθηκε, οδήγησε, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη θεσμών εσωκομματικής δημοκρατίας, στην ποδηγέτηση της βουλής από την εκάστοτε κυβέρνηση και το κόμμα. Οι βουλευτές δεν είναι ανεξάρτητοι, αλλά ψηφίζουν τα νομοσχέδια που καταθέτει η κυβέρνηση υπό την απειλή της διαγραφής σε περίπτωση μη τήρησης της κομματικής πειθαρχίας. Έτσι, κυβέρνηση και βουλή ταυτίστηκαν, ενώ ακόμη και η νομοθετική πρωτοβουλία κατέληξε να είναι προνόμιο της κυβέρνησης με την βουλή ουραγό. Οι βουλευτές αντί να νομοθετούν κατάντησαν  χειροκροτητές της κυβέρνησης  με αντάλλαγμα ένα υπουργείο για να κάνουν τις διευκολύνσεις στους ψηφοφόρους τους.

Η κυβέρνηση κατά κατάχρηση της σχετικής συνταγματικής διάταξης μετά την αναθεώρηση του 1986 επιτυγχάνει την διενέργεια εκλογών όποτε βολεύει την ίδια για μικροκομματικούς καθαρά σκοπούς.

  1. Το κόμμα , χωρίς η λειτουργία του να ρυθμίζεται παρά μόνο με μία γενική διάταξη του άρ.29, έχει αναχθεί σε υπέρτατο θεσμό του κράτους. Το γεγονός δε ότι δεν ρυθμίζεται καθόλου ο τρόπος λειτουργίας του από το Σύνταγμα έχει επιτρέψει την ύπαρξη τριτοκοσμικών κομμάτων όπου δεν υπάρχουν στοιχειώδεις δημοκρατικοί θεσμοί και καταστατικά, αλλά επικρατεί η θέληση του εκάστοτε αρχηγού και της αυλής του. Ο αρχηγός, εάν ελέγχει το κόμμα, ελέγχει εφόσον εκλεγεί πρώτο κόμμα την βουλή, την κυβέρνηση και διορίζει την ηγεσία της δικαιοσύνης! Επιπλέον, όπως γνωρίζει πλέον κάθε πολίτης ο θεσμός του ελέγχου των οικονομικών των κομμάτων της βουλής είναι εντελώς διάτρητος αφού, σύμφωνα και με το άρ. 29 του Συντάγματος διενεργείται από επιτροπή στην οποία πλειοψηφούν τα μέλη της βουλής με αποτέλεσμα τα κόμματα ουσιαστικά να ελέγχουν τον εαυτό τους!
  2. Οι πολίτες δεν έχουν καμία δυνατότητα άμεσης και από την βάση επέμβασης στην άσκηση της εξουσίας. Το Σύνταγμα στο άρ.44 προβλέπει δυνατότητα διενέργειας δημοψηφίσματος μόνο κατόπιν απόφασης της κυβέρνησης ή της πλειοψηφίας της βουλής. Απεναντίας, απουσιάζουν πλήρως θεσμοί άμεσης συμμετοχής με πρωτοβουλία πολιτών όπως τα δημοψηφίσματα ή οι προτάσεις νόμων με λαϊκή Πρωτοβουλία ή τα υποχρεωτικά δημοψηφίσματα, τα οποία προβλέπονται στα συντάγματα άλλων – ευνομούμενων – χωρών. Η Βουλή έχει την δυνατότητα  χωρίς προσφυγή στον λαό να αλλάζει τα σύνορα της χώρας να εγκαθιστά ξένα στρατεύματα στην χώρα, να εκχωρεί συνταγματικές αρμοδιότητες σε διεθνείς οργανισμούς, να περιορίζει την εθνική κυριαρχία ή να  αλλάζει το ίδιο το Σύνταγμα.
  3. Η δικαιοσύνη είναι ακρωτηριασμένη, όχι μόνο διότι δεν μπορεί να αγγίξει την κορυφή του πολιτικού συστήματος λόγω των συνταγματικά κατοχυρωμένων ασυλιών βουλευτών και μελών κυβερνήσεων για τις οποίες θα γίνει λόγος στην συνέχεια, αλλά και διότι σύμφωνα με το άρ.90 του Συντάγματος η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων διορίζεται από το υπουργικό Συμβούλιο (άρ. 90). Έτσι ελέγχεται η ηγεσία της δικαιοσύνης και , εμμέσως, ως κάποιο βαθμό, οι προαγωγές, οι μεταθέσεις και πειθαρχικές διώξεις, οι δε δικαστές γνωρίζουν καλά ότι εάν θέλουν να ανέλθουν στην ανώτατη βαθμίδα πρέπει να μην αντιτάσσονται στις κυβερνητικές μεθοδεύσεις. Επιπλέον, δεν υπάρχει Συνταγματικό Δικαστήριο αυξημένου κύρους για να κρίνει την αντισυνταγματικότητα των νόμων, ή να διαπιστώσει εάν τηρήθηκε η συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία ψήφισής τους.
  4. Οι βουλευτές, οι οποίοι σύμφωνα με το άρ.51 παρ.2 του Συντάγματος “αντιπροσωπεύουν το έθνος”, έχουν επιφυλάξει για τον εαυτό τους προνόμια, τα οποία εδράζονται τόσο στον νόμο όσο και στο ίδιο το Σύνταγμα.  Βασιζόμενοι στις συνταγματικές διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρ. 63 Σ  , δυνάμει των οποίων δικαιούνται αποζημίωση, δαπάνες, αλλά και  συγκοινωνιακή, ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια, το ύψος των οποίων καθορίζεται με απόφαση της ολομέλειας της βουλής, θεσμοθέτησαν ένα απίστευτο όργιο σπατάλης σε βάρος του δημοσίου.  Αλλά το θέμα δεν σταμάτησε εκεί. Οι βουλευτές , εκτός από σκανδαλώδη οικονομικά προνόμια εξασφάλισαν και ποινική ασυλία, διότι, σύμφωνα με το άρ.62 του Συντάγματος , με εξαίρεση τα αυτόφωρα κακουργήματα, δεν διώκονται, ούτε συλλαμβάνονται , ούτε φυλακίζονται, ούτε με άλλο τρόπο περιορίζονται χωρίς άδεια της βουλής. Μάλιστα, η εν λόγω άδεια θεωρείται μη δοθείσα, όχι μόνο σε περίπτωση ρητής άρνησης, αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία παρέλθουν τρεις μήνες και η βουλή σιωπήσει και δεν αποφανθεί καν επί της σχετικής εισαγγελικής αιτήσεως.

Ακόμη περισσότερο όσοι διατελούν ή διετέλεσαν μέλη κυβερνήσεων, σύμφωνα με το άρ. 86 Σ, δεν ερευνώνται , ούτε διώκονται από την δικαιοσύνη για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως συμβαίνει με τους κοινούς πολίτες, αλλά μόνο κατόπιν απόφασης της πλειοψηφίας βουλής, η οποία ελέγχεται από την κυβέρνηση.

  1. Δεν έχουν όλοι οι Έλληνες τα ίδια πολιτικά δικαιώματα, αφού τα κόμματα του κοινοβουλίου εξασφαλίζουν προνομιακή χρηματοδότηση και προβολή, διαπλέκονται με τράπεζες και ΜΜΕ και αποκλείουν κάθε νέα πολιτική κίνηση ανανέωσης της πολιτικής ζωής, αφού οποιοδήποτε νέο κόμμα τίθεται αυτομάτως στο περιθώριο. Με αυτόν τον τρόπο τα κόμματα της μεταπολίτευσης επιχειρούν να διαιωνίσουν την εξουσία τους.
  2. Ακόμη και η ίδια η διάταξη του άρ. 110 του Συντάγματος περί αναθεώρησης είναι διατυπωμένη έτσι ώστε κάθε αλλαγή να ελέγχεται από το πολιτικό σύστημα καθώς, αφενός απαγορεύεται ρητά η αναθεώρηση των διατάξεων περί προεδρευμένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και, αφετέρου, δεν αναγνωρίζεται στους πολίτες το πιο θεμελιώδες από όλα τα πολιτικά δικαιώματα, ήτοι το δικαίωμα του πολίτη να συμμετέχει άμεσα με δημοψήφισμα στην θέσπιση του Συντάγματος της χώρας του.

Σήμερα ουδείς πολίτης με δημοκρατική συνείδηση μπορεί να αποδεχθεί αυτό το θεσμικό πλαίσιο και αυτό το πολιτικό σύστημα το οποίο οδήγησε στην κατάρρευση και στην ταπείνωση της χώρας. Χρειάζεται επειγόντως ευρύτατη συνταγματική αλλαγή, προκειμένου να δοθεί η ώθηση που απαιτείται για να εξέλθει η Ελλάδα από την βαθιά κρίση. Είναι ανάγκη να πνεύσει νέος άνεμος, να τεθεί ο πολίτης στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής, να καθιερωθεί η διάκριση των εξουσιών, να επιτευχθεί η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, να παύσει η ανισότητα, και να κατοχυρωθούν οι βασικές αρχές της δημοκρατίας.

Β. ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

(1). Ανάγκη εισαγωγής θεσμών άμεσης συμμετοχής των πολιτών

Εάν δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου εξουσιάζει ο λαός, τότε δεν νοείται δημοκρατικό πολίτευμα χωρίς την άμεση συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας. Τέτοιου είδους συμμετοχή αποτελεί πρωτίστως το δημοψήφισμα. Η Ευρώπη και τα άλλα κράτη της δύσεως, ήδη από τα μέσα του 20ου αιώνα, άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι δεν αρκεί ο κοινοβουλευτισμός για τον χαρακτηρισμό ενός πολιτεύματος ως δημοκρατικού. Έτσι, πέρα από τους θεσμούς αντιπροσώπευσης, εισήγαγαν και θεσμούς άμεσης συμμετοχής των πολιτών στην πολιτική ζωή, όπως είναι τα δημοψηφίσματα και οι πρωτοβουλίες πολιτών για προτάσεις νόμου.

Στην Ελβετία η οποία θεωρείται σύγχρονη μητέρα του θεσμού των δημοψηφισμάτων διενεργούνται κάθε έτος περίπου 2-3 δημοψηφίσματα σε κεντρικό επίπεδο και ακόμη περισσότερα σε τοπικό επίπεδο. Δυνατότητα δημοψηφίσματος κατόπιν λαϊκής πρωτοβουλίας προβλέπει επίσης το ιταλικό Σύνταγμα εφόσον το ζητήσουν 500.000 εκλογείς , είτε για την  κατάργηση νόμου (άρ.75), είτε για την αναθεώρηση του Συντάγματος (άρ.138) και το 1970 μέχρι σήμερα έχουν προκηρυχθεί στην Ιταλία ποικίλα δημοψηφίσματα , ενώ τον ερχόμενο Οκτώβριο θα διεξαχθεί δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του Συντάγματος.  Εξάλλου, άλλα κράτη όπου καθιερώνεται συνταγματικά ο θεσμός του δημοψηφίσματος κατόπιν λαϊκής πρωτοβουλίας είναι η Ουγγαρία (εάν το ζητήσουν 200.000 πολίτες, άρ.28C) και το Λουξεμβούργο (άρ.51), ενώ επίσης, υποχρεωτικό δημοψήφισμα σε περίπτωση αναθεώρησης του Συντάγματος προβλέπεται από το Σύνταγμα της Δανίας (άρ.88), της Γαλλίας (άρ.89), της Πολωνίας (άρ.235), του Λουξεμβούργου (άρ.114) και της Αυστρίας για την περίπτωση της ολικής αναθεώρησης (άρ.44). Στην Γερμανία ο θεμελιώδης νόμος της Βόννης προβλέπει ότι απαιτείται δημοψήφισμα για την αναδιάρθρωση ομοσπονδιακού εδάφους (άρ.29), Εκτός των χωρών που προαναφέρθηκαν, δημοψηφίσματα διενεργούνται συχνά στην Δανία και την Ιρλανδία.  Εκτός της Ευρώπης σημαντικός αριθμός δημοψηφισμάτων διενεργούνται στην Αυστραλία, την Νέα Ζηλανδία, ενώ στις ΗΠΑ η διενέργεια δημοψηφισμάτων προβλέπεται από τα Συντάγματα αρκετών εκ των πολιτειών

Εξάλλου, θεσμό άμεσης συμμετοχής των πολιτών, έστω και ατελή αφού μπορεί να μην έχει αποτέλεσμα,  αποτελεί και η λαϊκή πρωτοβουλία προς ψήφιση νόμου, η οποία απευθύνεται προς το κοινοβούλιο και το καλεί να συζητήσει και να ψηφίσει την πρόταση νόμου των πολιτών. Τέτοια δυνατότητα προβλέπει το Σύνταγμα της Αυστρίας, κατόπιν συλλογής 100.000 υπογραφών (άρ.41), της Ισπανίας με την συλλογή 500.000 υπογραφών και της Ιταλίας κατόπιν συλλογής 50.000 υπογραφών.

Στην Ευρώπη το δημοψήφισμα και οι λοιποί θεσμοί άμεσης συμμετοχής των πολιτών αποτελούν εδώ και πολλές δεκαετίες μία πραγματικότητα και ένα στοιχείο προόδου και πολιτικού πολιτισμού. Αλλά στην Ελλάδα το Σύνταγμα είναι αναχρονιστικό και αντιδημοκρατικό. Απαιτείται ριζική συνταγματική μεταρρύθμιση, η οποία θα θεσπίζει την δυνατότητα δημοψηφίσματος κατόπιν λαϊκής πρωτοβουλίας, τόσο για την ψήφιση ή την κατάργηση νόμου,  ή την ανάκληση αξιωματούχου, όσο και για την αναθεώρηση  ή την θέσπιση νέου Συντάγματος. Επίσης, θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα διενέργειας δημοψηφισμάτων σε επίπεδο δήμου ή περιφέρειας αλλά και η δυνατότητα κατάθεσης προτάσεων νόμου προς την βουλή με λαϊκή πρωτοβουλία.

(2). Ανάγκη  πολιτικής ισότητας και κατάργησης των ανισοτήτων

Είναι φανερό ότι τα προνόμια, η ποινική ασυλία και η πολιτική ανισότητα κατέστησαν τους βουλευτές ,  από αντιπροσώπους του λαού, κυριάρχους επί του λαού και της κοινωνίας. Η αρχή της ισότητας καταστρατηγήθηκε πλήρως. Οι βουλευτές έκαναν την πολιτική επάγγελμα, το οποίο μάλιστα μεταβιβάζεται κληρονομικώ δικαίω από πατέρα σε κόρη  και από μάνα σε υιό. Επί 35 και πλέον έτη οι ίδιες οικογένειες και τα ίδια κόμματα ψήφιζαν σειρά νομοθετημάτων τα οποία οδήγησαν στην χρεοκοπία της χώρας. Αλλά οι ίδιοι πλούτιζαν. Τώρα έφθασε η ώρα της κρίσεως. Ήρθε η στιγμή να θεσμοθετήσουμε ένα νέο Σύνταγμα μέσα από το οποίο θα επικυρωθεί η αληθινή ισότητα των πολιτών, θα καταργηθούν ρητά τα προνόμια και η ποινική ασυλία των βουλευτών και υπουργών και θα κατοχυρωθεί η ισότητα των πολιτικών κομμάτων με δικαίωμα ίσης προβολής  όλων από τα μμε, κατάργηση της κρατικής χρηματοδότησης για τα κόμματα του κοινοβουλίου, απαγόρευση της σκανδαλώδους δανειοδότησης των κομμάτων από τράπεζες κλπ.

(3). Ανάγκη θεσπίσεων ευρύτατου πλέγματος ελέγχου και λογοδοσίας

Μείζον και καίριο ζήτημα για την χώρα αποτελεί η εκτεταμένη διαφθορά και ιδίως η διαφθορά του πολιτικού συστήματος. Η παντελής απουσία ισχυρών θεσμών ελέγχου όσων διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα, επέτρεψε την καταλήστευση του δημοσίου χρήματος και οδήγησε την χώρα στην χρεοκοπία. Για την αντιμετώπιση της διαφθοράς απαιτείται συνεπώς η εγκαθίδρυση ενός ανεξάρτητου συστήματος λογοδοσίας και δημοσίου ελέγχου εκείνων που ασκούν δημόσια αξιώματα και κατέχουν δημόσιες θέσεις, έτσι ώστε ουδείς να είναι ανεξέλεγκτος και όλοι να ελέγχονται με τρόπο που να εγγυάται την αμεροληψία και την διαφάνεια.   Προς την κατεύθυνση αυτή μέγιστη τομή είναι ασφαλώς η πραγματική διάκριση των εξουσιών η οποία θα απελευθερώσει την Βουλή από την εκτελεστική εξουσία και θα καταστήσει την  Δικαιοσύνη πραγματικά ανεξάρτητη. Συγκεκριμένα απαιτείται:

–  Πραγματική διάκριση των εξουσιών, η οποία επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερα με το πολίτευμα της προεδρικής δημοκρατίας, χωριστές εκλογές για Πρόεδρο (εκτελεστική εξουσία) και Βουλή (νομοθετική εξουσία), εκλογή Προέδρου με σταθερή θητεία και ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού, θητεία Προέδρου  της Δημοκρατίας υπουργών και βουλευτών η οποία δεν θα ανανεώνεται περισσότερο από μία φορά, και κατάργηση των διαβόητων διατάξεων περί ευθύνης υπουργών με υπαγωγή των υπουργών στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη.

–  Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η οποία μπορεί να επιτευχθεί με την κατάργηση της διάταξης που προβλέπει διορισμό της ηγεσίας της από την κυβέρνηση, κάτι που άλλωστε δεν συμβαίνει παρά σε ελάχιστα πλέον κράτη της Ευρώπης και επιλογή της με τρόπο που εξασφαλίζει την ανεξαρτησία της όπως λ.χ. η κλήρωση μεταξύ των ανωτάτων δικαστών. Επίσης, σημαντική τομή προς την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης θα αποτελούσε η θέσπιση ανεξάρτητου   Συνταγματικού Δικαστηρίου τα μέλη του οποίου θα μπορούσαν, είτε να επιλέγονται με κλήρωση από δικαστές, καθηγητές νομικών σχολών ή δικηγόρους με μεγάλη εμπειρία, είτε να διορίζονται με άλλο τρόπο ικανό να εξασφαλίζει το κύρος του όπως λ.χ. στην Ιταλία όπου το Σ.Δ είναι 15μελές τα μέλη του οποίου διορίζονται κατά 1/3 από τον Πρόεδρο της δημοκρατίας, 1/3 από το κοινοβούλιο και 1/3 από τους δικαστές, ή στην Γερμανία, όπου είναι 15μελές και τα μέλη του επιλέγονται κατά  ½ από την Ομοσπονδιακή Βουλή και κατά το ½ από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο.   Απαραίτητη είναι επίσης η ενίσχυση του θεσμού των ενόρκων με επέκταση των αρμοδιοτήτων τους ώστε να δικάζουν λ.χ. εγκλήματα δικαστών ή δικηγόρων, ή με θεσμοθέτηση δικαιώματος αμοιβής τους ανάλογου με την αμοιβή των δικαστών .

–  Αυστηρός δημόσιος έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων και όσων διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα αποκλειστικά από την δικαιοσύνη (λ.χ. το ανώτατο δικαστήριο του Ελεγκτικού Συνεδρίου), υπό τον δημόσιο έλεγχο των πολιτών χωρίς την ισχύ οποιουδήποτε απορρήτου και όχι όπως συμβαίνει σήμερα με διαδικασίες παρωδία από επιτροπές απαρτιζόμενες κατά πλειοψηφία από βουλευτές με διάτρητο σύστημα ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ, οι οποίες αποτελούν εμπαιγμό και κοροϊδία των πολιτών.

–  Αυστηρός έλεγχος νομιμότητας των MME σύμφωνα με τους κανόνες της διαφάνειας, ώστε να μην λειτουργούν ΜΜΕ χωρίς νόμιμη άδεια και να αφαιρείται η άδεια λειτουργίας τους εάν έχουν οφειλές προς το δημόσιο.

Γ. ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗ Ή ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ;

Όπως αναφέρθηκε το Σύνταγμα του 1952, το οποίο εμφανιζόταν ως αναθεώρηση του Συντάγματος 1864/1911 και προέβλεπε πολίτευμα βασιλευομένης δημοκρατίας, επιχειρούσε και αυτό να εμποδίσει οποιαδήποτε πολιτειακή αλλαγή προβλέποντας  στο άρ. 108 ότι «δεν επιτρέπεται η αναθεώρηση ολόκληρου του Συντάγματος» και ότι «ουδέποτε αναθεωρούνται οι διατάξεις του παρόντος Συντάγματος αι καθορίζουσαι την μορφήν του πολιτεύματος ως Βασιλευομένης Δημοκρατίας ως και αι θεμελιώδεις διατάξεις αυτού.» Ωστόσο, το Σύνταγμα  του 1975, το οποίο θεσπίσθηκε επίσης από αναθεωρητική βουλή κατόπιν δημοψηφίσματος στο οποίο ο λαός απεφάνθη υπέρ της δημοκρατίας και κατά της βασιλείας, αγνόησε πλήρως τις απαγορεύσεις του προηγούμενου Συντάγματος και θέσπισε άλλο πολίτευμα.

Σήμερα, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι δεν επιτρέπεται νέο Σύνταγμα, ούτε αλλαγή πολιτεύματος, επικαλούμενοι το άρ. 110 του ισχύοντος Συντάγματος το οποίο απαγορεύει την αναθεώρηση των διατάξεων που αφορούν την μορφή του πολιτεύματος. Ωστόσο, η άποψη αυτή είναι ανιστόρητη διότι, όπως είδαμε, η ελληνική ιστορία διδάσκει ότι τα Συντάγματα αλλάζουν, όχι σύμφωνα με τις προβλέψεις τους, αλλά σύμφωνα με τον συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων και, πάντως, εάν γίνει δεκτή η άποψή τους, θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρο και το ισχύον Σύνταγμα όπως και όλα τα Συντάγματα μέχρι την εποχή του Όθωνα! Ιδιαιτέρως με  βάση τις συνθήκες υπό τις οποίες έχει περιέλθει η χώρα, δηλαδή την χρεοκοπία , την απώλεια μέρους της εθνικής της κυριαρχίας και την καταστροφή του βιοτικού επιπέδου μεγάλου μέρους της κοινωνίας της, ουδείς μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν δικαιολογείται νομικά η επανίδρυση του κράτους, η δημιουργία μίας νέας μεταπολίτευσης μέσα από ένα νέο Σύνταγμα. Ακολούθως, το ζήτημα δεν είναι εάν επιτρέπεται νομικά η θέσπιση νέου Συντάγματος, αλλά ποιες  εγγυήσεις θα υπάρξουν ώστε το νέο Σύνταγμα να μην είναι Σύνταγμα των ολίγων αλλά  κατάκτηση ολόκληρης της κοινωνίας.

Μέχρι τώρα, όλα τα ελληνικά συντάγματα θεσπίσθηκαν από εκπροσώπους του  λαού και όχι απευθείας από τον ίδιο με αποτέλεσμα οι πολίτες να βρίσκονται στο περιθώριο της πολιτικής ζωής. Σήμερα όμως οι εποχές έχουν πλέον αλλάξει. Παγκοσμίως εισάγονται στην πολιτική ζωή θεσμοί άμεσης συμμετοχής των πολιτών. Πολλά συντάγματα (όπως λ.χ. της Ελβετίας, Γαλλίας, Ισπανίας, Ιταλίας) απαιτούν για την αναθεώρησή τους να αποφανθεί απευθείας ο λαός με διενέργεια δημοψηφίσματος. Στην  Ισλανδία διεξήχθη μία πρωτόγνωρη διαδικασία  υψηλού επιπέδου πολιτικής ζωής όπου οι πολίτες, μετά από δημόσια διαβούλευση, ψήφισαν  για να θεσπιστεί το νέο Σύνταγμα της χώρας.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να ζει στο παρελθόν. Οφείλει να αλλάξει το αναχρονιστικό Σύνταγμα του 1975, το οποίο αποτελεί αναθεώρηση των Συνταγμάτων 1864/1911/1952 σπάζοντας τα δεσμά των ολίγων και επιχειρώντας ένα άλμα προς το μέλλον. Πρέπει να προβεί στην αλλαγή αυτή, όχι με μία συνηθισμένη απόφαση της Βουλής, αλλά με την συμμετοχή των πολιτών, δημοκρατικά μέσω δημόσιας διαβούλευσης και δύο δημοψηφισμάτων, το πρώτο για να αποφασισθούν επακριβώς οι σκοπούμενες συνταγματικές αλλαγές  και το δεύτερο (αφού προηγουμένως εκλεγεί και επιτροπή κατάρτισης σχεδίου συντάγματος σύμφωνα με το πρώτο δημοψήφισμα) για την οριστική επικύρωση του σχεδίου Συντάγματος. Ειδικότερα, η θέσπιση συντάγματος από τους πολίτες θα μπορούσε να έχει τα εξής στάδια:

  1. Έναρξη δημόσιας διαβούλευσης για το Σύνταγμα η οποία θα εγγυάται την επώνυμη κατάθεση απόψεων με καθεστώς ισηγορίας.
  2. Επεξεργασία της δημόσιας διαβούλευσης από ομάδα ειδικών (νομικών) οι οποίοι θα προκύψουν κατόπιν κληρώσεως προκειμένου να ομαδοποιήσουν τα ζητήματα και να θέσουν τα ερωτήματα σε δημοψήφισμα.
  3. Διενέργεια δημοψηφίσματος προκειμένου να αποφασιστεί η αλλαγή του Συντάγματος και οι άξονες της αλλαγής.
  4. Εκλογή συντακτικής συνέλευσης για να επεξεργαστεί (θέτοντας ταυτόχρονα σε νέα διαβούλευση) σχέδιο νέου Συντάγματος σύμφωνα με τους άξονες του δημοψηφίσματος.
  5. Τελικό δημοψήφισμα για την επικύρωση του σχεδίου Συντάγματος.

Μία τέτοιου είδους διαδικασία συνταγματικής αλλαγής θα αποτελούσε από μόνη της μία επανάσταση στην πολιτική ζωή του τόπου ανάλογη  με την μεταρρύθμιση του Κλεισθένη στην αρχαία Αθήνα.

Διέξοδος από την κρίση δεν μπορεί να υπάρξει εάν δεν σκοτώσουμε το αδηφάγο τέρας της μεταπολίτευσης που οδήγησε την χώρα στην χρεοκοπία και την κοινωνία στην εξαθλίωση.

Χρήστος Λυντέρης Συγγραφέας του βιβλίου Το Σύνταγμα των Ελλήνων, εκδ. Χίλων, 2014.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΕΙΔΗΣΗ το Σάββατο 18-6-2016.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>