«

»

Απρ 11

Ενεμβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν ο Ιησούς

H έκτη και τελευταία εβδομάδα της Μεγάλης Σαρακοστής ονομάζεται «Εβδομάδα των Βαΐων». Για έξι μέρες πριν το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων η λατρεία της Εκκλησίας μας ωθεί ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό, καθώς πρώτος αναγγέλλει το θάνατο του φίλου Του στους μαθητές και κατόπιν αρχίζει το ταξίδι Του στη Βηθανία και στην Ιερουσαλήμ.

Στο κέντρο της προσοχής είναι ο Λάζαρος – η αρρώστια του, ο θάνατός του, ο θρήνος των συγγενών του και η αντίδραση του Χριστού σ’ όλα αυτά.

Η τελευταία εβδομάδα δηλαδή περνάει με πνευματική περισυλλογή πάνω στην ερχόμενη συνάντηση του Χριστού με το θάνατο – πρώτα στο πρόσωπο του φίλου Του Λαζάρου, έπειτα στο θάνατο του ίδιου του Χριστού.

Πλησιάζει η «ώρα του Χριστού» για την οποία τόσο συχνά μιλούσε και προς αυτήν προσανατολιζόταν όλη η επίγεια διακονία Του.

Η ανάσταση του Λαζάρου έγινε για να βεβαιωθούμε για «Την κοινήν ανάστασιν». Είναι κάτι το συναρπαστικό να γιορτάζουμε κάθε μέρα για μια ολόκληρη εβδομάδα αυτή τη συνάντηση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, που αργά αργά πλησιάζει, να γινόμαστε μέρος της, να νιώθουμε με όλο το είναι μας αυτό που υπονοεί ο Ιωάννης με τα λόγια του: «Ο Ιησούς ως είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους συνελθόντας… ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν… και εδάκρυσεν» (Ιωάν. 11, 33-35).

Πως εξηγείται από τους μεταφραστές το «ενεβριμήσατο» είναι πολύ ενδιαφέρον. «Ο  Ιησούς όταν είδε την Μαρία να κλαίει μαζί με τους Ιουδαίους που ήρθαν μαζί της να κλαίουν και αυτοί, επέπληξε το εσωτερικόν της ψυχής του συγκρατών την συγκίνησή του και αντέδρασε εντόνως επιβαλλόμενος επί του εαυτού του» μεταφράζει ο Παναγιώτης Τρεμπέλας στην απλή καθαρεύουσα. Και λίγο πιο κάτω επαναλαμβάνει: «Ο Ιησούς ενώ πάλι επέπληττε μέσα του την συγκίνησή του για να συγκρατήσει αυτή, ήλθε εις το μνημείον» (Ιωάν. 11, 38).

Τι περίπου προσπαθεί ο Απόστολος Ιωάννης να μας περιγράψει για την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρέθηκε ο Ιησούς μπροστά στον θρήνο της Μάρθας και της Μαρίας και των άλλων συγγενών και φίλων της οικογένειας και μπροστά στον τάφο όπου ήταν κατεβασμένος στο βάθος ενός λαξευμένου βράχου αρκετά ψηλά για όποιον έχει επισκεφθεί το μέρος στο χωριό Βηθανία.

Το «ενεβριμήσατο» είναι μέσος αόριστος παραγόμενος από το ρήμα εμβριμάομαι εμβριμώμαι που σημαίνει δυσανασχετώ, δυσφορώ, γογγύζω, κατηγορώ με δριμύτητα, επικρίνω, μέμφομαι και μεταγενέστερα  προστάζω με εξουσιαστικό ύφος. Ο όρος έχει παρθεί από το χρεμέτισμα του αλόγου, σημαίνει ρωθωνίζω μετά μανίας.

Το συγκεκριμένο ρήμα χρησιμοποιείται από τον Ευαγγελιστή επίτηδες για να τονίσει την έντονη συγκινησιακή φόρτιση του Ιησού, εντελώς ανθρώπινη αντίδραση. Το ότι οι μεταφραστές προσθέτουν «επέπληξε τον εαυτόν του» είναι δηλωτικό ότι θέλουν να εμφανίσουν την παρουσία της θείας φύσης η οποία τον οδηγεί να ελέγξει την συγκίνησή του και να μην πάρει διαστάσεις θρήνου και κοπετού τόσο μεγάλου ώστε να ξεπεράσει την βαθύτερη πραγματικότητα την οποία μόνο ο Ιησούς κατέχει σαν Υιός του Θεού. Το ότι ο Λάζαρος ακόμη κι αν είναι τετραήμερος, και το σώμα του βρωμάει λόγω της φυσικής αναμενόμενης σήψης, η πνευματική του οντότητα ζει και δεν πεθαίνει ποτέ. Η αντίδραση του Ιησού στο πένθος και το χαμό ενός αγαπημένου φίλου όπως ο Λάζαρος είναι εντελώς διαφορετική από του μέσου ανθρώπου. Οι περσότεροι άνθρωποι όταν αντιμετωπίζουν το θάνατο τον βλέπουν σαν οριστικό, μόνιμο και μη αναστρέψιμο. Γι’ αυτό ο πόνος και ο θρήνος τους είναι υπερμεγέθης, αβάσταχτος, παίρνει διαστάσεις κατάθλιψης και ξεπερνάει τα όρια. Για τον Ιησού που γνωρίζει πως ο θάνατος δεν είναι το τέλος αλλά μια στάση και αφετηρία προς διαφορετική μορφή ζωής που συνεχίζεται σε άλλο επίπεδο, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο η θεία φύση Του συγκρατεί την ανθρώπινη, γιατί γνωρίζει την αθανασία της ψυχής και την τελική ανάσταση των σωμάτων στην ημέρα της Κρίσης. Έτσι ο Λάζαρος «Περιβεβλημένος τα σπάργανα, έξελθε και τα εντάφια περικείμενος»[1].

Με την πράξη αυτή ο Χριστός θέλει να καταστήσει τους Ιουδαίους και όλους τους παρόντες που βρίσκονται στην πολίχνη της Βηθανίας, μάρτυρες αυτού του γεγονότος· ότι δηλαδή αυτό το θαυμαστό γεγονός δεν είναι κάτι το προσποιητό, ούτε απλώς μια φαντασία, αλλά ένα μέγιστο θαύμα. Γιατί Εκείνος ο Οποίος θα ανήστατο από των νεκρών, μετά το εκούσιο πάθος Του, θα προήγειρε τον τετραήμερο, κατά την έκφραση πάλι του Αγίου Ανδρέα Επισκόπου Κρήτης. Και προσθέτει : «ίδωσιν χείρας δεδεμένας και πόδας και όψεις κεκαλυμένας και μη απιστήσειαν Ιουδαίοι τω θαύματι»[2].

Κι όπως ο Τριαδικός Θεός με τον δημιουργικό Του λόγο «είπε και εγεννήθησαν, αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν»[3], αυτός που κατά την έκφραση της Αγίας Γραφής είπε : «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ομοίωσιν»[4], έτσι και τώρα μας διδάσκει πως με τη δεσποτική αυτή φωνή «εν ριπή παν το πλάσμα ψυχούται… η πνοή έρχεται στα ρουθούνια… οι φλέβες είναι γεμάτες αίμα, η φωνή στο φάρυγγα, στα αυτιά ο λόγος, η όραση στους οφθαλμούς, η όσφρηση επί χώρας, η βάδιση κατά τη φύση και όλο το σκήνος ήταν πλήρως εμψυχωμένο»[5]. Γιατί απλούστατα «όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις».

Και τότε, και σήμερα και πάντοτε θα ισχύουν αυτά για εκείνον ο οποίος πιστεύει ακράδαντα στην παντοδυναμία του Θεού, αφού ο Χριστός «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας των αιώνων».

Μέσα στη λειτουργική ορολογία, το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαϊων είναι η «έναρξη της πορείας προς την Σταύρωση».

Η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής, αφού από την Κυριακή ξεκινά η Μεγάλη Εβδομάδα με την δική της νηστεία, είναι η τελική αποκάλυψη του νοήματος της Μεγάλης Σαρακοστής που είναι η μετάνοια, η νηστεία από την αμαρτία, η χαρμολύπη και η επαναβίωση του λατρευτικού στοιχείου της Εκκλησίας!

Ας φροντίσουμε να μην χάσουμε τα όσα έχει να μας προσφέρει και αυτήν την Εβδομάδα η Εκκλησία μας ξεφεύγοντας από επιπόλαιες και ανυπόστατες συμβουλές, αμφισβητήσεις και λογικά επιχειρήματα γύρω από την Λατρευτική μας ζωή. Αρκεί να δει ο επισκέπτης κανείς πόσο βαθιά στα έγκατα του βραχώδους λόφου ήταν θαμμένος ο Λάζαρος για να διαπιστώσει την πραγματοποίηση του αδυνάτου, της ανάστασής του.

Σε τόσο βάθος βρισκόταν το σώμα του νεκρού Λάζαρου

 

Επίκαιρος και εύστοχος όπως πάντα ο λόγος του π. Μωυσέως του Αγιορείτου για τις Άγιες Αυτές και Μεγάλες Ημέρες. «Πάντα τη Μεγάλη Παρασκευή, να ’σαι μόνος σαν το Χριστό προσμένοντας το τελευταίο καρφί, το ξύδι, τη λόγχη. Τις ζαριές ν’ ακούς ατάραχα στο μοίρασμα των υπαρχόντων σου, τις βλαστήμιες, τις προκλήσεις, την αδιαφορία. Πριν την Παρασκευή δεν έρχεται η Κυριακή, τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων της Μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας. Μην ξαφνιαστείς, μη φοβηθείς στ’ απρόσμενο σουρούπωμα.

Οι μπόρες του ουρανού δε στερεύουν. Η ξαστεριά θα ’ρθεί το Σαββατόβραδο. Τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων της μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας».

Και κάτι από τη ζωή του αναστημένου θνητού:

Ο Λάζαρος ο επονομαζόμενος και Δίκαιος ή Τετραήμερος, αρρώστησε βαριά και πέθανε, σε ηλικία μόλις 30 χρονών (Ιωάννου ια’ 1-44).

Κατά την Καινή Διαθήκη, οι αδελφές του ειδοποίησαν τον Ιησού ο οποίος βρισκόταν στη Γαλιλαία ότι ο φίλος του ασθενεί βαρέως.

Στους μαθητές του είπε ότι ο φίλος του κοιμήθηκε και ότι θα μεταβεί στη Βηθανία για να τον ξυπνήσει. Όταν έφθασε στη Βηθανία με τους μαθητές του, η Μαρία του παραπονέθηκε ότι αν ερχόταν εγκαίρως δεν θα πέθαινε ο αδελφός της.

Ο Ιησούς δάκρυσε και ζήτησε να τον οδηγήσουν στον τάφο -ένα σπήλαιο φραγμένο με πέτρα βαριά. Παρότι προειδοποιήθηκε ότι, η οσμή θα ήταν ανυπόφορη, περίμενε να ανοίξει η είσοδος του τάφου και υψώνοντας φωνή μεγάλη είπε: «Λάζαρε δεύρο έξω!».

Ο Χριστός ανάστησε τον Λάζαρο τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατό του -εξού και ο χαρακτηρισμός «Τετραήμερος». Αλλά και έξι ημέρες πριν τον δικό του θάνατο επί του σταυρού.

Η λαϊκή παράδοση θέλει τον Λάζαρο σκυθρωπό και αγέλαστο μετά την Ανάστασή του. Μάλιστα, δικαιολογεί τη θλίψη του αυτή στα όσα είχε δει κατά την τετραήμερη παραμονή του στον κόσμο των νεκρών.

Οι ίδιες παραδόσεις αναφέρουν ότι γέλασε μόνο μία φορά, όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο αγγείο και σχολίασε αποφθεγματικά: «το ένα χώμα κλέβει το άλλο».

Τι απέγινε ο Λάζαρος μετά την Ανάσταση

Όπως ήταν φυσικό, το θαύμα της εγέρσεως του Λαζάρου εξέγειρε τους Ιουδαίους και «εβουλεύσαντο οι αρχιερείς, ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν» (Ιωάννης. ιβ΄ 9-11), καθότι ήταν το ζωντανό τεκμήριο του θαύματος. Έτσι ο Άγιος διωκόμενος από τους Ιουδαίους καταφεύγει στη νήσο Κύπρο, όπου τον συναντούν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας και τον χειροτονούν πρώτον επίσκοπο Κιτίου.

Το αρχαίο Κίτιο, η πόλη του φιλοσόφου Ζήνωνος είχε τη μεγάλη τιμή να ευαγγελισθεί το λόγο της Αληθείας όχι από έναν απλό εργάτη του Ευαγγελίου αλλά από ένα προσωπικό φίλο του Κυρίου. Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο επίσκοπο Κωνσταντίας της Κύπρου (367-403), ο δίκαιος Λάζαρος έζησε άλλα τριάντα χρόνια μετά την έγερσή του. «Εν παραδόσεσιν εύρομεν ότι τριάκοντα ετών ήταν τότε ο Λάζαρος ότε εγήγερται, μετά δε το αναστήναι αυτόν άλλα τριάκοντα έζησε, και ούτω προς Κύριον εξεδήμησε κοιμηθείς».

Ευαγγελάτος Γεώργιος

Με πληροφορίες από dogma.gr

Πηγή:  Ι.Ν. Αγίου Νικολάου του νέου, Θηβών

[1] ο.π. 980C

[2] αυτόθι

[3] Ψαλμ. 32,9

[4] Γεν. 1,26

[5] Αγίου Ανδρέα Κρήτης, ο.π. 981C

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>