«Ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ, ήταν μυθικό πρόσωπο»

Ο ιστορικός συγγραφέας Μιχαήλ Πόλκοβιτς υποστηρίζει ότι δεν βρήκε ούτε μια αναφορά στον Χριστό σε κείμενα 126 συγγραφέων που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια ή μετά τη Σταύρωση. Και όπως καταλήγει ο Πόλκοβιτς, ο Χριστός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εφεύρεση των Χριστιανών, μια μυθική φιγούρα που δημιουργήθηκε για να τη λατρεύουν!

Ο Πόλκοβιτς έχει αναπτύξει τη θεωρία του σε άρθρο στο Free Inquiry με τίτλο «The Fable of the Christ» αλλά και στο βιβλίο «No Meek Messiah», όπου τονίζει πως δεν υπάρχουν αποδείξεις για τον Ιησού σε ιστορικά κείμενα.

«Ο Ιησούς ήταν δημιούργημα των Ρωμαίων»

Σύμφωνα με τον Πόλκοβιτς και οι 126 συγγραφείς, στα έργα των οποίων «έψαξε» τον Ιησού δεν υπάρχει καμία αναφορά σε Εκείνον. «Όλοι τους θα έπρεπε να έχουν ακούσει για τον Ιησού. Και ο Παύλος και ο Μαρκίων και ο Αθηναγόρας και ο Ματθαίος (…) οι αντικρουόμενες ιστορίες της Βίβλου, τα μυστήρια και οι παραλείψεις, με κάνουν να πιστεύω ότι ο Χριστός ήταν ένα μυθικό πρόσωπο».

Ο Πόλκοβιτς θεωρεί «απόδειξη» των όσων λέει ακόμη και το γεγονός πως δεν υπάρχει κανένα κείμενο γραμμένο από τον ίδιο τον Ιησού.

Ο ιστορικός συγγραφέας θεωρεί ότι ο Χριστός ήταν ένας… αστικός μύθος, «πιθανόν σαν τους ευαγγελιστές και τους περιπλανώμενους ραβίνους που μπορεί να υπήρχαν».

Στα κείμενα από τον πρώτο μέχρι τον τρίτο αιώνα, ο Πόλκοβιτς βρήκε μόνο μια αναφορά, σε ένα βιβλίο που είχε γράψει ο Ρωμαίος ιστορικός Τζόζεφους Φλάβιους με τίτλο «Οι Εβραϊκοί Πόλεμοι». Αλλά και εκεί, ο Πόλκοβιτς θεωρεί ότι η αναφορά στον Χριστό εντάχθηκε από άλλους, αργότερα.

Ακόμη και στη Βίβλο, ο Πόλκοβιτς υποστηρίζει ότι ο Παύλος δεν αναφέρεται ποτέ στον Ιησού σαν πραγματικό πρόσωπο. «Ο Παύλος δεν γνωρίζει για την Παρθένο, ούτε για τη γέννηση του Ιησού, τα γεγονότα της ζωής του, την προδοσία, τη δίκη και τα Θεία Πάθη. Δεν γνωρίζει ούτε πότε ούτε που έζησε ο Ιησούς και θεωρεί τη Σταύρωση μεταφορική», γράφει.

Πηγή: Daily Mail

Απάντηση : Ούτε εγώ γνωρίζω τον κο Μαικλ Πόλκοβιτς άρα δεν υπάρχει…

Καϋμένε Πόλκοβιτς πόσοι σαν εσένα υπήρξαν, υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν…

Αλλά ας πάρουμε το υπέροχο απολογητικό κείμενο του μεγάλου δασκάλου μου και καθοδηγητή μου στα φοιτητικά χρόνια, αείμνηστου Παναγιώτη Τρεμπέλα την περίοδο 1865-1968 όταν σπούδαζα ιατρική στο Καποδιστριακό. Τα πιο κάτω είναι αποσπάσματα από το βιβλίο του ΙΗΣΟΥΣ ΑΠΟ ΝΑΖΑΡΕΤ.

 

Παναγιώτης Τρεμπέλας Καθηγητής Θεολογίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Παν. Ν. Τρεμπέλα, Ιησούς από τη Ναζαρέτ,
έκδοση Β΄ επαυξημένη, Αθήνα 1940,σελ 19-30.

Η σπάνις των μαρτυρίων τούτων. Αληθώς αύται είναι ευάριθμοι και μεμετρημέναι. Μολονότι δε τα ουσιώδη στοιχεία του βίου του Ιησού και των αρχών της Εκκλησίας Αυτού εκπηδώσιν εις χαρακτήρας αρκούντως ευκρινείς από των μαρτυριών τούτων, εν τούτοις η σπάνις αυτών είναι εξόχως αισθητή. Οσονδήποτε όμως αξιοπερίεργος και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως η σιγή αυτή των μη χριστιανικών συγγραφέων περί του Ιησού, εν τούτοις προσεκτικωτέρα των πραγμάτων εξέτασις παρουσιάζει την σιγήν ταύτην όλως φυσικήν, το αληθώς δε περίεργον εν προκειμένω τυγχάνει ουχί το ευάριθμον των μαρτυριών τούτων αλλά το πώς οι σύγχρονοι μη χριστιανοί συγγραφείς έκριναν το έργον του Ιησού άξιον μνείας τινός, έστω και περιωρισμένης. Ιδού δε διατί.

Πρωτίστως δεν πρέπει να λησμονήται, ότι αι θρησκευτικαί εν γένει υποθέσεις ήκιστα προεκάλουν το ενδιαφέρον των φιλοσόφων και της λογίας εν γένει τάξεως της εποχής εκείνης, καθ΄ ην ενεφανίσθη ο Χριστιανισμός. Οι διανοούμενοι τότε εθεώρον κατά τον Γίββωνα (1) πάσας τας θρησκείας ως εξ ίσου ψευδείς· και ενδέχεται μεν εξωτερικώς να συνεμορφούντο προς τας αξιώσεις των, εσωτερικώς όμως δεν είχον απλώς κλονισθή, αλλ” ηπίστουν εξ ολοκλήρου προς αυτάς. Εντεύθεν η προσοχή των αρχαίων ιστορικών, ως παρατηρεί ο Ηettinger (2), προσειλκύετο κυρίως υπό των πολιτικών γεγονότων, ετάσσοντο δ” υπ” αυτών εις δευτερεύουσαν όλως μοίραν τα φαινόμενα της Ιστορίας του Πολιτισμού.

Αλλ” εάν πάσα θρησκεία εκίνει την αδιαφορίαν των συγγραφέων εκείνων, η θρησκεία των Ιουδαίων προυκάλει πλέον τι, την αποστροφήν και την περιφρόνησιν αυτών. Διότι δια τους πλείστους των ανθρώπων του καιρού εκείνου ο μεν Θεός των Ιουδαίων ήτο ον τι παράδοξον, ακατανόητον και όλως ξένον, οι δε Ιουδαίοι απετελούν λαόν μισητόν, κινούντα μεταξύ των εθνικών την περιφρόνησιν και την έχθραν. Κατά φυσικήν συνέπειαν λοιπόν και η χριστιανική θρησκεία, η εν τοις κόλποις του Ιουδαϊσμού γεννηθείσα και ως αίρεσίς τις κατ” αρχάς εκληφθείσα, δεν ήτο δυνατόν να προκαλέση την προσοχήν και το ενδιαφερον των εθνικών συγγραφέων. Τοσούτω δε μάλλον, όσω αιρέσεις Ιουδαϊκοί κατά την εποχήν της εμφανίσεως του Χριστιανισμού είχον αναπτυχθή πλείσται, αιτίνες δια των φατριαστικών ερίδων, δια των παραδόξων μορφών των, δια των αποκρουστικών συνηθειών των και τελετών των καθίσταντο ανίκανοι να διεγείρωσι σοβαρώς το ενδιαφέρον παντός ειδωλολάτρου παρατηρητού. (3)

Άλλως τε καθ” εαυτήν η υπόθεσις του χριστιανικού κηρύγματος ενωρίτατα, ως μαρτυρεί ο θείος Παύλος, απέβη «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία». Δια τους εθνικούς συγγραφείς κατά τα πρώτα έτη, όταν ο Χριστιανισμός δεν είχεν ακόμη εμφανισθή ως κίνησις ήτο απλούστατα νεαρός τις Ιουδαίος, φονευθείς υπό των συμπολιτών αυτού, ως τόσοι άλλοι Ιουδαίοι, ευγενείς και ευπατρίδαι, όσοι κατά χιλιάδες εσφάγησαν υπό του Ηρώδου και των διαδεξαμένων αυτόν Ρωμαίων επάρχων (4). Σιγώσιν ούτοι περί του Θευδά, περί Ιούδα του Γαυλωνίτου, περί του Ματθίου Μαργαλώθ, οι οποίοι, σύγχρονοι σχεδόν του Ιησού, διεξεδίκησαν την δόξαν του Μεσσίου και στραφέντες κατά της Ρωμαϊκής εξουσίας συνετρίβησαν υπ” αυτής. Η σιγή δε αυτή των εθνικών συγγραφέων περί των ψευδομεσσιών τούτων δεν εκλπήττει ημάς, ουδέ κινεί την απορίαν ημών. Αλλά διατί τότε απορούμεν, εάν οι αυτοί συγγραφείς δεν επέδειξαν ουδέν ενδιαφέρον και περί Ιησού; Μήπως και ο Ιησούς δεν θα εξαλαμβάνετο εν τη αρχή υπό των μακράν του Ιουδαϊσμού ισταμένων εθνικών συγγραφέων ως στασιαστής ή θερμοκέφαλος τις και παραδοξολόγος, όστις εις διάστασιν οξείαν προς τους ομοεθνείς του περιέλθων εσταυρώθη υπό τούτων και συνετρίβη υπό της Ρωμαϊκής εξουσίας;

Βεβαίως ημείς σήμερον, εξ υστέρων κρίνοντες εν εποχή καθ” ην εσημειώθησαν ήδη εν τω βίω της ανθρωπότητος αι κολοσσιαίαι συνέπειαι του Χριστιανισμού, διατελούμεν υπό το κράτος της ισχυράς εντυπώσεως, την οποίαν προκαλεί εις το πνεύμα ημών η τεράστια αύτη μεταβολή. Και οιονεί φανταζόμεθα, ότι ο κολοσσός αυτός της δυνάμεως επεφάνη εξ αρχής, οίον βλέπομεν ημείς τούτον, ωσεί κατέπεσεν εξ ουρανού αιφνιδίως μεγαλοπρεπές τούτο όρος, το καταλαβόν την οικουμένη άπασαν, ερρίφθη εις την γην ως λίθος τις, μικρός το κατ” αρχάς, θαυμασίαν αλλ” αφανή εγκλείων δύναμιν. Δεν ενεφανίσθη ο Χριστιανισμός ως βίαιης τινός δυνάμεως ώθησις, ως κεραυνοβόλου τινός ανατροπής σφοδρόν πλήγμα, ώστε να καταστή εις πάντας αισθητή η εμφάνισις αυτού. Μάλλον η αθορύβως, αλλ” ασφαλώς συντελουμένη ζύμωσις, η ξένη προς τας θορυβώδεις εκρήξεις, η σιγηλώς αφομοιούσα το όλον φύραμα προς την τεθείσαν εν αυτώ ζύμην, δύναται να χρησιμεύση ως εικών ακριβέστατα διαζωγραφούσα την πρώτην του χριστιανισμού εμφάνισιν και εκδήλωσιν. Ποιος λοιπόν θα υπόπτευεν εξ αρχής την τοιαύτην επέκτασιν της νέας θρησκείας και ποίους θα ηδύνατο να προϋπολογίση τας τεράστιας συνέπειας, τας οποίας θα εσημείωνεν εις την ιστορίαν του κόσμου η εμφάνισις αυτής;

Εις ταύτα θα ηδύνατο να προστεθή, ότι τα τότε μέσα της επικοινωνίας και συγκοινωνίας δεν ήσαν τα μέσα του αιώνως του ατμού και του ηλεκτρισμού και του ραδιοφώνου, αλλ” αι φήμαι ή αι ειδήσεις και αι περί γεγονότων επισυμβάντων πληροφορίαι, απήτουν μήνας ολοκλήρους να μεταδοθώσιν από της μιας επαρχίας εις την άλλην, πολύ δε περισσότερον χρόνον όπως εξελεγχθώσι και διαπιστωθώσιν ιστορικώς (5).
Και ταύτα μεν όσον αφορά εις εκείνους εκ των εθνικών συγγραφέων, οίτινες υπό την άμεσον επιρροήν του ειδωλολατρικού πνεύματος διατελούντες και μη κατορθώσαντες να χειραφετηθώσιν αυτού περιεφρόνησαν εις το τέλος την μωρίαν του ευαγγελικού κηρύγματος. Αλλ” αναμφιβόλως υπήρξαν και πλείστοι εκ των διανοουμένων της εποχής εκείνης, οίτινες μετά της εμπρεπούσης προσοχής εξήτασαν τον Χριστιανισμόν και τας περί του ιδρυτού αυτού αφηγήσεις. Οι συγγραφείς ούτοι είτε εκ του Ιουδαϊσμού, είτε εκ του εθνισμού ορμώμενοι, ηχμαλωτίσθησαν από το υπερφυές κάλλος του Ιησού Χριστού και εγένοντο χριστιανοί. Τοιούτοι δ” υπήρξαν Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς, ο Κοδράτος, ο Αριστείδης, ο Μιλτιάδης, ο Μελίτων, ο Αθηναγόρας και άλλοι, των οποίων αι περί Χριστού και Χριστιανισμού μαρτυρίαι δύνανται να λογισθώσιν ως μαρτυρίαι εκ του εθνικού ή Ιουδαϊκού κόσμου.

Και αι μαρτυρίαι αύται είναι τοσούτω μάλλον αξιολογώτεραι, όσω παρέχονται και εν Απολογίαις, τας οποίας ούτοι απηύθηναν προς τους αυτοκράτορας και αι οποίαι προσέλαβον την μορφήν ούτως ειπείν προκλήσεως προς τον εθνικόν κόσμον. Ως ορθώς παρατηρεί ο De la Boullaye (6), οποίον έπρεπε να είναι το θάρρος των συγγραφέων τούτων, οι οποίοι σαρκάζοντες ανοικτιρμόνως τους ασταθείς μύθους του εθνισμού, προέβαλλον τα χριστιανικά γεγονότα, ως λάβοντα χώραν ουχί αφανώς, αλλά δημοσία, χωρίς να φοβώνται δια την εξέλιξην αυτών υπό το πλήρες φως.
Μετά τας εξηγήσεις ταύτας τας χρησίμους, όπως εξηγηθή η περί του Ιησού σιγή των μη χριστιανών συγγραφέων, ερχόμεθα να εξετάσωμεν μίαν εκάστην εκ των ημάς περισωθεισών ευάριθμων μαρτυριών των συγγραφέων τούτων.

α΄) Αι εκ του Ιουδαϊσμού μαρτυρίαι.

  • Πρώτης μνημονεύομεν της μαρτυρίας του Ιωσήπου (7), ήτις αποτελεί και την αρχαιότεραν περί Ιησού μαρτυρίαν των μη χριστιανών συγγραφέων (8). Την μαρτυρίαν ταύτην αποτελεί χωρίον του Ιωσήπου, εν τω οποίω εκφράζεται πλήρως η περί του Ιησού πίστις της πρώτης εν Ιεροσολύμοις Εκκλησίας. Νομίζει τις, ότι ο παρέχων την μαρτυρίαν ταύτην δεν είναι Ιουδαίος τις εκ των μη πιστευσάντων, αλλά μάλλον χριστιανός τις αναγνώριζων τον Εσταυρωμένον ως Χριστόν και Σωτήρα. Ακριβώς δι” αυτό και κατά τους τελευταίους αιώνας ηγέρθησαν αμφισβητήσεις και αμφιβολίαι περί της γνησιότητας του χωρίου τούτου. Μολονότι το χωρίον εμπεριέχεται εις πάντα τα εις ημάς περισωθέντα χειρόγραφα της Ιουδαϊκής αρχαιολογίας του Ιωσήπου, εν τούτοις υπήρξαν πολλοί, οίτινες ισχυρίσθησαν, ότι τούτο αποτελεί παρεμβολήν νόθον παρεισαχθείσαν υπό χριστιανής χειρός.

Αλλ” ότι μεν το χωρίον παρενεβλήθη ολόκληρον εις το κείμενον του Ιωσήπου υπό χειρός τρίτης, αποτελεί υπόθεσιν μάλλον αστήρικτον. Διότι δεν εξηγείται, πως κατωρθώθη να νοθευθώσι πάντα τα χειρόγραφα και δεν περιεσώθη, έστω και εν, μαρτυρούν την συντελεσθείσαν νοθείαν (9). Έπειτα ο Ιώσηπος μνημονεύει εις άλλα χωρία της Αρχαιολογίας αυτού (XVIII,5,2. XX, 9,1) του θανάτου Ιωάννου και Ιακώβου ομίλων, μνημονεύων δε και Ιησού του λεγόμενου Χριστού, θα εσίγα ολοτελώς και δεν θα εποιείτο και ειδικόν λόγον περί του Ιησού.

Αφ” ετέρου όμως προβάλλεται κατά της αυθεντικότητος της μαρτυρίας ταύτης πρώτον μεν, ότι η εν αυτή φράσις «ο Χριστός ούτος η ν» υποδηλοί, ότι ο Ιώσηπος επίστευεν εις την μεσσιανικήν ιδιότητα του Ιησού, τουθ” όπερ αντιλέγεται υπό του Ωριγένους (10), βεβαιούντος ρητώς, ότι ο Ιώσηπος δεν επίστευεν· έπειτα δε ότι ουδείς των χριστιανών μνημονεύει της μαρτυρίας ταύτης, ούτε ο Ιουστίνος, ούτε ο Τερτυλλιανός, ούτε Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ούτε ο Ωριγένης, ενώ η σημασία αυτής ως απολογητικού τεκμηρίου θα ήτο ανυπολόγιστος. Πρώτος μνημονεύει ταύτης ο Ευσέβιος (11). Όσον δ” αφορά εις την παρατήρησιν, ότι αναφέρεται η μαρτυρία εις πάντα τα εις ημάς περισωθέντα χειρόγραφα του Ιωσήπου, θα ηδύνατο ν” αντιταχθή τούτο μεν ότι ουδέν εκ τούτων ανάγεται εις χρόνους πολύ παλαιούς, τούτο δε ότι δεν ευρίσκεται το χωρίον εις την αυτήν θέσιν εις πάντα τα χειρόγραφα ταύτα. Η πολιτική εξ άλλου στάσις, ην έλαβεν ο Ιώσηπος προσδεθείς εις το άρμα της Ρώμης και επιμελώς δια τούτο αποφυγών πάντα υπαινιγμόν, αναφερόμενον εις τας μεσσιανικάς ελπίδας του Ισραήλ, δημιουργούσας εθνικά ιδεώδη παρά τούτω αντιτιθέμενα προς την κοσμοκρατίαν της Ρώμης, εξηγεί πλήρως και ολοτελή επί του προσώπου του Ιησού χριστού σιγήν του Ιωσήπου (12). Την μεσάζουσαν εν τούτοις γνώμην (13), καθ” ην εις το χωρίον τούτο παρεισήχθησαν έπειτα υπό χριστιανικής χειρός και φρασίδια τίνα, και τούτο πάλιν δια λόγους κυρίως εσωτερικούς δεν δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως όλως απίθανον.

Παραθέτομεν το χωρίον, εγκλείοντες εντός αγκυλών τας φράσεις εκείνας, αίτινες πιθανώς παρεισήχθησαν μεταγενεστέρως.

«Γίγνεται δε κατά τούτων τον χρόνον Ιησούς, σοφός ανήρ [ ει γε άνδρα αυτόν λέγειν χρη· ην γαρ παραδόξων έργων ποιητής, διδάσκαλος ανθρώπων των ηδονή τ” αλήθη δεχομένων]· και πολλούς μεν Ιουδαίους, πολλούς δε και από του Ελληνικού επηγάγετο. [ Ο Χριστός ούτος ην] Και αυτόν, ενδείξει των πρώτων ανδρών παρ” ημίν σταυρώ επιτετιμηκότος Πιλατίου, ουκ επαύσαντο οι το πρώτον αυτόν αγαπήσαντες·
[εφάνη γαρ αυτοίς τρίτης έχων ημέραν πάλιν ζων, των θείων προφητών ταύτα τε και άλλα μυρία θαυμάσια περί αυτού ειρηκότων] εισέτι τε νυν των Χριστιανών από τούδε ωνομασμένων ουκ επέλιπε το φύλον (14)

Ούτω λοιπόν ο Ιώσηπος εν συνδυασμώ και προς άλλα δύο χωρία της αρχαιολογίας αυτού δεν επιβεβαιοί απλώς την ιστορικήν ύπαρξιν του Ιησού Χριστού, αλλά προσεπικουρεί και άλλα κεντρικά σημεία της ευαγγελικής ιστορίας, την ιστορικήν δηλαδή ύπαρξιν Ιωάννου «του επικαλουμένου Βαπτιστού» και τον υπό του Ηρώδου μαρτυρικόν θάνατον αυτού, καθώς και την ιστορικήν ύπαρξιν Ιακώβου του αδελφοθέου, τον οποίον η ιστορία της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας παρουσιάζει ως ένα εκ των δοκούντων στύλων είναι. Και αν δ” έτι δεν ηθέλομεν λάβει ουδαμώς υπόψη το περί Ιησού Χριστού ειδικόν χωρίον του Ιωσήπου, θα ήρκουν τα περί Ιωάννου και Ιακώβου ομιλούντα χωρία να χρησιμεύσωσιν ως μαρτυρία και περί του Ιησού και των Μεσσιανικών αυτού αξιώσεων.

  • Μαρτυρίας περί του Ιησού Χριστού έχομεν και εκ της Ραββινικής φιλολογίας (15) και μάλιστα εκ του Ταλμούδ (16).

Εις το Ταλμούδ γίνεται λόγος περί θαυμασίων ιάσεων, τας οποίας εν ονόματι του Ιησού Χριστού επετέλεσαν Ιάκωβος τις, τον οποίον, χριστιανόν όντα, εγνώρισεν εν Σεπφώριδι
της Γαλιλαίας ο ραββίνος Ελιέζερ· ωσαύτως περί προτάσεως γενομένης υπό χριστιανού τίνος εις ανεψιόν ονομαστού ραββίνου, όστις είχε δηχθή υπό όφεως, του να θεραπεύση τούτον δια της επικλήσεως του ονόματος του Χριστού· και περί δικαστού τινός, υπό των Ρωμαίων διωρισμένου, προφανώς χριστιανού, όστις εις τον περί της πατρικής κληρονομιάς προς την αδελφήν αυτού ενδιαφερόμενον ραββίνον Γαμαλιήλ Β΄ επέδειξε το χωρίον του Ματθαίου, εν ω λέγεται, ότι ο Χριστός « ουκ ήλθε καταλύσαι τον νόμον, αλλά πληρώσαι» (17)

Αι αφηγήσεις αύται του Ταλμούδ ενέχουσιν αρκούντως σοβαράν σημασίαν, διότι πάσαι ανάγονται εις τα τέλη του πρώτου και αρχάς του δευτέρου αιώνος. Ο ραββίνος Ελιεζέρ, προς ον σχετίζεται η πρώτη αφήγησις, είναι γυναικάδελφος, άρα δε και σύγχρονος του Ραββίνου Γαμαλιήλ του Β΄, εις ον αφορά η Τρίτη αφήγησις. Είναι δε ο Γαμαλιήλ ούτος εγγονός Γαμαλιήλ του Α΄, όστις ετιμωρήθη περί το 70 μ.χ, ως συμμέτοχος της επαναστάσεως. Δηλαδή αι αφηγήσεις αύται αναφέρονται εις χρόνους συμπίπτοντας μεταξύ του 90 και 110 μ.χ. Η δε είδησις της δευτέρας αφηγήσεως συμπίπτει περίπου προς το έτος 130 μ.χ. Ούτως οι κατ” αυτά τα τέλη του πρώτου αιώνος ακμάσαντες ραββίνοι γνωρίζουσι το πρόσωπον του Ιησού Χριστού, τινές δ” εξ αυτών και αγαθά περί αυτού εφρόνουν.

Yπάρχει όμως και η περί Ιησού Χριστού εχθρική Ιουδαϊκή παράδοση (18), η εις μεταγενέστερους πως χρόνους αναγομένη και εν τη οποία δια συκοφαντικών υπαινιγμών και χαρακτηρισμών κατεβλήθη φροντίς, ίνα διασυρθή και εξευτιλισθή ο Ιησούς Χριστός. Κατά την παράδοσιν ταύτην ο Ιησούς Χριστός εγεννήθη ουχί δια νομίμου γάμου, αλλ” εκ πορνείας, καθώς λέγουσιν οι πρεσβύτεροι του λαού των Ιουδαίων εις τα Acta Pilati (19). Η Γεμάρα μνημονεύει της εν τω ιερώ συνδιαλέξεως του Ιησού, ότε ήτο δωδεκαετής, της οποίας όμως διαστρέφει τον χαρακτήρα, παρουσιάζουσα αυτήν ως πράξιν υπερβαλλόντως ασεβή προς τους πρεσβυτέρους (20). Ωσαύτως κατά το Ταλμούδ ο Ιησούς εξέμαθε την μαγείαν εν Αιγύπτω πλησίον του διδασκάλου του Ραββίνου Josua και κατέστη ούτω μάγος, διαφθορεύς και γόης των Ισραηλιτών (21). Δια της μαγείας ταύτης και των γοητειών του ο Ιησούς διέφθειρε τον λαόν και εποίει σημεία, τα οποία απέδιδεν εις εαυτόν, ωσεί προήρχοντο εκ της ιδίας του δυνάμεως (22). Το αποτέλεσμα ήτο την παραμονήν του Πάσχα να τιμωρηθή, διότι είχεν επιδοθεί εις την μαγείαν και τας γοητείας και διότι διήγειρε τον Ισραηλιτικόν λαόν εις το να εγκολπωθή θρησκείαν ξένην. Επειδή δε η διαγωγή του υπήρξεν αδικαιολόγητος, τον εσταύρωσαν την παραμονήν του Πάσχα (23), εκτελεσθείσης της αποφάσεως υπό του Ποντίου Πιλάτου του Ιησού άγοντος το 33 έτος της ηλικίας αυτού (24).

Τοιουτοτρόπως η Ιουδαϊκή παράδοσις, η εν τω Ταλμούδ περισωθείσα, μαρτυρεί μεν εξ ενός περί της ιστορικής υπάρξεως του Ιησού Χριστού, υπεμφαίνει δε εξ άλλου την εκτός γάμου εκ γυναικός μη συνεζευγμένης ανδρί γέννησιν αυτού, καθώς και ολόκληρον την θαυματουργόν του δράσιν. Δεν αρνείται η ιουδαϊκή παράδοσις, ότι ο Ιησούς Χριστός διενήργει θεραπείας, αλλ” αποδίδει ταύτας εις την παρέμβασιν δυνάμεων πονηρών και επαναλαμβάνει περί των θαυμάτων ό,τι και οι επί των ημερών του Ιησού πρεσβύτεροι του λαού και Φαρισαίοι, οίτινες διετείνοντο, ότι ο Ιησούς « εν τω αρχόντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (25).

β”) Μαρτυρίαι εθνικών συγγραφέων

  • Εκ των μαρτυριών τούτων πρώτην παραθέτομεν την μαρτυρίαν του Τακίτου, ολιγόστιχον και οιονεί επιγραμματικήν. Ομιλεί περί της πυρκαϊάς της Ρώμης και περί του διωγμού, τον οποίον εκ της αφορμής ταύτης εκήρυξεν ο Νέρων κατά των Χριστιανών. Δηλαδή ομιλεί περί γεγονότος επισυμβάντος μόλις τριάκοντα έτη μετά τον θάνατον του Ιησού! Το χωρίον τούτο του Τακίτου κατ” ελευθέραν αλλά πιστήν μετάφρασιν έχει ως εξής:
    αλλά και αυτήν την πόλιν (την Ρώμην). Η κοινή γνώμη κατηγόρει τον Νέρωνα ως αυτουργόν της πυρκαϊάς. Δια να κατασιγάση δε τους θρύλους τούτους ο Νέρων υπέδειξεν άλλους ως ενόχους και επέβαλλε πρωτοφανείς και μετά πολλής σκέψεως επινενοημένας ποινάς εις εκείνους, τους οποίους δια τα βδελυρά των κρύφια έργα εμίσων και κοινώς χριστιανούς εκάλουν. Δημιουργός του ονόματος υπήρξεν ο Χριστός, όστις επί της αυτοκρατορίας του Τιβερίου υπό του πραίτωρος Ποντίου Πιλάτου εις τιμωρίαν παρεδόθη. Καταπνιγείσα κατ” αρχάς η βδελυρά αυτή δεισιδαιμονία κατεπλημμύρισε πάλιν ουχί μόνον την Ιουδαίαν, ήτις υπήρξεν η κοιτίς του κακού τούτου, αλλά και αυτήν ταύτην την πόλιν (την Ρώμην).  Ήρχισαν λοιπόν το πρώτον να συλλαμβάνωσιν εκείνους, οίτινες ωμολογούντο ως χριστιανοί. Έπειτα δε τη υποδείξει τούτων πληθύς υπερμεγέθης προσώπων συνελήφθη (26).

Τοιουτοτρόπως ο Τάκιτος πληροφορεί ημάς αφ” ενός μεν περί του έτους, καθ” ο απέθανεν ο Ιησούς Χριστός επιβεβαιών εν τούτω πλήρως την ευαγγελικήν ιστορίαν, αφ” ετέρου δε μαρτυρεί περί της ραγδαίας επικρατήσεως και εξαπλώσεως της νέας θρησκείας.

  • Σύγχρονος σχεδόν τω Τακίτω υπήρξεν ο Σουετώνιος, όστις το περί των δώδεκα αυτοκρατόρων (από του Αυγούστου μέχρι του Δομητιανού) έργον αυτού συνέγραψε μεταξύ των ετών 110-120. Αναφέρει δ” ούτος, ότι μεταξύ των Ιουδαίων μεγάλη εσημειώθη ταραχή εξ αιτίας του Χριστού και ότι δι” αυτό ο αυτοκράτωρ Κλαύδιος εξεδίωξεν αυτούς από της Ρώμης (27). Το γεγονός τούτο δηλαδή εσημειώθη μόλις εἰκοσιν έτη μετά το δράμα του Γολγοθά. Αλλαχού πάλιν ο Σουετώνιος αναφέρει περί των χριστιανών, ότι εδιώχθησαν υπό του Νέρωνος λόγω των κακών των δεισιδαιμονίων (28).
  • Αναντιρρήτως σπουδαιότερα είναι επιστολή τις, την οποίαν ο Πλίνιος ο νεώτερος διοικητής της Βιθυνίας, σύγχρονος δε του Τακίτου και του Σουετωνίου, έγραψε προς τον αυτοκράτορα Τραϊανόν (29). Εξ αυτής πληροφορούμεθα περί των προόδων και των κατακτήσεων, τας οποίας εν Βιθυνία είχε σημειώσει η νέα πίστις εβδομήκοντα περίπου έτη μετά τον θάνατο του Ιησού. Εν τη προσπάθεια του να περισυλλέξη πληροφορίας ακριβείς περί των χριστιανών προέβη ο Πλίνιος εις επιμόνους ερεύνας και ανακρίσεις, το πόρισμα των οποίων υπέβαλλεν εγγράφως εις τον αυτοκράτορα Τραϊανόν δι” επιστολής του προς αυτόν. Πληροφορείται δε δι” αυτής ο αυτοκράτωρ, ότι ουδέν το αξιόποινον ανεκαλύφθη εις τους οπαδούς της νεοφανείσης θρησκείας. Συνήρχοντο μόνον ούτοι καθ” ωρισμένην ημέραν προ της ανατολής του ηλίου και ανέπεμπον ύμνον προς τον Χριστόν ως εις Θεόν. Ουδείς όμως θα ηδύνατο να κατηγορήση αυτούς δι” έγκλημα τι ή δι άλλην τινά αισχράν πράξιν ή απάτην ή αθέτησιν κυρίως, ό,τι δε παρεκίνησε τον Ρωμαίον έπαρχον να εξετάση το πράγμα, ήτο ο υπερβάλλων αριθμός των οπαδών της δεισιδαιμονίας ταύτης. «Δεν απέμεινε, λέγει, πόλις ή κώμη ή και αγρός ακόμη, εις τον οποίον να μη εισέδυσε το μόλυσμα αυτής. Οι ναοί των θεών μας ηρημώθησαν και από μακρού ήδη χρόνου δεν προσφέρονται πλέον θυσίαι εις αυτούς».
  • Ο Ιουστίνος (30) και ο Τερτυλλιανός (31) βεβαιούσιν, ότι υπήρχον εν τοις αρχείοις της Ρώμης δύο επίσημοι εκθέσεις του Ποντίου Πιλάτου αναφέροντος τα της καταδίκης και σταυρώσεως του Ιησού χριστού. Δεν φαίνεται πιθανόν οι δυο ούτοι απολογηταί να είδον ιδίοις όμμασι τα έγγραφα ταύτα, αλλ” ίσως ήκουσαν να γίνεται λόγος περί αυτών ή και υπέθετον απλώς, ότι έπρεπε να υπάρχωσι τοιαύται αναφοραί επίσημοι. Πάντως τα έγγραφα ταύτα, εάν πράγματι υπήρχον, δέον να διακριθώσει των μετέπειτα κυκλοφορήσαντων αποκρύφων υπό τον τίτλο Acta Pilati και Επιστολή Πιλάτου προς τον αυτοκράτορα Κλαύδιον, άτινα αποτελούσι ψευδεπιγράφους συγγραφάς, εν αις εκδηλούται απλώς απόπειρα προς ανασύνθεσιν των εγγράφων εκείνων (32).
  • Δεν θα έπρεπε ωσαύτως ν” αντιπαρέλθωμεν και την μαρτυρίαν των εθνικών εκείνων συγγραφέων του β΄ αιώνος, οίτινες επέκριναν τον Ιησούν. Ούτοι υπήρξαν ο νεοπυθαγόρειος Νουμήνιος (πρώτον ήμισυ του Β΄ αιώνος), ο σύγχρονος αυτού Φλέγων, δούλος απελεύθερος του Αδριανού, ο εκλεκτικός Γαληνός (δεύτερον ήμισυ του β΄ αιώνος), μάλιστα δε οι Λουκιανός και Κέλσος. Ούτοι σκώπτουσι τον Ιησούν και εκφράζονται τινες περί αυτού μετά πικράς ειρωνίας και σαρκασμών. Ουδείς όμως διανοείται να αμφισβητήση την ύπαρξίν του. Ο Λουκιανός εν τω περί Περεγρίνου τελευτής έργω του υπαινίττεται τον Ιησούν και ομιλεί περί αυτού ως περί πολύ γνωστού προσώπου, καίπερ προ πολλού θανόντος, καλεί δε αυτόν εσταυρωμένον σοφιστήν, άνθρωπον εν Παλαιστίνη σταυρωθέντα, μέγαν νομοθέτη των χριστιανών. Ο εκλεκτός δε Πλατωνικός φιλόσοφος Κέλσος εν τω συγγραμμάτι αυτού «Λόγου αληθής», όπερ, καίπερ απωλεσθέν, δυνάμεθα να ανασυντάξωμεν κατά τας κυρίας αυτού γραμμάς εκ της αναιρέσεως του Ωριγένους, παρουσιάζεται μεν παρέχων πίστιν εις τας κατά του Ιησού χονδροειδείς Ιουδαϊκάς μυθοπλασίας (33), και επιζητεί εκφυλίζων τα θαύματα του Ιησού να σκώψη και περιγελάση αυτά, ουδεμίαν όμως διάθεσιν εκδηλοί, όπως αρνηθή την ιστορικήν ύπαρξιν του προσώπου του Ιησού (34).

γ) Μαρτυρίαι αιρετικών
Παραλλήλως προς τας εκ του εθνισμού μαρτυρίας περί του Ιησού τάσσει ο De la Boullaye (35) τας μαρτυρίας των κατά τους πρώτους αιώνας του Χριστιανισμού αιρετικών. Πράγματι· η μαρτυρία τούτων ορθώς θα εχαρακτηρίζετο ως εξωεκκλησιαστική, δια τούτο δε και δεν θα ηδύνατο να παροραθή. Οι άνθρωποι ούτοι αρκούντως ανεξάρτητοι, μέχρι του σημείου ώστε να αποσυρθώσι της Εκκλησίας, πρωτότυποι, αφού εδημιούργησαν νέαν θεολογίαν και συμπαρέσυραν ικανούς μαθητάς, αρκούντως εγγύς των αρχών του Χριστιανισμού ώστε να δύνανται να εξελέγξωσι τας κεντρικάς τουλάχιστον γραμμάς του βίου του Ιησού Χριστού, δεν δύνανται να παραμερισθώσιν ως μάρτυρες της ιστορικής υπάρξεως του Χριστού. Ο Βασιλείδης εν Αλεξανδρεία περί το 120 μ.χ-140 μ.χ εκήρυττεν, ως ο Ουαλεντίνος και Ο Μαρκίων, ότι το σώμα του Χριστού ήτο απλούν φαινόμενον και ότι ο Χριστός ήτο άνθρωπος μόνον κατά δόκησιν. Και ο θάνατος λοιπόν του Ιησού Χριστού, καθώς και η ανάστασις του ήσαν ωσαύτως φαινομενικά και κατά δόκησιν. Εν τούτοις κατά την μαρτυρίαν του Ιππολύτου οι αιρετικοί ούτοι δεν ηρνούντο, ότι όσον αφορά εις τον Σωτήρα, το παν εγένετο, ως εγράφη εις τα ευαγγέλια. Δεν αρνούνται, ότι ο Ιησούς εφάνη εν μέσω των ανθρώπων καθ” ωρισμένην χρονικήν περίοδον και εσημείωσε την κατά τα ευαγγέλια σταδιοδρομίαν, ει και πάντα τα κατ” αυτόν εγένοντο κατά δόκησιν. Και ο μεν Ουαλεντίνος περί το 135-160 αναγνωρίζει την ιστορικήν αξίαν των ευαγγελιών, ο δε Μαρκίων, γεννηθείς τω 85 μ.χ και αποσχιθείς της εν Ρώμη εκκλησίας το 140, παρεποίησε μεν η και εκολώβωσε τας Γραφάς, πλην όμως παρεδέχετο το πάθος και την ανάστασιν του Ιησού, καθώς και το κήρυγμα της σωτηρίας και της δια του σταυρού απολυτρώσεως. Αι μαρτυρίαι λοιπόν των ανθρώπων τούτων καθ” όσον αφορώσιν εις την ύπαρξιν του Ιησού, δεν δύνανται να απολακτισθώσιν ως μη έγκυροι. Διότι άνθρωποι, οι οποίοι απέσεισεν το κύρος της εκκλησίας και εδημιούργησαν ιδίαν κοσμοθεωρίαν, από τι θα ημποδίζοντο ν” απορρίψωσιν ολοτελώς την περί υπάρξεως του Ιησού παράδοσιν, εάν δεν εύρισκον ταύτην επί απολύτως αδιάσειστων βάσεων εστηριγμένην;
Τοσαύτα και περί της ιστορικής υπάρξεως του Ιησού και των περι αυτής εξωχριστιανικών μαρτυριών.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Παρά Row μν. Εργ. Σελ.114
2. Apologetique σελ.409
3. Η ettinger, ενθ. Ανωτ.
4. Γρ. Παπαμιχαήλ, μν. Εργ. Σελ. 104. Πρβλ. και Πράξεων κδ΄ 19, ένθα ο Ρωμαίος ηγεμών της Παλαιστίνης Πόρκιος Φήστος εισηγούμενος την κατά του Παύλου κατηγορίαν εις τον βασιλέα Αγρίππαν, ομιλεί περί μεν του Χριστιανισμού ως περί δεισιδαιμονίας τους Ιουδαίους αφορώσης, περί δε του ιδρυτού του Χριστιανισμού ως «περί τινος Ιησού τεθνηκότος, ον έφασκεν ο Παύλος ζην».
5. Duplessy μν. Εργ. Σελ.171
6. Jesus et 1′ histoire, Conference II Paris 1926 σελ. 7. Tας απολογίας ταύτας ο De la Boullaye πολύ ορθώς εξαίρει και δια τον λόγον, ότι προερχόμεναι εκ διαφόρων σημείων της καθ” άπασαν την οικουμένην εκκλησίας, ήτοι εκ Συρίας, εξ Ελλάδος, εξ Αλεξανδρείας, εκ Ρώμης δεν αποτελούσι μόνον την ατομικήν μαρτυρίαν των εκκλησιών. Διότι εφ” όσον αι εκκλησίαι αύται απεδέχθησαν και επεδοκίμασαν αυτάς, είνε η πιστή απήχησις των ιδίων των πεποιθήσεων.
7. Ο Φίλων γεννηθείς τω 15-20 προ Χριστού και αποθανών περί το 40 μ.χ. επόμενoν ήτο να μη μνημονεύση ουδαμού των περί Ιησού, ου μόνον διότι δεν ήτο ιστορικός συγγραφεύς, αλλά και διότι δεν επρόφθασε καλώς να γνωρίση την περί τον Ιησούν κίνησιν, αποθανών άλλως τε εν χρόνοις, καθ” ους το κατά του Ιησού μίσος των ομοφύλων του ήτο ακόμη άσβεστον, έζων δε και αυτοί οι άρχοντες του έθνους του, οι θανατώσαντες τον Ιησούν.
8. Ο Ιώσηπος εγεννήθη περί το 37 μ.χ και απέθανε μεταξύ του 94 και 100.
9. Πρβλ. L, d. Grandmaison DA ένθ “ αν. Στ. 1296, εν υποσημειώσει.
10. Κατά Κέλσου I, 47 και εις τον Ματθαίον X,17
11. Εκκλ. Ιστορ. L, 11
12. Περί της σιγής ταύτης ίδε Pierre Batiffol, Le silence de Josepshe εν τω Ο rpheus et l “ Evangile Paris, 1910, σελ. 4-24. Τους υπέρ της γνησιότητος του χωρίου, καθώς και τους κατ” αυτής προσαγομένους λόγους ίδε εν Γρηγ. Παπαμιχαήλ μν. Εργ. Σελ.137-143. Την ποικίλην δε βιβλιογραφίαν, ήτις απετελέσθη εκ της περί το χωρίον τούτο ερεύνης και αμφισβητήσεως καθώς και τους συγγραφείς τους ταύτην η εκείνην την γνώμην προκρίναντας, ίδε εν Hettinger Apologetique σελ. 410-411.
13. Περί ταύτης πρβλ. G. M. Muller, Christus in Flavius Josephuw β΄ έκδ. 1895 σελ. 31-43.
14. Io υδ. ’ρχ.XViII 3, 3. Την γνησιότητα του χωρίου του Ιωσήπου υπέστηριξεν ο F.C. Burkitt εν μελέτη υπό των τίτλον Josephus and Crist δημοσιευθείση εν τοις actes du IVe Congres international d” Histore des religions tenu a Leide du 9 au 13 Septembre 1912, Leide 1913. T ην γνώμην του Burkitt υιοθέτησε και υπεστήριξεν ευφυώς ο Α. Harnack (Derjudische Geschictsshreiber Josephus und Jesus Christus εν τη Internationale Monatschrift VII, 1913 σελ. 1037 και εξής), καθώς και ο W. Barnes εν τη Contemporary Review του Ιανουαρίου του 1914. Μεταξύ των αποδεχομένων την γνησιότητα ολοκλήρου του χωρίου συγκαταλέγονται ο Hettinger και ο Godet (conferences Apologeticues III Les miracles σελ.5). Ωσαύτως και ο Ρενάν δεν αμφισβήτησε την αυθεντικότητα του χωρίου (Vie de Jesus σελ. Χ εν τη εισαγωγή)
15. Τα χωρία τα αφορώντα εις τον Xριστόν εκ της παλαιάς Ραββινικής φιλολογίας συλλεγέντα το κατ” αρχάς υπό του Heinrich Laible (Jesus Christmaw im Talmud, Berlin 1891) ανεδημοσιεύθησαν εν τη αρίστη εκδόσει του travers Herford (Christianity in Talmud and Midrash, London 1903). Μετά τούτον ο Arnold Meyer εν τω Handbuch zu den N. T Apokryphen του Ε. Hennecke (Tubingen 1904 σελ.51), εν τη μελέτη αυτού Jesus im Talmud περισυνέλεξε τα εν τω Ταλμούδ σημειούμενα εν σχέσει προς τον Ιησούν Xριστόν επεισόδια.
16. Το Ταλμούδ αποτελεί συλλογήν ογκώδη, της οποίας τα διάφορα τμήματα συνεγράφησαν διαδοχικώς εις την Αραμαϊκήν μεταξύ της εποχής, καθ” ην έζη ο Κύριος και του τέλους του ε΄ αιώνως. Αποτελείται εκ δύο μερών ήτοι της Μίσχνας= επανάληψις (του Μως. Νόμου) περατωθείσης περί το 220, και της Γεμάρας ήτις τυγχάνει ειδός τι υπομνήματος εις την Μίσχναν.
17. Γ. Παπαμιχαήλ, μν. Εργ. Δελ. 153-154
18. Ίδε παρά Ηettinger, Apologeticues σελ. 413- 415
19. Πρβλ. Testam, Τόμ. Ι, σελ. 526. Κατονομάζεται δ” εν τη Γεμάρα (Gemara Sanhedrin) και εν τοις Sohabbath της Βαβυλώνος και το όνομα του πατρός του Ιησού, όστις ήτο στρατιώτης τις Πανθήρας ονόματι. Ίσως το όνομα τούτο προέρχεται εκ παραφθοράς της ελληνικής λέξεως Παρθένος. Δηλούται εν τούτοις εν τω Ταλμούδ και το όνομα της μητρός του Ιησού. Και αλλαχού μεν η μήτηρ του Ιησού ονομάζεται Stada, αλλαχού δε Miriam αποδιδομένου εις αυτήν και του επαγγέλματος της κομμώτριας. Τούτο δε πιθανώτατα λόγω συγχύσεως της Μαρίας της μητρός του Ιησού προς την Μαρίαν την Μαγδαληνήν και λόγω παρερμηνείας της λέξεως Μαγδαλαάχ (= Μαγδαληνή, η εκ Μαγδάλων καταγομένη) ως σημαινούσης ό,τι και η λέξις μεγαδδελάχ (=κομμώτρια). Πρβλ. Herford παρά Couchud, Le mystere.. σελ.33
20. Μ assecheth galla Schoettgen, Horae Hebraicae. II, 696.
21. Gemara Sanhedrin fol. 107
22. Tract. Schabbat. Fol. 104
23. Sanhedrin fol. 43
24. Πληρεστέρας λεπτομέρειας ίδε εν R. Herford, Christianity in Talmud and Midrash, 1904 και του αυτού άρθρον Christ in Jewish literature εν Hastings Dictionary of Christ and the Gospels II 876- 878; W. Bauer, Daw Leben Jesu im Zeitalter der neutestamentlichen Apokryphen σελ. 452-486
25. Η κατά του Κυρίου, ζώντος ήδη αυτού, αρξαμένη να δημιουργήται υπό των Γραμματέων και Φαρισαίων Ιουδαϊκή μυθοπλασία ηυξήθη κατ” ολίγον δια νέων προσθήκων συνεχισθείσα και μετά τον σταυρικόν θάνατον του Κυρίου. Εντεύθεν και ο Ιουστίνος περί τα μέσα του δευτέρου αιώνος κατηγορεί τους άρχοντας των Ιουδαίων, διότι προσεπαθούν να κυκλοφορήσωσι καθ” άπαντα τον κόσμον βλασφημίας κατά του Ιησού (Διάλογος προς Τρύφωνα η΄ 117). Τα πρώτα στοιχεία της μυθιστορίας ταύτης, καταγραφέντα, ως είρηται, εις το Ταλμούδ, παρουσιάσθηκαν εν τέλει συμπεπληρωμένα εν τω κατά τον ένατο αιώνα γνωστώ κατά τας κυρίας αυτού γραμμάς εις τον Αγοβάρδον της Λυών (830 μ.χ) έργω Toledoth Jeschu (= γενεαλογίαι του Ιησού), το οποίον προυκάλεσε θόρυβον τινά διαρκούντος του μεσσαίωνος και ολίγον μετ” αυτόν. Αρχομένου του παρόντος αιώνος ο Γερμανοεβραίος Σαμουήλ Kraush επανεξέδωκεν αυτό υπό τον τίτλον: Das Leden Jesu mach judischen Quellen, 1902. A ι εν τω ευτελεί τούτω λιβέλλω αναγραφόμεναι συκοφαντικαί και εν πολλοίς γελοίαι μυθοπλαστίαι εχαρακτηρίσθησαν υπό του Meyer ως « έκρηξις ταπεινού φανατισμού, εμπαθούς σαρκασμού και χονδροειδούς φαντασίας». Αναίρεσιν των περί Ιησού μυθευμάτων του Ταλμούδ, των ενσωματωθέντων και εν τω περί ου ήδη ο λόγος έργω, εδημοσίευσεν ο καθηγητής Η. Laible εν τω έργω αυτού Jesus Christus im Talmud 1891 (β α εκδ. 1900).
26. Τ acit. Annal. XV, 38, 44 του Τακίτου το έργον εδημοσιεύθη μεταξύ του 115 και 117 μ.Χ, περιλαμβάνει δε τα γεγονότα της βασιλείας των αυτοκρατόρων Τιβερίου, Καλιγούλα, Κλαυδίου και Νερώνος.
27. Vita Claud. C. XXV: « Judaeos impulsore Chresto assidue tumultuantes Romae expulist». Ότι δε υπό το όνομα Chrestus νοεί Ο Σουετώνιος τον Ιησούν Χριστόν, είνε αναμφισβήτητον, ως ορθώς παρατηρεί ο Γ. Παπαμιχαήλ (μν. Εργ. Σελ. 17-18). Εάν επρόκειτο περί προσώπου τινός αγνώστου εις τον συγγραφέα, ασφαλώς θα ετίθετο μετά του ονόματος και η αόριστος αντωνυμία (Chresto quodam, Xρηστού τινός) Η παράλειψις λοιπόν της αορίστου αντωνυμίας αποδικνύει, ότι ο Ιησούς Χριστός ήτο πρόσωπον λίαν γνωστόν και εις τον Σουετώνιον και εις τους εθνικούς, Ο Σουετώνιος μετεγειρίσθη το οικειώτερον και ευληπτότερον όνομα Chrestus ή Χρηστός.
28. «Christiani genus hominum supersitionis novae et maleficae» (Vita Neron. XVI).
29. Plin. Epist. X, XCVI. Συνεγράφη περί το 112.
30. A΄ Απολογία 35 και 48
31. Apolog. V 21
32. Πρβλ. Brunet, Les evangiles apocryphs traduits et annotes εκδ. β΄ σελ. 215-273 Tishendorf, Evangelia apocrypha, 1835 σελ. 413-426 Thilo, Codex apocryphus Novi Testamenti, Τόμ, Α΄ σελ. 801-803
33. Ωριγένους, Κατά Κέλσου 11 10.
34. Πρβλ. Fillion, Vie.. σελ. 24-25. De la Boullaye εθν” αν. σελ. 4 Υπάρχει και επιστολή τις Συριακή του Μαρά προς τον υιόν αυτού Σεραπείωνα, περί ης ίδε εν Γρ. Παπαμιχαήλ μν. Εργ. Σελ. 108-110. Ταύτην ο Hettinger τάσσει μετά της αλληλογραφίας του Ιησού και του Αβγάρου βασιλέως της Εδέσσης εις τας αμφιβόλους μαρτυρίας (Apologeticue σελ.419)

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.