«

»

Φεβ 05

Όλη η Ελλάδα στα βήματα του Άσωτου Υιού αλλά και του πρεσβύτερου αδερφού. Μέρος 1ο

Η περασμένη Κυριακή 5 Φλεβάρη, ήταν η Κυριακή του Ασώτου. Η εργασία του πατρός Γοντικάκη εκπλήττει με τον τρόπο που αναλύει την πιο κάτω εργασία του. Γίνεται ευκόλως εννοούμενο ότι η συμπεριφορά των δυο γιών που κάνουν το δικό τους ο καθένας με τον τρόπο του, συμβολίζει την υπάρχουσα ελληνική πραγματικότητα, τον ελληνικό λαό, το κατάντημα και το απύθμενο βούτηγμά του στην πιο ανήθικη, πολιτική, οικονομική, κοινωνική, γεωπολιτική και γεωστρατηγική θύελλα που μπορούσε ένας πάλαι ποτέ πιστός, ορθόδοξος λαός να παρασυρθεί. Κατά μας, δικαίως υφίσταται τα όσα υφίσταται, μέχρις ότου ανανήψει.

Ας δούμε το φωτισμένο αυτό άρθρο του π. Βασιλείου Γοντικάκη. 

Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ’ αυτήν την ορολο­γία. Ζη σ’ αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι’ αυτό λέει: «Πάτερ, δός μοι…»

Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πα­τρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό πού λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι’ αυ­τό ζήτα από τον πατέρα του να του δώση «το επιβάλ­λον μέρος της ουσίας», το κομμάτι πού του ανήκει. Αυτός ο χωρισμός πού γίνεται μέσα του είναι η αμαρ­τία του.

Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό. «Όρος σύντομος του κάκου ότι ου κατά φύσιν άλλα κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού εστί» (Άγιος Μάξιμος, Ρ.Ο. 4, 301Α).

Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδια­φέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώση τον άλλο, το παιδί του. Αυτό βρίσκεται στον σκοπό της ζωής του, είναι καταξίωσι του είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστή ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί πού αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ’ ό,τι μπορεί να πάη η κρίσι του κόσμου ή η ανταρσία του γιου του. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν θέλει να του κάμη διδασκαλία με λόγια. Ξέ­ρει ότι δεν πρόκειται να βγή τίποτε. Δεν πρόκειται να νοιώση κάτι ο νεώτερος υιός του.

Τώρα πρέπει να τον αφήση να περιπλανηθή, να πάθη, να μάθη, να δη προσωπικά. Αυτό ξέρει ο πατέρας ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, άλλα δεν βλέπει άλλη λύσι.

Θα τον συντροφεύη πάντοτε με την αγάπη του, πού μένει στο σπίτι, άλλα απλώνεται παντού. Γι’ αυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει. Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαί­νοντας στον σταυρό της αναμονής.

Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κράτηση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώση τη δυνατότητα, να του δημιουργήση τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθη προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής. Αυτή η κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει τον υιό.

Η προσωπική κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού. Η φράσι «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώ») δεν θέλει άραγε να μας πή κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;

Να δώσης τη δυνατότητα στον άλλο να γυρίση στο σπίτι εν ελευθερία. Να το βρή. Να το νοιώσει, να γίνη δικό του. Να μην μπορή να φύγη, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε -με τη σωστή τοποθέτησι και σχέσι υιού προς πατέρα- θα είναι «εν παντί καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο.

Και χωρίς να πή λόγο, «διείλεν αυτοίς τον βίον». Του μιλά και του συμπεριφέρεται με τον τρόπο πού ο υιός καταλαβαίνει, όχι με εκείνον πού ο πατέρας ξέρει.

Του έδωσε το κομμάτι πού ζητούσε. Άλλα το κομμάτι αυτό, αποκομμένο από το σύνολο της αληθείας της αμπέλου της ζωής, δεν μπορεί να ζήση, να καρποφορήση. Το κομμάτι αυτό, όταν το παίρνουμε δυναστικά, αντάρτικα -όπως και όταν θέλουμε- δεν μας οδηγεί, δεν μας φέρνει στη ζωή, στον Παράδεισο, αλλά στην απόγνωσι την απώλεια και καταστροφή. Αυτό πού συνάγομε με το επαναστατημένο θέλημα μας -«συναγαγών άπαντα»- το σκορπίζαμε ασώτως -«διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» (α-σωτηρία, α-σώον, μισερά, αμαρτωλά, εκτός Θεού, σε παρά φύσιν κατάστασι).

Μαραίνεται και ξηραίνεται σύντομα. Σκορπίζεται. Τελειώνει σε μια κατάστασι στείρα, οπού χωρί­ζεται η ζωή από την πνευματική ζωή. Σε μια κατά­στασι πού δεν έχει φως, καρποφορία, συνέχεια για τον άνθρωπο. Όπου τα πάντα μυρίζουν φθορά και είναι θάνατος.

Το κομμάτι πού μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο πού μερίζεται και δεν διαιρείται, πού εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Είναι μικρό προζύμι με όλο τον δυναμισμό της βασιλείας, πού σώ­ζει τα σύμπαντα και ζυμώνει τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.

Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει

Μέσα στο πυρ της πραγματικότητας φανερώθηκε το ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους, έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλο­δαπή, οπού τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνωνται -«δαπανήσαντος αυτού πάντα».

Δεν δαπανήθηκαν μόνο τα δικά του πάντα, άλλα έγινε επί πλέον λιμός ισχυρός «κατά την χωράν εκείνην». Στη μακρινή χώρα κανείς δεν ζή καλά για πάν­τα. Στο τέλος ισχυρός λιμός βασανίζει όλους. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήση κανένα. Υπάρχει μια έκπτωσι, εξαθλίωσι, τελική απώλεια του ανθρώπου. (Σ.γ.: Είναι οι τραγικές ώρες που ζούμε τώρα σαν Έλληνες μετά από μέρες υλικής ευμάρειας που ζήσαμε τρώγοντας το βιός μας με πόρνες, απατεώνες πολιτικούς, μεσάζοντες και συμμάχους. Ζητάμε βοήθεια αλλά αυτοί μας γδέρνουν και ζητούν ακόμη και το τομάρι μας να αγοράσουν έναντι εξευτελιστικής τιμής. Κι εμείς τυφλοί από τα προηγούμενα ταξίματα, τα  οράματα υλικής ευτυχίας με τα οποία βαυκαλιζόμαστε από το 75 και δώθε τρέχουμε πίσω τους στα τέσσερα, και τους παρακαλούμε να μας βάλουν πιο βαθιά στη δυστυχία και την κακομοιριά με δανεικά που ξέρουμε ότι ΠΟΤΕ δεν θα μπορέσουμε να τους τα ξεπληρώσουμε. Κι αυτοί το ξέρουν, μας ταπεινώνουν, μας ξεγελούν με απατηλά χαμόγελα και υποσχέσεις, μας ανασκολοπίζουν και μεις έχοντας παγωμένα αισθητήρια εξακολουθούμε να εκλιπαρούμε τον οίκτο τους, να τους φιλούμε τα χέρια παρακαλώντας για ξεροκόμματα κι αποφάγια) Και όταν ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθής «ενί των πολιτών της χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να βόσκης χοίρους, να ποιμαίνης πάθη. Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε κάνει χοίρο. Αρ­νείται τη φύσι, την ευγένεια σου. Την ιερότητα της προσωπικότητας και την πνευματική σου ουσία. Δεν τον νοιάζουν αυτά. Σε θεωρεί ζώο. Σου αρνείται την τροφή των χοίρων. Άλλα και όταν σου την δίδη, είναι σαν να μη σου δίδη τίποτε. Μένεις νη­στικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων. Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή.

Το αληθινό μένει, μας σώζει

Η δοκιμασία του νεώτερου γιου στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τι έκρυβε μέσα του, τι αντοχή είχε, τι έμεινε ανέπαφο, ποιος μπορούσε να τον βοηθήση, σε ποιόν να κολληθή -«εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου» (Ψαλμ. 62, 9)- σε ποιόν να καταφύγει, ποιος είναι «οικτίρμων και ελεή­μων» (Ψαλμ. 102, 8), που υπάρχει γνήσια, αυθεντική κι ανόθευτη τροφή, ζωή και ανάστασι για όλους.

Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος -«απολωλώς ην»-, κυριολεκτικά να πέ­θανα -«νεκρός ην»-, αλλά κάτι υπάρχει πού δεν χά­νεται, δεν πεθαίνει· είναι ο Πατέρας μου και η αγά­πη Του. Αυτός είναι «δυνατός εν ελέει και αγαθός εν ισχύϊ» (α’ ευχή του Εσπερινού). Το ξέρω, το ζούσα το ζω και θα το ζω.

Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του -είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο- σκέφτομαι τους μισθωτούς του, πώς τους φέρεται, πώς τους χορταίνει. Εγώ αυτή την ώρα είμαι μισθωτός χωρίς μισθό· δούλος χωρίς ψωμί.

Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα πού είσαι πατέρας επουράνιος. Σε σένα πού έχεις τέτοια αγάπη, πού γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα πού ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στερήσεως, της ασωτείας, της κολάσεως, με παρακολουθείς, με συνοδεύεις (σ.γ.: και πάσχεις βλέποντας το χάλι μου, τον ξεπεσμό μου είτε σαν ένας υιός χαμένος στο ανώνυμο πλήθος, είτε σαν ολόκληρος λαός, παραστρατημένος από το δέλεαρ της ηδονής και της άμεσης ικανοποίησης φαντασιώσεων και ουτοπιών χωρίς εγγυημένο, χειροπιαστό αντίκρισμα και ουσία).

Δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία, το έγκλημα μου το ένα. Δεν είναι η περιουσία σου που έφαγα. Δεν είναι κάτι μικρό, υλικό, πού μπορώ να επανορ­θώσω με τις δυνάμεις μου· δεν είναι κάτι πού μπορώ να κερδίσω με τη δουλειά μου, για να σου το επιστρέψω. Καθύβρισα τη μια σχέσι του υιού προς τον πατέρα. Δεν μπορώ τίποτε να κάμω, εφ’ όσον με σε­βάστηκες περισσότερο απ’ ό,τι άξιζα. Με καταδικάζει η γεμάτη αφοσίωση και σεβασμό στην ελευθερία του προσώπου μου, συμπεριφορά σου.

Αν δεν ήσουν τόσο άρχοντας της αγάπης, αν δεν μου είχες φερθή όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέ­λειος σε όλα, αν λίγο κάπου μου έφταιγες· ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία ένα πάτημα, κάτι να πω. Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και μουγ­κό, η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, πού μόλις συ­νειδητοποιώ.

Έπρεπε να πάω τόσο μακριά, για να το νοιώσω; Έπρεπε να φτάσω στην απώλεια. Στην σκλαβιά και στον θάνατο, για να καταλάβω τι θα πή σωτηρία και ζωή; Δεν ξέρω τι να πω. Όλα όμως αποδεικνύουν ένα πράγμα: τη δική μου αφιλοτιμία, ρηχότητα κι αφροσύνη. Και τη δική σου βασιλεία, αγάπη, πού με διαλύει.

Έρχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα· από την αγάπη σου, πού με έλκει έσωθεν και μου κά­νει συντροφιά.

Κάνε με δούλο σου. Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.

«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου’ ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου». (Σ.γ.: Αλήθεια είναι τόσο δύσκολο να το πει ο ελληνορθόδοξος λαός αυτό στο σύνολό του; Πρέπει να χάσει τη Μακεδονία, τη Θράκη, τον Αιγαίο, ίσως και την Ήπειρο, για να καταλάβει την εγκληματική και διαστροφική πορεία που χρόνια τώρα προδιαγράφει χωρίς να υπαρχει ελπίδα επιστροφής; Κι όταν χάσει πατρίδες όπως την Ιωνία, την Κύπρο και δει αχνιστό το αίμα των παιδιών του, το λιγοστό άνθος της νεολαίας όσο έχει απομείνει, να χύνεται, τότε να γεμάτος απελπισιά κι αβάστακτη οδύνη ανανήψει;

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>