«

»

Μαΐ 05

«Ουδείς βάλλει οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς αλλά οίνον νέον εις ασκούς καινούς βλητέον” (Μάρκος 2, 22).

Ισχύει για όλα τα κόμματα της ελληνικής Βουλής ακόμη και για τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Μήπως αυτός δεν ήταν στο πεπαλαιωμένο και αραχνιασμένο, πλην όμως ακόμη ενεργό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας;

Δεν έχουμε καταλάβει γιατί απλούστατα δεν πιστεύουμε σε βάθος τα λόγια που όλοι οι ευαγγελιστές διηνεκώς και χωρίς σταματημό μας προειδοποιούν. Σήμερα επιλέγουμε από τον Μάρκο. «Κανείς δε βάζει νέο κρασί (πνεύμα ανανέωσης και αφετηρία νέας αρχής)  σε παλαιούς ασκούς. Ειδάλλως σπάζει ο μούστος τα παλιά ασκιά με την ορμή και την ένταση της ζύμωσης που έχει και χύνεται έξω από τις σχισμές που ανοίγει και έτσι χάνεται ο μούστος αλλά και τα ασκιά γίνονται άχρηστα για πέταμα. Αλλά οφείλει κανείς να βάζει το νέο προς ζύμωση κρασί σε νέους ασκούς”.

Αυτά γράφονται να καταλάβουμε πως ό,τι κι αν ελπίζουν μερικοί σε μια ξεπεσμένη και ξοφλημένη αριστερά που δεν πείθει είτε είναι ο παλιός ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ είτε ο δήθεν νέος ΣΥΡΙΖΑ, είτε στο ΚΚΕ, (αυτό παραέχει παλιώσει, τρύπησε και αποσαρθρώθηκε ήδη αλλά οι οπαδοί του εμμένουν στην θεωρία δεν εννοούν να καταλάβουν πως δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη αν δεν αναμορφωθούν συνειδησιακά οι Έλληνες) ματαιοπονούν.

Αλλά και όσοι πιστεύουν ακόμη πως ο δύων ήλιος του ΠΑΣΟΚ (το βαφτίσανε ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ ενώ πρόκειται για μια από τα ίδια) θα ανατείλει, και ακόμη χειρότερα εκείνοι που ομνύουν κι ελπίζουν σε μια αλλαγή που θα φέρει ο Κούλης με την ΕΡΕ που ο μακαρίτης μπαμπάς της την αναβάπτισε μεταχουντικά σε ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ενώ καπιτάλα του κερατά ήταν και είναι, είναι γελασμένοι.

Όλοι, όσοι αυταπατώνται πως αυτά τα ξεπουπουλιασμένα κόμματα χωρίς ίχνος νέας πνοής, νέων ιδανικών, θα γίνουν ικανά να συναρπάσουν και να δώσουν ελπίδα στο λαό, ότι θα αλλάξουν με τους παλιούς ασκούς και τα αναρίθμητα σκάνδαλα που κουβαλάνε, το μέλλον τούτου του Έθνους, βρίσκονται στα μαύρα μεσάνυχτα.

Μόνο ένα ενωτικό παλλαϊκό κίνημα, ή μέτωπο που θα θέσει υπερκομματικούς στόχους, πατριωτικά ιδεώδη, θα επιμένει στο θεμέλιο που λέγεται ορθόδοξη πίστη, οικογενειακή παράδοση, αλληλεγγύη και αγάπη προς τον πλησίον, το συνάνθρωπο και γείτονα, έχει ελπίδα να αναστήσει το Έθνος, να δώσει δυναμισμό και προοπτική στη νεολαία η οποία βλέποντας τα καθολικά χάλια και μη ελπίζοντας σε ουσιαστική αλλαγή, όπου φύγει φύγει.

Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο και να ακολουθήσει ο λαός, δεν φτάνει η συνειδητοποίηση του τέλματος μόνο. Απαιτείται ένας ικανός ηγέτης που θα εμπνεύσει τον λαό και θα πιστεύσει σε αυτόν, όσο κι αν οι καθεστωτικές δυνάμεις θα βοούν και θα λυσσούν να τον εξουδετερώσουν. Με το παράδειγμά του, την γαλήνια και προσηνή συμπεριφορά του, με τον τίμιο και ξεκάθαρο αγώνα του, με την τόλμη και τον αυθεντικό του λόγο που θα τον διακρίνει θα γίνει γνωστός, ξεχωριστός.

Αν αυτά τα δύο λαός και ηγέτης, δεν συναντηθούν στην κρίσιμη τούτη στιγμή που οι θεσμοί καταλύονται, η πατρίδα ξεπουλιέται στους δανειστές της και οι εχθροί την περικυκλώνουν από παντού, το στοίχημα της διατήρησης της ελευθερίας και της συνέχισης της ζωής μας κάτω από υποφερτές συνθήκες, θα χαθεί.

Την αιτία για τούτη την ανάρτηση την έδωσε ένα άρθρο του αθλητικογράφου Αντώνη Καρπετόπουλου για τον Μιραλά και τον Ολυμπιακό. Όσο κι αν  φαίνεται παράδοξο, οι ομοιότητες του ποδοσφαίρου  με την πολιτική και τα κόμματα είναι σχεδόν ταυτόσημες.

Διαβάστε το άρθρο του και θα καταλάβετε γιατί βούλιαξε ο Ολυμπιακός φέτος και γιατί ο Κέβιν Μιραλάς ενώ επέστρεψε στην παλιά του ομάδα με τη σκέψη στον φίλαθλο κόσμο ότι θα δώσει νέα πνοή στον Ολυμπιακό, δεν πέτυχε σαν ηγέτης, σαν επιθετικός, σαν αυτός που όλοι τον θαύμαζαν και περίμεναν να δώσει την ώθηση που θα ξανάφερνε την ομάδα στο πρωταθλητισμό. Όμως κι εδώ ισχύει ο λόγος για τους παλιούς ασκούς. Ο Μιραλάς φάνηκε λίγος, κουρασμένος, χωρίς να πιστεύει στις δυνάμεις και τις δυνατότητές του έτσι απέτυχε να φέρει την αλλαγή.

Φεύγει χωρίς να έχει γυρίσει…

Είναι συμπαθής, αγαπητός στον κόσμο, καλό παιδί και αγαπάει τον Ολυμπιακό, χάρη στον οποίο έκανε καριέρα. Αλλά όλα αυτά δεν είναι δυστυχώς λόγοι για να παρατείνει την παραμονή του εδώ.

Ο Ολυμπιακός έκανε γνωστό χθες το απόγευμα ότι δεν θα ανανεωθεί ο δανεισμός του Κέβιν Μιραλάς και έτσι ξαναθυμήθηκα ότι έχει έρθει ο Βέλγος και παίζει στον Ολυμπιακό: το είχα ξεχάσει. Διαβάζω ότι ένα πρόβλημα που οδηγεί στη λήξη της συνεργασίας είναι ότι ο ποδοσφαιριστής έχει δυο ακόμα χρόνια συμβόλαιο με την Εβερτον κι ότι αυτή ζητάει 10 εκατ ευρώ για την παραχώρησή του: ο ίδιος αμείβεται με περισσότερα από 3,5 εκατ ευρώ το χρόνο. Αυτά τα χρήματα, λένε, για τον συγκεκριμένο ποδοσφαιριστή θα ήταν λάθος να τα δώσει ο Ολυμπιακός. Εγώ πάλι λέω ότι κι αν αυτές οι οικονομικές απαιτήσεις δεν υπήρχαν δεν προκύπτει από κάπου ότι ο Μιραλάς, αν έμενε, θα έκανε του χρόνου σε κάτι τη διαφορά. Είναι συμπαθής, αγαπητός στον κόσμο, καλό παιδί και αγαπάει τον Ολυμπιακό, χάρη στον οποίο έκανε καριέρα. Αλλά όλα αυτά δεν είναι δυστυχώς λόγοι για να παρατείνει την παραμονή του εδώ. Κι ελεύθερος να έμενε και να είχε διάθεση να συνεχίσει με ένα συμβόλαιο μικρότερο, πάλι δεν βλέπω το λόγο γιατί αυτό πρέπει να συμβεί. Όπως δεν έβλεπα και λόγους που να καθιστούσαν σίγουρη την προσφορά του τον Ιανουάριο.

Βέλγος από τα Καμίνια

Όταν επέστρεψε τον Ιανουάριο ο Μιραλάς είχα γράψει ένα κομμάτι εδώ με τίτλο «Ενας Βέλγος από τα Καμίνια», όπου υπογράμμιζα την τρέλα του κόσμου του Ολυμπιακού για την επιστροφή προσπαθώντας να την εξηγήσω. Όμως είχα αρκετές αμφιβολίες για την δυνατότητα της προσφοράς του και το σημείωνα: έγραφα ότι η μεγάλη ελπίδα είναι να κουβαλάει ακόμα ενέργεια και δυνάμεις γιατί η Πρέμιερ λιγκ ξεζουμίζει. Ο Μιραλάς ήρθε από την Αγγλία δανεικός, πράγμα που σήμαινε πως η Εβερτον δεν είχε βρει καμία ομάδα με διάθεση να δώσει χρήματα για να τον αποκτήσει. Όταν μιλάμε για το αγγλικό πρωτάθλημα, δηλαδή για την καλύτερη βιτρίνα του κόσμου, αυτό από μόνο του ήταν ανησυχητικό. Ο Ολυμπιακός τον ήθελε έχοντας την ανάμνηση των κάποτε σπουδαίων εμφανίσεών του –ήταν βέβαιος ότι η επιστροφή του θα ενθουσίαζε τον κόσμο και εκείνη τη στιγμή, μετά τις κακές ευρωπαϊκές του εμφανίσεις, ήθελε να κάνει στον κόσμο μια ένεση ηθικού. Οι υπόλοιπες ομάδες, όμως, αν και εφόσον έμπαιναν στον πειρασμό να τον αποκτήσουν, ήταν δεδομένο πως θα κοιτούσαν τι έκανε στις τελευταίες σεζόν του και θα προσπαθούσαν να καταλάβουν τι θα μπορούσε να κάνει στη συνέχεια. Ο Ολυμπιακός γοητεύτηκε από το παρελθόν του Μιραλάς και την πάτησε. Οι άλλοι απλά προσπαθούσαν να αξιολογήσουν το μέλλον του και ήταν διστακτικοί. Και σωστά, διότι το μέλλον δεν μπορεί να κρίνεται από το παρελθόν, αλλά μόνο από το παρών.

Το κακό έγινε μετά

Ο Ολυμπιακός δεν έκανε μια κακή επιλογή όταν έφερε πίσω τον Μιραλάς, διότι εκείνη τη στιγμή ήθελε να δημιουργήσει συνθήκες ενθουσιασμού στις τάξεις των οπαδών του κι αυτό ήταν κάτι χρήσιμο. Το κακό έγινε μετά, όταν υπήρξε μια τρομερή επιμονή στην χρησιμοποίησή του μολονότι ήταν φανερό ότι ο ποδοσφαιριστής ήταν εκτός ρυθμού και δεν μπορούσε να προσφέρει. Η αρχική συμφωνία του Ολυμπιακού με τον Μιραλάς κάλυψε δυο ανάγκες: την ανάγκη του ποδοσφαιριστή να αγωνιστεί ως βασικός για να μπορέσει να παίξει στο Μουντιάλ με το Βέλγιο και την ανάγκη του Ολυμπιακού να τον φέρει πίσω για να χαρεί ο κόσμος του. Μόνο που η πραγματικά μεγάλη ανάγκη του Ολυμπιακού πρέπει πάντα να είναι μια άλλη: αναγκαίο και υποχρεωτικό είναι να έχει μια καλή ομάδα – όταν μπλέκει με κινήσεις, που έχουν να κάνουν με την επικοινωνία το πληρώνει και στην περίπτωση του Κέβιν το πλήρωσε ακριβά. Η επιμονή στη χρησιμοποίησή του χάλασε ό,τι προηγουμένως στην γραμμή της επίθεσης με κόπο είχε προκύψει: ο Μάριν έφυγε από τη θέση του, ο Πάρτνο κι ο Σεμπά παραιτήθηκαν από κάθε προσπάθεια να βοηθήσουν, οι πάσες που έπαιρνε ο Ανσαριφάρντ έγιναν λιγότερες και στην ομάδα προστέθηκε ένα επιπλέον άγχος – το άγχος του ίδιου του Μιραλάς. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να έχεις ένα ακριβοπληρωμένο ποδοσφαιριστή, που να θέλει να σε βοηθήσει και να μην μπορεί.

«Τσιμπάει» με τα ονόματα

Αυτή είναι η μια διάσταση αυτής της ιστορίας, η άλλη αφορά τη δυσκολία του Ολυμπιακού να ξοδέψει σωστά τα χρήματα του για μεγάλα συμβόλαια. Τα χρήματα που δόθηκαν στο Μιράλας (πάνω από 1 εκατ διακόσιες χιλιάδες ευρώ για ένα εξάμηνο…) ήταν πάρα πολλά, όπως πολλά ήταν και τα χρήματα για τον Εμενίκε, τον Καρντόσο, τον Αφελάι, τον Σαβιόλα παλιότερα. Αν δεν μπαίνουν χρήματα σε μια ομάδα, ζεις τουλάχιστον με την ψευδαίσθηση ότι όταν και εφόσον αυτά βρεθούν, η ομάδα θα γίνει καλύτερη. Όταν, όμως, χρήματα βάζεις κι όσοι παίρνουν τα περισσότερα βοηθάνε λίγο, υπάρχει προφανώς κάποιο σύνθετο πρόβλημα που πρέπει να λυθεί. Νομίζω ότι το κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι δεν εξετάζεται η κατάσταση του ποδοσφαιριστή, αλλά ο Ολυμπιακός «τσιμπάει» από το όνομά του. Ο Βαγγέλης Μαρινάκης, που στο τέλος της μέρας είναι αυτός που πληρώνει, είναι θύμα της λογικής που λέει ότι ένας ποδοσφαιριστής με σπουδαίο όνομα, ακόμα κι αν δεν έρχεται από την καλύτερη χρονιά του, «για την Ελλάδα δεν μπορεί να μην είναι καλός». Αυτή τη λογική την έχουν πολλοί ποδοσφαιρόφιλοι: παλιά είχα γράψει ότι η φράση πρέπει να ποινικοποιηθεί και να απαγορεύεται και να την γράψεις και να την χρησιμοποιήσεις.

 

Δεν υπάρχουν ποδοσφαιριστές που είναι καλοί για την Ελλάδα, ενώ δεν είναι καλοί για άλλες χώρες: υπάρχουν μόνο ποδοσφαιριστές που μπορούν να βοηθήσουν μια ομάδα να γίνει καλύτερη και ποδοσφαιριστές που δεν μπορούν να τη βοηθήσουν ή που, όπως ο Μιραλάς, έχουν αυτοί ανάγκη περισσότερο την βοήθεια της. Επειδή μάλιστα μιλάμε για ποδοσφαιριστές με τεράστια συμβόλαια, (ο Εμενίκε κοστίζει πάνω από 2,5 εκατ ευρώ το χρόνο…), η αξιολόγηση θα πρεπε να είναι ακόμα σκληρότερη: δεν πρέπει να εξετάζεται απλά η δυνατότητα βοήθειας, αλλά να αξιολογείται η ικανότητα κάποιου να κάνει τη διαφορά. Η ιστορία του Μιραλάς μπορεί να είναι υπό αυτό το πρίσμα ένα καλό μάθημα: ο συμπαθέστατος Κέβιν έπρεπε να έχει αξιολογηθεί με μοναδικό κριτήριο την φόρμα του και για αυτό το λόγο δεν θα έπρεπε να αποκτηθεί. Από τη στιγμή που δεν μπορούσε να βρει θέση στην ενδεκάδα της Εβερτον, ακόμα κι αν στον Ολυμπιακό μπορούσε να αγωνιστεί, πάλι δύσκολα θα έκανε τη διαφορά. Κι αφού δεν θα έδινε το κάτι παραπάνω, νομοτελειακά η παρουσία του θα ήταν πρόβλημα: η σύγκριση του με τον Μιραλάς που ο κόσμος θυμόταν, θα τον καταπλάκωνε. Αυτό τελικά έγινε. Και το πλήρωσε ο Ολυμπιακός, που δεν είναι ίδρυμα αποκατάστασης ποδοσφαιριστών.

Εχει ανάγκη ένα Μιραλάς

Στον Ολυμπιακό πάντα ο κόσμος αγαπούσε τους μεγάλους παίκτες και πάντα ήθελε αυτοί να γυρίζουν στην ομάδα για να κλείσουν την καριέρα τους. Αν ο Μιραλάς γυρνούσε στα 35 για να παίξει ένα χρόνο μπάλα, πάλι ο κόσμος του Ολυμπιακού θα τον αποθέωνε. Το κακό είναι ότι μιλάμε για κάποιον που στα 31 του παίζει ως 35χρονος. Ας πούμε πως ποτέ δεν επέστρεψε κι ας πάμε παρακάτω: ο Ολυμπιακός έχει ανάγκη να βρει ένα Μιραλάς. Που να είναι όμως στην ηλικία που ήταν όταν αυτός ήρθε, να δουλέψει με κάποιον σαν τον Βαλβέρδε και να έχει όνειρο να φύγει από το ελληνικό πρωτάθλημα κι όχι να γυρίσει εδώ, πιστεύοντας κι ο ίδιος πως «για την Ελλάδα δεν μπορεί να μην είναι καλός».

 

Πηγή:  karpetshow.gr

Το αρχικό σχόλιο έγραψε ο ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>