«

»

Μαΐ 09

Βίος και Μαρτύριο της Αγίας Φωτεινής και των συν αυτή. Μέρος 4ο

Μετά την εις ουρανούς Ανάληψη του Κυρίου και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους Αγίους Αποστόλους κατά την ευφρόσυνο ημέρα της Πεντηκοστής, η Σαμαρείτιδα εκ της πόλεως Συχάρ έχοντας ως ξεχωριστό βίωμα την προσωπική της συνάντηση με τον Κύριο, βαπτίσθηκε χριστιανή από τους Αγίους Αποστόλους μαζί με τους δύο γιους και τις πέντε αδελφές της και ονομάσθηκε Φωτεινή. Από εκείνη τη στιγμή αφιέρωσε όλη τη ζωή της στη διάδοση του Ευαγγελίου του Χριστού, περιοδεύοντας σε διάφορες πόλεις και καταλήγοντας στη Ρώμη επί των ημερών του αιμοβόρου και παρανοϊκού βασιλέως Νέρωνος (54-68μ.Χ.). Πιστοί συναθλητές και φλογεροί συνοδοιπόροι της υπήρξαν οι πέντε αδελφές της, η Ανατολή, η Φωτώ, η Φωτίδα, η Παρασκευή και η Κυριακή, καθώς και οι δύο γιοι της, ο Βίκτωρας που μετονομάσθηκε Φωτεινός και ο Ιωσής. 

Η Αγία Φωτεινή και όλοι στην οικογένειά της αγίασαν μαρτυρήσαντες

Την εποχή λοιπόν αυτή και συγκεκριμένα το 66μ.Χ. ο μοχθηρός βασιλιάς Νέρων είχε εξαπολύσει έναν αδυσώπητο διωγμό εναντίον των χριστιανών, αφού μετά το μαρτύριο των δύο κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου αναζητούνταν λυσσαλέα οι μαθητές των Αποστόλων για να θανατωθούν με απώτερο σκοπό την εξάλειψη του ονόματος του Χριστού και της χριστιανικής πίστεως στον κόσμο. Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή για την πορεία του χριστιανισμού η Αγία Φωτεινή μαζί με τον μικρότερο γιο της, τον Ιωσή, βρισκόταν στην Καρθαγένη της Αφρικής, όπου κήρυττε με ξεχωριστή παρρησία το Ευαγγέλιο του Χριστού. Τον άλλο όμως γιο της Αγίας, τον Βίκτωρα, ο βασιλιάς Νέρων τον διόρισε αρχιστράτηγο, επειδή είχε νικήσει στον πόλεμο εναντίον των Αράβων και τον έστειλε στην Ιταλία για να εξοντώσει τους εκεί χριστιανούς, αγνοώντας βέβαια ότι ήταν χριστιανός. Ο δούκας όμως της Ιταλίας Σεβαστιανός γνωρίζοντας τη χριστιανική ιδιότητα του Βίκτωρα, της μητέρας του και του αδελφού του, τον συμβούλεψε να εκτελέσει πιστά την εντολή του βασιλιά για να μην κινδυνεύσει η ζωή του. Αλλά ο Βίκτωρας δήλωσε ότι επιθυμεί να κάνει μόνο το θέλημα του Χριστού και περιφρονεί την προσταγή του βασιλιά. Τότε ο δούκας τον συμβούλεψε να κοιτάξει το συμφέρον του που είναι να τιμωρήσει τους χριστιανούς για να γίνει ευάρεστος στον βασιλιά, αλλά και να κερδίσει και χρήματα από την αρπαγή των περιουσιών τους. Του τόνισε επίσης να συμβουλεύσει τη μητέρα και τον αδελφό του να σταματήσουν να κηρύττουν τον Χριστό και να διδάσκουν τους Έλληνες να αρνιούνται τη θρησκεία των πατρώων θεών, διότι αυτό θα έχει ως συνέπεια να κινδυνεύσει και η δική τους ζωή. Παράλληλα του πρότεινε ότι μπορούν κρυφά να πιστεύουν στον Χριστό. Ο Βίκτωρας όμως όχι μόνο απέρριψε τις συμβουλές και τις προτάσεις του δούκα, αλλά δήλωσε με παρρησία ότι και εκείνος θα κηρύττει το όνομα του Χριστού. Εκείνη τη στιγμή ο δούκας του είπε να σκεφθεί τί θα πράξει, αλλά αμέσως τυφλώθηκε και αφού έπεσε στη γη από τους αφόρητους πόνους στα μάτια, έμεινε άφωνος. Τότε οι παρευρισκόμενοι τον σήκωσαν και αφού έμεινε άφωνος τρεις ημέρες, την τέταρτη ημέρα φώναξε δυνατά ότι Ένας είναι ο Θεός και Αυτός είναι ο Θεός των χριστιανών. Στο άκουσμα αυτών των λόγων ο Βίκτωρας τον ρώτησε τί συνέβη και άλλαξε τόσο ξαφνικά η γνώμη και η στάση του. Εκείνος τότε του απάντησε ότι τον προσκάλεσε ο ίδιος ο Χριστός. Στη συνέχεια ο δούκας Σεβαστιανός κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη από τον Βίκτωρα και μόλις βαπτίσθηκε, επανέκτησε το φως του και δόξασε το όνομα του Θεού. Βλέποντας οι ειδωλολάτρες το παράδοξο αυτό θαύμα, φοβήθηκαν μήπως πάθουν τα ίδια που υπέστη ο δούκας. Γι’ αυτό και προσέτρεξαν στον Βίκτωρα και αφού κατηχήθηκαν από αυτόν στη χριστιανική πίστη, βαπτίσθηκαν χριστιανοί. 

Ο Νέρων με την όψη βουτυρόπαιδου θεωρήθηκε ημιπαρανοίκός πυρομανής όπως αναφέρει ο ιστορικός Τάκιτος

Σε σύντομο όμως χρονικό διάστημα ο βασιλιάς της Ρώμης Νέρων πληροφορήθηκε ότι τόσο ο στρατηλάτης Βίκτωρας και ο δούκας της Ιταλίας Σεβαστιανός όσο και η μητέρα του Βίκτωρα, η Φωτεινή, μαζί με τον γιο της, τον Ιωσή, κηρύττουν τον Χριστό και οδηγούν τους ειδωλολάτρες στη χριστιανική πίστη. Το γεγονός αυτό εξαγρίωσε τον χριστιανομάχο βασιλιά, ο οποίος έστειλε αμέσως στρατιώτες στην Ιταλία για να φέρουν στη Ρώμη όλους τους χριστιανούς. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή παρουσιάσθηκε ο Κύριος στους χριστιανούς για να τους ενθαρρύνει στον αγώνα τους. Απευθυνόμενος μάλιστα στον Βίκτωρα του είπε ότι από τώρα και στο εξής το όνομά του θα είναι Φωτεινός, διότι σε πολλούς θα μεταδώσει το φως και θα πιστέψουν στο όνομα του Κυρίου. Τον συμβούλεψε επίσης να στηρίξει με τους λόγους του τον Σεβαστιανό, όταν θα έρθει η ώρα του μαρτυρίου του, ενώ ευχήθηκε ότι θα είναι μακάριος και καλότυχος εκείνος που θα αγωνισθεί μέχρι τέλους. 

Στο μεταξύ η Αγία Φωτεινή, στην οποία αποκαλύφθηκαν όλα όσα θα της συνέβαιναν, έφυγε από την Καρθαγένη και έφθασε στη Ρώμη, συνοδευόμενη από πλήθος χριστιανών. Εκεί άρχισε να κηρύττει με ξεχωριστή παρρησία τον Χριστό και όταν παρουσιάσθηκε μαζί με τον γιο της, τον Ιωσή, ενώπιον του βασιλιά, του είπε ότι θα του μιλήσει για τον Χριστό για να Τον ασπασθεί. Εκείνη τη στιγμή όμως αναγγέλθηκε στον βασιλιά ότι είχαν έρθει ο δούκας Σεβαστιανός και ο στρατηλάτης Βίκτωρας. Όταν ομολόγησαν και οι δύο ότι όλα όσα πληροφορήθηκε ο Νέρων είναι αληθινά, τότε οργισμένος ο χριστιανομάχος βασιλιάς τους ρώτησε, εάν αρνούνται τον Χριστό ή θέλουν να πεθάνουν με φρικτό θάνατο. Τότε αφού ύψωσαν τα μάτια τους στον ουρανό, δήλωσαν ότι δεν πρόκειται ποτέ να αποχωρισθούν από την πίστη και την αγάπη του Χριστού. Κατόπιν ο βασιλιάς ρώτησε να μάθει τα ονόματά τους. Τότε η Αγία Φωτεινή παρουσίασε τις πέντε αδελφές και τους δύο γιους της, ενώ του δήλωσε ύστερα από σχετικό ερώτημα ότι όλοι είναι σύμφωνοι και έτοιμοι να θυσιαστούν για την αγάπη του Χριστού. 

Στο άκουσμα αυτών των λόγων ο εξαγριωμένος βασιλιάς διέταξε να συντριβούν οι αρμοί των χεριών τους με σιδερένιες σφαίρες. Όμως παρά το φρικτό βασανιστήριο ούτε πόνο αισθάνθηκαν ούτε τα χέρια τους συντρίφθηκαν, αφού προστατεὐθηκαν από τον Θεό με θαυμαστό τρόπο. Βλέποντας ο Νέρων το παράδοξο αυτό θαύμα, διέταξε να κοπούν τα χέρια των μαρτύρων. Αμέσως οι υπηρέτες του βασιλιά άρπαξαν την Αγία Φωτεινή και αφού έδεσαν τα χέρια της, τα έβαλαν πάνω στο αμόνι. Όμως παρά τα αλλεπάλληλα χτυπήματα με μαχαίρια, δεν κατόρθωσαν απολύτως τίποτα, αλλά απεναντίας οι δήμιοι παρέλυσαν και έπεσαν κάτω σαν να ήταν νεκροί. Η Αγία ευχαρίστησε τον Θεό, αλλά ο αιμοχαρής βασιλιάς άρχισε να απορεί με τα γενόμενα, αλλά και να σκέπτεται τί θα πράξει για να κατατροπώσει τους μάρτυρες και να τους υποτάξει στο δικό του θέλημα. Έτσι αποφάσισε τους μεν άνδρες να τους κλείσει σε σκοτεινή φυλακή, τη δε Αγία Φωτεινή μαζί με τις πέντε αδελφές της να τις οδηγήσει μέσα σ’ ένα χρυσό κουβούκλιο. Εκεί οι θρόνοι, τα στολίδια, τα ενδύματα και οι ζώνες θα ήταν χρυσά, ενώ διέταξε και την κόρη του, τη Δομνίνα, να πάει μαζί με όλες τις υπηρέτριές της στο χρυσό κουβούκλιο για να δελεάσει τη Φωτεινή και τις αδελφές της να εγκαταλείψουν τη χριστιανική πίστη. Τους δόθηκε μάλιστα και η υπόσχεση ότι εάν αρνηθούν τον Χριστό, τότε θα έχουν πάντοτε την εύνοια και τη φροντίδα του βασιλιά, αλλά και πολύ περισσότερα πλούτη και τιμές. Όμως οι άγιες αυτές γυναίκες απέρριψαν τις δελεαστικές προτάσεις του παρανοϊκού βασιλιά και όταν η Αγία Φωτεινή είδε τη Δομνίνα, της είπε: «Χαῖρε, ἡ νύμφη τοῦ Κυρίου μου», η δε κόρη του Νέρωνα της απάντησε: «Χαίροις καί σύ, κυρία μου, ἡ λαμπάς τοῦ Χριστοῦ». Μόλις η Αγία άκουσε τη Δομνίνα να λέει το όνομα του Χριστού, χάρηκε τόσο πολύ, ώστε αφού ευχαρίστησε τον Κύριο και την αγκάλιασε, την κατήχησε στη χριστιανική πίστη μαζί με όλες τις υπηρέτριές της και κατόπιν τις βάπτισε όλες. Στη Δομνίνα δόθηκε το όνομα Ανθούσα, η οποία πρόσταξε τη Στεφανίδα, που ήταν η μεγαλύτερη από τις υπηρέτριες, να διανείμει στους φτωχούς όλα τα χρυσά στολίδια και τα χρήματα που βρίσκονταν μέσα στο χρυσό κουβούκλιο. Μόλις πληροφορήθηκε ο βασιλιάς τις νέες αυτές εξελίξεις, διέταξε εξοργισμένος να βάλουν μέσα σ’ ένα πυρακτωμένο καμίνι που έκαιγε επί επτά ημέρες την Αγία Φωτεινή μαζί με όλους τους συνακολούθους της, άνδρες και γυναίκες, και να τους αφήσουν μέσα σ’ αυτό τρεις ημέρες. Όταν όμως πέρασε το διάστημα των τριών ημερών, διέταξε ο Νέρων να ανοίξουν το καμίνι και εάν βρουν τα οστά τους, να τα ρίξουν στο ποτάμι. Ανοίγοντας όμως οι στρατιώτες το καμίνι, τους βρήκαν όλους σώους και αβλαβείς, γεγονός που τους άφησε άναυδους. Το παράδοξο αυτό θαύμα διαδόθηκε αμέσως στη Ρώμη και όλοι δόξασαν τον Θεό. 

Μόλις ο βασιλιάς έμαθε για το νέο θαύμα, αποφάσισε αμετανόητος και τυφλωμένος από τον εγωισμό και την κακία του να δώσουν στους αγίους θανατηφόρα δηλητήρια. Γι’ αυτό τον σκοπό προσκλήθηκε ο μάγος Λαμπάδιος, ο οποίος έδωσε πρώτα στην Αγία Φωτεινή να πιει το δηλητήριο. Εκείνη τότε έχοντάς το στα χέρια της, του είπε ότι λόγω της αμαρτωλότητός του όχι μόνο δεν πρέπει εκείνη και οι υπόλοιποι να το πιουν, αλλά ούτε και να το κρατήσουν. Κατόπιν ενώπιον του βασιλιά και του μάγου δήλωσε ότι πρώτη από όλους τους άλλους θα πιει το δηλητήριο στο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού για να δουν την παντοδυναμία Του. Στη συνέχεια ας πιουν και όλοι οι υπόλοιποι που συντάσσονται μαζί της. Αλλά όλοι όσοι ήπιαν το δηλητήριο, έμειναν αβλαβείς. Τότε ο μάγος έμεινε εκστατικός και είπε στην Αγία ότι έχει και άλλο πολύ ισχυρότερο δηλητήριο. Μάλιστα δήλωσε ότι εάν και μ’ αυτό το θανατηφόρο παρασκεύασμα δεν βρουν ακαριαίο θάνατο, τότε θα πιστέψει και εκείνος στον Κύριο. Όμως και αυτό το δηλητήριο δεν είχε απολύτως καμία επίπτωση στην υγεία τους και έτσι όλοι έμειναν αβλαβείς. Τότε ο μάγος έμεινε άναυδος από το νέο θαύμα και αφού μάζεψε όλα τα μαγικά του βιβλία, τα έριξε στη φωτιά για να καούν. Κατόπιν βαπτίσθηκε χριστιανός, λαμβάνοντας το όνομα Θεόκλητος. Μόλις όμως ο αιμοβόρος Νέρων έμαθε για τη μεταστροφή στον χριστιανισμό του μέχρι πρότινος μάγου, έδωσε τη διαταγή να τον συλλάβουν. Στη συνέχεια τον οδήγησαν έξω από τα τείχη της Ρώμης, όπου έλαβε χώρα ο δια ξίφους αποκεφαλισμός του. 

Μετά τη θανάτωση του Θεοκλήτου ο χριστιανομάχος βασιλιάς πρόσταξε να κόψουν τα νεύρα των αγίων, αρχίζοντας από την Αγία Φωτεινή. Αλλά κατά τη διάρκεια αυτού του βασανιστηρίου οι άγιοι ενέπαιζαν τον βασιλιά και τους θεούς του. Το γεγονός αυτό τον εξόργισε τόσο πολύ, ώστε διέταξε να ανακατέψουν θειάφι με λιωμένο μολύβι και αφού κοχλάσει, να το χύσουν μέσα στο στόμα της πολυάθλου Αγίας Φωτεινής και μέσα στα αυτιά των υπολοίπων. Όμως και μέσα από αυτό το βασανιστήριο έμειναν αβλαβείς, δοξάζοντας τον Θεό. Ο Νέρων έμεινε τότε άναυδος, αλλά και αμετανόητος. Γι’ αυτό διέταξε να τους κρεμάσουν και αφού ξύσουν όλο τους το σώμα, να τους κάψουν με αναμμένες λαμπάδες, ενώ μέσα στα ρουθούνια τους έχυσαν ξίδι αναμεμειγμένο με στάχτη. Όμως και αυτά τα βασανιστήρια όχι μόνο δεν έκαμψαν την πίστη τους, αλλά απεναντίας την ενίσχυσαν δοξάζοντας ευτυχισμένοι τον Θεό. Η παράνοια και η κακία όμως του αιμοχαρούς τυράννου τον οδήγησαν και σε νέα βασανιστήρια. Έτσι διέταξε να τους τυφλώσουν και να τους κλείσουν σε σκοτεινή και βρώμικη φυλακή με δηλητηριώδη φίδια. Όταν όμως κλείσθηκαν στη φυλακή, τα μεν φίδια απονεκρώθηκαν, η δε δυσωδία μετατράπηκε σε ευωδία. Επιπλέον ένα υπέρλαμπρο φως έλαμψε μέσα στο σκότος της φυλακής και ο Κύριος παρουσιάσθηκε στο μέσο των φυλακισμένων αγίων, λέγοντάς τους: «Εἰρήνη ὑμῖν». Κατόπιν αφού πήρε την Αγία Φωτεινή από το χέρι, τη σήκωσε και της είπε: «Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν πάντοτε, ὅθεν μή φοβεῖσθε, ἀλλά μᾶλλον πάντοτε χαίρετε». Αμέσως μ’ αυτό τον λόγο του Κυρίου ανέβλεψαν τα μάτια των τυφλωθέντων αγίων, οι οποίοι μόλις Τον είδαν, Τον προσκύνησαν. Κατόπιν ο Κύριος, αφού τους ευλόγησε, λέγοντάς τους: «Ἀνδρίζεσθε καί ἐνδυναμοῦσθε», ανέβηκε στους ουρανούς. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>