Μερικές από τις επιπτώσεις του διαζυγίου στα παιδιά. Μέρος 2ο

     Απόλυτα επιβεβλημένη η παρουσία του πατέρα και η συμμετοχή του στην οικογένεια ακόμη και μετά το διαζύγιο.

Λανθασμένες ταυτίσεις δημιουργούν την ομοφυλοφιλία και πολλές άλλες σεξουαλικές εκτροπές και διαστρεβλώσεις

Ο πατέρας, δηλαδή, θα πρέπει να είναι το πρόσωπο που θα «κόψει» τον ψυχολογικό ομφάλιο λώρο που συνδέει τη μητέρα με το παιδί. Εξάλλου, όταν ο πατέρας απουσιάζει, είναι αδύναμος, αδιάφορος ή επιθετικός, οι ανάγκες εξάρτησης του παιδιού προς τη μητέρα θα παραμείνουν πολύ μεγάλες και για πολύ χρόνο, με αποτέλεσμα να μην ωριμάσει η προσωπικότητά του. Επίσης δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια, όπως τονίζει και η Green, για να αντιληφθεί κανείς πως η επίδραση του πατέρα αρχίζει πολύ πιο πριν απ’ τη γέννηση του παιδιού.

 

Μελέτες σχετικές με τα αποτελέσματα της πρώιμης πατρικής αποστέρησης

Σε μια μελέτη κατά τη διάρκεια του πολέμου (Bach) έγινε σύγκριση των φαντασιώσεων παιδιών 6-10 ετών, που ο πατέρας τους απουσίαζε στον πόλεμο όταν τα παιδιά αυτά ήταν 1-3 ετών, με φαντασιώσεις «μαρτύρων» παιδιών, που ο πατέρας τους ήταν τότε κοντά τους

Το συμπέρασμα της μελέτης αυτής είναι ότι, ειδικά για τα αγόρια, δεν υπάρχει μορφή για ταυτοποίηση, ενώ για τα κορίτσια μπορεί κανείς να υποθέσει πως θα δημιουργηθούν δυσκολίες στις σχέσεις τους με τους άντρες. Αυτή η θηλυπρέπεια του πατέρα στις φαντασιώσεις μπορεί να προέρχεται από το γεγονός πως η μητέρα είναι εκείνη που δίνει πιο πολλά κοινωνικά ερεθίσματα και συγχρόνως είναι η μόνη μορφή για ταυτοποίηση – δεν υπάρχει, δηλαδή, ανδρικό πρότυπο. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν τον κίνδυνο το αγόρι να αναπτύξει ομοφυλόφιλες σχέσεις στο μέλλον.

Από τις μελέτες αυτές υπάρχουν αρκετές ενδείξεις, όπως συμπεραίνει ο Nash, πως η διαδικασία της ταυτοποίησης με τον πατέρα παραβλάπτεται σοβαρά και ότι μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα συμπεριφοράς, όταν ο πατέρας απουσιάζει στην προσχολική περίοδο ή αργότερα. Επίσης υποστηρίζεται πως υπάρχουν ορισμένες «κρίσιμες περίοδοι» για να αναπτυχθούν «αμοιβαίοι δεσμοί» και να παραδεχτεί το παιδί τον πατέρα (και αντίστροφα) και πως όσο περνάει ο καιρός, τόσο η διαδικασία αυτή γίνεται δυσκολότερη.

Οι Bacon και συνεργάτες και ο Siegman μελέτησαν τις σχέσεις μεταξύ παιδικής παραπτωματικότητας και πατρικής απουσίας και υποστηρίζουν πως η πατρική απουσία είναι η κύρια αιτία για τη δημιουργία παιδικής παραπτωματικότητας.

Ειδικότερα, πολλά από τα παιδιά που «έχασαν» τον πατέρα τους εκδήλωσαν μεγάλο άγχος και είχαν σεξουαλικά προβλήματα, π.χ. φόβο ανικανότητας, αυνανισμό ακόμα και δημόσια, σε περιόδους έντασης. Βρέθηκε, επίσης, πως τα παιδιά που ο πατέρας απουσίαζε όταν αυτά ήταν 6 έως 12 ετών ήταν επιθετικά και θηλυπρεπή. Η εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι πως η επιθετικότητά τους είναι αντιρροπιστική της θηλυπρέπειάς τους. Οι MacCord και συνεργάτες συμπεραίνουν τελικά πως πολλά απ’ τα συμπτώματα που φαίνονται να είναι αποτελέσματα της πατρικής απουσίας είναι σε βαθύτερη ανάλυση αποτέλεσμα ορισμένων χαρακτηριστικών της οικογένειας, π.χ. έντονου άγχους, απόρριψης και γενικότερων ανωμαλιών που παρατηρούνται σε διαλυμένες οικογένειες.

Μια μεγάλη αναλογία βρεφών διάλεγε και τον πατέρα για να αναπτύξει τη «συμπεριφορά δεσμού». Ειδικότερα διαπιστώθηκε πως στην ηλικία των 18 μηνών το 75% των βρεφών που μελετήθηκαν ανέπτυξαν «συμπεριφορά δεσμού» και με τον πατέρα. Οι συγγραφείς τονίζουν χαρακτηριστικά πως αν υπάρχει μια σχετικά αδιάφορη μητέρα και ένας θερμός και στοργικός πατέρας, τότε ο πατέρας μπορεί να γίνει το πρωταρχικό πρόσωπο με το οποίο το παιδί θα αναπτύξει «συμπεριφορά δεσμού», ακόμα και αν η μητέρα βρίσκεται περισσότερο χρόνο με το βρέφος.

Ο ίδιος συγγραφέας (Mitcherlisch) τονίζει πως «ο αποχωρισμός του κόσμου του πατέρα από τον κόσμο των παιδιών στις σύγχρονες κοινωνίες δεν επιτρέπει να υπάρχουν άμεσες και κατευθείαν εμπειρίες στις σχέσεις τους. Το παιδί δεν ξέρει τι κάνει ο πατέρας και ο πατέρας δεν ξέρει και δε βλέπει πώς αναπτύσσεται το παιδί του, με αποτέλεσμα να δημιουργείται βαθμιαία μια αποξένωση μεταξύ τους».

Η παρουσία του πατέρα συμπληρώνει την οικογένεια και βοηθά απ’ την αρχή τα παιδιά να γίνουν ολοκληρωμένοι άνθρωποι· τους δίνει χρόνο να αντιληφθούν πως υπάρχουν και άντρες, όπως και γυναίκες, και πως έντονα συναισθήματα χαράς, λύπης ή θυμού μπορεί να αναπτυχθούν μεταξύ πατέρα-μητέρας, πατέρα-γιου, μητέρας-κόρης. Για να αναγνωρίσει και να καταλάβει τις πλούσιες και έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις της ζωής, το παιδί χρειάζεται να βιώσει μερικά από αυτά τα συναισθήματα μέσα στην οικογένεια.

Επίσης σημαντική και απαραίτητη είναι η παρουσία του πατέρα για τη σεξουαλική ταυτοποίηση, την κοινωνικοποίηση και γενικότερα την ωρίμανση της προσωπικότητας και των αγοριών και των κοριτσιών. Υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις για το ότι η απουσία του πατέρα, ιδίως αν συμπίπτει με έντονη μητρική παρουσία, μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχές της σεξουαλικής συμπεριφοράς στα αγόρια και σε δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις με τους άντρες στα κορίτσια (Meerloo, Brown). Ο Trunnel υποστηρίζει πως όσο μικρότερο είναι το παιδί όταν απουσιάζει ο πατέρας και όσο περισσότερο χρόνο διαρκεί η απουσία αυτή, τόσο σοβαρότερες μπορεί να είναι οι ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις.

Με άλλα λόγια, σε κάθε εξελικτικό στάδιο της παιδικής ηλικίας το παιδί χρειάζεται όχι μόνο τη μητέρα αλλά και τον πατέρα ως αντικείμενο αγάπης, ασφάλειας, ως μορφή ταυτοποίησης ή ακόμα και ως μορφή εναντίον της οποίας μπορεί να επαναστατήσει.

  • Απουσία πατέρα: συσχετίζεται με (σεξουαλική) παραπτωματικότητα στις γυναίκες.
  • Απουσία πατέρα: συσχετίζεται με τάσεις για διαταραχές στην ταύτιση με το φύλο στα αγόρια ή και προβλήματα με πρόσωπα εξουσίας.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να τονίσουμε τη σημασία της σταθερής φυσικής και ψυχολογικής παρουσίας και των δύο γονέων, η οποία είναι απαραίτητη για την ομαλή εξέλιξη και τις διαδικασίες της ταυτοποίησης των παιδιών προς τους γονείς τους, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σεξουαλική ταυτοποίηση. Οφείλουμε όμως, να προσθέσουμε κάτι σχετικό με τη διατήρηση του γάμου και της οικογένειας για χάρη των παιδιών.

Μελέτες που έχουν γίνει από τους Du Ran και Roth υποστηρίζουν ότι η φυσική παρουσία των γονέων, και τονίζουμε τη λέξη φυσική, δεν είναι απαραίτητα εγγύηση για την ψυχική υγεία των παιδιών. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί η έννοια της «συγκαλυμμένης» αποστέρησης («masked» deprivation), που είναι αυτή η αποστέρηση που δεν οφείλεται σε φυσική απουσία του ενός ή και των δύο γονέων, αλλά είναι το αποτέλεσμα διαταραγμένων (όπως ψυχρότητα και αδιαφορία του ενός συζύγου προς τον άλλον), ενδο-οικογενειακών σχέσεων. Από μελέτες που έχουν γίνει έχει βρεθεί ότι αυτού του είδους η αποστέρηση μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην ψυχική υγεία των παιδιών, παρόμοια με αυτή που οφείλεται σε φυσικό αποχωρισμό (Prugh και Harlow).

Το βασικότερο είναι ότι το διαζύγιο ισοδυναμεί για το παιδί με την απώλεια ενός προσώπου. Η απώλεια αυτή είναι παροδική ή μονιμότερη, αλλά οπωσδήποτε έχει ως αποτέλεσμα το σπάσιμο των συναισθηματικών δεσμών του παιδιού με αυτό το πρόσωπο. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι αυτό που αποκαλείται άγχος αποχωρισμού και οι αντιδράσεις του θρήνου, που μοιάζουν με αυτές που παρατηρούνται μετά το θάνατο γονιού. Μια δε από τις πιο χαρακτηριστικές αντιδράσεις του θρήνου είναι η διαρκής αναζήτηση του χαμένου προσώπου.

Τελικά βέβαια στο θρήνο που παρατηρείται μετά από απώλεια γίνεται μια παραδοχή αυτού του γεγονότος σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Η εντύπωση, όμως, που υπάρχει με τα παιδιά του διαζυγίου – αυτό βγαίνει μέσα από ψυχοθεραπευτική εμπειρία με αυτά τα παιδιά – είναι ότι βρίσκονται σε ένα στάδιο συνεχούς θρήνου, επειδή ακριβώς τροφοδοτούνται από την περιοδική επικοινωνία με αυτό το πρόσωπο. Επίσης, τροφοδοτούνται από άλλα εξωτερικά γεγονότα που μπορεί να συμβαίνουν και επιτείνουν αυτό το θρήνο. Τα γεγονότα αυτά είναι οι δικαστικές διαδικασίες, οι πιθανοί καβγάδες μεταξύ των χωρισμένων γονέων και άλλα προβλήματα που μπορεί να συνυπάρχουν, τα οποία είναι πάρα πολύ δύσκολο να αφομοιωθούν από τα παιδιά. Ένα άλλο που συμβαίνει είναι ότι παραβλάπτονται, όπως είπαμε και προηγουμένως, οι διαδικασίες της ταυτοποίησης του παιδιού με τους γονείς του με επιπτώσεις στη μελλοντική του λειτουργία ως ενήλικου και ως γονέα.

Παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν το παιδί σε περιπτώσεις  διαζυγίου

Όταν ο γονέας που απουσιάζει συνεχώς υποτιμάται και κατηγορείται από το γονέα με τον οποίο μένει το παιδί. Φαινόμενο αρκετά συχνό και στην Ελλάδα, όπου συμβαίνει να μπαίνει σ’ αυτή τη σύγκρουση και η εκτεταμένη οικογένεια.

Όταν δε δίνονται ευκαιρίες στο παιδί να δοκιμάσει μόνο του και να δει τα θετικά και αρνητικά στοιχεία της προσωπικότητας του απόντος γονέα, καθώς και να μπορέσει μόνο του να εκτιμήσει τις πραγματικές αιτίες για τις οποίες έγινε ο χωρισμός των γονέων του. Μεγάλη σημασία έχει εδώ να γίνει σωστή πληροφόρηση του παιδιού για τις αιτίες του χωρισμού.

Παράγοντες οι οποίοι θα βοηθήσουν την ομαλότερη εξέλιξη του παιδιού είναι η παρακάτω:

 Όταν το παιδί έχει τη δυνατότητα για συνεχή επαφή με το γονέα που απουσιάζει, εφόσον το επιθυμεί, καθώς και την ευκαιρία για μια σχέση που από τη φύση της είναι διαφορετική από την προηγούμενη, αλλά που βασίζεται σε πραγματικές εμπειρίες. Αυτή η δυνατότητα για επαφή πρέπει να έχει ως κριτήριο τις ανάγκες του παιδιού και όχι των γονέων.

Ένα τελευταίο θέμα που θέλουμε να αναπτύξουμε είναι η νομική ρύθμιση. Δε θα μπούμε σε λεπτομέρειες, εκείνο όμως που όλοι μας ξέρουμε είναι ότι η ισχύουσα νομοθετική ρύθμιση στη χώρα μας δεν είναι διευκολυντική σε περιπτώσεις διαζυγίου. Σύμφωνα με αυτό που ισχύει μέχρι τώρα, εκτός από πολύ λίγες εξαιρέσεις, κάθε παιδί μικρότερο των 10 ετών και ανεξάρτητα από το φύλο του πρέπει να μένει με τη μητέρα. Για τα παιδιά που είναι μεγαλύτερα των 10 ετών τα αγόρια μένουν με τον πατέρα τους και τα κορίτσια με τη μητέρα τους. Η παραπάνω ρύθμιση, όμως, δεν είναι απαραίτητο ψυχολογικά σωστή. Υποστηρίζεται ότι χρειάζεται να λαμβάνεται κυρίως υπόψη η ικανότητα των γονέων να φροντίζουν τα παιδιά τους, ανεξάρτητα από το φύλο του γονέα και του παιδιού (Τσιάντης). Μεγάλη σημασία έχει, επίσης, να δούμε τι είναι εκείνο που θέλει και το ίδιο το παιδί.

Οι Goldstein, A. Freud και Solnit προτείνουν οδηγίες για τη ρύθμιση της επιμέλειας και της επικοινωνίας. Τονίζουν τη μεγάλη βλάβη που μπορεί να προκληθεί όταν η επιμέλεια ανατεθεί σ’ ένα πρόσωπο με το οποίο δεν έχει δεσμούς το παιδί. Προτείνουν, επίσης, ότι η επικοινωνία δεν πρέπει να επιβάλλεται με δικαστική απόφαση, αλλά να διατηρείται μόνο όταν υπάρχει αμοιβαία συγκατάνευση από γονέα και παιδί. Επίσης συνιστούν διακοπή της επικοινωνίας με το γονέα ο οποίος χρησιμοποιεί το παιδί για δικούς του παθολογικούς λόγους. Συμπερασματικά καταλήγουν και υποστηρίζουν ότι είναι απαραίτητο να επιλέγουμε τη «λιγότερο καταστρεπτική λύση» για το παιδί.

Είναι, όμως, γεγονός ότι υπάρχει μια τάση να δίνεται η επιμέλεια  περισσότερο στη γυναίκα παρά στον άντρα. Μια πιθανή εξήγηση σ’ αυτό μπορεί να προέρχεται από το ότι έχει τονιστεί περισσότερο η σημασία της μητέρας για την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού (Bowlby). Σήμερα, όμως, τα πράγματα αντιμετωπίζονται διαφορετικά και λαμβάνεται πιο πολύ υπόψη και ο ρόλος του πατέρα. Οπωσδήποτε, όμως, είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι πρέπει να γίνεται εξατομίκευση της κάθε περίπτωσης. Το πνεύμα μιας απόφασης για την επιμέλεια και την επικοινωνία του παιδιού πρέπει να βασίζεται όσο το δυνατόν λιγότερο σε προσωπικές στάσεις και προκαταλήψεις και όσο το δυνατόν περισσότερο σε αντικειμενική επιστημονική γνώση, όπως μπορεί να δοθεί με λεπτομερείς εκθέσεις προς το δικαστήριο από μια παιδοψυχιατρική ομάδα.  Βέβαια εδώ χρειάζεται να τονίσουμε ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για το πώς και πότε θα γίνει η επικοινωνία – δεν μπορεί, όμως, να αποφασίσει για το πώς τα παιδιά και οι γονείς αισθάνονται.

 

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.