Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή της Απόκρεω 15/02/2026 Ματθ. κε’ 31-46

31Kαι όταν έρθει ο Yιός τού ανθρώπου μέσα στη δόξα του, και όλοι οι άγιοι άγγελοι μαζί του, τότε θα καθήσει επάνω στον θρόνο τής δόξας του. 32Kαι μπροστά του θα συναχτούν όλα τα έθνη· και θα τους χωρίσει από αναμεταξύ τους, όπως ο ποιμένας χωρίζει τα πρόβατα από τα ερίφια. 33Kαι τα μεν πρόβατα θα τα στήσει από τα δεξιά του, ενώ τα ερίφια από τα αριστερά.
34Tότε, ο βασιλιάς θα πει σ’ αυτούς που θα είναι από τα δεξιά του: Eλάτε, οι ευλογημένοι τού Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία, που είναι ετοιμασμένη σε σας από τη δημιουργία τού κόσμου· 35επειδή, πείνασα, και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ξένος ήμουν, και με φιλοξενήσατε· 36γυμνός ήμουν, και με ντύσατε· ασθένησα, και με επισκεφθήκατε· σε φυλακή ήμουν, και ήρθατε σε μένα.
37Tότε, οι δίκαιοι θα του απαντήσουν, λέγοντας: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς, και σε θρέψαμε; Ή, να διψάς, και σου δώσαμε να πιεις; 38Kαι πότε σε είδαμε ξένον, και σε φιλοξενήσαμε; Ή, γυμνόν, και σε ντύσαμε; 39Kαι πότε σε είδαμε ασθενή ή σε φυλακή, και ήρθαμε σε σένα;
40Kαι απαντώντας ο βασιλιάς, θα τους πει: Σας διαβεβαιώνω, καθόσον αυτό το κάνατε σε έναν από τούτους τούς ελάχιστους αδελφούς μου, το κάνατε σε μένα.
41Tότε, θα πει και σ’ εκείνους που θα είναι από τα αριστερά: Πηγαίνετε από μένα, οι καταραμένοι, στην αιώνια φωτιά, που είναι ετοιμασμένη για τον διάβολο και για τους αγγέλους του. 42Eπειδή, πείνασα, και δεν μου δώσατε να φάω· δίψασα και δεν μου δώσατε να πιω· 43ξένος ήμουν, και δεν με φιλοξενήσατε· γυμνός, και δεν με ντύσατε· ασθενής και σε φυλακή, και δεν με επισκεφθήκατε.
44Tότε, θα του απαντήσουν και αυτοί, λέγοντας: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς ή να διψάς ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή σε φυλακή, και δεν σε υπηρετήσαμε;
45Tότε, θα τους απαντήσει, λέγοντας: Σας διαβεβαιώνω, καθόσον δεν το κάνατε αυτό σε έναν από τούτους τούς ελάχιστους, δεν το κάνατε ούτε σε μένα.
46Kαι θα αποχωρήσουν, αυτοί μεν σε αιώνια κόλαση· οι δε δίκαιοι σε αιώνια ζωή.
1. ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΙΗΓΗΣΗ
«Και είδα Εκείνον να έρχεται…»
Ήμουν εκεί. Όχι με τα πόδια μου, αλλά με όλη την ύπαρξή μου. Κι ήξερα ότι είχε έρθει η Ώρα. Η μεγάλη Ώρα, εκείνη που μνημόνευαν οι προφήτες, που ψιθύριζαν οι άγγελοι, που έτρεμε η γη. Κι Εκείνος φάνηκε.
Δεν ήρθε σαν φλόγα που κατακαίει, ούτε σαν στρατηγός με ξίφος. Ήρθε όπως έρχεται το φως την αυγή: αργά, αθόρυβα, με δόξα που δεν κραυγάζει, αλλά σε γονατίζει. Τα μάτια Του σαν βάθος χωρίς τέλος. Τα χέρια Του διάτρητα, μα γεμάτα φως. Κι οι άγιοι άγγελοι γύρω Του δεν Τον πλαισίωναν — Τον υπηρετούσαν.
Κάθισε στον Θρόνο Του. Όχι σε θρόνο χρυσό, αλλά σε Σταυρό ένδοξης δικαιοσύνης. Και τότε, συνέβη: όλα τα έθνη, όλα τα πρόσωπα, όλες οι γενιές, βρέθηκαν ενώπιόν Του. Κι εγώ ανάμεσά τους. Έτρεμε η ψυχή μου. Όχι από φόβο τιμωρίας, αλλά από δέος: γιατί Τον αντίκριζα.
Έσκυψα το κεφάλι μου, μα Τον άκουσα να μιλά:
«Ελάτε, ευλογημένοι του Πατέρα μου. Κληρονομήστε τη Βασιλεία που σας ετοιμάστηκε από καταβολής κόσμου…»
Κοίταξα δίπλα μου. Δεν ήταν οι δυνατοί, ούτε οι σοφοί· ήταν πρόσωπα απλά. Μάτια κουρασμένα από το κλάμα του άλλου. Χέρια πληγωμένα από διακονία. Άνθρωποι που είχαν δώσει ένα ποτήρι νερό. Που είχαν σκύψει να ντύσουν, να ταΐσουν, να παρηγορήσουν. Δεν το είχαν καταλάβει τότε… ούτε ήξεραν πως τάιζαν Εκείνον.
Εγώ; Έψαξα στη μνήμη μου. Πού ήταν η δική μου πράξη; Θυμήθηκα λέξεις. Πολλές λέξεις. Μα δεν θυμόμουν αν ποτέ κοίταξα στα μάτια έναν φυλακισμένο, αν άγγιξα έναν ασθενή, αν άνοιξα το σπίτι μου σ’ έναν ξένο. Κι ας είχα προσευχηθεί. Κι ας είχα κηρύξει. Ήμουν σίγουρος πως Τον είχα υπηρετήσει — μέχρι που Εκείνος μίλησε πάλι:
«Πηγαίνετε, καταραμένοι… διότι πείνασα και δεν μου δώσατε. Ήμουν ξένος και με απορρίψατε. Γυμνός, και με προσπεράσατε…»
Κι εκεί είδα κάτι που δεν άντεξα. Είδα Εκείνον, στο πρόσωπο του παιδιού που είχα προσπεράσει. Στο κορμί του ζητιάνου που περιφρόνησα. Στα μάτια της μάνας που πεινούσε και ντράπηκα να βοηθήσω. Κι η Κρίση, τότε, δεν ήταν πια δικάσιμος — ήταν Αποκάλυψη.
Δεν με χώρισε Εκείνος από τους άλλους· η καρδιά μου με είχε ήδη χωρίσει όταν έμαθα να αγαπώ επιλεκτικά. Η αδιαφορία μου ήταν το κριτήριο. Και το κριτήριο δεν ήταν το δόγμα· ήταν η Αγάπη.
Η Στιγμή πέρασε. Κι όμως… ήταν αιώνια. Γιατί μπροστά Του δεν υπήρχε χρόνος πια. Μόνο Αλήθεια. Και μπροστά στην Αλήθεια, δεν κρυβόταν κανείς
Κι αν μ’ έβλεπες εκείνη την ώρα θα ‘βλεπες έναν άνθρωπο να σπάει. Όχι για να τιμωρηθεί, αλλά για να μετανοήσει.
Γιατί στον Θρόνο της Κρίσεως, Εκείνος δεν κάθεται σαν τύραννος.
Κάθεται σαν Αυτός που πεινούσε — κι εμείς δεν Τον αναγνωρίσαμε.
2. ΚΗΡΥΓΜΑ
«Η Αγάπη που Κρίνει»
Αδελφοί μου,
στεκόμαστε σήμερα μπροστά στη φοβερή εικόνα της Μέλλουσας Κρίσεως.
Όχι για να τρομοκρατηθούμε,
αλλά για να ξυπνήσουμε.
Όχι για να κοιτάξουμε με τρόμο το τέλος,
αλλά για να αντικρίσουμε με δάκρυ την Αρχή —
γιατί η Κρίση του Χριστού δεν είναι τέλος·
είναι αποκάλυψη καρδιάς.
Δεν μας ρωτά για τα βιβλία που διαβάσαμε,
ούτε για τις τελετές που τηρήσαμε,
ούτε για τις γνώσεις, τα αξιώματα, τις εξωτερικές ευσέβειες.
Μας ρωτά:
“ΜΕ ΕΙΔΕΣ ΠΟΤΕ ΠΕΙΝΩΝΤΑ; ΜΕ ΑΓΑΠΗΣΕΣ;”
“ΜΕ ΕΙΔΕΣ ΣΑΝ ΞΕΝΟ; ΜΕ ΔΕΧΤΗΚΕΣ;”
“ΜΕ ΕΙΔΕΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ; ΗΡΘΕΣ ΝΑ ΜΕ ΠΑΡΗΓΟΡΗΣΕΙΣ;”
Μας ρωτά:
“Αγάπησες εμένα, εκεί όπου ήμουν κρυμμένος;”
Γιατί, ναι, αδελφοί μου:
ο Χριστός κρύβεται.
Κρύβεται στην πείνα του άλλου.
Στην σιωπή του ασθενή.
Στο πρόσωπο του φυλακισμένου, του γυμνού, του απόκληρου.
Κι όχι από μακριά — μπροστά μας, κάθε μέρα.
Η Κρίση δεν είναι μια μέλλουσα απόφαση·
είναι το ξεγύμνωμα της καθημερινότητάς μας.
Είναι ο Χριστός που μας δείχνει με απλότητα πού Τον συναντούσαμε
και πού Τον αγνοήσαμε.
Ποιο είναι το κριτήριο;
Η Αγάπη.
Η μόνη εντολή που δεν δόθηκε σαν νόμος,
αλλά σαν σταυρός.
“Αγάπα τον πλησίον σου… όπως Εγώ σε αγάπησα.”
Και σε αυτή την Κρίση,
δεν μπορούμε να προσποιηθούμε.
Η μάσκα πέφτει.
Η αλήθεια μας αποκαλύπτεται.
Γιατί ενώπιον του Θρόνου της Δόξας δεν σταθμίζεται το βάρος των πράξεών μας,
αλλά το βάθος της καρδιάς μας.
Και προσέξτε:
όσοι κληρονόμησαν τη Βασιλεία,
δεν το ήξεραν.
Δεν θυμόντουσαν τις πράξεις τους.
Γιατί δεν έπραξαν από υπολογισμό,
αλλά από αγάπη φυσική, καρδιακή, θεϊκή.
Δεν μέτρησαν τις πράξεις τους·
έδωσαν τον εαυτό τους.
Και εκείνη η προσφορά — έγινε μέτρο αιωνιότητας.
Ενώ οι άλλοι, εκείνοι που αρνήθηκαν…
κι αυτοί δεν θυμόντουσαν.
Γιατί ποτέ δεν είδαν τον Χριστό στους ελάχιστους.
Γιατί έμαθαν να βλέπουν μόνο τον εαυτό τους,
να αγαπούν με ανταπόδοση,
να βοηθούν αν αξίζει,
να δίνουν όταν φαίνεται.
Κι έτσι — δεν Τον αναγνώρισαν.
Αδελφοί μου,
σήμερα δεν μιλάμε για τιμωρία·
μιλάμε για αναγνώριση.
Θα Τον αναγνωρίσουμε όταν έρθει;
Ή θα εκπλαγούμε γιατί δεν Τον είδαμε ποτέ;
Και πριν έρθει Εκείνη η Ημέρα,
ο Χριστός περνά ξανά και ξανά από μπροστά μας.
Πεινώντας.
Διψώντας.
Ζητώντας όχι το φαγητό μας,
αλλά την καρδιά μας.
Αν θέλεις να είσαι στα δεξιά Του,
μη ρωτήσεις “πότε θα γίνει η Κρίση;”
Ρώτα “ποιον μπορώ να αγαπήσω σήμερα;”
Και Τον έχεις ήδη συναντήσει.
Γιατί στο τέλος,
θα σωθούν όσοι δεν το έκαναν για να σωθούν·
αλλά γιατί δεν μπορούσαν να μην αγαπήσουν.
Κι αυτοί —
θα Τον ακούσουν να λέει:
«Ελάτε, ευλογημένοι του Πατέρα μου…
γιατί σε εμένα το κάνατε.»
Αμήν.
3. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
«Και πότε, Κύριε;…»
Πότε, Κύριε;
Πότε σε είδα;
Πότε σε γνώρισα στο πρόσωπο του άλλου και σε τίμησα;
Ή μήπως… πότε σε αρνήθηκα χωρίς να το καταλάβω;
Και τώρα, Κύριε, καθώς διαβάζω τα λόγια Σου,
καθώς σε βλέπω να διαχωρίζεις τα πρόβατα από τα ερίφια,
δεν μπορώ να μη ρωτήσω:
Σε ποια πλευρά θα βρεθώ;
Εκεί που φωτίζεις με το βλέμμα Σου ή εκεί που αποστρέφεις το πρόσωπό Σου;
Κι αν η Κρίση Σου δεν είναι τιμωρία αλλά αποκάλυψη,
τότε… τι θα αποκαλυφθεί από μένα;
Θα αποκαλυφθεί η προσφορά ή η σκληρότητα μου;
Η ελεημοσύνη μου ή η δικαιολογία μου;
Πότε σε είδα πεινασμένο κι εγώ πέρασα δίπλα σου με γεμάτα χέρια και άδεια καρδιά;
Πότε σε είδα διψασμένο και δεν μοιράστηκα το νερό που ξεχείλιζε μπροστά μου;
Πότε σε είδα ξένο και είπα μέσα μου “όχι, αυτός δεν είναι δικός μου”;
Πότε σε είδα γυμνό και ντράπηκα να σε αγγίξω;
Πότε σε είδα ασθενή και θεώρησα ότι είναι δουλειά κάποιου άλλου να σε φροντίσει;
Πότε σε είδα φυλακισμένο — όχι σε τοίχους, αλλά σε ντροπή, σε σιωπή, σε απόγνωση —
και σε προσπέρασα επειδή “δεν ήξερα τι να πω”;
Πότε, Κύριε;
Πότε έσφαλα τόσο ήσυχα που δεν το κατάλαβα;
Πότε σε πλήγωσα με την αδιαφορία μου και νόμισα ότι σε υπηρετώ;
Κι αν μια μέρα σταθώ μπροστά Σου και μου πεις:
«Εγώ ήμουν εκεί — και δεν με αναγνώρισες…»
τι θα κάνω, Κύριε;
Θα μπορέσω να μιλήσω;
Ή θα σωπάσω από την ντροπή της τύφλωσής μου;
Κι όμως… θυμάμαι και κάτι άλλο:
Εκείνη τη φορά που στάθηκα πλάι σε έναν αδελφό και τον άκουσα.
Δεν του είπα τίποτα σπουδαίο· απλώς τον άκουσα.
Ήσουν Εσύ εκεί;
Ήσουν Εσύ πίσω από τα κουρασμένα του μάτια;
Κι όταν αγκάλιασα τη μάνα που πενθούσε…
Ήσουν Εσύ που πονούσες;
Μήπως ό,τι έκανα, το έκανα σε Σένα — και δεν το ήξερα;
Μήπως ό,τι δεν έκανα, το στέρησα από Εσένα, Κύριε;
Και τώρα με ρωτώ:
Τι είναι η πίστη μου χωρίς αγάπη;
Τι είναι η ευσέβειά μου χωρίς πράξη;
Τι αξία έχουν οι προσευχές μου αν δεν γίνονται προσφορά;
Και πιο βαθιά ακόμα:
Ποια είναι η εικόνα που έχω για Σένα;
Σε βλέπω μόνο στον ουρανό ή σε αναγνωρίζω στη γη, στους πονεμένους, στους τελευταίους;
Αν εσύ ήσουν ο πρώτος που με αγάπησες ενώ ήμουν γυμνός, άρρωστος, δεμένος στην αμαρτία —
τότε εγώ, γιατί κρατάω τη χάρη για τον εαυτό μου;
Και τώρα, Κύριε… τώρα που δεν έχει σημάνει ακόμη η ώρα της Κρίσης,
τι να κάνω;
Να συνεχίσω απλώς να περιμένω;
Ή να αρχίσω να Σε ψάχνω εκεί που πονάει ο κόσμος;
Κι όταν με ρωτήσεις εκείνη τη φοβερή ώρα,
«Πού ήσουν όταν πεινούσα;»
να μπορέσω να πω:
«Ήμουν εκεί, Κύριε…
δίπλα Σου.
Ίσως δεν σε αναγνώρισα με τα μάτια,
αλλά η καρδιά μου Εσένα έψαχνε.
Και Σου έδωσα ό,τι είχα:
την αγάπη μου…»
4. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
«Μίλησέ μου, Κύριε…»
— Κύριε… μπορώ να Σου μιλήσω;
— Παιδί μου, εγώ πάντα σε ακούω.
— Κύριε, διάβασα τον λόγο Σου για την Κρίση. Κι ένιωσα σαν να άκουγα τη φωνή Σου να με ρωτά… «πού ήσουν όταν πεινούσα;». Και τρόμαξα.
— Δεν θέλω να σε τρομάξω. Θέλω να σε ξυπνήσω. Να σε μάθω να βλέπεις.
— Μα εγώ… εγώ προσευχόμουν. Πίστευα. Σ’ αγαπούσα.
— Σ’ εμένα ή στον εαυτό σου;
— Δεν καταλαβαίνω. Δεν ήταν αρκετό;
— Αν ήσουν πεινασμένος, τι θα ήθελες; Να σε αγαπήσουν με λόγια ή να σου δώσουν ψωμί;
— Ψωμί…
— Κι όταν διψούσες; Τι προσευχή θα σε ξεδιψούσε, αν κανείς δεν σου έφερνε νερό;
— Καμία…
— Έτσι είναι κι η δική μου πείνα. Η δίψα μου. Η μοναξιά μου. Δεν χρειάζομαι τα λόγια σου. Χρειάζομαι την καρδιά σου.
— Δηλαδή… εγώ δεν Σου έδωσα την καρδιά μου;
— Τη μισή μου την έδωσες. Την άλλη μισή την κράτησες για ασφάλεια. Για επιλογή. Για μέτρο.
— Μα εγώ φοβόμουν να δώσω πολλά. Μη με εκμεταλλευτούν. Μη με πληγώσουν.
— Το ξέρω. Κι εγώ φοβήθηκα. Μα άνοιξα τα χέρια μου στον Σταυρό και δεν κράτησα τίποτα.
— Εσύ είσαι Θεός.
— Εγώ έγινα Άνθρωπος. Για να μην μπορείς να λες πια «δεν καταλαβαίνεις».
— Κύριε… νιώθω τόσο λίγος. Σαν να μη σε υπηρέτησα ποτέ.
— Πες μου, ποιον αγκάλιασες με όλη σου την ψυχή, χωρίς να περιμένεις τίποτα;
— Την κόρη μου… όταν ήταν παιδί. Τη γυναίκα μου… στις τελευταίες της ώρες.
— Εκεί ήμουν εγώ.
— Ήσουν Εσύ;
— Ήμουν εγώ που πονούσα στο σώμα τους. Ήμουν εγώ που ένιωσα την αγάπη σου. Παιδί μου, με έχεις υπηρετήσει χωρίς να το ξέρεις.
— Και τότε… γιατί πονάω τόσο όταν βλέπω τη σιωπή μου μπροστά στην ξενότητα του κόσμου;
— Γιατί μόλις τώρα αρχίζεις να με αναγνωρίζεις στους «άλλους».
— Και τώρα τι κάνω, Κύριε;
— Ξεκίνα να με ψάχνεις εκεί που δεν με περίμενες. Στα πρόσωπα που φοβάσαι. Στις πληγές των εχθρών σου. Στα μάτια των φτωχών.
— Θα μπορέσω ποτέ να Σε δω πραγματικά;
— Όταν πάψεις να με ψάχνεις με τα μάτια.
— Και θα με δεχτείς τότε, Κύριε;
— Δεν έπαψα ποτέ να σε περιμένω. Δεν κάνω Κρίση για να σε διώξω. Αποκάλυψη κάνω, για να σε καλέσω βαθύτερα.
— Φοβάμαι να σε δω όπως είσαι. Μη γίνω ανάξιος.
— Γίνε ευάλωτος. Όχι τέλειος. Μην προσπαθείς να σωθείς με έργα. Να αγαπάς. Μόνο αυτό θυμάμαι στο τέλος.
— Αν σε δω, Κύριε, στο πρόσωπο του ξένου, θα γονατίσω.
— Κι εκείνος δεν θα καταλάβει. Αλλά θα ευλογηθεί.
— Και τότε…
— Τότε, παιδί μου, θα είσαι στα δεξιά μου.
— Γιατί;
— Γιατί θα με έχεις αναγνωρίσει.
Και ο Κύριός σου δεν θέλει τίποτα άλλο…
παρά να Τον αναγνωρίσεις στην Αγάπη.
5. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ
«Η Κρίση της Καρδιάς»
Σκέφτομαι, ψυχή μου,
ότι η Κρίση δεν θα έρθει ξαφνικά σαν κεραυνός·
δεν θα πέσει πάνω μας απότομα,
ούτε θα μας αιφνιδιάσει όπως νομίζουμε.
Η Κρίση… ήδη είναι εδώ.
Όχι σαν μια κοσμική καταστροφή,
αλλά σαν καθρέφτης.
Καθρέφτης που μας κοιτάει καθημερινά και μας ρωτά:
Ποιον βλέπεις στον άλλο;
Ποιον βλέπεις στον πόνο;
Ποιον βλέπεις στον άγνωστο, στον περιφρονημένο, στον ασήμαντο;
Η περικοπή της Κυριακής αυτής δεν είναι απλώς μια προφητεία·
είναι μια πρόσκληση να εξετάσουμε την καρδιά μας.
Όχι για να τη ζυγίσουμε με αριθμούς,
αλλά για να αναγνωρίσουμε πόσο μοιάζει με την καρδιά του Χριστού —
ή πόσο έχει απομακρυνθεί.
Ο Κύριος δεν στέκεται στην πληθώρα των πράξεων.
Στέκεται στη διάθεση.
Στον τρόπο που κοίταξες,
στο αν χαμήλωσες το βλέμμα μπροστά στον άρρωστο,
αν άνοιξες το χέρι σου αυθόρμητα,
αν ξέχασες τον εαυτό σου όταν ο άλλος ήταν χαμένος.
Και η πλάνη ποια είναι;
Ότι νομίζουμε πως η Κρίση θα βασιστεί σε μεγάλα, εντυπωσιακά έργα.
Ότι θα προσφέρουμε λίστες και επιτεύγματα,
και θα σωθούμε επειδή ήμασταν “καλοί άνθρωποι”.
Μα δεν ρώτησε αυτό ο Χριστός.
Δεν είπε: «Ποιος έκανε τα περισσότερα;»
Είπε:
«Σε μένα το κάνατε; Ή με προσπεράσατε;»
Και αυτό με συγκλονίζει.
Γιατί δεν χρειάζεται να έχω κατακτήσει τον κόσμο·
αλλά να έχω δει τον Χριστό στο πρόσωπο του ελάχιστου.
Κι ο ελάχιστος είναι παντού.
Είναι το παιδί που κλαίει στο σχολείο.
Ο γέροντας που ζει χωρίς παρέα.
Η μάνα που ματώνει σιωπηλά.
Ο πρόσφυγας που δεν ανήκει πουθενά.
Ο κρατούμενος, ο άστεγος, ο ψυχικά ταλαιπωρημένος.
Εκεί είναι Εκείνος.
Και εκεί φαίνεται αν τον αναγνώρισα ή όχι.
Ο στοχασμός μου σήμερα με γονατίζει.
Όχι για να με καταδικάσει,
αλλά για να με ελευθερώσει.
Να με ελευθερώσει από τον ναρκισσισμό της σωτηρίας μου·
από την ιδέα ότι θα σωθώ επειδή έχω “καλύτερη εικόνα”.
Η εικόνα που σώζει είναι μόνο μία:
η Εικόνα του Χριστού που κρύβεται στον άλλον.
Αν τον δω,
αν τον πιστέψω,
αν τον υπηρετήσω χωρίς να περιμένω τίποτα,
τότε η Κρίση δεν με τρομάζει.
Γιατί θα γίνει αναγνώριση.
Κι αυτό είναι που φοβάμαι πιο πολύ:
όχι την τιμωρία,
αλλά να μη Σε αναγνωρίσω, Κύριε, όταν Εσύ σταθείς μπροστά μου.
Να Σε περάσω για ξένο.
Να Σε αγνοήσω από βιασύνη.
Να Σε αποφύγω από αμηχανία.
Κι όμως…
αν μάθω να Σε βλέπω τώρα,
τότε Εκείνη τη Μέρα δεν θα είναι κάτι καινούριο.
Θα είναι η στιγμή που θα πεις:
«Ήσουν μαζί μου τόσα χρόνια.
Με αγάπησες, κι ας μην το κατάλαβες.
Και τώρα, έλα στην αγκαλιά Μου…»
Αυτός είναι ο στοχασμός της ψυχής μου:
να Σε βλέπω όχι στον ουρανό μόνο,
αλλά στην πείνα του άλλου,
στη δίψα του αδελφού μου,
στη φυλακή του πλησίον μου.
Κι εκεί,
να Σε αγαπήσω,
και να σωθώ —
όχι από φόβο,
αλλά από Αγάπη.
6. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
«Αν με ρωτήσεις, Κύριε…»
Αν με ρωτήσεις, Κύριε…
την Ώρα της Κρίσεως, την ώρα της Αποκάλυψης,
αν με κοιτάξεις στα μάτια και μου πεις:
«Εσύ… πού ήσουν όταν πεινούσα;»
θα σωπάσω.
Όχι γιατί δεν θέλω να μιλήσω,
αλλά γιατί θα σπάσει η φωνή μου από το βάρος της απουσίας μου.
Δεν ήξερα πως Ήσουν εκεί.
Ήξερα το όνομά Σου, το Ευαγγέλιό Σου, τη Διδασκαλία Σου·
αλλά δεν Σε αναγνώρισα στο κορμί που έτρεμε,
στο βλέμμα που ζητούσε μια λέξη,
στο χέρι που απλωνόταν και δεν τόλμησα να αγγίξω.
Κι αν με ρωτήσεις:
«Γιατί δεν με δέχτηκες σαν ξένο;»
θα σου απαντήσω:
«Γιατί περίμενα Εσένα με λαμπρότητα,
όχι με ταλαιπωρία και σκόνη.
Γιατί σε φανταζόμουν σαν βασιλιά και όχι σαν πρόσφυγα.»
Αλλά τώρα ξέρω.
Τώρα καταλαβαίνω πως όποιον δεν δέχτηκα,
Εσένα δεν δέχτηκα.
Όποιον δεν τίμησα,
Εσένα αρνήθηκα.
Αν μου δώσεις μια τελευταία λέξη,
μια τελευταία φράση,
θέλω να σου πω:
Συγχώρεσέ με.
Όχι με λόγια. Όχι γιατί το λέει η πίστη.
Αλλά γιατί η καρδιά μου σε αναγνώρισε επιτέλους.
Σε θυμάμαι στα μάτια της γυναίκας που πάλευε να μεγαλώσει μόνη τα παιδιά της.
Σε θυμάμαι στο χέρι του γέροντα που ζήτησε παρέα και δεν είχα χρόνο.
Σε θυμάμαι στο παιδί που πεινούσε για αποδοχή,
κι εγώ του έδωσα συμβουλές, όχι αγάπη.
Τώρα Σε θυμάμαι.
Αλλά η Μέρα ήρθε.
Η Στιγμή έφτασε.
Κι αν είναι να χωριστούν τα πρόβατα από τα ερίφια,
αν είναι να ακουστεί η φωνή Σου σαν φλόγα που διαπερνά,
τότε… στάσου για λίγο, Κύριε.
Μην μιλήσεις ακόμη.
Κοίτα με λίγο πιο βαθιά.
Δες αυτό που δεν πρόλαβε να γίνει έργο,
αλλά που μέσα μου άνθισε σαν μετάνοια.
Δες πως Εσένα αγάπησα,
έστω κι αργά,
έστω και με χέρια άδεια.
Και αν δεν μπορώ να κληρονομήσω Βασιλεία,
δώσε μου μια θέση
εκεί που Σε υπηρετούν όσοι έμαθαν να αγαπούν.
Δώσε μου να είμαι σκιά πίσω από τους δικαίους.
Όχι για να φανώ·
αλλά για να Σε βλέπω.
Και δώσε μου, Κύριε,
αν ποτέ θυμηθείς τον τελευταίο, τον ελάχιστο,
να με θυμηθείς όχι για όσα έκανα,
αλλά για όσα κατάλαβα πριν χαθεί η Μέρα.
Γιατί δεν υπάρχει χειρότερη Κόλαση
από το να Σε αντικρίζω…
και να καταλαβαίνω ότι πέρασα πλάι Σου χωρίς να Σε αναγνωρίσω.
Και δεν υπάρχει πιο άγιος Παράδεισος
από το να Σου πω:
«Τώρα σε βλέπω.
Τώρα σε γνωρίζω.
Κι αν δεν σώθηκα με τα έργα μου,
σώσε με με τη δική Σου Αγάπη.»
Αν αυτός είναι ο τελευταίος μου λόγος,
αν μπροστά στον Θρόνο δεν μείνει τίποτα από μένα,
κράτα τουλάχιστον αυτή τη φράση μου:
Κύριε, σε αναγνώρισα στο τέλος.
Μα σε αγάπησα για πάντα.
Κι αυτό…
ίσως να είναι αρκετό.
Αμήν.








Πρόσφατα Σχόλια