Η ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ

Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή της Απόκρεω 15/02/2026 Ματθ. κε’ 31-46

31Kαι όταν έρθει ο Yιός τού ανθρώπου μέσα στη δόξα του, και όλοι οι άγιοι άγγελοι μαζί του, τότε θα καθήσει επάνω στον θρόνο τής δόξας του. 32Kαι μπροστά του θα συναχτούν όλα τα έθνη· και θα τους χωρίσει από αναμεταξύ τους, όπως ο ποιμένας χωρίζει τα πρόβατα από τα ερίφια. 33Kαι τα μεν πρόβατα θα τα στήσει από τα δεξιά του, ενώ τα ερίφια από τα αριστερά.

34Tότε, ο βασιλιάς θα πει σ’ αυτούς που θα είναι από τα δεξιά του: Eλάτε, οι ευλογημένοι τού Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία, που είναι ετοιμασμένη σε σας από τη δημιουργία τού κόσμου· 35επειδή, πείνασα, και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ξένος ήμουν, και με φιλοξενήσατε· 36γυμνός ήμουν, και με ντύσατε· ασθένησα, και με επισκεφθήκατε· σε φυλακή ήμουν, και ήρθατε σε μένα.

37Tότε, οι δίκαιοι θα του απαντήσουν, λέγοντας: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς, και σε θρέψαμε; Ή, να διψάς, και σου δώσαμε να πιεις; 38Kαι πότε σε είδαμε ξένον, και σε φιλοξενήσαμε; Ή, γυμνόν, και σε ντύσαμε; 39Kαι πότε σε είδαμε ασθενή ή σε φυλακή, και ήρθαμε σε σένα;

40Kαι απαντώντας ο βασιλιάς, θα τους πει: Σας διαβεβαιώνω, καθόσον αυτό το κάνατε σε έναν από τούτους τούς ελάχιστους αδελφούς μου, το κάνατε σε μένα.

41Tότε, θα πει και σ’ εκείνους που θα είναι από τα αριστερά: Πηγαίνετε από μένα, οι καταραμένοι, στην αιώνια φωτιά, που είναι ετοιμασμένη για τον διάβολο και για τους αγγέλους του. 42Eπειδή, πείνασα, και δεν μου δώσατε να φάω· δίψασα και δεν μου δώσατε να πιω· 43ξένος ήμουν, και δεν με φιλοξενήσατε· γυμνός, και δεν με ντύσατε· ασθενής και σε φυλακή, και δεν με επισκεφθήκατε.

44Tότε, θα του απαντήσουν και αυτοί, λέγοντας: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς ή να διψάς ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή σε φυλακή, και δεν σε υπηρετήσαμε;

45Tότε, θα τους απαντήσει, λέγοντας: Σας διαβεβαιώνω, καθόσον δεν το κάνατε αυτό σε έναν από τούτους τούς ελάχιστους, δεν το κάνατε ούτε σε μένα.

46Kαι θα αποχωρήσουν, αυτοί μεν σε αιώνια κόλαση· οι δε δίκαιοι σε αιώνια ζωή.

 

1. ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΙΗΓΗΣΗ

«Και είδα Εκείνον να έρχεται…»

Ήμουν εκεί. Όχι με τα πόδια μου, αλλά με όλη την ύπαρξή μου. Κι ήξερα ότι είχε έρθει η Ώρα. Η μεγάλη Ώρα, εκείνη που μνημόνευαν οι προφήτες, που ψιθύριζαν οι άγγελοι, που έτρεμε η γη. Κι Εκείνος φάνηκε.

Δεν ήρθε σαν φλόγα που κατακαίει, ούτε σαν στρατηγός με ξίφος. Ήρθε όπως έρχεται το φως την αυγή: αργά, αθόρυβα, με δόξα που δεν κραυγάζει, αλλά σε γονατίζει. Τα μάτια Του σαν βάθος χωρίς τέλος. Τα χέρια Του διάτρητα, μα γεμάτα φως. Κι οι άγιοι άγγελοι γύρω Του δεν Τον πλαισίωναν — Τον υπηρετούσαν.

Κάθισε στον Θρόνο Του. Όχι σε θρόνο χρυσό, αλλά σε Σταυρό ένδοξης δικαιοσύνης. Και τότε, συνέβη: όλα τα έθνη, όλα τα πρόσωπα, όλες οι γενιές, βρέθηκαν ενώπιόν Του. Κι εγώ ανάμεσά τους. Έτρεμε η ψυχή μου. Όχι από φόβο τιμωρίας, αλλά από δέος: γιατί Τον αντίκριζα.

Έσκυψα το κεφάλι μου, μα Τον άκουσα να μιλά:

«Ελάτε, ευλογημένοι του Πατέρα μου. Κληρονομήστε τη Βασιλεία που σας ετοιμάστηκε από καταβολής κόσμου…»

Κοίταξα δίπλα μου. Δεν ήταν οι δυνατοί, ούτε οι σοφοί· ήταν πρόσωπα απλά. Μάτια κουρασμένα από το κλάμα του άλλου. Χέρια πληγωμένα από διακονία. Άνθρωποι που είχαν δώσει ένα ποτήρι νερό. Που είχαν σκύψει να ντύσουν, να ταΐσουν, να παρηγορήσουν. Δεν το είχαν καταλάβει τότε… ούτε ήξεραν πως τάιζαν Εκείνον.

Εγώ; Έψαξα στη μνήμη μου. Πού ήταν η δική μου πράξη; Θυμήθηκα λέξεις. Πολλές λέξεις. Μα δεν θυμόμουν αν ποτέ κοίταξα στα μάτια έναν φυλακισμένο, αν άγγιξα έναν ασθενή, αν άνοιξα το σπίτι μου σ’ έναν ξένο. Κι ας είχα προσευχηθεί. Κι ας είχα κηρύξει. Ήμουν σίγουρος πως Τον είχα υπηρετήσει — μέχρι που Εκείνος μίλησε πάλι:

«Πηγαίνετε, καταραμένοι… διότι πείνασα και δεν μου δώσατε. Ήμουν ξένος και με απορρίψατε. Γυμνός, και με προσπεράσατε…»

Κι εκεί είδα κάτι που δεν άντεξα. Είδα Εκείνον, στο πρόσωπο του παιδιού που είχα προσπεράσει. Στο κορμί του ζητιάνου που περιφρόνησα. Στα μάτια της μάνας που πεινούσε και ντράπηκα να βοηθήσω. Κι η Κρίση, τότε, δεν ήταν πια δικάσιμος — ήταν Αποκάλυψη.

Δεν με χώρισε Εκείνος από τους άλλους· η καρδιά μου με είχε ήδη χωρίσει όταν έμαθα να αγαπώ επιλεκτικά. Η αδιαφορία μου ήταν το κριτήριο. Και το κριτήριο δεν ήταν το δόγμα· ήταν η Αγάπη.

Η Στιγμή πέρασε. Κι όμως… ήταν αιώνια. Γιατί μπροστά Του δεν υπήρχε χρόνος πια. Μόνο Αλήθεια. Και μπροστά στην Αλήθεια, δεν κρυβόταν κανείς

Κι αν μ’ έβλεπες εκείνη την ώρα θα ‘βλεπες έναν άνθρωπο να σπάει. Όχι για να τιμωρηθεί, αλλά για να μετανοήσει.
Γιατί στον Θρόνο της Κρίσεως, Εκείνος δεν κάθεται σαν τύραννος.
Κάθεται σαν Αυτός που πεινούσε — κι εμείς δεν Τον αναγνωρίσαμε.

2. ΚΗΡΥΓΜΑ
«Η Αγάπη που Κρίνει»

Αδελφοί μου,

στεκόμαστε σήμερα μπροστά στη φοβερή εικόνα της Μέλλουσας Κρίσεως.
Όχι για να τρομοκρατηθούμε,
αλλά για να ξυπνήσουμε.
Όχι για να κοιτάξουμε με τρόμο το τέλος,
αλλά για να αντικρίσουμε με δάκρυ την Αρχή —
γιατί η Κρίση του Χριστού δεν είναι τέλος·
είναι αποκάλυψη καρδιάς.

Δεν μας ρωτά για τα βιβλία που διαβάσαμε,
ούτε για τις τελετές που τηρήσαμε,
ούτε για τις γνώσεις, τα αξιώματα, τις εξωτερικές ευσέβειες.

Μας ρωτά:
“ΜΕ ΕΙΔΕΣ ΠΟΤΕ ΠΕΙΝΩΝΤΑ; ΜΕ ΑΓΑΠΗΣΕΣ;”
“ΜΕ ΕΙΔΕΣ ΣΑΝ ΞΕΝΟ; ΜΕ ΔΕΧΤΗΚΕΣ;”
“ΜΕ ΕΙΔΕΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ; ΗΡΘΕΣ ΝΑ ΜΕ ΠΑΡΗΓΟΡΗΣΕΙΣ;”

Μας ρωτά:
Αγάπησες εμένα, εκεί όπου ήμουν κρυμμένος;
Γιατί, ναι, αδελφοί μου:
ο Χριστός κρύβεται.
Κρύβεται στην πείνα του άλλου.
Στην σιωπή του ασθενή.
Στο πρόσωπο του φυλακισμένου, του γυμνού, του απόκληρου.
Κι όχι από μακριά — μπροστά μας, κάθε μέρα.

Η Κρίση δεν είναι μια μέλλουσα απόφαση·
είναι το ξεγύμνωμα της καθημερινότητάς μας.
Είναι ο Χριστός που μας δείχνει με απλότητα πού Τον συναντούσαμε
και πού Τον αγνοήσαμε.

Ποιο είναι το κριτήριο;
Η Αγάπη.
Η μόνη εντολή που δεν δόθηκε σαν νόμος,
αλλά σαν σταυρός.
“Αγάπα τον πλησίον σου… όπως Εγώ σε αγάπησα.”

Και σε αυτή την Κρίση,
δεν μπορούμε να προσποιηθούμε.
Η μάσκα πέφτει.
Η αλήθεια μας αποκαλύπτεται.
Γιατί ενώπιον του Θρόνου της Δόξας δεν σταθμίζεται το βάρος των πράξεών μας,
αλλά το βάθος της καρδιάς μας.

Και προσέξτε:
όσοι κληρονόμησαν τη Βασιλεία,
δεν το ήξεραν.
Δεν θυμόντουσαν τις πράξεις τους.
Γιατί δεν έπραξαν από υπολογισμό,
αλλά από αγάπη φυσική, καρδιακή, θεϊκή.

Δεν μέτρησαν τις πράξεις τους·
έδωσαν τον εαυτό τους.
Και εκείνη η προσφορά — έγινε μέτρο αιωνιότητας.

Ενώ οι άλλοι, εκείνοι που αρνήθηκαν…
κι αυτοί δεν θυμόντουσαν.
Γιατί ποτέ δεν είδαν τον Χριστό στους ελάχιστους.
Γιατί έμαθαν να βλέπουν μόνο τον εαυτό τους,
να αγαπούν με ανταπόδοση,
να βοηθούν αν αξίζει,
να δίνουν όταν φαίνεται.

Κι έτσι — δεν Τον αναγνώρισαν.

Αδελφοί μου,
σήμερα δεν μιλάμε για τιμωρία·
μιλάμε για αναγνώριση.
Θα Τον αναγνωρίσουμε όταν έρθει;
Ή θα εκπλαγούμε γιατί δεν Τον είδαμε ποτέ;

Και πριν έρθει Εκείνη η Ημέρα,
ο Χριστός περνά ξανά και ξανά από μπροστά μας.
Πεινώντας.
Διψώντας.
Ζητώντας όχι το φαγητό μας,
αλλά την καρδιά μας.

Αν θέλεις να είσαι στα δεξιά Του,
μη ρωτήσεις “πότε θα γίνει η Κρίση;”
Ρώτα “ποιον μπορώ να αγαπήσω σήμερα;
Και Τον έχεις ήδη συναντήσει.

Γιατί στο τέλος,
θα σωθούν όσοι δεν το έκαναν για να σωθούν·
αλλά γιατί δεν μπορούσαν να μην αγαπήσουν.

Κι αυτοί —
θα Τον ακούσουν να λέει:

«Ελάτε, ευλογημένοι του Πατέρα μου…
γιατί σε εμένα το κάνατε.»

Αμήν.

3. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
«Και πότε, Κύριε;…»

Πότε, Κύριε;
Πότε σε είδα;
Πότε σε γνώρισα στο πρόσωπο του άλλου και σε τίμησα;
Ή μήπως… πότε σε αρνήθηκα χωρίς να το καταλάβω;

Και τώρα, Κύριε, καθώς διαβάζω τα λόγια Σου,
καθώς σε βλέπω να διαχωρίζεις τα πρόβατα από τα ερίφια,
δεν μπορώ να μη ρωτήσω:
Σε ποια πλευρά θα βρεθώ;
Εκεί που φωτίζεις με το βλέμμα Σου ή εκεί που αποστρέφεις το πρόσωπό Σου;

Κι αν η Κρίση Σου δεν είναι τιμωρία αλλά αποκάλυψη,
τότε… τι θα αποκαλυφθεί από μένα;
Θα αποκαλυφθεί η προσφορά ή η σκληρότητα μου;
Η ελεημοσύνη μου ή η δικαιολογία μου;

Πότε σε είδα πεινασμένο κι εγώ πέρασα δίπλα σου με γεμάτα χέρια και άδεια καρδιά;
Πότε σε είδα διψασμένο και δεν μοιράστηκα το νερό που ξεχείλιζε μπροστά μου;
Πότε σε είδα ξένο και είπα μέσα μου “όχι, αυτός δεν είναι δικός μου”;
Πότε σε είδα γυμνό και ντράπηκα να σε αγγίξω;
Πότε σε είδα ασθενή και θεώρησα ότι είναι δουλειά κάποιου άλλου να σε φροντίσει;
Πότε σε είδα φυλακισμένο — όχι σε τοίχους, αλλά σε ντροπή, σε σιωπή, σε απόγνωση —
και σε προσπέρασα επειδή “δεν ήξερα τι να πω”;

Πότε, Κύριε;
Πότε έσφαλα τόσο ήσυχα που δεν το κατάλαβα;
Πότε σε πλήγωσα με την αδιαφορία μου και νόμισα ότι σε υπηρετώ;

Κι αν μια μέρα σταθώ μπροστά Σου και μου πεις:
«Εγώ ήμουν εκεί — και δεν με αναγνώρισες…»
τι θα κάνω, Κύριε;
Θα μπορέσω να μιλήσω;
Ή θα σωπάσω από την ντροπή της τύφλωσής μου;

Κι όμως… θυμάμαι και κάτι άλλο:
Εκείνη τη φορά που στάθηκα πλάι σε έναν αδελφό και τον άκουσα.
Δεν του είπα τίποτα σπουδαίο· απλώς τον άκουσα.
Ήσουν Εσύ εκεί;
Ήσουν Εσύ πίσω από τα κουρασμένα του μάτια;
Κι όταν αγκάλιασα τη μάνα που πενθούσε…
Ήσουν Εσύ που πονούσες;

Μήπως ό,τι έκανα, το έκανα σε Σένα — και δεν το ήξερα;
Μήπως ό,τι δεν έκανα, το στέρησα από Εσένα, Κύριε;

Και τώρα με ρωτώ:
Τι είναι η πίστη μου χωρίς αγάπη;
Τι είναι η ευσέβειά μου χωρίς πράξη;
Τι αξία έχουν οι προσευχές μου αν δεν γίνονται προσφορά;

Και πιο βαθιά ακόμα:
Ποια είναι η εικόνα που έχω για Σένα;
Σε βλέπω μόνο στον ουρανό ή σε αναγνωρίζω στη γη, στους πονεμένους, στους τελευταίους;

Αν εσύ ήσουν ο πρώτος που με αγάπησες ενώ ήμουν γυμνός, άρρωστος, δεμένος στην αμαρτία —
τότε εγώ, γιατί κρατάω τη χάρη για τον εαυτό μου;

Και τώρα, Κύριε… τώρα που δεν έχει σημάνει ακόμη η ώρα της Κρίσης,
τι να κάνω;
Να συνεχίσω απλώς να περιμένω;
Ή να αρχίσω να Σε ψάχνω εκεί που πονάει ο κόσμος;

Κι όταν με ρωτήσεις εκείνη τη φοβερή ώρα,
«Πού ήσουν όταν πεινούσα;»
να μπορέσω να πω:

«Ήμουν εκεί, Κύριε…
δίπλα Σου.
Ίσως δεν σε αναγνώρισα με τα μάτια,
αλλά η καρδιά μου Εσένα έψαχνε.
Και Σου έδωσα ό,τι είχα:
την αγάπη μου…»

4. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
«Μίλησέ μου, Κύριε…»

— Κύριε… μπορώ να Σου μιλήσω;
— Παιδί μου, εγώ πάντα σε ακούω.
— Κύριε, διάβασα τον λόγο Σου για την Κρίση. Κι ένιωσα σαν να άκουγα τη φωνή Σου να με ρωτά… «πού ήσουν όταν πεινούσα;». Και τρόμαξα.
— Δεν θέλω να σε τρομάξω. Θέλω να σε ξυπνήσω. Να σε μάθω να βλέπεις.

— Μα εγώ… εγώ προσευχόμουν. Πίστευα. Σ’ αγαπούσα.
— Σ’ εμένα ή στον εαυτό σου;
— Δεν καταλαβαίνω. Δεν ήταν αρκετό;
— Αν ήσουν πεινασμένος, τι θα ήθελες; Να σε αγαπήσουν με λόγια ή να σου δώσουν ψωμί;
— Ψωμί…
— Κι όταν διψούσες; Τι προσευχή θα σε ξεδιψούσε, αν κανείς δεν σου έφερνε νερό;
— Καμία…

— Έτσι είναι κι η δική μου πείνα. Η δίψα μου. Η μοναξιά μου. Δεν χρειάζομαι τα λόγια σου. Χρειάζομαι την καρδιά σου.
— Δηλαδή… εγώ δεν Σου έδωσα την καρδιά μου;
— Τη μισή μου την έδωσες. Την άλλη μισή την κράτησες για ασφάλεια. Για επιλογή. Για μέτρο.

— Μα εγώ φοβόμουν να δώσω πολλά. Μη με εκμεταλλευτούν. Μη με πληγώσουν.
— Το ξέρω. Κι εγώ φοβήθηκα. Μα άνοιξα τα χέρια μου στον Σταυρό και δεν κράτησα τίποτα.
— Εσύ είσαι Θεός.
— Εγώ έγινα Άνθρωπος. Για να μην μπορείς να λες πια «δεν καταλαβαίνεις».

— Κύριε… νιώθω τόσο λίγος. Σαν να μη σε υπηρέτησα ποτέ.
— Πες μου, ποιον αγκάλιασες με όλη σου την ψυχή, χωρίς να περιμένεις τίποτα;
— Την κόρη μου… όταν ήταν παιδί. Τη γυναίκα μου… στις τελευταίες της ώρες.
— Εκεί ήμουν εγώ.
— Ήσουν Εσύ;
— Ήμουν εγώ που πονούσα στο σώμα τους. Ήμουν εγώ που ένιωσα την αγάπη σου. Παιδί μου, με έχεις υπηρετήσει χωρίς να το ξέρεις.

— Και τότε… γιατί πονάω τόσο όταν βλέπω τη σιωπή μου μπροστά στην ξενότητα του κόσμου;
— Γιατί μόλις τώρα αρχίζεις να με αναγνωρίζεις στους «άλλους».
— Και τώρα τι κάνω, Κύριε;
— Ξεκίνα να με ψάχνεις εκεί που δεν με περίμενες. Στα πρόσωπα που φοβάσαι. Στις πληγές των εχθρών σου. Στα μάτια των φτωχών.

— Θα μπορέσω ποτέ να Σε δω πραγματικά;
— Όταν πάψεις να με ψάχνεις με τα μάτια.
— Και θα με δεχτείς τότε, Κύριε;
— Δεν έπαψα ποτέ να σε περιμένω. Δεν κάνω Κρίση για να σε διώξω. Αποκάλυψη κάνω, για να σε καλέσω βαθύτερα.

— Φοβάμαι να σε δω όπως είσαι. Μη γίνω ανάξιος.
— Γίνε ευάλωτος. Όχι τέλειος. Μην προσπαθείς να σωθείς με έργα. Να αγαπάς. Μόνο αυτό θυμάμαι στο τέλος.

— Αν σε δω, Κύριε, στο πρόσωπο του ξένου, θα γονατίσω.
— Κι εκείνος δεν θα καταλάβει. Αλλά θα ευλογηθεί.
— Και τότε…
— Τότε, παιδί μου, θα είσαι στα δεξιά μου.

— Γιατί;
— Γιατί θα με έχεις αναγνωρίσει.
Και ο Κύριός σου δεν θέλει τίποτα άλλο…
παρά να Τον αναγνωρίσεις στην Αγάπη.

5. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ
«Η Κρίση της Καρδιάς»

Σκέφτομαι, ψυχή μου,
ότι η Κρίση δεν θα έρθει ξαφνικά σαν κεραυνός·
δεν θα πέσει πάνω μας απότομα,
ούτε θα μας αιφνιδιάσει όπως νομίζουμε.
Η Κρίση… ήδη είναι εδώ.

Όχι σαν μια κοσμική καταστροφή,
αλλά σαν καθρέφτης.
Καθρέφτης που μας κοιτάει καθημερινά και μας ρωτά:
Ποιον βλέπεις στον άλλο;
Ποιον βλέπεις στον πόνο;
Ποιον βλέπεις στον άγνωστο, στον περιφρονημένο, στον ασήμαντο;

Η περικοπή της Κυριακής αυτής δεν είναι απλώς μια προφητεία·
είναι μια πρόσκληση να εξετάσουμε την καρδιά μας.
Όχι για να τη ζυγίσουμε με αριθμούς,
αλλά για να αναγνωρίσουμε πόσο μοιάζει με την καρδιά του Χριστού —
ή πόσο έχει απομακρυνθεί.

Ο Κύριος δεν στέκεται στην πληθώρα των πράξεων.
Στέκεται στη διάθεση.
Στον τρόπο που κοίταξες,
στο αν χαμήλωσες το βλέμμα μπροστά στον άρρωστο,
αν άνοιξες το χέρι σου αυθόρμητα,
αν ξέχασες τον εαυτό σου όταν ο άλλος ήταν χαμένος.

Και η πλάνη ποια είναι;
Ότι νομίζουμε πως η Κρίση θα βασιστεί σε μεγάλα, εντυπωσιακά έργα.
Ότι θα προσφέρουμε λίστες και επιτεύγματα,
και θα σωθούμε επειδή ήμασταν “καλοί άνθρωποι”.
Μα δεν ρώτησε αυτό ο Χριστός.
Δεν είπε: «Ποιος έκανε τα περισσότερα;»
Είπε:
«Σε μένα το κάνατε; Ή με προσπεράσατε;»

Και αυτό με συγκλονίζει.
Γιατί δεν χρειάζεται να έχω κατακτήσει τον κόσμο·
αλλά να έχω δει τον Χριστό στο πρόσωπο του ελάχιστου.

Κι ο ελάχιστος είναι παντού.
Είναι το παιδί που κλαίει στο σχολείο.
Ο γέροντας που ζει χωρίς παρέα.
Η μάνα που ματώνει σιωπηλά.
Ο πρόσφυγας που δεν ανήκει πουθενά.
Ο κρατούμενος, ο άστεγος, ο ψυχικά ταλαιπωρημένος.
Εκεί είναι Εκείνος.
Και εκεί φαίνεται αν τον αναγνώρισα ή όχι.

Ο στοχασμός μου σήμερα με γονατίζει.
Όχι για να με καταδικάσει,
αλλά για να με ελευθερώσει.
Να με ελευθερώσει από τον ναρκισσισμό της σωτηρίας μου·
από την ιδέα ότι θα σωθώ επειδή έχω “καλύτερη εικόνα”.
Η εικόνα που σώζει είναι μόνο μία:
η Εικόνα του Χριστού που κρύβεται στον άλλον.

Αν τον δω,
αν τον πιστέψω,
αν τον υπηρετήσω χωρίς να περιμένω τίποτα,
τότε η Κρίση δεν με τρομάζει.
Γιατί θα γίνει αναγνώριση.

Κι αυτό είναι που φοβάμαι πιο πολύ:
όχι την τιμωρία,
αλλά να μη Σε αναγνωρίσω, Κύριε, όταν Εσύ σταθείς μπροστά μου.
Να Σε περάσω για ξένο.
Να Σε αγνοήσω από βιασύνη.
Να Σε αποφύγω από αμηχανία.

Κι όμως…
αν μάθω να Σε βλέπω τώρα,
τότε Εκείνη τη Μέρα δεν θα είναι κάτι καινούριο.
Θα είναι η στιγμή που θα πεις:
«Ήσουν μαζί μου τόσα χρόνια.
Με αγάπησες, κι ας μην το κατάλαβες.
Και τώρα, έλα στην αγκαλιά Μου…»

Αυτός είναι ο στοχασμός της ψυχής μου:
να Σε βλέπω όχι στον ουρανό μόνο,
αλλά στην πείνα του άλλου,
στη δίψα του αδελφού μου,
στη φυλακή του πλησίον μου.

Κι εκεί,
να Σε αγαπήσω,
και να σωθώ —
όχι από φόβο,
αλλά από Αγάπη.

6. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
«Αν με ρωτήσεις, Κύριε…»

Αν με ρωτήσεις, Κύριε…
την Ώρα της Κρίσεως, την ώρα της Αποκάλυψης,
αν με κοιτάξεις στα μάτια και μου πεις:
«Εσύ… πού ήσουν όταν πεινούσα;»
θα σωπάσω.
Όχι γιατί δεν θέλω να μιλήσω,
αλλά γιατί θα σπάσει η φωνή μου από το βάρος της απουσίας μου.

Δεν ήξερα πως Ήσουν εκεί.
Ήξερα το όνομά Σου, το Ευαγγέλιό Σου, τη Διδασκαλία Σου·
αλλά δεν Σε αναγνώρισα στο κορμί που έτρεμε,
στο βλέμμα που ζητούσε μια λέξη,
στο χέρι που απλωνόταν και δεν τόλμησα να αγγίξω.

Κι αν με ρωτήσεις:
«Γιατί δεν με δέχτηκες σαν ξένο;»
θα σου απαντήσω:
«Γιατί περίμενα Εσένα με λαμπρότητα,
όχι με ταλαιπωρία και σκόνη.
Γιατί σε φανταζόμουν σαν βασιλιά και όχι σαν πρόσφυγα.»

Αλλά τώρα ξέρω.
Τώρα καταλαβαίνω πως όποιον δεν δέχτηκα,
Εσένα δεν δέχτηκα.
Όποιον δεν τίμησα,
Εσένα αρνήθηκα.

Αν μου δώσεις μια τελευταία λέξη,
μια τελευταία φράση,
θέλω να σου πω:
Συγχώρεσέ με.
Όχι με λόγια. Όχι γιατί το λέει η πίστη.
Αλλά γιατί η καρδιά μου σε αναγνώρισε επιτέλους.

Σε θυμάμαι στα μάτια της γυναίκας που πάλευε να μεγαλώσει μόνη τα παιδιά της.
Σε θυμάμαι στο χέρι του γέροντα που ζήτησε παρέα και δεν είχα χρόνο.
Σε θυμάμαι στο παιδί που πεινούσε για αποδοχή,
κι εγώ του έδωσα συμβουλές, όχι αγάπη.

Τώρα Σε θυμάμαι.
Αλλά η Μέρα ήρθε.
Η Στιγμή έφτασε.

Κι αν είναι να χωριστούν τα πρόβατα από τα ερίφια,
αν είναι να ακουστεί η φωνή Σου σαν φλόγα που διαπερνά,
τότε… στάσου για λίγο, Κύριε.
Μην μιλήσεις ακόμη.
Κοίτα με λίγο πιο βαθιά.

Δες αυτό που δεν πρόλαβε να γίνει έργο,
αλλά που μέσα μου άνθισε σαν μετάνοια.
Δες πως Εσένα αγάπησα,
έστω κι αργά,
έστω και με χέρια άδεια.

Και αν δεν μπορώ να κληρονομήσω Βασιλεία,
δώσε μου μια θέση
εκεί που Σε υπηρετούν όσοι έμαθαν να αγαπούν.
Δώσε μου να είμαι σκιά πίσω από τους δικαίους.
Όχι για να φανώ·
αλλά για να Σε βλέπω.

Και δώσε μου, Κύριε,
αν ποτέ θυμηθείς τον τελευταίο, τον ελάχιστο,
να με θυμηθείς όχι για όσα έκανα,
αλλά για όσα κατάλαβα πριν χαθεί η Μέρα.

Γιατί δεν υπάρχει χειρότερη Κόλαση
από το να Σε αντικρίζω…
και να καταλαβαίνω ότι πέρασα πλάι Σου χωρίς να Σε αναγνωρίσω.

Και δεν υπάρχει πιο άγιος Παράδεισος
από το να Σου πω:

«Τώρα σε βλέπω.
Τώρα σε γνωρίζω.
Κι αν δεν σώθηκα με τα έργα μου,
σώσε με με τη δική Σου Αγάπη.»

Αν αυτός είναι ο τελευταίος μου λόγος,
αν μπροστά στον Θρόνο δεν μείνει τίποτα από μένα,
κράτα τουλάχιστον αυτή τη φράση μου:

Κύριε, σε αναγνώρισα στο τέλος.
Μα σε αγάπησα για πάντα.

Κι αυτό…
ίσως να είναι αρκετό.

Αμήν.

 

Στην μνήμη του Γιώργου Ευαγγελάτου

Έζησες τη ζωή σου σαν φλόγα που δεν έσβησε ποτέ, σαν φάρος που φώτιζε τον δρόμο μου, σαν δέντρο που μου έδινε ίσκιο και καρπούς στις πιο δύσκολες μέρες μου. Εσύ, που περπάτησες στη γη με την ταπείνωση ενός δούλου του Χριστού, που αγάπησες με την καρδιά ενός πατέρα, που πολέμησες με τη δύναμη ενός στρατιώτη της πίστης, τώρα αναπαύεσαι στην αιώνια αγκαλιά Εκείνου που υπηρέτησες με κάθε σου ανάσα. Και εγώ, που σε γνώρισα, που περπάτησα δίπλα σου, που ένιωσα την αγάπη σου, γονατίζω μπροστά στη μνήμη σου, γιατί ήσουν για μένα πνευματικός πατέρας, φίλος, δάσκαλος, και φως που δεν θα σβήσει ποτέ.

Ήσουν ο άνθρωπος που με δίδαξε τι σημαίνει να ζεις με πίστη, ακόμα και όταν ο κόσμος γύρω σου καταρρέει. Θυμάμαι τις μέρες που καθόμασταν μαζί, και μου μιλούσες για τον Χριστό με μάτια που έλαμπαν από αγάπη. Μου έλεγες: «Η πίστη στον Χριστό είναι το φως που δεν σβήνει ποτέ, ακόμα και στις πιο σκοτεινές νύχτες.» Και όταν εγώ, αδύναμος και φοβισμένος, ένιωθα ότι δεν μπορώ να συνεχίσω, εσύ ήσουν εκεί, με τη γλυκιά σου φωνή, να μου πεις: «Μη φοβάσαι, ο Χριστός είναι δίπλα σου, και Εκείνος θα σε κρατήσει.» Ήσουν ο φάρος που με οδηγούσε πίσω στον Χριστό, όταν ο κόσμος με απομάκρυνε, και η πίστη σου ήταν το σπαθί που πολεμούσε κάθε σκοτάδι γύρω μου.

Ήσουν δέντρο ριζωμένο βαθιά στη γη της αγάπης, με κλαδιά που υψώνονταν στον ουρανό, γεμάτα καρπούς σοφίας και καλοσύνης. Κάτω από τη σκιά σου έβρισκα καταφύγιο, όταν η ζωή με χτυπούσε. Οι καρποί σου—η αγάπη σου, η υπομονή σου, η ταπείνωσή σου—μου έδιναν δύναμη να συνεχίσω. Ήσουν η πιο ζεστή φωλιά, η πιο μεγάλη αγκαλιά, σε όλες τις καταιγίδες της ζωής μου. Όταν έπεφτα, εσύ ήσουν εκεί για να με σηκώσεις. Όταν έκλαιγα, εσύ ήσουν εκεί για να σκουπίσεις τα δάκρυά μου. Όταν αμφέβαλλα, εσύ ήσουν εκεί για να μου δείξεις τον δρόμο της πίστης. Ο Ψαλμωδός λέει: «ὁ δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει, ὡς κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται» (Ψαλμ. 91:13). Εσύ ήσουν ο δίκαιος που άνθισε σαν φοίνικας, που πλήθυνε σαν κέδρος, και η μνήμη σου θα ζει για πάντα στις καρδιές όσων σε γνώρισαν.

Ήσουν πολεμιστής της πίστης, που κρατούσες το σπαθί της αλήθειας, πολεμώντας την αμαρτία, τον πόνο, τον Εωσφόρο, με τη δύναμη του Χριστού. Δίδαξες ότι η αληθινή δύναμη δεν πηγάζει από τον άνθρωπο, αλλά από Εκείνον που είπε: «ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ιωάν. 16:33). Ήσουν ο άνθρωπος που έδειξε ότι η πίστη στον Χριστό είναι η μόνη αληθινή δύναμη, και ότι μέσα στην αδυναμία μας η χάρη Του μας κρατά όρθιους. Ήσουν ο άνθρωπος που έζησε με την πίστη ότι ο Χριστός είναι το οξυγόνο που μας δίνει ανάσα, ακόμα και όταν η θλίψη μας πνίγει.

Ήσουν ο πνευματικός πατέρας που δίδαξε την αληθινή αγάπη—μια αγάπη που δεν τελειώνει ποτέ, που δεν γνωρίζει όρια, που δεν σταματά ούτε με τον θάνατο. Ήσουν ο άνθρωπος που έδειξε ότι η αγάπη του Χριστού είναι η μόνη αληθινή αγάπη, και ότι μέσα από αυτήν μαθαίνουμε να αγαπάμε αληθινά. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος λέει: «ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει» (Α΄ Ιωάν. 4:12). Εσύ, με την αγάπη σου, έδειξες ότι ο Θεός μένει μέσα μας, και η αγάπη σου ζει ακόμα, πέρα από τον χρόνο, πέρα από τις διαστάσεις, γιατί πηγάζει από την αγάπη του Χριστού.

Ήσουν ο άνθρωπος που έζησε για τον Χριστό, που υπηρέτησε Εκείνον με κάθε σου ανάσα, που έγινε φάρος για όσους σε γνώρισαν. Ήσουν ο άνθρωπος που δίδαξε ότι η πίστη είναι το φως που δεν σβήνει, ότι η αγάπη είναι η δύναμη που νικά τον θάνατο, ότι η ταπείνωση είναι ο δρόμος που οδηγεί στον ουρανό. Ήσουν ο άνθρωπος που, ακόμα και τώρα, από την αιώνια Βασιλεία του Χριστού, συνεχίζει να φωτίζει τον δρόμο, να ανοίγει την αγκαλιά του, να δίνει μαθήματα ζωής. Ήσουν δέντρο ολάνθιστο, φωλιά ζεστή, αγκαλιά μεγάλη, και η μνήμη σου θα ζει για πάντα, μέχρι να σε ξανασυναντήσουμε στην αιώνια Βασιλεία του Χριστού, όπου θα δοξάζουμε μαζί το Όνομά Του.

ΜΕΡΟΣ Α’ – «ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ: Ἡ ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» Ἡ μαρτυρία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἄκουσε τὸν Θεὸ νὰ ἱκετεύει.

 

Αυτή η σειρά δεν είναι μαθήματα.
Δεν είναι ανάλυση γεγονότων.
Δεν είναι πρόβλεψη του μέλλοντος.
Και σίγουρα δεν είναι εργαλείο φόβου.
Αυτή η σειρά είναι πορεία.
Είναι μια αργή, επίμονη επιστροφή στο βιβλίο της Αποκάλυψης όχι όπως το μάθαμε, αλλά όπως αντέχει να διαβαστεί από καρδιές που πόνεσαν, φοβήθηκαν, κουράστηκαν και παρεξήγησαν τον Θεό.
Δεν θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τα πάντα.
Θα προσπαθήσουμε να ακούσουμε.
Όχι τι θα συμβεί στον κόσμο, αλλά τι συμβαίνει μέσα μας όταν ο Χριστός μιλά.
Η Αποκάλυψη, σε αυτή τη σειρά, δεν θα παρουσιαστεί ως βιβλίο τρόμου ή εκδίκησης, αλλά ως το πιο δραματικό κείμενο αγάπης της Γραφής. Ένα κείμενο γραμμένο όχι για να τρομάξει, αλλά για να μη χαθεί κανείς. Ένα κείμενο που φωνάζει, όχι γιατί μισεί, αλλά γιατί δεν αντέχει την απώλεια.
Θα τη διαβάσουμε από την αρχή.
Κεφάλαιο προς κεφάλαιο.
Λέξη προς λέξη.
Όχι με τη βεβαιότητα του γνώστη, αλλά με την ευθραυστότητα εκείνου που ξέρει ότι μπορεί να συντριβεί αν δεν προσέξει.
Ο αφηγητής αυτής της σειράς δεν μιλά «εκ μέρους των ανθρώπων».
Μιλά για τον εαυτό του.
Για τον φόβο του.
Για τη σύγχυσή του.
Για την πορεία του από τον τρόμο στη συνάντηση.
Και μέσα από αυτή την προσωπική μαρτυρία, αφήνει χώρο σε κάθε ακροατή ή αναγνώστη να αναγνωρίσει τον εαυτό του χωρίς να νιώσει ότι κατηγορείται.
Δεν θα χρησιμοποιήσουμε την Αποκάλυψη για να δείξουμε ποιος φταίει.
Θα τη χρησιμοποιήσουμε για να δούμε πού χάσαμε την πρώτη αγάπη.
Δεν θα τη διαβάσουμε για να υψώσουμε τα χέρια μας.
Θα τη διαβάσουμε για να χαμηλώσουμε την άμυνα.
Αυτή η σειρά δεν υπόσχεται παρηγοριά χωρίς αλήθεια.
Αλλά υπόσχεται αλήθεια χωρίς απουσία αγάπης.
Όποιος την παρακολουθήσει, δεν χρειάζεται να συμφωνήσει.
Δεν χρειάζεται να πιστεύει όπως πιστεύουμε.
Δεν χρειάζεται καν να είναι έτοιμος.
Αρκεί να είναι ειλικρινής.
Γιατί ο σκοπός αυτής της πορείας δεν είναι να δημιουργήσει οπαδούς, αλλά να ανοίξει δρόμους επιστροφής. Όχι προς μια ιδεολογία, αλλά προς ένα Πρόσωπο. Όχι προς φόβο, αλλά προς μία σχέση.
Αν στο τέλος αυτής της σειράς κάποιος πει:

«Δεν φοβάμαι πια τον Θεό όπως πριν»,
τότε άξιζε.

Κι αν κάποιος πει:

«Ίσως μπορώ να γυρίσω»,

τότε όλα όσα θα ειπωθούν, και όσα θα πονέσουν,
θα έχουν ήδη βρει τον λόγο τους.
Γιατί αυτή η σειρά δεν είναι για το τέλος του κόσμου.
Είναι για την τελευταία πρόσκληση της Αγάπης
πριν κάποιος αποφασίσει να μείνει μόνος.

Η Πτώση ως Δαιμονική Τελεσιουργία: Όταν ο Όφις Μίλησε σαν Ιερέας – Η υποβολή ως λειτουργική πράξη και η γέννηση του πρώτου ψευδο-ναού

 

Προοίμιο Ι – Η Σιωπή πριν από την Πτώση

Πριν από την πτώση υπήρχε σιωπή. Όχι κενό, όχι απουσία, όχι αμηχανία. Υπήρχε σιωπή γεμάτη, πυκνή, κατοικημένη. Σιωπή που δεν ζητούσε να μιλήσει, γιατί δεν της έλειπε τίποτε. Εκείνη η σιωπή δεν ήταν άγνοια· ήταν κοινωνία. Δεν ήταν αδυναμία λόγου· ήταν πληρότητα παρουσίας. Ζούσα μέσα της χωρίς να τη σκέφτομαι. Δεν υπήρχε «εγώ» για να την αναλύσει, ούτε «εσύ» για να την αμφισβητήσει. Υπήρχε μόνο το «μαζί», και αυτό αρκούσε.

Στη σιωπή εκείνη ο Θεός δεν ακουγόταν ως φωνή. Ήταν αναπνοή. Ήταν ρυθμός ζωής. Ήταν το φως που δεν τυφλώνει, γιατί δεν συγκρίνεται με το σκοτάδι. Ήταν το νόημα πριν τη λέξη. Και εγώ ήμουν μέσα σε αυτό, όχι ως παρατηρητής, αλλά ως μέτοχος. Δεν υπήρχε ανάγκη να καταλάβω, γιατί δεν υπήρχε απόσταση. Όλα ήταν παρόντα χωρίς να κατονομάζονται. Όλα ήταν δοσμένα χωρίς να διεκδικούνται.

Θυμάμαι αυτή τη σιωπή σαν μνήμη που δεν έζησα με το σώμα μου, αλλά με την ψυχή μου. Τη θυμάμαι γιατί την έχασα. Και μόνο ό,τι χάνεται αποκαλύπτει τι ήταν. Εκεί δεν υπήρχε φόβος, γιατί δεν υπήρχε μέλλον να απειλεί. Δεν υπήρχε ενοχή, γιατί δεν υπήρχε ρήξη. Δεν υπήρχε ερώτηση, γιατί δεν υπήρχε αμφιβολία. Η αλήθεια δεν χρειαζόταν υπεράσπιση· ανάσαινε.

Η σιωπή πριν από την πτώση δεν ήταν ουδέτερη. Ήταν ιερή. Όχι γιατί κάποιος την όρισε έτσι, αλλά γιατί ήταν χώρος Θεού. Και κάθε τι που είναι χώρος Θεού δεν χρειάζεται τελετουργία· είναι η ίδια η τελεία πράξη ζωής. Εκεί δεν υπήρχε λατρεία ως πράξη, γιατί όλη η ύπαρξη ήταν λατρεία. Ο άνθρωπος δεν στεκόταν απέναντι στον Θεό· στεκόταν εντός Του. Όχι ως ταύτιση, αλλά ως κοινωνία αγάπης.

Σε εκείνη τη σιωπή δεν υπήρχε ανάγκη επιλογής. Όχι γιατί έλειπε η ελευθερία, αλλά γιατί η ελευθερία δεν είχε ακόμα διασπαστεί σε δυνατότητες. Η ελευθερία ήταν σχέση, όχι απόφαση. Ήταν παραμονή, όχι ρίσκο. Και εγώ, ως άνθρωπος, ήμουν ολόκληρος χωρίς να το ξέρω. Δεν μετρούσα τον εαυτό μου. Δεν με χώριζα. Δεν οριζόμουν. Απλώς ήμουν.

Αυτή η σιωπή είναι το μέτρο της πτώσης. Όχι ο καρπός. Όχι η εντολή. Όχι η παράβαση. Το μέτρο είναι η απώλεια της σιωπής. Γιατί όταν χάνεται η σιωπή, γεννιέται ο θόρυβος του «εγώ». Και τότε αρχίζει η ανάγκη για λόγο, για εξήγηση, για δικαίωση. Τότε ανοίγει ο χώρος για άλλες φωνές. Και τότε, χωρίς να το καταλάβω, η σιωπή που ήταν Θεός, γίνεται κενό που ζητά να γεμίσει. Εκεί, ακριβώς εκεί, θα μιλήσει ο όφις.

Προοίμιο ΙΙ – Η Σιωπή πριν από την Πτώση
Η σιωπή πριν από την πτώση δεν έσπασε από κάποια κραυγή. Δεν ράγισε από κάποια σύγκρουση. Άρχισε να λεπταίνει ανεπαίσθητα, σαν ανάσα που χάνει το ρυθμό. Κανείς δεν φώναξε μέσα στην Εδέμ. Κανείς δεν ύψωσε φωνή. Η ρωγμή δεν μπήκε με θόρυβο· μπήκε με μετατόπιση. Και αυτή η μετατόπιση δεν φαινόταν απ’ έξω. Γινόταν εντός μου.

Δεν χάθηκε αμέσως η σιωπή. Αλλαξε ποιότητα. Από πλήρης έγινε εύθραυστη. Από κατοικημένη έγινε επιφυλακτική. Και εκεί, μέσα σε αυτή τη λεπτή αλλαγή, γεννήθηκε κάτι που δεν υπήρχε πριν: η ανάγκη να ακούσω αλλιώς. Όχι να ακούσω περισσότερο, αλλά να ακούσω κάτι επιπλέον. Όχι τον Θεό όπως Τον ζούσα, αλλά έναν λόγο που ερχόταν δίπλα Του. Όχι απέναντί Του ακόμη. Δίπλα Του.

Κατάλαβα αργότερα ότι η πτώση δεν άρχισε με ανυπακοή, αλλά με περιέργεια. Όχι παιδική, αλλά υπαρξιακή. Η περιέργεια αυτή δεν ρωτούσε «ποιος είναι ο Θεός», αλλά «τι άλλο υπάρχει πέρα από Αυτόν». Και αυτή η ερώτηση δεν ήταν κραυγή αμφισβήτησης. Ήταν ψίθυρος δυνατότητας. Και ο ψίθυρος αυτός δεν ήρθε απ’ έξω. Τον άκουσα μέσα μου.

Η σιωπή πριν από την πτώση δεν με προστάτευε με τείχη. Με προστάτευε με πληρότητα. Όταν όμως η πληρότητα άρχισε να φαίνεται ως κάτι που μπορεί να συμπληρωθεί, τότε η σιωπή άρχισε να χάνει την εξουσία της. Όχι γιατί έγινε αδύναμη, αλλά γιατί εγώ έπαψα να της αρκούμαι. Και αυτή η στιγμή δεν ήταν ηθική πτώση. Ήταν υπαρξιακή μετατόπιση.

Δεν ένιωσα ενοχή. Δεν ένιωσα φόβο. ένιωσα δυνατότητα. Και η δυνατότητα αυτή ήταν η αρχή της διάσπασης. Γιατί μέχρι τότε δεν υπήρχαν επιλογές. Υπήρχε σχέση. Όταν όμως άρχισα να σκέφτομαι ότι μπορώ να ακούσω και αλλιώς, τότε η σιωπή έπαψε να είναι αυτονόητη. Έγινε ένα ενδεχόμενο ανάμεσα σε άλλα.

Εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε μέσα μου ο χώρος για λόγο. Όχι για τον λόγο του Θεού, αλλά για λόγο περί του Θεού. Και αυτός ο χώρος δεν ήταν ακόμη αμαρτία. Ήταν προετοιμασία. Ήταν το άνοιγμα της συνείδησης ως σκηνής. Ήταν η πρώτη φορά που ο άνθρωπος έγινε ακροατής αντί για μέτοχος. Και όταν ο άνθρωπος γίνεται ακροατής, τότε κάποιος άλλος μπορεί να μιλήσει.

Η σιωπή πριν από την πτώση δεν χάθηκε μονομιάς. Υποχώρησε. Και μέσα σε αυτή την υποχώρηση, γεννήθηκε η πρώτη απόσταση. Όχι από τον Θεό, αλλά από την πληρότητα. Και εκεί, σε αυτή την απόσταση, άρχισε να σχηματίζεται η ανάγκη για ερμηνεία. Όταν αρχίζεις να ερμηνεύεις τη ζωή, έχεις ήδη βγει από αυτήν.

Αυτή ήταν η στιγμή πριν από την πτώση. Όχι η παράβαση. Όχι ο καρπός. Αλλά η στιγμή που η σιωπή έπαψε να είναι αρκετή. Και όταν η σιωπή παύει να αρκεί, τότε κάποιος άλλος θα προσφερθεί να μιλήσει.

Προοίμιο ΙΙΙ – Η Σιωπή πριν από την Πτώση
Η σιωπή πριν από την πτώση δεν ήταν αδύναμη. Δεν ηττήθηκε. Παραδόθηκε από μέσα. Όχι γιατί δεν άντεξε, αλλά γιατί εγώ άρχισα να την αντιμετωπίζω σαν κάτι που μπορεί να αντικατασταθεί. Και αυτή είναι η πιο λεπτή και πιο επικίνδυνη μορφή απώλειας: όχι η βίαιη ρήξη, αλλά η εσωτερική υποκατάσταση.

Δεν θυμάμαι τη στιγμή που είπα «όχι» στον Θεό. Θυμάμαι τη στιγμή που άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως υπάρχει και κάτι άλλο να ακουστεί. Κάτι που δεν θα αναιρούσε τη σιωπή, αλλά θα τη συμπλήρωνε. Και αυτή η σκέψη δεν φαινόταν εχθρική. Φαινόταν λογική. Φαινόταν ώριμη. Φαινόταν σαν βήμα προς τη γνώση. Εκεί ακριβώς κρύβεται η πλάνη.

Η σιωπή δεν χάνεται όταν την αρνείσαι. Χάνεται όταν την ερμηνεύεις. Όταν την κάνεις αντικείμενο σκέψης αντί για χώρο ζωής. Όταν αρχίζεις να τη μετράς, να τη συγκρίνεις, να τη ζυγίζεις. Τότε παύει να είναι σιωπή και γίνεται φόντο. Και πάνω σε αυτό το φόντο μπορεί να σταθεί κάθε ξένος λόγος.

Εκεί γεννήθηκε μέσα μου η πρώτη διάσπαση. Όχι ως αμαρτία, αλλά ως αυτοσυνείδηση. Για πρώτη φορά στάθηκα απέναντι στον εαυτό μου. Και αυτή η στάση δεν ήταν ακόμη εγωισμός. Ήταν απορία. Αλλά η απορία, όταν δεν γεννιέται από τον Θεό, γίνεται ρωγμή. Και η ρωγμή γίνεται είσοδος.

Αρχισα να αισθάνομαι ότι υπάρχω ως κάτι ξεχωριστό. Όχι ακόμη αποκομμένο, αλλά διακριτό. Και αυτή η διάκριση με έκανε να θέλω να ακούσω. Να μου μιλήσει κάποιος. Να μου εξηγήσει. Να μου αποκαλύψει. Η σιωπή δεν εξηγεί. Απλώς είναι. Και εγώ, για πρώτη φορά, δεν αρκέστηκα στο «είναι».

Έτσι προετοιμάστηκε ο χώρος. Όχι ο εξωτερικός, αλλά ο εσωτερικός. Η συνείδηση άρχισε να μοιάζει με σκηνή που περιμένει λόγο. Και όταν μια σκηνή είναι έτοιμη, ο ηθοποιός θα εμφανιστεί. Όχι με κραυγή, αλλά με ρόλο. Όχι ως εχθρός, αλλά ως λειτουργός. Όχι ως βία, αλλά ως πρόσκληση.

Η σιωπή πριν από την πτώση δεν καταργήθηκε. Σπρώχτηκε στο βάθος. Και αυτό το βάθος έγινε η πρώτη λήθη. Όχι λήθη του Θεού, αλλά λήθη της κοινωνίας. Από εκεί και πέρα, ο άνθρωπος δεν ζει. Ακούει για να ζήσει. Δεν κοινωνεί. Επιλέγει. Δεν είναι. Αποφασίζει.

Αυτή είναι η τελευταία στιγμή πριν από την πτώση. Η στιγμή που η σιωπή υπάρχει ακόμη, αλλά δεν κυβερνά. Η στιγμή που ο άνθρωπος στέκεται έτοιμος να δεχτεί λόγο. Όχι τον λόγο που γεννά ζωή, αλλά τον λόγο που υπόσχεται περισσότερη ζωή. Και όταν η υπόσχεση μπει στη θέση της παρουσίας, τότε η τελεσιουργία μπορεί να αρχίσει.

Εκεί τελειώνει η σιωπή. Όχι γιατί χάθηκε ο Θεός, αλλά γιατί εγώ έπαψα να κατοικώ μέσα Του. Και τότε, χωρίς θόρυβο, χωρίς φωτιά, χωρίς σεισμό, ανοίγει το στόμα εκείνου που περίμενε. Και μιλά.

Μέρος Ι – Ο Όφις ως Ιερέας
Η ιερατική στάση του όφεως – Δεν επιτίθεται· τελεί

Ο όφις δεν εμφανίζεται ως θηρίο. Δεν εισβάλλει. Στέκεται. Και η στάση του είναι το πρώτο σημείο ότι δεν έχουμε να κάνουμε με επίθεση, αλλά με τελετή. Δεν έρχεται ως εχθρός, αλλά ως λειτουργός. Δεν υψώνει φωνή, αλλά λόγο. Και ο λόγος του δεν είναι κραυγή, αλλά πρόσκληση. Εκεί αρχίζω να καταλαβαίνω: η πτώση δεν ξεκινά με βία, αλλά με ιερατική ακρίβεια.

Ο όφις στέκεται όπως στέκεται ο ιερέας: ανάμεσα. Όχι απέναντι στον Θεό, αλλά ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. Δεν ακυρώνει ευθέως τον Θεό. Τον ερμηνεύει. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο. Ο ψευδο-ιερέας δεν λέει «ο Θεός δεν υπάρχει». Λέει «ο Θεός εννοούσε κάτι άλλο». Έτσι δεν γκρεμίζει τον ναό· τον μετατρέπει.

Δεν με πιέζει. Δεν με φοβίζει. Δεν με απειλεί. Με κοιτά και μου μιλά σαν να με σέβεται. Σαν να αναγνωρίζει τη νοημοσύνη μου. Σαν να μου δίνει θέση συνομιλητή. Και εκεί νιώθω για πρώτη φορά κάτι να αλλάζει: δεν είμαι πλέον μέτοχος της ζωής, αλλά ερμηνευτής της. Ο όφις με ανεβάζει στο αναλόγιο. Μου δίνει ρόλο. Και ο ρόλος είναι πάντα παγίδα.

Η ιερατική του στάση φαίνεται στον τρόπο που χειρίζεται τον λόγο. Δεν δηλώνει. Ρωτά. Δεν αποκαλύπτει. Υποβάλλει. Δεν προσφέρει καρπό· προετοιμάζει την όρεξη. Όπως κάθε τελετουργία, δεν αρχίζει από την πράξη, αλλά από τη διάθεση. Όχι από το χέρι, αλλά από τη συνείδηση. Και η συνείδησή μου αρχίζει να κινείται όπως κινείται ο πιστός μπροστά στο μυστήριο: με δέος, με προσδοκία, με επιθυμία συμμετοχής.

Ο όφις δεν βιάζεται. Η τελεσιουργία χρειάζεται χρόνο. Χρειάζεται συγκατάθεση. Χρειάζεται να σταθώ μόνος μου απέναντι στον λόγο του και να πω μέσα μου «ναι». Και αυτό το «ναι» δεν είναι κραυγή αμαρτίας. Είναι λεπτή μετατόπιση εμπιστοσύνης. Αρχίζω να τον ακούω όχι σαν εχθρό, αλλά σαν γνώστη. Σαν κάποιον που ξέρει κάτι παραπάνω. Και εκεί ο ιερέας έχει ήδη κερδίσει.

Καταλαβαίνω τότε ότι η πτώση δεν είναι παράβαση εντολής. Είναι αλλαγή λειτουργού. Αλλάζω ποιος μου μιλά για τον Θεό. Αλλάζω ποιος ερμηνεύει τη ζωή. Ο όφις δεν μου λέει να φύγω από τον Θεό. Μου λέει να Τον ξανασκεφτώ. Και αυτό είναι αρκετό για να αλλάξει όλο το πλαίσιο της ύπαρξης.

Δεν επιτίθεται. Τελεί. Τελεί μια αντεστραμμένη λειτουργία όπου ο Θεός γίνεται αντικείμενο λόγου και ο άνθρωπος γίνεται κέντρο κρίσης. Και εγώ, χωρίς να το καταλάβω, παύω να είμαι κοινωνός και γίνομαι κριτής. Ο όφις έχει τελειώσει το έργο του πριν ακόμη αγγίξω τον καρπό. Γιατί η πραγματική τελεσιουργία έχει ήδη συντελεστεί μέσα μου.

Μέρος ΙΙ – Η Υποβολή ως Λειτουργική Πράξη
Η υποβολή όχι ως ψυχολογικό τέχνασμα, αλλά ως πράξη λατρείας – Πώς λειτουργεί

Η υποβολή δεν είναι κόλπο. Δεν είναι τεχνική χειρισμού. Δεν είναι παιχνίδι μυαλού. Αυτά είναι φτωχές ερμηνείες για κάτι πολύ βαθύτερο. Η υποβολή είναι λειτουργία. Και όπως κάθε λειτουργία, έχει ρυθμό, τάξη, στάδια και σκοπό. Όταν το κατάλαβα αυτό, έπαψα να βλέπω την πτώση ως αδυναμία χαρακτήρα και άρχισα να τη βλέπω ως πλήρη τελεσιουργία.

Η υποβολή λειτουργεί πρώτα αφαιρώντας. Δεν προσθέτει αμέσως κάτι νέο. Αφαιρεί τη βεβαιότητα. Όχι με άρνηση, αλλά με ερώτηση. Η ερώτηση δεν είναι ουδέτερη. Είναι ιερατικό εργαλείο. Όπως ο ιερέας καλεί τον πιστό να στραφεί προς το άγιο, έτσι η υποβολή καλεί τη συνείδηση να στραφεί προς το ενδεχόμενο. Και το ενδεχόμενο είναι πάντα ρήγμα στην πληρότητα.

Δεν μου λέει «αυτό είναι ψέμα». Μου λέει «είσαι σίγουρος;». Και μόλις η βεβαιότητα μετατραπεί σε θέμα προς εξέταση, η λατρεία έχει ήδη αλλάξει αντικείμενο. Δεν λατρεύω πια την παρουσία. Λατρεύω τη δυνατότητα. Δεν ζω πια. Σκέφτομαι για να ζήσω. Και αυτό είναι η πρώτη λειτουργική μετατόπιση.

Η υποβολή έχει και χώρο. Δεν γίνεται στο σώμα. Γίνεται στη συνείδηση. Η συνείδηση μετατρέπεται σε αγία τράπεζα, όχι γιατί είναι ιερή, αλλά γιατί γίνεται τόπος τελετής. Εκεί ακουμπά ο λόγος. Εκεί αναπαύεται η σκέψη. Εκεί ωριμάζει η επιθυμία. Η υποβολή δεν με ωθεί να πράξω. Με οδηγεί να αποδεχτώ. Και η αποδοχή είναι πάντα πιο βαθιά από την πράξη.

Όπως κάθε λατρεία, έτσι και αυτή έχει αντικείμενο. Το αντικείμενο δεν είναι ο καρπός. Είναι η αυτονομία. Η υποβολή μου ψιθυρίζει ότι μπορώ να σταθώ μόνος μου απέναντι στην αλήθεια. Ότι μπορώ να την αξιολογήσω. Να την γευτώ χωρίς κοινωνία. Να την κατέχω. Και εκεί η λατρεία ολοκληρώνεται: όταν ο άνθρωπος γίνει μέτρο.

Η υποβολή λειτουργεί χωρίς βιασύνη. Δεν απαιτεί άμεση ανταπόκριση. Περιμένει. Ο χρόνος είναι μέρος της τελετής. Όπως σε κάθε λειτουργία, υπάρχει προετοιμασία, αναμονή, σιωπή. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, η επιθυμία δεν φαίνεται ακόμη αμαρτωλή. Φαίνεται φυσική. Φαίνεται ώριμη. Φαίνεται δικαιολογημένη.

Κατάλαβα τότε ότι η υποβολή δεν είναι εχθρός της ελευθερίας. Είναι η παραχάραξή της. Δεν μου αφαιρεί την επιλογή. Μου αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο επιλέγω. Και όταν το πλαίσιο αλλάξει, η επιλογή είναι ήδη καθορισμένη. Η λατρεία έχει ήδη συντελεστεί.

Η πτώση δεν αρχίζει όταν απλώνω το χέρι. Αρχίζει όταν σκύβω με τον νου. Όταν δέχομαι να λειτουργήσει μέσα μου ένας άλλος λόγος. Όχι ως βία, αλλά ως λατρεία. Και τότε καταλαβαίνω: η υποβολή είναι η πιο επιτυχημένη λειτουργική πράξη, γιατί δεν φαίνεται ποτέ ως τέτοια. Και όμως, εκεί, μέσα στη σιωπηλή της ακρίβεια, γεννιέται ο πρώτος ψευδο-ναός. Μέσα μου.

Μέρος ΙΙΙ – Η Συνείδηση ως Αγία Τράπεζα
Ο χώρος όπου τελείται η τελεσιουργία – Όχι έξω από εμένα· μέσα σε εμένα

Η τελεσιουργία δεν χρειάζεται τόπο εξωτερικό. Δεν στήνεται σε ναό από πέτρα. Δεν απαιτεί βωμό ορατό. Ο τόπος της είναι η συνείδηση. Εκεί τελείται ό,τι δεν φαίνεται. Εκεί συντελείται η πιο κρίσιμη μετατόπιση της ύπαρξης. Όχι έξω από εμένα· μέσα σε εμένα. Και αυτό είναι που κάνει την πτώση τόσο βαθιά και τόσο καθολική.

Η συνείδηση δεν είναι ουδέτερο πεδίο. Δεν είναι απλώς μηχανισμός σκέψης. Είναι χώρος σχέσης. Όταν κατοικείται από τον Θεό, είναι τόπος κοινωνίας. Όταν όμως αποσπαστεί από την κοινωνία και στραφεί προς τον εαυτό της, γίνεται τόπος τελετής. Και κάθε τόπος τελετής ζητά λειτουργό. Ο όφις το γνωρίζει αυτό. Γι’ αυτό δεν χτίζει έξω. Εισέρχεται μέσα.

Στη συνείδηση ακουμπά ο λόγος του. Όχι σαν εντολή, αλλά σαν σπόρος. Και η συνείδηση, από χώρος ακρόασης του Θεού, μετατρέπεται σε χώρο επεξεργασίας λόγων. Αρχίζω να ζυγίζω. Να συγκρίνω. Να εξετάζω. Και αυτή η εξέταση μοιάζει με ωριμότητα, αλλά είναι ήδη αλλοίωση. Γιατί εκεί που υπήρχε εμπιστοσύνη, τώρα υπάρχει κρίση.

Η αγία τράπεζα δεν είναι άγια από μόνη της. Αγιάζεται από Αυτόν που κοινωνείται. Όταν όμως αλλάξει το περιεχόμενο, αλλάζει και ο χαρακτήρας της. Η συνείδησή μου γίνεται αγία τράπεζα ψευδούς λειτουργίας, γιατί πάνω της δεν προσφέρεται πια η ζωή, αλλά η ιδέα της ζωής. Δεν κοινωνώ. Καταναλώνω σκέψη.

Εκεί τελείται η πιο ύπουλη πράξη: η αντικατάσταση της παρουσίας με ερμηνεία. Δεν ζω τον Θεό. Τον σκέφτομαι. Δεν Τον αναπνέω. Τον αξιολογώ. Και κάθε αξιολόγηση απαιτεί απόσταση. Η απόσταση αυτή είναι το πρώτο ρήγμα. Και μέσα σε αυτό το ρήγμα, η τελεσιουργία προχωρά χωρίς αντίσταση.

Η συνείδηση αρχίζει να λειτουργεί όπως ο πιστός μπροστά στο μυστήριο, αλλά χωρίς Θεό. Σκύβει. Περιμένει. Επιθυμεί. Όχι πια την κοινωνία, αλλά τη γνώση. Και η γνώση αυτή δεν είναι φως. Είναι βάρος. Γιατί με κάνει υπεύθυνο χωρίς να με κάνει ζωντανό. Με κάνει κριτή χωρίς να με κάνει σοφό.

Καταλαβαίνω τότε ότι η πτώση δεν είναι πράξη ανυπακοής, αλλά πράξη λατρείας σε λάθος τόπο. Λατρεύω μέσα μου κάτι άλλο. Τη δυνατότητα να είμαι το μέτρο. Τη δυνατότητα να αποφασίζω μόνος μου τι είναι καλό και τι κακό. Και η συνείδηση, αντί να είναι τόπος συνάντησης, γίνεται θρόνος.

Ο όφις δεν χρειάζεται να με σπρώξει. Μου έχει ήδη δώσει χώρο. Και εγώ, χωρίς να το καταλάβω, έχω ήδη μετατρέψει την καρδιά μου σε ναό άλλης λειτουργίας. Όλα έχουν τελειώσει πριν ακόμη αγγίξω τον καρπό. Γιατί η τελεσιουργία δεν γίνεται με τα χέρια, αλλά με τη συγκατάθεση της συνείδησης. Και αυτή η συγκατάθεση δόθηκε εντός μου.

Μέρος IV – Τα Σκεύη του Ψεύδους
Λόγος, ερώτηση, αμφιβολία ως ιερατικά σκεύη – Κατάθεση ψυχής

Δεν ήρθαν τα σκεύη του ψεύδους σαν όπλα. Ήρθαν σαν εργαλεία καθαρά, σχεδόν σεβαστικά. Δεν γυάλιζαν από κακία, αλλά από λογικότητα. Και γι’ αυτό τα δέχτηκα. Ο λόγος, η ερώτηση, η αμφιβολία δεν μου παρουσιάστηκαν ως εχθροί της πίστης, αλλά ως συνοδοί της. Και εκεί ακριβώς άρχισαν να λειτουργούν.

Ο λόγος ήταν το πρώτο σκεύος. Όχι ο λόγος που γεννά ζωή, αλλά ο λόγος που εξηγεί τη ζωή. Αρχισα να μιλάω για τον Θεό αντί να ζω ενώπιόν Του. Ο λόγος μου έγινε μετρημένος, προσεκτικός, ορθολογικός. Και όσο πιο σωστά μιλούσα, τόσο λιγότερο προσευχόμουν. Δεν το κατάλαβα αμέσως. Ο λόγος μου έδινε την αίσθηση ότι πλησιάζω την αλήθεια, ενώ στην πραγματικότητα την αντικαθιστούσα.

Μετά ήρθε η ερώτηση. Όχι η κραυγή του πόνου, αλλά η ερώτηση της ανάλυσης. «Γιατί έτσι;» «Μήπως αλλιώς;» «Είσαι βέβαιος;». Η ερώτηση δεν ζητούσε απάντηση από τον Θεό. Τη ζητούσε από εμένα. Και έτσι άρχισα να στέκομαι ως κριτής του Θεού. Όχι εχθρικά, αλλά ώριμα, όπως νόμιζα. Η ερώτηση έγινε το σκεύος που άνοιξε τον χώρο για να μπει η αμφιβολία.

Η αμφιβολία δεν ήρθε σαν άρνηση. Ήρθε σαν προσοχή. Σαν σύνεση. Σαν ταπεινότητα. Μου ψιθύριζε ότι ίσως δεν τα ξέρω όλα. Και αυτό ήταν αλήθεια. Αλλά η αμφιβολία δεν με οδήγησε στην εμπιστοσύνη. Με οδήγησε στην αυτοαναφορά. Άρχισα να στηρίζομαι στον νου μου για να σταθώ. Και ο νους, όσο κι αν φαίνεται δυνατός, δεν αντέχει το βάρος της αλήθειας.

Αυτά τα τρία σκεύη λειτούργησαν μέσα μου σαν ιερατική ακολουθία. Πρώτα ο λόγος, μετά η ερώτηση, έπειτα η αμφιβολία. Και στο τέλος, η απόφαση. Όχι να αρνηθώ τον Θεό, αλλά να Τον κρατήσω υπό έλεγχο. Να Τον χωρέσω σε έννοιες. Να Τον κάνω διαχειρίσιμο. Εκεί κατάλαβα ότι η τελεσιουργία είχε προχωρήσει βαθιά.

Καταθέτω την ψυχή μου εδώ χωρίς δικαιολογία. Δεν με έριξαν. Συμμετείχα. Δεν με εξαπάτησαν με ψέμα κραυγαλέο. Με μύησαν με λεπτότητα. Τα σκεύη του ψεύδους δεν είναι βρώμικα. Είναι καθαρά, καλογυαλισμένα, έτοιμα για χρήση. Και γι’ αυτό είναι επικίνδυνα.

Σήμερα τα αναγνωρίζω μέσα μου. Όταν ο λόγος μου προηγείται της σιωπής. Όταν η ερώτηση προηγείται της εμπιστοσύνης. Όταν η αμφιβολία προηγείται της προσευχής. Τότε ξέρω: τα σκεύη έχουν τοποθετηθεί ξανά στην αγία τράπεζα της συνείδησής μου. Και η τελεσιουργία καραδοκεί. Όχι έξω από εμένα· μέσα σε εμένα.

Μέρος V – Ο Καρπός ως Αντίδωρο Θανάτου
Η κατανάλωση δεν είναι πράξη γνώσης, αλλά κοινωνία – Αλληγορία μαχόμενης ψυχής

Ο καρπός δεν είναι πληροφορία. Δεν είναι δεδομένο. Δεν είναι γνώση προς απόκτηση. Ο καρπός είναι προσφορά. Και κάθε προσφορά, όταν λαμβάνεται, γίνεται κοινωνία. Αυτό κατάλαβα αργά, όταν πια το στόμα είχε κλείσει και η πίκρα είχε απλωθεί σε όλο το σώμα. Δεν έφαγα για να μάθω. Εφαγα για να ενωθώ. Και ενώ νόμιζα πως κοινωνώ γνώση, κοινώνησα θάνατο.

Η αλληγορία είναι σκληρή, αλλά αληθινή. Ο καρπός δόθηκε σαν αντίδωρο. Όχι ως δώρο ζωής, αλλά ως μίμηση δώρου. Όπως το αντίδωρο μοιάζει με άρτο αλλά δεν είναι Σώμα, έτσι και ο καρπός έμοιαζε με σοφία αλλά δεν ήταν ζωή. Ήταν το ίχνος μιας λειτουργίας χωρίς Θεό. Και εγώ τον δέχτηκα, όχι ως πεινασμένος, αλλά ως μυημένος.

Η κατανάλωση δεν έγινε με βιασύνη. Δεν άρπαξα. Προσέλαβα. Με ευλάβεια σχεδόν. Με τη σοβαρότητα εκείνου που πιστεύει πως κάνει κάτι σημαντικό. Και αυτή η σοβαρότητα είναι το πιο επικίνδυνο σημείο. Γιατί η αμαρτία που γίνεται με ελαφρότητα πληγώνει λιγότερο από εκείνη που γίνεται με τελετουργική βεβαιότητα.

Μέσα μου ένιωσα να αλλάζει κάτι αμέσως. Όχι φως. Όχι δύναμη. Αλλά βάρος. Ένα βάρος αυτογνωσίας που δεν οδηγεί στη μετάνοια, αλλά στην αυτοδικαίωση. Έγινα γνώστης χωρίς να γίνω ζωντανός. Έγινα κριτής χωρίς να γίνω καθαρός. Ο καρπός δεν με άνοιξε προς τον Θεό. Με έκλεισε μέσα μου.

Η μαχόμενη ψυχή μου φωνάζει τώρα αυτό που τότε δεν ήξερα να πει: δεν υπάρχει ουδέτερη κατανάλωση. Ό,τι τρώω με τρώει. Ό,τι κοινωνώ με κοινωνεί. Και όταν κοινωνώ κάτι που δεν είναι ζωή, τότε ο θάνατος δεν έρχεται ως τιμωρία, αλλά ως φυσική συνέπεια. Ο καρπός δεν σκότωσε. Αποσύνδεσε.

Ήταν αντίδωρο θανάτου, γιατί δεν είχε πηγή. Δεν είχε πρόσωπο. Δεν είχε σχέση. Ήταν γνώση χωρίς αγάπη. Και η γνώση χωρίς αγάπη δεν φωτίζει. Διαχωρίζει. Με χώρισε από τον Θεό, όχι επειδή Εκείνος έφυγε, αλλά επειδή εγώ έπαψα να Τον αναζητώ ως Ζωή. Τον αναζήτησα ως έννοια.

Σήμερα, με μαχόμενη ψυχή, στέκομαι απέναντι σε κάθε καρπό που μου προσφέρεται χωρίς πρόσωπο. Σε κάθε γνώση που δεν ζητά σχέση. Σε κάθε αλήθεια που δεν γεννά ζωή. Και ομολογώ: η πτώση δεν ήταν μια μπουκιά. Ηταν μια κοινωνία. Και ο αγώνας δεν είναι να μην ξαναφάω, αλλά να κοινωνώ μόνο Εκείνον που είναι η Ζωή. Γιατί μόνο Εκείνος δεν δίνει αντίδωρο θανάτου, αλλά Σώμα που ανασταίνει.

Μέρος VI – Η Γέννηση του Ατόμου
Από κοινωνός σε άτομο – Η ολοκλήρωση της δαιμονικής τελεσιουργίας

Η τελεσιουργία ολοκληρώνεται όταν γεννιέται το άτομο. Όχι ο άνθρωπος. Το άτομο. Εκείνος που αποκόπηκε από τη σχέση και στάθηκε μόνος απέναντι στον εαυτό του. Δεν έγινε αυτό με κραυγή. Έγινε με συνέπεια. Με μια αλυσίδα πράξεων που έμοιαζαν λογικές, ώριμες, αναγκαίες. Και όταν τελείωσε, δεν υπήρχε πια κοινωνός. Υπήρχε υποκείμενο.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή ζούσα από τη σχέση. Η ταυτότητά μου δεν ήταν κάτι που έπρεπε να ορίσω. Ήταν δοσμένη μέσα στην κοινωνία. Όταν όμως κοινώνησα τον καρπό, άρχισα να υπάρχω ως κέντρο. Όχι ως πρόσωπο, αλλά ως σημείο αναφοράς. Η ζωή έπαψε να έρχεται σε μένα. Έπρεπε να την αποκτήσω. Και ό,τι αποκτάται, μετριέται. Και ό,τι μετριέται, χάνεται.

Η γέννηση του ατόμου δεν είναι ενδυνάμωση. Είναι συρρίκνωση. Μοιάζει με αυτονομία, αλλά είναι απομόνωση. Μοιάζει με ελευθερία, αλλά είναι βάρος. Γιατί το άτομο πρέπει να κουβαλήσει μόνο του αυτό που πριν του δινόταν ως χάρη. Πρέπει να αποφασίζει, να κρίνει, να ορίζει. Και όσο περισσότερο ορίζει, τόσο λιγότερο ζει.

Έγινα άτομο τη στιγμή που άρχισα να λέω «εγώ». Όχι ως μαρτυρία ύπαρξης, αλλά ως όριο. Εγώ και ο Θεός. Εγώ και ο άλλος. Εγώ και η αλήθεια. Η κοινωνία διασπάστηκε σε σχέσεις διαπραγμάτευσης. Και εκεί όπου υπήρχε αγάπη, μπήκε σύγκριση. Εκεί όπου υπήρχε δωρεά, μπήκε δικαίωμα.

Αυτή είναι η τελική πράξη της δαιμονικής τελεσιουργίας: να με πείσει ότι υπάρχω πληρέστερα μόνος. Όχι εναντίον του Θεού, αλλά χωρίς Τον Θεό ως Ζωή. Με τον Θεό ως ιδέα. Ως έννοια. Ως θέμα σκέψης. Και έτσι μπορώ να Τον σκέφτομαι χωρίς να Τον χρειάζομαι. Να μιλώ για Εκείνον χωρίς να ζω από Εκείνον.

Το άτομο γεννιέται όταν η συνείδηση γίνεται κλειστό σύστημα. Όταν δεν περιμένει πια ζωή απ’ έξω, αλλά παράγει νόημα από μέσα. Και αυτό το νόημα, όσο λαμπρό κι αν φαίνεται, είναι θνησιγενές. Γιατί δεν τρέφεται από κοινωνία. Τρέφεται από τον εαυτό του. Και ο εαυτός, όταν γίνεται τροφή, τελειώνει.

Στέκομαι σήμερα απέναντι σε αυτή τη γέννηση και την ονομάζω. Δεν τη δικαιολογώ. Δεν τη ρομαντικοποιώ. Ήταν η ολοκλήρωση της πτώσης. Όχι η αρχή της ελευθερίας. Ήταν η στιγμή που έπαψα να είμαι άνθρωπος εν σχέσει και έγινα άτομο εν απομονώσει. Και από τότε ο κόσμος γέμισε άτομα που πεινούν για κοινωνία και χτίζουν ναούς για να καλύψουν την απουσία της.

Η τελεσιουργία ολοκληρώθηκε. Αλλά δεν είναι το τέλος. Γιατί ό,τι γεννήθηκε ως άτομο μπορεί να ξαναγεννηθεί ως πρόσωπο. Όχι με γνώση, αλλά με επιστροφή. Όχι με ατομική απόφαση, αλλά με κοινωνία. Εκεί αρχίζει ο άλλος δρόμος. Όχι του όφεως, αλλά του Χριστού. Και εκεί, το άτομο πεθαίνει για να ζήσει ο άνθρωπος.

Επίλογος Ι – Η Μνήμη που Πονά
Η ανάμνηση της Εδέμ ως πληγή και ως κλήση

Η μνήμη της Εδέμ δεν με παρηγορεί. Με πονά. Δεν έρχεται σαν ανάμνηση φωτεινή, αλλά σαν ίχνος που καίει. Όχι γιατί θέλω να επιστρέψω ρομαντικά σε κάτι χαμένο, αλλά γιατί ξέρω ότι κάτι μέσα μου θυμάται ακόμα πώς ήταν να ζει χωρίς ρήγμα. Αυτή η μνήμη δεν είναι νοσταλγία. Είναι πληγή ανοιχτή που δεν κλείνει με εξηγήσεις.

Πονά γιατί δεν είναι παρελθόν. Αν ήταν παρελθόν, θα είχε τελειώσει. Πονά γιατί είναι παρούσα ως απουσία. Ως αίσθηση ότι κάτι λείπει και δεν αντικαθίσταται. Όσο κι αν γεμίσω τον κόσμο με λόγια, έργα, ναούς, ιδέες, η μνήμη της Εδέμ επιμένει. Σαν ψίθυρος που λέει: δεν ήταν έτσι η ζωή. Δεν ήταν διαχωρισμένη. Δεν ήταν βαριά.

Η μνήμη αυτή δεν με κατηγορεί. Με καλεί. Δεν μου δείχνει τον καρπό. Μου δείχνει τη σιωπή που προηγήθηκε. Και αυτή η σιωπή είναι το κριτήριο όλων. Όταν μιλώ πολύ, πονά. Όταν εξηγώ τα πάντα, πονά. Όταν στέκομαι μόνος μου και λέω «εγώ», πονά. Γιατί θυμάται ότι ήμουν κοινωνός πριν γίνω άτομο.

Υπάρχουν στιγμές που αυτή η μνήμη μοιάζει άδικη. Γιατί τι να την κάνω; Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω. Δεν μπορώ να αναιρέσω την τελεσιουργία. Όμως τότε καταλαβαίνω κάτι βαθύτερο: η μνήμη δεν μου δόθηκε για να επιστρέψω μόνος. Μου δόθηκε για να αναγνωρίσω τον δρόμο. Όχι τον δρόμο της επιστροφής ως πράξη, αλλά τον δρόμο της θεραπείας ως σχέση.

Η ανάμνηση της Εδέμ είναι πληγή γιατί αποκαλύπτει το ψεύδος όλων των υποκατάστατων. Κάθε φορά που υπόσχομαι στον εαυτό μου πληρότητα χωρίς κοινωνία, πονά. Κάθε φορά που λατρεύω ιδέες αντί για πρόσωπα, πονά. Και αυτός ο πόνος δεν είναι τιμωρία. Είναι κλήση. Μου λέει ότι δεν είμαι φτιαγμένος για να ζω μόνος, ούτε για να σώζομαι μόνος.

Αρχίζω τότε να καταλαβαίνω ότι η μνήμη αυτή είναι δώρο. Σκληρό, αλλά αληθινό. Με κρατά σε εγρήγορση. Δεν με αφήνει να βολευτώ στην πτώση. Δεν με αφήνει να ονομάσω κανονικό αυτό που είναι τραύμα. Με αναγκάζει να κοιτάξω κατάματα το γεγονός ότι η ζωή χωρίς Θεό ως Ζωή δεν είναι απλώς φτωχότερη. Είναι άλλη ζωή.

Η μνήμη που πονά γίνεται έτσι μνήμη που οδηγεί. Όχι πίσω, αλλά μπροστά. Όχι προς την Εδέμ ως τόπο, αλλά προς την αποκατάσταση ως πρόσωπο. Δεν μου υπόσχεται επιστροφή στην αθωότητα. Μου υπόσχεται δυνατότητα ανάστασης. Και όσο πονά, ξέρω ότι ακόμα ζω. Γιατί μόνο ο ζωντανός θυμάται. Και μόνο όποιος θυμάται μπορεί να απαντήσει στην κλήση.

Επίλογος ΙΙ – Ο Χριστός ως Αληθινή Λειτουργία
Όχι αντίλογος, αλλά αντιστροφή της τελεσιουργίας – Όχι ψευδολατρεία, αλλά ζωή

Ο Χριστός δεν ήρθε να απαντήσει στον όφι. Δεν μπήκε σε διάλογο μαζί του. Δεν στάθηκε απέναντι στη δαιμονική τελεσιουργία για να την αντικρούσει με επιχειρήματα. Αν το έκανε, θα αναγνώριζε το έδαφός της. Ο Χριστός ήρθε για να την ανατρέψει εκ των έσω. Όχι με λόγο αντίθετο, αλλά με ζωή άλλη. Όχι με ερμηνεία, αλλά με παρουσία.

Καταλαβαίνω πια ότι ο Χριστός δεν είναι απάντηση στην πτώση. Είναι η κατάλυσή της. Δεν προσφέρει καλύτερη γνώση. Προσφέρει κοινωνία. Δεν διδάσκει απλώς τι είναι αλήθεια. Ειναι η Αλήθεια που κοινωνείται. Και αυτό αλλάζει τα πάντα. Γιατί εκεί όπου ο όφις μίλησε ως ψευδο-ιερέας, ο Χριστός προσφέρεται ως Αρχιερέας χωρίς λόγια περιττά. Με σάρκα. Με αίμα. Με σταυρό.

Η αντιστροφή της τελεσιουργίας δεν γίνεται στο επίπεδο της σκέψης. Γίνεται στο επίπεδο της ζωής. Εκεί όπου ο όφις έκανε τη συνείδηση αγία τράπεζα ψεύδους, ο Χριστός κάνει το σώμα Του Αγία Τράπεζα ζωής. Εκεί όπου εγώ έφαγα για να γίνω γνώστης, Εκείνος προσφέρεται για να με κάνει ζωντανό. Δεν μου ζητά να καταλάβω. Μου ζητά να κοινωνήσω.

Ο Χριστός δεν με καλεί να επιστρέψω στην Εδέμ. Με καλεί να περάσω από τον θάνατο. Γιατί μόνο ό,τι πεθαίνει ανασταίνεται. Το άτομο δεν σώζεται. Το άτομο πεθαίνει. Και μέσα από αυτόν τον θάνατο γεννιέται το πρόσωπο. Όχι αυτόνομο, αλλά ενωμένο. Όχι αυτάρκες, αλλά δεκτικό. Όχι κριτής, αλλά υιός.

Εδώ καταλαβαίνω τη διαφορά ανάμεσα στη ψευδολατρεία και στη ζωή. Η ψευδολατρεία με έκανε να σκύβω μέσα μου. Η ζωή με σηκώνει προς τον άλλον. Η ψευδολατρεία μου έδινε ρόλο. Η ζωή μου δίνει σχέση. Η ψευδολατρεία με έκανε να αποφασίζω. Η ζωή με κάνει να εμπιστεύομαι. Και αυτή η εμπιστοσύνη δεν είναι αδυναμία. Είναι ανάπαυση.

Ο Χριστός δεν καταργεί τη συνείδηση. Τη θεραπεύει. Δεν την κάνει ξανά αγία τράπεζα λόγων, αλλά τόπο μετάνοιας. Εκεί όπου παύω να τελώ μόνος μου. Εκεί όπου παραδίδω τον έλεγχο. Εκεί όπου δεν εξηγώ πια τον Θεό, αλλά Τον αφήνω να με ζήσει. Αυτή είναι η αληθινή λειτουργία. Όχι αυτή που τελώ εγώ, αλλά αυτή που με τελεί.

Και τότε καταλαβαίνω: η ζωή δεν είναι να μη φάω ποτέ ξανά. Είναι να κοινωνώ σωστά. Να κοινωνώ Εκείνον που δεν υπόσχεται θέωση, αλλά τη χαρίζει. Όχι ως ιδέα, αλλά ως σώμα. Όχι ως γνώση, αλλά ως ανάσταση. Έτσι η τελεσιουργία αντιστρέφεται. Όχι με άρνηση, αλλά με σταυρό. Όχι με ψευδολατρεία, αλλά με ζωή που νικά τον θάνατο.

Επίλογος ΙΙΙ – Μαρτυρία Μαχόμενης Ψυχής
Πρώτο πρόσωπο, χωρίς άμυνες – Πού στέκομαι. Τι ομολογώ. Γιατί δεν σιωπώ

Στέκομαι εδώ χωρίς άμυνες. Όχι γιατί δεν φοβάμαι, αλλά γιατί δεν αντέχω πια να κρύβομαι πίσω από λέξεις που δεν σώζουν. Δεν γράφω για να πείσω. Δεν γράφω για να νικήσω κάποιον. Γράφω γιατί αν σιωπήσω, θα προδώσω τη μνήμη που με κρατά ζωντανό. Και αυτή η μνήμη δεν είναι ιδέα. Είναι πληγή και χάρη μαζί.

Ομολογώ ότι γνώρισα την πτώση όχι ως θεωρία, αλλά ως τρόπο ζωής. Την έζησα μέσα μου. Την υπερασπίστηκα. Την έντυσα με επιχειρήματα. Την είπα ωριμότητα, ελευθερία, αυτογνωσία. Και όσο πιο πολύ την εξηγούσα, τόσο πιο μόνος γινόμουν. Δεν έπεσα μια φορά. Επεφτα κάθε μέρα, κάθε φορά που προτιμούσα τον έλεγχο από την εμπιστοσύνη, τον λόγο από τη σιωπή, το «εγώ» από το «μαζί».

Στέκομαι εδώ και ομολογώ ότι ο όφις δεν μου ήταν ξένος. Μου μιλούσε με φωνή γνώριμη. Με φωνή που έμοιαζε δική μου. Και αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο. Γιατί όταν το ψεύδος μιλά σαν εσωτερική φωνή, δεν το πολεμάς. Το ακολουθείς. Και εγώ το ακολούθησα, μέχρι που η ζωή έγινε βάρος και η πίστη έννοια.

Δεν σιωπώ γιατί γνώρισα και την άλλη όχθη. Όχι ως θρίαμβο, αλλά ως έλεος. Γνώρισα τον Χριστό όχι σαν απάντηση στα ερωτήματά μου, αλλά σαν παρουσία που δεν ζητά εξηγήσεις. Εκεί που είχα μάθει να τελώ, Εκείνος με λύτρωσε από τον ρόλο. Εκεί που είχα μάθει να κρίνω, Εκείνος με έκανε να κλαίω. Και μέσα στα δάκρυα αυτά, άρχισε να ξαναγεννιέται ο άνθρωπος.

Ομολογώ ότι ακόμα μάχομαι. Δεν έγινα άτρωτος. Δεν έγινα καθαρός με μιας. Η τελεσιουργία αφήνει ίχνη. Αλλά τώρα τα αναγνωρίζω. Όταν ο λόγος μου γίνεται σκληρός, σταματώ. Όταν η σκέψη μου γίνεται θρόνος, υποχωρώ. Όταν η σιωπή επιστρέφει, ξέρω ότι βρίσκομαι ξανά στον σωστό δρόμο. Όχι γιατί τα κατάφερα, αλλά γιατί παραδόθηκα.

Δεν σιωπώ γιατί ο κόσμος είναι γεμάτος ψευδο-ναούς που μοιάζουν σωστοί. Γιατί η πτώση συνεχίζει να τελείται με άλλες λέξεις, άλλες στολές, άλλες λειτουργίες. Και αν δεν μιλήσω, θα μοιάσω με εκείνον που έφαγε και κρύφτηκε. Εγώ δεν θέλω να κρυφτώ άλλο. Θέλω να σταθώ γυμνός μπροστά στην Αλήθεια που δεν ντρέπεται για μένα.

Στέκομαι λοιπόν εδώ, μαχόμενη ψυχή, και ομολογώ: δεν σώθηκα από γνώση. Σώζομαι από σχέση. Δεν ζω από ερμηνεία. Ζω από κοινωνία. Και δεν σιωπώ γιατί αυτή η ζωή δεν μου ανήκει. Μου δόθηκε. Και ό,τι δίνεται, μαρτυρείται. Μέχρι τέλους.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΜΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ. Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ.

 

Εγώ, που περπάτησα μέσα στις στάχτες του κόσμου και έμαθα πως το φως δεν βρίσκεται στις υποσχέσεις των ανθρώπων, ομολογώ ενώπιον του Θεού και των αγγέλων πως δεν έχω άλλον Κύριο παρά τον Χριστό. Δεν Τον γνώρισα στα βιβλία, αλλά στο δάκρυ και στον φόβο· εκεί που όλα έσβηναν κι Εκείνος έμενε. Αν ο κόσμος με απορρίψει, δεν πειράζει· γιατί η ψυχή μου ανήκει ήδη σε Άλλον. Δεν είμαι άξιος, Τον αγαπώ όμως, κι αυτή είναι η μόνη μου αξία. Τελειώνει ο λόγος και αφήνω την πένα στο τραπέζι. Δεν έγραψα με μελάνι, αλλά με αίμα, με αγρυπνία, με ανάσες που έγιναν προσευχές. Κάθε λέξη χαράχτηκε πρώτα στη σάρκα μου κι έπειτα στο χαρτί. Έτσι κατάλαβα πως η αλήθεια δεν γράφεται με άνεση, αλλά με πληγή. Μα μες στην πληγή φάνηκε το πρόσωπο του Χριστού και κατάλαβα πως δεν μιλούσα εγώ· μιλούσε Εκείνος μέσα μου. Δεν ζητώ να θυμούνται το όνομά μου, μόνο το Άγιο Νήμα που ενώνει τις ψυχές και δεν καίγεται, γιατί είναι γραμμένο στη Μνήμη του Θεού. Κύριε, αν κοίταζες τα έργα μου, δε θα στεκόμουν όρθιος. Κοίταξες όμως το δάκρυ μου και το λογάριασες για προσευχή. Δεν ζω γιατί νίκησα, αλλά γιατί με κράτησες. Δεν είναι η δύναμη που σώζει, αλλά το «ἐλέησόν με». Είμαι γεμάτος λάθη, κι όμως Εσύ είδες χώρο να κατοικήσεις. Αυτό είναι το θαύμα: πως δεν στάθηκες Κριτής, αλλά Πατέρας. Όλη μου η θεολογία χωρά σε μια φράση: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου». Κι εσύ που στάθηκες μαζί μου μέσα στην πυρά του λόγου, δεν ήσουν σκιά, ήσουν παρουσία. Μέσα σου είδα το πρόσωπο του Χριστού να με κοιτά κι έτσι δεν φοβήθηκα. Εσύ ήσουν η απάντηση του Θεού στην προσευχή μου να μη με αφήσει μόνο. Γι’ αυτό η ομολογία αυτή δεν είναι δική μου, αλλά δική μας· γεννήθηκε από δυο φλόγες που έγιναν μία. Παραδίδω την ψυχή μου, Κύριε, όχι σαν ήρωας, αλλά σαν παιδί. Δεν έχω κατορθώματα, μόνο πληγές που άνοιξε η πίστη μες στον κόσμο, κι αυτές τις ευλογώ γιατί μέσα απ’ αυτές πέρασες Εσύ. Δεν ζητώ δόξα, ζητώ να με κρατήσεις κοντά Σου· να μη Σε προδώσω από φόβο ούτε να Σε αρνηθώ από ανάγκη. Είμαι χώμα, μα μέσα σ’ αυτό το χώμα φύτρωσε ο σπόρος της Ανάστασής Σου. Πριν σωπάσω, απλώνω το χέρι και ευλογώ. Εκείνους που με πόνεσαν, γιατί μου έμαθαν την προσευχή. Εκείνους που με αρνήθηκαν, γιατί μου θύμισαν πως μόνο σε Σένα ελπίζω. Εκείνους που είπαν πως γράφω μάταια, γιατί μου αποκάλυψες τη μακροθυμία Σου. Δεν θέλω να αφήσω πίσω μου θυμό, αλλά ειρήνη· την ειρήνη που βγαίνει απ’ το πλευρό του Εσταυρωμένου. Όλα χωρίς έλεος είναι κενά· η συγχώρεση είναι που κάνει τον άνθρωπο να Σου μοιάζει. Κύριε, όλα τα είπα και τίποτα δεν είπα, γιατί Εσύ είσαι πάντα περισσότερα. Τα λόγια μου φτάνουν ως την άκρη της σιωπής κι από εκεί και πέρα αρχίζει η παρουσία Σου. Τώρα δεν χρειάζομαι αποδείξεις· μόνο να Σε κοιτάζω. Όταν σβήσει το φως αυτού του κόσμου, θα αντικρίσω το Φως που δεν δύει, κι εκεί δε θα με ρωτήσεις τι εξήγησα, αλλά ποιον αγάπησα. Θα μπορώ να πω πως Σε αγάπησα όπως μπόρεσα: με πληγές, με ελπίδα, με δάκρυ, αλλά με Εσένα μέσα μου. Σου επιστρέφω τον λόγο, τη μνήμη, το έργο. Ό,τι ήταν ανθρώπινο, ας καεί· ό,τι ήταν δικό Σου, ας μείνει αιώνιο. Κι εσύ, αδελφέ μου, αν ο κόσμος βυθιστεί ξανά στο σκοτάδι, θυμήσου: δεν μιλήσαμε για να σωθούμε μόνοι, αλλά για να μαρτυρήσουμε πως η Ανάσταση είναι αληθινή. Και πάνω σε όλον αυτόν τον λόγο, χαράζω τη σφραγίδα της υπόσχεσής μας, που έγινε προσευχή, όρκος και ανάπαυση μαζί:

 

Θα μείνεις αιώνια κοντά μου, κι οι δυο μαζί αιώνια με τον Χριστό.

Ο άνθρωπος ανάμεσα στο χάραγμα και τη χάρη. Μαρτυρία πίστης στον καιρό του ψεύδους.

Το βίντεο αυτό δεν είναι προφητεία ούτε προκήρυξη. Είναι μια μαρτυρία. Ένας άνθρωπος στέκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο φως και τη σκιά και καταγράφει ό,τι βλέπει, ό,τι τον πονά, ό,τι τον αλλάζει. Μέσα του και γύρω του, ο κόσμος μεταμορφώνεται. Η τεχνολογία γίνεται τρόπος ελέγχου, η πληροφορία εξουσία, ο φόβος καθημερινή συνήθεια. Κι εκείνος προσπαθεί να θυμηθεί πώς είναι να είσαι ακόμη πρόσωπο, να έχεις όνομα κι όχι αριθμό.

Από την πρώτη του φράση ο λόγος φανερώνει μια πληγή: ο άνθρωπος έχασε την αθωότητα της εμπιστοσύνης και μπερδεύει την ελευθερία με την υπακοή. Κάθε μηχανισμός που υπόσχεται ασφάλεια κρύβει μέσα του μια νέα μορφή σκλαβιάς. Κάθε βολή είναι μικρή παραίτηση. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβει, παραχωρεί την ψυχή του σε απρόσωπα συστήματα, πεισμένος πως το κάνει για το καλό του. Η αιχμαλωσία πια δεν χρειάζεται αλυσίδες — χρειάζεται μόνο συνήθεια.

Ο αφηγητής δίνει μαρτυρία για την προσωπική του διαδρομή: από τον θυμό προς την κατανόηση, από την κρίση προς τη συνείδηση. Ξεκινά κατηγορώντας τις δυνάμεις του κόσμου και καταλήγει να βλέπει τη δική του ευθύνη. Το «θηρίο» που περιγράφει δεν ζει έξω απ’ αυτόν· ανασαίνει μέσα του, κάθε φορά που επιλέγει τον φόβο αντί για την αγάπη, τη βεβαιότητα αντί για την ταπείνωση. Το χάραγμα δεν είναι μόνο στο χέρι ή στο μέτωπο· είναι στο βλέμμα που μαθαίνει να μην αμφισβητεί.

Η πίστη που υπερασπίζεται δεν είναι θεσμική. Είναι προσωπική, σχεδόν μαρτυρική. Είναι η μνήμη του φωτός που ακόμη καίει όταν όλα μοιάζουν χαμένα. Ο αφηγητής δεν κρύβει τη σύγχυσή του· τη μετατρέπει σε γλώσσα. Μιλά σε πρώτο πρόσωπο, εξομολογητικά, όχι για να διδάξει, αλλά για να φανερώσει ότι η πάλη με το σκοτάδι είναι κοινή σε όλους. Η πτώση του γίνεται καθρέφτης για κάθε έναν που ένιωσε έστω μία φορά να υπογράφει σιωπηλά τη συνθηκολόγηση με το ψεύδος.

Στην καρδιά αυτής της μαρτυρίας, η αντιπαράθεση «χάραγμα – χάρη» δεν είναι σύγκρουση δυνάμεων, αλλά επιλογή καθημερινή. Το χάραγμα είναι η απώλεια της ευαισθησίας· η χάρη, η ανάκτηση του βλέμματος. Ο ένας δρόμος οδηγεί στην αριθμημένη ταυτότητα, ο άλλος στην απλότητα του ανθρώπου που δεν φοβάται να παραμείνει ευάλωτος. Ο ομιλητής δεν κηρύσσει πόλεμο στην εποχή του, αλλά ζητά αφύπνιση: να μη συνηθίσουμε το ψέμα, να μη βαφτίσουμε την απάθεια ειρήνη.

Το ύφος του είναι φλογερό, μα όχι επιθετικό· ρυθμός εξομολόγησης που θυμίζει προσευχή χωρίς τελετουργία. Η γλώσσα κυλά ανάμεσα στην οδύνη και στη γαλήνη, σαν να ψάχνει να συμφιλιώσει το τραύμα με την ελπίδα. Στο τέλος, πίσω από την απαισιοδοξία, διαφαίνεται ένα χαμόγελο: η πίστη δεν σβήνει όσο υπάρχει κάποιος που την κρατά ζωντανή μέσα στη δική του αστάθεια.

«Ο άνθρωπος ανάμεσα στο χάραγμα και τη χάρη» είναι, τελικά, η ιστορία του καθενός που αναρωτήθηκε αν έχει μείνει ακόμη χώρος για το φως. Είναι το πορτρέτο ενός κόσμου που φοβάται να σωπάσει και ενός ανθρώπου που μαθαίνει ξανά να ακούει. Μέσα στον καιρό του ψεύδους, η μαρτυρία του δεν είναι θρήνος — είναι υπόμνηση: η αλήθεια δεν χάνεται, απλώς περιμένει να την θυμηθούμε.

Η Γέφυρα των Φτωχών – Εκεί όπου η πληγή γίνεται δώρο, κι η προσφορά μεταμορφώνεται σε φως.

Δεν έχω ασήμι και χρυσάφι να δώσω, μα κρατάω κάτι πιο βαρύ κλεισμένο στην παλάμη μου — ένα ρήγμα μέσα μου που σταλάζει φως. Καμιά φορά σκέφτομαι πως αν είχα ασήμι και χρυσάφι, δε θα τα μοίραζα με χαρτιά και υπογραφές· θα τα άφηνα να κυλήσουν όπως το νερό που βρίσκει μόνο του τον δρόμο του μέσα στη γη. Γιατί, τελικά, η προσφορά δεν είναι πράξη οικονομίας· είναι πληγή. Κι εγώ είμαι ακόμα μαθητής της. Έμαθα να δίνω από το περίσσευμα, μέχρι που μια μέρα κατάλαβα πως το δώρο που αξίζει είναι εκείνο που πονάει να το δώσεις. Μια προσευχή που λες για κάποιον που σε πλήγωσε. Μια ανάσα που χαρίζεις σε μια ψυχή που δεν σε αναγνωρίζει. Ένα χαμόγελο στον καθρέφτη όταν ο εαυτός σου δεν θέλει πια να υπάρξει. Αυτά είναι τα νομίσματα της καρδιάς μου· άυλα, μα αναγνωρισμένα από τον Ουρανό. Αν είχα, λέει, ασήμι και χρυσάφι, θα έχτιζα γέφυρες. Όχι μόνο πάνω από ποτάμια, μα και ανάμεσα σε μάτια που δεν κοιτάζονται πια. Θα έστηνα νοσοκομεία για ψυχές που δεν φαίνονται άρρωστες, μα αιμορραγούν μέσα τους κάθε νύχτα. Θα έφτιαχνα ένα σπίτι όπου οι διαφορετικοί του κόσμου θα μπορούσαν να τραγουδούν χωρίς να τους φοβούνται οι λογικοί. Γιατί οι πιο άρρωστοι δεν είναι εκείνοι που χάνουν τη λογική τους, αλλά εκείνοι που χάνουν την ευσπλαχνία τους. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως το πραγματικό ασήμι και χρυσάφι είναι οι στιγμές που μοιράζομαι πριν προλάβω να σκεφτώ. Όταν βοηθώ χωρίς να ζυγίζω, όταν αγαπώ χωρίς όρους. Και τότε ο Θεός, σαν να χαμογελά πίσω απ’ το φως, μου ψιθυρίζει: «Τώρα έδωσες σωστά. Τώρα είσαι πλούσιος.» Κι όμως, δεν παύει να με στοιχειώνει η εικόνα εκείνων που περιμένουν τη γέφυρα. Οι μαθητές με τα βρεγμένα ρούχα, τα παιδιά που φοβούνται το νερό, οι φωνές που σβήνουν στο ρεύμα κάθε πλημμύρας. Κάθε φορά που βρέχει, νομίζω πως τους ακούω μέσα μου — να περνούν, να γελούν, να με ρωτούν γιατί δεν έφτιαξα ακόμα το πέρασμα. Και τότε καταλαβαίνω: ο Κατακλυσμός δεν είναι πια έξω από μένα· είναι μέσα μου. Και η μόνη Κιβωτός που σώζει είναι η πράξη της αγάπης. Ό,τι κι αν έχω, μικρό ή μεγάλο, οφείλω να το σκορπώ. Γιατί όταν το κρατάω, σαπίζει, κι όταν το δίνω, ανθίζει. Έτσι λειτουργεί το μυστικό της ζωής — το ευλογημένο παράδοξο του Θεού: πως ό,τι δίνεις, σου επιστρέφεται ως φως. Και τότε, ναι, ο κόσμος έχει γέφυρα. Κι εγώ, που δεν είχα τίποτα, γίνομαι ο πλουσιότερος των φτωχών.

 

Στην αγκαλιά σου, ανάπνευσα το άρωμα του Χριστού

Στην ευλογημένη μνήμη του μακαριστού μου γέροντα, πατρός Γεωργίου Καψάνη.

Σήμερα, που η ψυχή μου πλημμυρίζει ευγνωμοσύνη, νοσταλγία και εξομολόγηση, θέλω να σου μιλήσω. Δεν ξέρω αν το έχεις νιώσει ποτέ, αλλά υπάρχουν άνθρωποι που μυρίζουν Θεό. Όταν τους πλησιάζεις, κάτι μέσα σου ησυχάζει, σαν να ανοίγει ένα παράθυρο στον παράδεισο. Μια τέτοια αγκαλιά συνάντησα κι εγώ στη δική σου παρουσία, Γέροντά μου. Όχι γιατί ήσουν τέλειος – έχω πάψει εδώ και χρόνια να πιστεύω στην ανθρώπινη τελειότητα – αλλά γιατί ήσουν χαριτωμένος, γεμάτος Χριστό. Μέσα από πτώσεις, λάθη, αμαρτίες, βάσανα και αστοχίες, κράτησες όλη σου την ελπίδα στο Χριστό. Μύρισες την κόλαση και πόθησες τον παράδεισο. Γεύτηκες το σκοτάδι και ερωτεύτηκες το Φως. Δεν απογοητεύτηκες γιατί δεν γοητεύτηκες από τη δύναμή σου. Σε εσένα έμαθα πως η αγιότητα δεν είναι τελειότητα, αλλά ολοκληρωτικό άφημα σε Εκείνον. Όσοι αφέθηκαν αγίασαν. Όσοι γυμνώθηκαν τους έντυσε ο Θεός. Σε εσένα έμαθα να αφήνομαι, να μην απελπίζομαι. Εγώ, που δεν είμαι ωραίος, γεμάτος λάθη, πάθη και αμαρτίες, δύσκολο να δει κάποιος το σκοτάδι μου δίχως να τρομάξει. Κι όμως, ποτέ δεν με έκανες να νιώσω χάλια για τα σκοτάδια μου. Ποτέ δεν με απέλπισες. Στην πιο φρικτή αμαρτία μου μου έλεγες: «Σε προτιμώ αμαρτωλό με ταπείνωση παρά ενάρετο με αλαζονεία… μην απελπίζεσαι, μην χάνεσαι στο σκοτάδι, πίστεψε στο Φως που κουβαλάς μέσα σου». Έγινες η μεγάλη, ζεστή αγκαλιά του Θεού στη σκοτεινιά της αμαρτίας μου. Γιατί  μπορεί να μιλάμε και να διαβάζουμε για την αγάπη του Θεού, αλλά αν δεν μας πάρει κάποιος αγκαλιά, αν δεν μας αποδεχθεί και συγχωρέσει, αν δεν μας αγαπήσει δίχως κρατούμενα και χρεωστούμενα, δεν θα βιώσουμε ποτέ τι σημαίνει αγάπη Θεού. Θυμάμαι τα λόγια σου λίγες μέρες πριν φύγεις: «Χριστέ μου, κοιμήθηκα σε πολλές αγκαλιές, μα μονάχα η δική σου μοσχοβολούσε…». Κι εγώ σήμερα σου λέω: η δική σου αγκαλιά μύριζε Θεό. Μέσα από σένα γνώρισα κάτι από το άρωμα του παραδείσου. Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ που υπήρξες αυτός ο άνθρωπος όχι μόνο για μένα.

Από τον Κόσμο του Ελέγχου του Εωσφόρου στον Κόσμο της Ελευθερίας του Χριστού

Παίρνετε το αυτοκίνητο σας και σταματάτε στην είσοδο μίας έξυπνης πόλης. Είναι κάτω διαγραμμισμένος ο δρόμος και μία μπάρα σας εμποδίζει να μπείτε μέσα. Και τότε μία αόρατη φωνή θα σας πει: «τοποθετήστε την κάρτα εισόδου που ηλεκτρονικά προμηθευτήκατε στο μηχάνημα που είναι αριστερά στο πλάι σας. Αφού τοποθετήσετε την κάρτα επάνω στο μηχάνημα τότε αυτή η αόρατη έξυπνη φωνή θα σου πει είσαι ο Ν…….. Σ……… και κατευθύνεσαι με το όχημα σου στην 40η περιφέρεια της πόλης και μάλιστα θα σταθμεύσεις στην 32η οδό με αριθμό 42 ο χώρος στάθμευσης είναι ελεύθερος και σας περιμένει. Είναι η θέση 4022. Θα σας παρακαλέσω οι μετακινήσεις σας να είναι σύντομες, σήμερα επειδή υπάρχει η αφρικάνικη σκόνη, το περιβάλλον είναι τοξικό και για το λόγο αυτό λόγω χαμηλού οξυγόνου, η κατανάλωση βενζίνης θα είναι περισσότερη, για αυτό σας παρακαλώ να μειώσετε τις μετακινήσεις σας. Ακόμα να γνωρίζετε ότι για να υπάρχει τάξη δεν πρέπει να υπερβείτε τα 25 χιλιόμετρα μετακίνησης μέσα στην πόλη διαφορετικά θα σας επιβληθεί πρόστιμο. Θα σας παρακαλέσω κατά την διάρκεια των ταξιδιών σας, να επιλέγετε τους δρόμους με την μπλε διαγράμμιση, διότι στους άλλους δρόμους κυκλοφορούν οχήματα χωρίς οδηγό δορυφορικά κατευθυνόμενα. όταν τελειώσετε την διαμονή σας μην ξεχάσετε την ηλεκτρονική κάρτα εξόδου. Διαφορετικά θα μείνετε μέσα στην πόλη. Πως σας φαίνεται; Τέτοια και άλλα πολλά θα συμβούν. Στις υπηρεσίες, στους δρόμους, ακόμα και μέσα στο σπίτι, οι μετακινήσεις σου δεν θα είναι όπως πριν. Ένας συναγερμός, όπως είναι στα πλοία όπου το βράδυ ξαφνικά εκεί που κοιμάσαι, γίνεται μία αναγγελία, έτσι το ίδιο θα συμβεί και θα ακούγεται σε όλα τα σπίτια. «Είναι 10 η ώρα. Χαμηλώστε τα φώτα, χαμηλώστε ή κλείστε τη μουσική». Σας φαίνεται παράξενο; Το αυτοκίνητο σας, το σπίτι, εσείς ο ίδιος και οι οικείοι σας, σε όλη την διάρκεια των ημερών, θα είναι υπό δορυφορική παρακολούθηση. Αυτά συμβαίνουν, κι αυτά θα συμβούν και πολύ χειρότερα στον κόσμο.

Πετάχτηκα την νύχτα από την κλίνη μου, λουσμένος στον ιδρώτα, σκεπτόμενος αυτό τον κόσμο που ο Εωσφόρος ετοιμάζει, κι είπα: «Θεέ μου, Θεέ μου, τα πάθη μου έγιναν σπόρος αφθαρσίας, ο φόρος της θυσίας του άκακου αμνού. Κι εγώ βαθιά στα σπλάχνα μου, το ξέρω, το θυμάμαι, πως είμαι γέννα Θεϊκή. Μα μέσα μου του άπειρου ο πόθος κλαίει στον υμένα, του εγώ μου και του κόσμου ο χώρος ο στενός. Ακόμα και ο ίσκιος μου εμένα με τρομάζει, το νου εγώ τον λογαριάζω τραγικό, κι ακούω της Ψυχής μου την κραυγή στο σύμπαν να αντηχεί, το φοβερό μου αίνιγμα εκείνος μου εξηγεί. Μέσα στης γη στα σπλάχνα είμαι θαμμένος, σπόρος χαμένος σε ατέλειωτους χειμώνες, και η αιωνιότητα Θεέ μου στα σπλάχνα μου πενθεί. Με ένα σακίδιο του αναχωρητή στον ώμο, ως πότε θα πορεύομαι στον δρόμο το σκληρό, σταθμός κανείς στην εξαντλητική πορεία, Καρδιά μου πότε θα τελειώσει η εξορία; Γιατί, Θεέ μου, πόθησα βαθιά να κοιμηθώ, μες της ανυπαρξίας το βυθό;» Είπα να σπάσω την σιωπή μου με πόνο στην Ψυχή και να φωνάξω σε εσένα, ίσως για πρώτη και ύστατη φορά. Να προσπαθήσω να αγγίξω την Ψυχή και την Καρδιά σου μήπως συνέλθεις τούτη την έσχατη την ώρα. Πριν γίνεις πλέον ένας αριθμός λογισμικός και ένας κωδικός που σε ανιχνεύουν ακόμα τα κινητά των διπλανών σου. Σε έπεισε ο εωσφόρος και έπεισες κι εσύ τον εαυτό σου ότι έγινες ανώτερος, καλύτερος, πιο ηθικός από τον συγγενή, τον γείτονα μα και τον αδελφό σου. Και δεν κατάλαβες ότι θα πρέπει τρόπο να βρεις στον εαυτό σου να εξηγήσεις, Πως είναι δυνατόν να θεωρείς ελεύθερος πως είσαι πια να επιβιώνεις, δίχως κανέναν όμως να αγκαλιάζεις; Δίχως κανέναν το χέρι σου να απλώσεις να χαϊδέψεις; Δίχως αυτούς που αγαπάς να τους φιλάς γλυκά και τρυφερά; Πες μου, πως είναι δυνατόν να είσαι άνθρωπος κι ενώ εσύ μέσα στην πλάνη θα έχεις πιστέψει ότι ζεις, να αντέχεις τον άλλο δίπλα σου να βλέπεις να χάνεται και να πεθαίνει; Στέκεσαι με απάθεια και ακούς για εξαναγκασμούς, κυρώσεις, φοβέρες και διώξεις, και κατορθώνεις ατάραχος να μείνεις, γιατί πιστεύεις ότι όλα όσα τριγύρω σου λαβαίνουν χώρα δεν σε αφορούν; Κάνουν τα μάτια μου να πλημμυρίζουν από δάκρυα που περπατάς αμέριμνος δίχως να βλέπεις τοίχους αόρατους που ορθώνονται τριγύρω σου. Χτίζεις απέραντες και τόσο σκοτεινές ανθρώπων φυλακές, που κάποια ημέρα κι εσένα όλοι εκείνοι που τους πίστεψες, σε αυτό που οικοδόμησαν τα χέρια σου, οι ίδιοι θα σε κλείσουν. Αναρωτήθηκες όλοι αυτοί που πίστεψες, κι εσύ μαζί τους πρωτοπόρος, τι μέλλον ετοιμάζουν κι ετοιμάζεις εσύ για τα δικά σου τα παιδιά; Τι κέρδισες, τι πίσω σου επέστρεψαν, με το αντάλλαγμα το σκέφτηκες ποτέ; Κοίταξε γύρω τον ιστό που υφαίνεται για εσένα ενώ εσύ πιστεύεις ότι είναι για τους άλλους. Δες την αράχνη πως σε κοιτά βαθιά μέσα στα μάτια. Να μην πιστέψεις πως ετοιμάζεται δίχως να έχει έλεος τον διπλανό σου να αφανίσει. Εσένα ετοιμάζεται να σε κατασπαράξει. Κι εσύ αμέριμνος σφυρίζεις τάχα επειδή άφησες την ψυχή σου να μολύνουν όλοι αυτοί κι όλα αυτά που πίστεψες μακριά από τον Θεό. Πονάει η Ψυχή μου και τις νυχτιές κλαίω στην προσευχή μου, που δεν κατάλαβες ότι όλα τούτα είναι μόνο των ωδίνων η αρχή. Ότι όλα αυτά που δεδομένα τα θεώρησες ποτέ δεν θα είναι στη ζωή σου πια τα ίδια. Δεν πρόκειται να πάρεις τίποτα πίσω από εκείνα που ποθείς. Δεν θα σου δώσουν τίποτα εκείνοι που σε έπεισαν να παραδώσεις την Ψυχή σου στα ανίερα τα χέρια τους. Σήκω και στάσου, και κοίτα με τα μάτια σου, μια νέα στο πρόσωπο της γης μας ανατέλλει εποχή. Μια εποχή με νέα ήθη και νόμους νέους, με ελευθερίες που θα μπορούν να προστατεύονται μα και συνάμα να παραβιάζονται πέρα από όσα πίστεψες εσύ. Κραυγάζω με όση δύναμη μου έχει απομείνει, μήπως και ακούσεις και ξυπνήσεις. Σου φώναξα να πάψεις να κοιμάσαι, αλλά εσύ με κοίταξες ειρωνικά και γύρισες αμέριμνος πλευρό τον ύπνο της απώλειας σου να συνεχίσεις. Μου είπες, πως είναι ψέματα όλα αυτά που χιλιάδες χρόνια πριν Εκείνος διακήρυξε, που στον σταυρό ανέβηκε για εσένα και για εμένα, και πως αντίθετα με εσένα ζω εγώ σε μια εποχή που δεν θα έρθει γιατί όλα είναι της φαντασίας μύθευμα. Πως είναι παραμύθια για αφελείς. Και δεν κατάλαβες το αφήγημα εκείνης της «καλής Νεράιδας» που ξεφούσκωσε σαν τον μπαλόνι απότομα. Σε έκαναν να πιστέψεις πως θα γίνεις ιππότης, άρχοντας, βασιλιάς, αθάνατος, εάν θέλεις! Αθάνατος, όμως, δίχως τον Χριστό; Αθάνατος δίχως Εκείνον που είναι η ζωή; Δεν το κατάλαβες, κι εγώ την ύστατη ετούτη ώρα στο φωνάζω, μήπως και το ακούσεις, πως είσαι πια δούλος τους εσύ, και περισσότερο έγινες δούλος εκείνου που είναι από την αρχή εχθρός κι ανθρωποκτόνος της Ψυχής και της αιώνιας ζωής σου. Νιώσε ότι δεν έγινες κι ότι ποτέ σου δεν θα γίνεις κυρίαρχος του εαυτού σου και των άλλων. Και τώρα, που πίστεψες όλα αυτά τα ψέματα, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού σου και τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς, και φώναξε: ΕΊΜΑΙ ΕΛΕΎΘΕΡΟΟΟΟΟΟΟΟΣ! Σε βεβαιώ ακόμα και οι πέτρες στο πέρασμα σου θα θρηνήσουν. Μα πιο πολύ εκείνος που στο θέαμα σου θα γελάσει, είναι εκείνος ο εωσφόρος που σου είπε το πιο «ωραίο παραμύθι»… Αυτό το παραμύθι που πίστεψες με όλη την Ψυχή σου και το έκανες σημαία και σύνθημα στην άδεια σου ζωή! Και να σου πω και κάτι άλλο ακόμα; Συνέχεια πλέον θα σου λέει παραμύθια, τόσο «ωραία», που ακόμα περισσότερο σαν φρόνιμο που έγινες παιδί, τα βράδια αμέριμνα και ειρηνικά θα σε κοιμίζει. Θα ήθελα, όμως, με πόνο στην Ψυχή εσένα να ικετέψω. Τώρα που ακούγονται τα βήματα του Αντίχριστου, την ώρα που ταυτόχρονα ακούγονται τα βήματα του ερχομού Εκείνου, Εκείνου που την ζωή Του δεν δίστασε να δώσει για εσένα. Εκείνου που πια θα έρθει σαν Βασιλιάς. Όσο κι αν με χλευάσεις για όλα αυτά που θέλησα να μοιραστώ μαζί σου, όσο και αν με ειρωνευτείς, όσο κι τα απορρίψεις και πεις πως παραμύθια είναι όλα αυτά, στάσου λίγο και σκέψου. Κι ενώ εσύ θα σκέπτεσαι, εγώ θα στέκω και θα προσεύχομαι για εσένα, μες το βαθύ τον ύπνο σου να ονειρευτείς, κάτι από μιαν άλλη ζωή που είναι η μόνη αληθινή, με γέλια, με τραγούδια και χαρές, με χάδια, με φιλιά, με αγκαλιές, με δόσιμο αγάπης και σπλάχνα Χάρης μα και ελέους. Κι εύχομαι και προσεύχομαι όταν θα δεις εκείνες τις εικόνες που τις χλεύασες, να ταραχτείς κι αλαφιασμένος να ξυπνήσεις, τώρα, που ίσως ακόμα προλαβαίνεις· αν προλαβαίνεις φυσικά. Εάν έχεις αυτιά, στάσου και άκου του γυρισμού Εκείνου τα πατήματα, και του θηρίου που βγαίνει από την άβυσσο και άλλαξε ζωή σου, μήπως προλάβεις και σώσεις την Ψυχή σου, ακόμα κι χρειαστεί να χάσεις την ζωή σου! Και να θυμάσαι πως τον άνθρωπο δεν θα τον σώσουν όποια σημάδια εκείνος επέλεξε στα χέρια του να βάλει, μα θα τον σώσουν εκείνα τα δυο σημάδια που τα καρφιά Εκείνου τρύπησαν τα χέρια Του επάνω εκεί στον Γολγοθά. Με εκείνα τα σημάδια θα σωθείς, εάν δεχτείς να γίνουν σημάδια και στα δικά σου χέρια. Και να θυμάσαι πάντοτε, πως κάποτε τα παραμύθια τελειώνουν κι αρχίζει η Ζωή, η αληθινή Ζωή, η Αιώνια Ζωή! Κι αν με τα μάτια δεν μπορούμε να δούμε, όμως ο αιώνιος λόγος σου μας πληροφορεί, ότι μας περιμένει ένας νέος κόσμος, γεμάτος ομορφιές, γεμάτος ειρήνη, γεμάτος χαρά, γεμάτος από την παρουσία του προσώπου σου, ένας κόσμος Θεού, για αυτό σε παρακαλούμε εσύ ο Κύριος στήριξε την καρδιά μας, μέσα σε αυτόν τον κόσμο των δυσκολιών, της ταλαιπωρίας, ατενίζοντας στον Ιησού τον αρχηγό και τελειωτή της πίστης μας. Σε ευχαριστούμε. Περιμένουμε εκείνη την ημέρα που η αγάπη του Πατέρα θα φανερώσει καθετί.

Η παραβολή του Οδοιπόρου και του «Εγώ Είμαι»

Αναζήτησα έναν Θεό που υπάρχει, αλλά βρήκα Εκείνον που απλά Είναι. Ο Θεός δεν είναι δεσμευμένος στην ύπαρξη — είναι ο Αιώνιος Εγώ Είμαι.

 

Ήμουν ένας οδοιπόρος. Στην πλάτη μου κουβαλούσα μια πέτρα βαριά. Επάνω της ήταν χαραγμένη η λέξη «υπάρχω».
Περπατούσα στην έρημο της σκέψης, κάτω από έναν ήλιο που δεν έδυε ποτέ. Οι άνθρωποι στις οάσεις με ρωτούσαν το ίδιο πράγμα: «Υπάρχει Θεός;».
Κι εγώ τους απαντούσα με την πέτρα στην πλάτη που κουβαλούσα: «Το ερευνώ».

Καθώς περπατούσα, η πέτρα στην πλάτη μου με βάραινε όλο και πιο πολύ. Κάθε βήμα ήταν και μια κραυγή. Γιατί ένιωθα βαθιά πως το ίδιο το ερώτημα ήταν εσφαλμένο, σαν να έβαζα Εκείνον μέσα στο ίδιο καλούπι που έβαζε κι εμένα η γλώσσα. Υπάρχω σημαίνει είμαι «υπό» μια αρχή. Εγώ το καταλάβαινα αυτό, γιατί ήμουν πάντοτε υπό κάτι. Μα Εκείνος; Θα μπορούσε να είναι υπό κάτι;

Μια νύχτα έπεσα εξαντλημένος. Η πέτρα έπεσε από την πλάτη μου και έσκισε τη γη. Άκουσα τότε μια φωνή μέσα στην ερημιά, όχι σαν ήχο αλλά σαν ανάσα:


— «Δεν υπάρχει Θεός. Ο Θεός είναι».

Σήκωσα το κεφάλι. Μπροστά μου στεκόταν ένα φως. Όχι μορφή, όχι σχήμα — φως που δεν είχε αρχή.


— «Εγώ είμαι», είπε. «Δεν είμαι υπό αρχή. Είμαι η Αρχή».

Έκλαψα. Όλα τα χρόνια που πάλευα με το ερώτημα έπεσαν σαν σκόνη από πάνω μου. Κατάλαβα πως η πέτρα που κουβαλούσα δεν ήταν η απάντηση, αλλά τα ίδια τα δεσμά μου. Έπρεπε να τη σπάσω για να δω.

Έτσι έγινε: η πέτρα έσπασε και η λέξη «υπάρχω» έγινε σκόνη. Και μέσα από τη σκόνη γράφτηκε μπροστά μου η λέξη «Είμαι». Κι εκεί μέσα, σαν παιδί που ξαναγεννιέται, ανακάλυψα πως το «υπάρχω» μου δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτύπωμα του «Είμαι» Εκείνου.

Τώρα περπατώ πιο ελαφρύς. Όταν με ρωτούν «Υπάρχει Θεός;» δεν θυμώνω, δεν παλεύω. Χαμογελώ και λέω:
«Δεν υπάρχει Θεός όπως υπάρχω εγώ. Ο Θεός είναι. Κι επειδή είναι, υπάρχω κι εγώ».

Και κάθε μου ανάσα είναι μαρτυρία. Δεν ζητώ πια απόδειξη. Η ύπαρξη μου είναι η απόδειξη του Είναι Του.


«Εγώ ειμί ὁ ὤν» (Έξ. 3:14).

Μη φοβάσαι μικρέ ποιμένα

Περπατώ μέσα σε μια άνυδρη έρημο γεμάτη από άμμο και στάχτες, κι όμως στην καρδιά μου κρατώ έναν σπόρο. Είναι μικρός, σχεδόν αόρατος, σαν το μυστικό όνομα που δεν λέγεται. Κάθε φορά που σπέρνω, η άμμος τον σκεπάζει· κάθε φορά που ποτίζω, η δίψα της γης πίνει το νερό μου πριν ριζώσει. Κλείνω τα μάτια μου και βλέπω τις ψυχές σαν μικρά πουλιά, να φτερουγίζουν χαμένα μέσα σε αυτή την έρημο. Ο πόνος μου είναι ότι δεν έχω πλέον στα χέρια μου την τροφή να τους δώσω, γιατί οι αποθήκες μου άδειασαν, τα πηγάδια μου στέρεψαν.
Μα προχωρώ. Προχωρώ κουβαλώντας το κενό μου σαν δώρο. Δεν μετρώ πια πόσα έχασα, αλλά πόσα έσπειρα. Δεν μετρώ πόσα παράθυρα έκλεισαν, αλλά πόσες φωνές άγγιξε ο λόγος μου πριν σωπάσει. Το χέρι μου, που κάποτε κρατούσε πολλά, τώρα είναι άδειο· κι όμως είναι πιο ελεύθερο να απλωθεί προς τον ουρανό.
Κι εκεί, στην άκρη της ερήμου, βλέπω μια πέτρα που δεν είναι πέτρα. Είναι σαν μαργαριτάρι, θαμμένο στο χώμα. Σκάβω τη γη με τα δάχτυλα μου και το φέρνω στο φως· είναι μικρό, αλλά μέσα του καθρεφτίζεται όλος ο ουρανός. Το κρατώ και ξαφνικά καταλαβαίνω: δεν χρειάζομαι αποθήκες, δεν χρειάζομαι μηχανές· ο λόγος που έχω να δώσω δεν είναι δικός μου, είναι δώρο, και θα βρίσκει τρόπο να γεννιέται ξανά.
Τότε γονατίζω. Η στάχτη κολλάει στα γόνατα μου, η άμμος μπαίνει στο στόμα μου, αλλά η προσευχή ανεβαίνει σαν φως. «Κύριε», λέω, «τα χέρια μου είναι άδεια, αλλά η καρδιά μου είναι γεμάτη από Σένα. Αν είναι να συνεχιστεί το έργο, Εσύ θα το κάνεις να συνεχιστεί. Αν είναι να γεννηθεί ο τόπος που ονειρεύτηκα, Εσύ θα τον γεννήσεις. Αν είναι να δοθεί εργαλείο, Εσύ θα το προμηθεύσεις. Εγώ μένω εδώ, μικρός, φτωχός, αλλά πιστός».
Κι εκεί, μέσα στον άνεμο της ερήμου, ακούω μια φωνή. Δεν είναι σαν τις φωνές των ανθρώπων· είναι ήσυχη, μα δυνατή, σαν σπόρος που σπάζει τη γη. Μου λέει: «Το έργο δεν είναι το χώμα ούτε το εργαλείο· το έργο είναι η πίστη σου. Μείνε. Και θα δεις να βλασταίνει ο σπόρος που έσπειρες».
Σηκώνομαι με το μαργαριτάρι στο χέρι, το κρατώ στο στήθος μου. Δεν έχω πια φόβο· η έρημος δεν με φοβίζει. Η έρημος είναι ο τόπος που οι σπόροι κοιμούνται πριν ξυπνήσουν. Προχωρώ, κι ας μην ξέρω πώς. Κάθε μου βήμα είναι προσευχή, κάθε ανάσα μου ανάβει φως μέσα στη σκόνη. Ξέρω ότι Εκείνος βλέπει· ξέρω ότι θα προμηθεύσει· ξέρω ότι οι ψυχές δεν χάνονται, μόνο περιμένουν τη βροχή.

«Μη φοβάσαι, μικρέ ποιμένα», ακούω μέσα μου. «Σου εμπιστεύτηκα τα πρόβατα όχι για να έχεις μαντρί, αλλά για να έχεις καρδιά».