ΕΝΑΣ ΝΟΗΤΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΥΟ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΩΝ ΤΟΥ 1821

 ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ ΚΑΙ ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝΑΣ

Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός

Από την υψηλή ποίηση των ώριμων χρόνων του Σολωμού, τον Κρητικό, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, τον Πόρφυρα σχεδόν τίποτα δεν ήξεραν οι σύγχρονοί του την ώρα του θανάτου του το Φεβρουάριο του 1857 σε ηλικία 59 ετών. Τα καθολικά και σύνθετα ιδεώδη που πάσχιζε να διατυπώσει στην ελληνική γλώσσα μέσα από την ελληνική πολιτισμική εμπειρία, δεν μπορούσαν να τα συλλάβουν ούτε και οι πιο ένθερμοι θαυμαστές του.

Ο ποιητής έμεινε για καιρό αγνοημένος και υποτιμημένος στους πνευματικούς κύκλους της απελευθερωμένης Ελλάδας. Κάποιοι μάλιστα αμφισβητούσαν συστηματικά την ποίησή του προσκολλημένοι στα ιδανικά της αρχαίας δόξας και του ανεδαφικού ρομαντισμού. Μόνο με την έλευση του συμβολισμού και τη γενιά του 1880 άρχισε να γονιμοποιείται η ποιητική κληρονομιά που μας άφησε. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, όταν διάβασε τα ποιήματα του Σολωμού μέσα από την πρώτη έκδοση των Ευρισκομέvωv, «Εψεύσθησαv αι ελπίδες του έθνους». Για να γνωρίσει όμως ο Βαλαωρίτης το έργο του ποιητή και να αποφανθεί με τόσο τραγικά λανθασμένο τρόπο (ίσως όχι χωρίς ανιδιοτέλεια), έπρεπε να προηγηθεί η ανεκτίμητη προσπάθεια του Πολυλά, μαθητή του Σολωμού, που με αυταπάρνηση και ευσυνειδησία συγκέντρωσε τα ακατάστατα χειρόγραφά του, μόλις δύο χρόνια μετά το θάνατό του. Πάνω σε αυτή την πρώτη έκδοση στηρίχτηκαν όλες ουσιαστικά οι κατοπινές αξιόλογες και χρηστικές εκδόσεις των Απάντων του ποιητή.

Σήμερα με την άνεση και την καθαρότητα που μας προσφέρει η χρονική απόσταση αντιλαμβανόμαστε γιατί δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν και να ωφεληθούν από το Σολωμό ούτε ακόμα και οι μαθητές του.Δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ο Σολωμός υπήρξε μία ποιητική μεγαλοφυϊα, ένα από εκείνα τα σπάνια ποιητικά πνεύματα. Η υπεροχή του από τους σύγχρονους ομότεχνούς του λειτουργούσε απαγορευτικά στην οποιαδήποτε προσπάθεια των τελευταίων να τον ακολουθήσουν.

Ανέλαβε σχεδόν μόνος του το έργο μιας ολόκληρης ποιητικής γενιάς: να διαμορφώσει μια κοινή νεοελληνική ποιητική γλώσσα μέσα από το πλήθος των γλωσσικών τάσεων της εποχής. Ο

ποιητής είχε να αντιμετωπίσει όχι μόνο ένα ετερόκλητο γλωσσικό υλικό, αλλά και τις θεσμοποιημένες γλωσσικές κατευθύνσεις του νέου κράτους που κινούνταν αντίθετα από τη δική του προσπάθεια. Οι αντικειμενικές αυτές συνθήκες, οι γλωσσικές ελλείψεις του ίδιου του ποιητή, που ήταν αδύνατο να τις υπερκεράσει πλήρως και η παράτολμη προσπάθειά του να πραγματοποιήσει με λυρική γλώσσα τραγικού (Ο Κρητικός, Ο Πόρφυρας) και επικοτραγικού περιεχομένου ποίηση (Οι Ελεύθεροι πολιορκημέvοι) είναι οι σημαντικότεροι λόγοι που τον εμπόδισαν να ολοκληρώσει τις ποιητικές συνθέσεις της ωριμότητάς του. Η αποσπασματικότητα αυτή του έργου του πάντως αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό από τους νεότερους μελετητές του έργου του. Ορισμένοι μάλιστα από τους σημαντικότερους υποστηρίζουν ότι η πρωτοποριακή τεχνική του εμφανίζει ισχυρές αντιστοιχίες με το μοντερισμό του εικοστού αιώνα και τη μέθοδο γραφής που δημιουργεί «κείμενα» χωρίς οριστικά σημαινόμενα, αλλά αντικείμενα συνεχούς επεξεργασίας και αναδημιουργίας.

Παρά όμως τις όποιες διαφωνίες για τις ατέλειες ή όχι του έργου του ο Σολωμός είναι ένας από τους ελάχιστους ποιητές της εποχής του που υλοποιούν σε βάθος το ρομαντικό όραμα της σύμμειξης των

ποιητικών ειδών (μια ανάλογη λυρικοτραγική συγχώνευση επιτυγχάνει στην Ιταλία ο συνομήλικός του Λεοπάρντι). Ο Σολωμός εντάσσεται δικαιωματικά στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία της ποίησης, καθώς καταφέρνει να συνθέσει το τοπικό με το οικουμενικό με μία γραφή που διατηρεί πάντοτε την πολιτισμική της εντοπιότητα. Η προσπάθειά του σηματοδοτεί την αρχή της διάλυσης των γλωσσικών νεφελωμάτων της εποχής του (εννοείται πως χρειάστηκε πολύς χρόνος για να λειτουργήσει σε βάθος το σολωμικό δίδαγμα). Είναι χαρακτηριστικό ότι εγκατέλειψε το γράψιμο σε μια γλώσσα έτοιμη και διαμορφωμένη, όπως τα ιταλικά,για να καταπιαστεί με μια γλώσσα με σχεδόν καθόλου ή υποτυπώδη ποιητική παράδοση, γλώσσα που δεν είχε σπουδάσει φιλολογικά. «Μήγαρις έχω άλλο’ς το vov μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;». Θα αναρωτηθεί ο ποιητής στο πεζό του Διάλογος αποτυπώνοντας με τρόπο μοναδικό το πιστεύω του για τη δημοτική γλώσσα. Με αυτή τη γλώσσα του λαού αποδεσμεύτηκε γρήγορα από τις ποιητικές κατακτήσεις του 19ου αιώνα, προχώρησε στην ποιητική ανανέωση και έφτασε στο ιδεώδες της ολοκληρωμένης έκφρασης της κοινωνίας. Δίκαια θεωρείται σήμερα ως ένας από τους κύριους διαμορφωτές της νεοελληνικής κοινής.

Ο Σολωμός υπήρξε ο ποιητής του πάθους για το υψηλό, το πνευματικό, το αιώνιο, το ιδανικό. Δεν έγραψε ποίηση προσωπική και εξομολογητική. Πίστευε ότι η Ποίηση στεκόταν δίπλα στη Θρησκεία (επηρεασμένος από την ευρωπαϊκή του παιδεία) όσον αφορά την πνευματική ανάταση του ανθρώπου. Είχε ακλόνητη πίστη σ’ αυτήν την αποστολή και πολλές φορές βασανιζόταν από αμφιβολίες για το κατά πόσο ήταν ικανός να τη φέρει σε πέρας. Με το δικό του τρόπο πολέμησε στο πλευρό των συμπατριωτών και τους στήριξε. Ύμνησε απαράμιλλα τα ηρωικά κατορθώματα και τις θυσίες των Ελλήνων. Η ποίησή του επικεντρώθηκε στα μεγάλα θέματα που απασχόλησαν μέσα στους αιώνες φιλοσόφους και ποιητές: ελευθερία, φύση, θρησκεία, πατρίδα, γυναίκα (εξιδανικευμένος έρωτας), ανδρεία, πνευματικός αγώνας, θάνατος.

Είναι φανερό ότι ο ποιητής επηρεάστηκε από κλασικά έργα παλαιότερων και σύγχρονων συγγραφέων του (Όμηρο, Πλάτωνα,Αριστοτέλη, Δάντη, Πετράρχη, Σαίξπηρ, Ρακίνα), από την κρητική λογοτεχνία (Ερωτόκριτος, Ερωφίλη), υστεροβυζαντινά λαϊκά κείμενα, δημοτικά τραγούδια, την ποίηση του 1. Βηλαρά και του Αθ. Χριστόπουλου, αλλά και από τα κοινωνικά και πνευματικά κινήματα της εποχής του, όπως ο διαφωτισμός, ο φιλελευθερισμός, ο γερμανικός ιδεαλισμός, ο δημοτικισμός, ο φιλελληνισμός, ο κλασικισμός και ιδίως ο ρομαντισμός.

Ο Σολωμός δεν είναι όμως απλά ένας πατριωτικός ψάλτης, αλλά ένας υμνητής του πνεύματος της ελευθερίας που υψώνει τον άνθρωπο πάνω από την ύλη. Περισσότερο κι από πατριώτης άνθρωπος. Είναι ενδεικτικό ότι απέφυγε να επισκεφτεί την ελεύθερη Ελλάδα, προτιμώντας να κρατήσει μέσα του την ιδανική εικόνα της απείραχτη. Συγκλονισμένος πάντως και προφανώς κάτω από την επήρεια μιας ακατάσχετης έμπνευσης, γράφει το 1823 τον Ύμvο εις τηv Ελευθερίαv που αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές. Ποίημα ορμητικό, νεανικό, πηγαίο, τραγουδάει τα πρώτα κατορθώματα της επανάστασης: την άλωση της Τριπολιτσάς, την καταστροφή του Δράμαλη, την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου και την καταστροφή των Τούρκων στον Αχελώο. Το ύφος πέφτει όταν το ποίημα από μεγαλόπρεπα επικό γίνεται ηθικοπλαστικό, όπως έχει ήδη επισημάνει και ο Πολυλάς. Ίσως η φόρμα να μην αντέχει σε καμιά άλλη μεταχείριση, παρά μόνο την επική, και μπορεί γι’ αυτό η Ωδή στον Λόρδ Μπάυροv, ποίημα λυρικό, όπως το χαρακτηρίζει σε υπότιτλό του ο ποιητής, «Λευτεριά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί, τώρα ζύγωσε και κλάψε εις του Μπάϋρον το κορμί» ήταν για πολλούς αποτυχία. Στην πραγματικότητα ο Σολωμός είναι γεμάτος από ασυμφιλίωτες αντιθέσεις, με κύρια και καθοριστική την αντίθεση ανάμεσα σε δυο τάσεις, την υποσυνείδητη τάση του αισθησιασμού, και τη συνειδητή τάση του ασκητικού ιδανικού. Από τώρα και στο εξής ο Σολωμός θα δυσπιστεί στα ξεχειλίσματα της έμπνευσης, που η επανάσταση εξάλλου θα πάψει να τροφοδοτεί. Ο στίχος του γίνεται πιο λιτός, πιο μετρημένος, πιο στιβαρός. Τα μεγαλύτερα έργα που γράφτηκαν αργότερα σε έναν δεκαπεντασύλλαβο, που από τεχνική άποψη άγγιξε την τελειότητα.

Πρέπει πάντως για να μην αδικήσουμε το Σολωμό να θυμίσουμε ότι μέχρι σήμερα, μόνο ένας τόλμησε να δώσει μακρόπνοο επικό έργο και το πέτυχε, ο Νίκος Καζαντζάκης με την Οδύσσειά του. Το συγκεκριμένο έργο όμως επαινείται περισσότερο για τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του δημιουργού του και λιγότερο για τις ποιητικές του αρετές. Ο Ελύτης, που φιλοδόξησε κι αυτός να δώσει ένα μακρόπνοο έργο με το Άξιοv εστί, αντιμετώπισε το πρόβλημα διαφορετικά. Στη θέση της μονότονης στιχουργικής φόρμας, που παραπέμπει αναγκαστικά σε επικά έργα, χρησιμοποίησε πλήθος ποιητικών τρόπων που δομούν μια μοντέρνα αρχιτεκτονική, χωρίς να διστάσει μάλιστα να παρεμβάλει και πεζή αφήγηση. Ο Σολωμός φυσικά δεν μπορούσε, παρά το γεγονός ότι η ποίησή του ξεπέρασε τα ρομαντικά πρότυπα της εποχής του, να φτάσει σε πειραματισμούς και αναζητήσεις ανάλογων τύπων.

Ο Ύμvος εις την Ελευθερίαv μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες του κόσμου – είναι από τα πιο πολυμεταφρασμένα ελληνικά ποιήματα και ενίσχυσε το κίνημα του φιλελληνισμού. Στην περίοδο του Ύμvου ο Σολωμός ούτε ακόμα κύριος του γλωσσικού του οργάνου είχε γίνει, ούτε κατά φυσική συνέπεια μπορούσε να φτάσει σε μια αψεγάδιαστη στιχουργία. Το ποίημα υπόσχεται όμως πολλά και αποβαίνει περισσότερο από ένα έργο τέχνης, ένα όργανο ζωής που δυναμώνει τη θέλησή μας για την ανεξαρτησία του Έθνους. Το εγχείρημα υπήρξε δύσκολο από την αρχή: η ύλη μιας άμεσα αισθητής πραγματικότητας να μετουσιωθεί σε ποιητικό σύμπαν, ή πιο απλά η ζωή να γίνει ποίημα. Ο Σολωμός δεν τραγουδάει τα γεγονότα αυτούσια, αλλά μεταφράζει την ιδέα – πραγματικότητα σε μια συμβολικά κυρίαρχη μορφή, αυτή της Ελευθερίας. Η ιδέα της Ελευθερίας δεν είναι όμως γενική και καθολική, αλλά το συμβολικό αντικατάστατο ενός μεμονωμένου γεγονότος, του ελληνικού αγώνα για την ανεξαρτησία. Στο έργο αυτό ο Σολωμός έχει διαρκώς υπόψη του τα βυρωνικά κείμενα, στα οποία αισθάνεται το χρέος και την περήφανη χαρά ν’ απαντήσει. Θα αντιπαραθέσω μερικούς στίχους που θεωρώ ότι στοιχειοθετούν μία παράξενη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα διακειμενική επικοινωνία.

Ο χαιρετισμός του Σολωμού προς την Ελευθερία μας θυμίζει το «ω πνεύμα της Ελευθερίας» του Βύρωνα στον Childe Harold ( άσμα β'στρ. 74). Στα όσα θρηνεί ο Βύρωνας για την Ελλάδα: «Ο ατρόμητος Έλληνας με το νικηφόρο ακόvτιό του η εκδίκηση τωv Ελλήvωv, που πολεμούσαν για τη λευτεριά τους και ο θάνατος τωv εχθρών τους, vα μια εικόνα, που έδωσε ο Μαραθώvας. Τι απ’ αυτά μέvει σήμερα;» (Don Juan, άσμα β', στρ. 90) και ακόμα στην απέλπιδα κραυγή του: «Αλλά πότε η λευτεριά δε θέλει κατοικήσει στο δυστυχισμένο αυτό τόπο, όπου δούλοι θα διαδεχτούν τους δούλους επί αιώνες ατέλειωτων βασάvωv» ( άσμα β' , στρ. 77). Ο Σολωμός θα απαντήσει με τη φράση της 2ης στροφής του Ύμvου «και σαv πρώτ’ αvδρειωμέvη».

Σε αρκετά σημεία του Ύμvου μέχρι την 34η στροφή που καθορίζουν ως ουσία της Ελευθερίας την ορμή και την περήφανη αταραξία, ο Σολωμός θυμάται με ένταση όσα ο Βύρωνας έγραψε στο Childe Harold και στον Don Juan κι επιθυμεί να απαντήσει. Έτσι, ο Βύρωνας γράφει «Ω φίλη εσύ πάvτα ποθητή … εκείνος που χωνεύει μόvος τη λύπη του αγαπάει v’ αvαθυμάται τα περασμένα» (Childe Harold άσμα β', στρ. 76) και «Είvαι αρκετό vα κλαίμε, όταv θυμόμαστε τις ένδοξες ημέρες τους;» (Don Juan άσμα γ', στρ. 86, ζ-η). Σε όλα αυτά αντιστοιχεί η 5 στροφή του Ύμvου: «Δυστυχής! Παρηγορία / Μόvη σου’ μεvε vα λες/ Περασμένα μεγαλεία/ Και διηγώvτας τα vα κλαις». Κι όταν ο Σολωμός γράφει στην 4η στροφή «κ’ ήταv όλα σιωπηλά» θυμόμαστε από το Βύρωνα «Ω γη, άνοιξε τους κόλπους σου … τι δεv αποκρίνεσαι;» (Don Juan).

Η φράση του Βύρωνα «Ας σηκώσει το κεφάλι μονάχα έvας ζωvταvός, μονάχα έvας κι εμείς, θα τρέξουμε» ( Childe Harold, άσμα β' , στρ. 75) ανταποκρίνεται στη σολωμική «Κ’ έλεες πότε, ά! Πότε βγάvω/το κεφάλι από τις ερμιές» (στρ. 7). Και οι στίχοι του Ύμvου «Κι ακαρτέρει, ακαρτέρει .. φιλελεύθερη λαλιά» (στρ. 6) αντιστοιχούν με τα λόγια του Βύρωνα «Περιμένουν με λαχτάρα βοήθεια ξένη». Η στρ. 9 του ύμνου «Με τα ρούχα αιματωμέvα …ξέρω, ότι έβγαιvες κρυφά / vα γυρεύεις εις τα ξένα/ άλλα χέρια δυνατά» θυμίζει τα βυρωνικά βαριά λόγια «Ω κληρονόμοι της δουλείας. Δεν ξέρετε, πως εκείvοι, που θέλουν vα είναι ελεύθεροι πρέπει μόνοι τους να σπάσουν τα δεσμά τους» ( Childe Harold άσμα β' στρ. 76) στα οποία λόγια τώρα ο Σολωμός είναι περήφανος πως μπορεί να αποκριθεί «Ναι αλλά τώρα αντιπαλεύει/ κάθε τέκνο σου μ’ ορμή/ που ακατάπαυστα γυρεύει/ ή τη νίκη ή τη θανή» ( στρ.15).

Ο Σολωμός θυμάται πάλι τον Don Juan του Βύρωνα σ' ένα άλλο τμήμα του ποιήματος, στις στροφές 75-87 που περιγράφεται λυρικά η καταστροφή του Δράμαλη. Στα λόγια του Βύρωνα «Ω γη άνοιξε τους κόλπους σου και δώσε μας πίσω ολίγους αρχαίους Σπαρτιάτες, δώσε μας πίσω τρεις μονάχα από τους τριακόσιους για να καιvουργιώσουμε τα παλιά ανδραγαθήματα των Θερμοπυλών», απαντά στην 78 στροφή «Ω τριακόσιοι σηκωθήτε / και ξαvάλθετε με

μας/ τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε / πόσο μοιάζουνε με σας». Κι όταν στο ίδιο ποίημα (Don Juan, άσμα γ' 86, ζ- η) ο Βύρωνας γράφει «Γεμίστε τα ποτήρια σαμιώτικο κρασί, οι παρθένες μας χορεύουν κάτω από τη σκιά, θαμάζω τη γλυκύτη των μαύρων τους ματιών. Μα όταν θωρώ τα θέλγητρά τους, αισθάνομαι δάκρυα ζεστά να τρέχουν πάνω στα μάγουλά μου, με τη σκέψη, πως οι τόσο ωραίοι μαστοί τους κάποτε θα βυζάξουv δούλους», ο Σολωμός απαντά με τηστροφή 85 «Η ψυχή μου αναγαλλιάζει/ πως ο κόρφος κάθε μιας/γλυκοβύζαστο ετοιμάζει/ γάλα ανδρείας, λευθεριάς».

Προαναφέραμε ήδη ότι το ποίημα Εις το Θάνατον του Λόρδου Μπάιρον, που αρχίζει να το συνθέτει το 1824, αποτελεί ένα αδύνατο αντίγραφο του Ύμνου. Είναι ένας θρήνος στο δοξασμένο νεκρό με σκοπό να νουθετήσει τους Έλληνες στην ομόνοια, αναδεικνύοντας πολλές μορφές του Ελληνικού ηρωισμού. Το μετρικό του σχήμα, ο τροχαϊκός οκτασύλλαβος, επαναλαμβάνεται, όπως και το στροφικό σχήμα με ανάλογο προς τον Ύμνο εις την Ελευθερία πλάτος – 166 στροφές. Ο Σολωμός αρνήθηκε να το εκδώσει και έκανε μάλιστα αυστηρότατη αυτοκριτική. Η άρνησή του αυτή και οι σημειώσεις του στα ιταλικά «έξω όλα», «συμπίεσε όσο μπορείς τον όγκο και περιόρισε τους στίχους», «πρέπει να ξαvαφτιαχτεί» με τις οποίες γέμισε το χειρόγραφο, αποδεικνύει ότι ο πρώτος δημιουργικός ενθουσιασμός είχε κιόλας περάσει και ότι έτεινε να σχηματιστεί ένα νέο ποιητικό ιδανικό που σκόπευε πολύ μακρύτερα. Νεαρού ύφους, που ανελίσσεται, όπως και ο Ύμνος, περισσότερο επικά, μέσα από μια λυρική, αλλά και χρονολογικά στρωματωμένη διήγηση, ενώ το κύριο μέρος του ποιήματος αποτελεί η αντικειμενική λυρική ποιητική διάθεση, όπου η ράθυμη ψυχή του Άγγλου ποιητή ξαναγεννιέται δυναμωμένη από τη μετάληψη του θείου μυστηρίου της Ελληνικής Λευτεριάς, που είναι γεμάτη ορμή και ζωντάνια. Ο ποιητής παρακαλεί την Ελευθερία να πάψει να χτυπάει με το σπαθί και να έρθει να θρηνήσει στο νεκρό Βύρωνα: «Λευτεριά, για λίγο πάψε/ vαχτυπάς με το σπαθί. / Τώρα σίμωσε και κλάψε/ εις του Μπάιρον το κορμί». Η Ελευθερία δεν είναι τώρα τίποτε άλλο παρά μια μορφή που θρηνεί. Ο Βύρωνας παρουσιάζεται ως τραγουδιστής της Λευτεριάς που ζήτησε να φύγει στην Αμερική, όπου κατοικεί η αληθινή Ελευθερία (Σήμερα αρκετοί από εμάς θα είχαν σοβαρότατες αντιρρήσεις για τον τόπο κατοικίας της Ελευθερίας) μα ανέλπιστα η Λευτεριά αρχίζει να περπατεί στην Ελλάδα κι αυτός αλλάζει κατεύθυνση και ξεκινά για το Μεσολόγγι. Στο μεταξύ η Ελλάδα πολεμά οδηγούμενη από τα αδικοσφαγμέvα παιδιά της και ο Βύρων βλέπει τα κατορθώματά της και αναγαλλιάζει η θλιμμένη του ψυχή. Η ποιητική φήμη του Βύρωνα προηγείται από τον ερχομό στο Μεσολόγγι την ημέρα των Χριστουγέννων, όπου αναπνέει την πολεμική ατμόσφαιρα. Είναι τελικά το βαθύ κοίταγμα του ήρωα στον τάφο του πρώτου Σουλιώτη, του Μπότσαρη που θα ανανεώσει τη βυρωνική ψυχή και θα τον κάνει να πλάθει νέα όνειρα νίκης και πολεμικής δόξας. Αλλά τώρα απροσδόκητα ο Βύρωνας αντί για την Ελευθερία αντικρίζει τη διχόνοια.

Όπως είναι φυσικό έχει δημιουργηθεί με τα χρόνια μια μυθική εικόνα της σολωμικής προσωπικότητας με κίνδυνο να μην αναγνωρίζεται με ευκολία το πραγματικό πρόσωπο του ποιητή, του κατά Τρικούπη Δάντη της Ελλάδας. Δεν πρέπει όμως να αποφεύγουμε τα ψυχολογικά χαράγματα της προσωπικότητάς του, γιατί αυτά ακριβώς θέτουν τους όρους της καλλιτεχνικής του δημιουργίας και δικαιώνουν την ποίησή του ως πολυδιάστατο και πολύσημο έργο τέχνης. Ούτε βέβαια να προσπαθούμε να παρουσιάσουμε τον πραγματικό Σολωμό στηριζόμενοι σε απόλυτα ντετερμινιστικές και υλιστικές αντιλήψεις για τις προϋποθέσεις της πνευματικής του δημιουργίας. Ο άνθρωπος και ο ποιητής δεν αποτελούν μαθηματική εξίσωση με τους υλικούς όρους της ζωής, δεν είναι απλά το άθροισμα των συστατικών του στοιχείων, αλλά συνήθως κάτι ξένο από αυτά. Και οι δύο προαναφερθείσες κατευθύνσεις (μυθοποίηση -υλιστική ερμηνεία) συντελούν στη δημιουργία μιας μεθοδολογίας παρανάγνωσης και υποβοηθούν τις προσπάθειες ιδεολογικής οικειοποίησης των έργων τέχνης. Αλλά ο Σολωμός είναι αληθινός ποιητής και άρα εθνικός, κτήμα και υπόθεση όλων. Οι πολλαπλές και διαφορετικές κατά καιρούς αναγνώσεις του έργου του, από τα πεδία της εκπαίδευσης, της ακαδημαϊκής ζωής, της εκκλησίας, τους τόπους εξορίας, τα μεγαλοαστικά σαλόνια και τους χώρους της καθημερινής συναναστροφής, το αποδεικνύουν αδιαμφισβήτητα.

ΠΗΓΗ:

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ Η. ΚΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ:

ΜΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟ ΛΟΡΔΟ ΒΥΡΩΝΑ

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ 2007

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.