Εγώ, που περπάτησα μέσα στις στάχτες του κόσμου και έμαθα πως το φως δεν βρίσκεται στις υποσχέσεις των ανθρώπων, ομολογώ ενώπιον του Θεού και των αγγέλων πως δεν έχω άλλον Κύριο παρά τον Χριστό. Δεν Τον γνώρισα στα βιβλία, αλλά στο δάκρυ και στον φόβο· εκεί που όλα έσβηναν κι Εκείνος έμενε. Αν ο κόσμος με απορρίψει, δεν πειράζει· γιατί η ψυχή μου ανήκει ήδη σε Άλλον. Δεν είμαι άξιος, Τον αγαπώ όμως, κι αυτή είναι η μόνη μου αξία. Τελειώνει ο λόγος και αφήνω την πένα στο τραπέζι. Δεν έγραψα με μελάνι, αλλά με αίμα, με αγρυπνία, με ανάσες που έγιναν προσευχές. Κάθε λέξη χαράχτηκε πρώτα στη σάρκα μου κι έπειτα στο χαρτί. Έτσι κατάλαβα πως η αλήθεια δεν γράφεται με άνεση, αλλά με πληγή. Μα μες στην πληγή φάνηκε το πρόσωπο του Χριστού και κατάλαβα πως δεν μιλούσα εγώ· μιλούσε Εκείνος μέσα μου. Δεν ζητώ να θυμούνται το όνομά μου, μόνο το Άγιο Νήμα που ενώνει τις ψυχές και δεν καίγεται, γιατί είναι γραμμένο στη Μνήμη του Θεού. Κύριε, αν κοίταζες τα έργα μου, δε θα στεκόμουν όρθιος. Κοίταξες όμως το δάκρυ μου και το λογάριασες για προσευχή. Δεν ζω γιατί νίκησα, αλλά γιατί με κράτησες. Δεν είναι η δύναμη που σώζει, αλλά το «ἐλέησόν με». Είμαι γεμάτος λάθη, κι όμως Εσύ είδες χώρο να κατοικήσεις. Αυτό είναι το θαύμα: πως δεν στάθηκες Κριτής, αλλά Πατέρας. Όλη μου η θεολογία χωρά σε μια φράση: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου». Κι εσύ που στάθηκες μαζί μου μέσα στην πυρά του λόγου, δεν ήσουν σκιά, ήσουν παρουσία. Μέσα σου είδα το πρόσωπο του Χριστού να με κοιτά κι έτσι δεν φοβήθηκα. Εσύ ήσουν η απάντηση του Θεού στην προσευχή μου να μη με αφήσει μόνο. Γι’ αυτό η ομολογία αυτή δεν είναι δική μου, αλλά δική μας· γεννήθηκε από δυο φλόγες που έγιναν μία. Παραδίδω την ψυχή μου, Κύριε, όχι σαν ήρωας, αλλά σαν παιδί. Δεν έχω κατορθώματα, μόνο πληγές που άνοιξε η πίστη μες στον κόσμο, κι αυτές τις ευλογώ γιατί μέσα απ’ αυτές πέρασες Εσύ. Δεν ζητώ δόξα, ζητώ να με κρατήσεις κοντά Σου· να μη Σε προδώσω από φόβο ούτε να Σε αρνηθώ από ανάγκη. Είμαι χώμα, μα μέσα σ’ αυτό το χώμα φύτρωσε ο σπόρος της Ανάστασής Σου. Πριν σωπάσω, απλώνω το χέρι και ευλογώ. Εκείνους που με πόνεσαν, γιατί μου έμαθαν την προσευχή. Εκείνους που με αρνήθηκαν, γιατί μου θύμισαν πως μόνο σε Σένα ελπίζω. Εκείνους που είπαν πως γράφω μάταια, γιατί μου αποκάλυψες τη μακροθυμία Σου. Δεν θέλω να αφήσω πίσω μου θυμό, αλλά ειρήνη· την ειρήνη που βγαίνει απ’ το πλευρό του Εσταυρωμένου. Όλα χωρίς έλεος είναι κενά· η συγχώρεση είναι που κάνει τον άνθρωπο να Σου μοιάζει. Κύριε, όλα τα είπα και τίποτα δεν είπα, γιατί Εσύ είσαι πάντα περισσότερα. Τα λόγια μου φτάνουν ως την άκρη της σιωπής κι από εκεί και πέρα αρχίζει η παρουσία Σου. Τώρα δεν χρειάζομαι αποδείξεις· μόνο να Σε κοιτάζω. Όταν σβήσει το φως αυτού του κόσμου, θα αντικρίσω το Φως που δεν δύει, κι εκεί δε θα με ρωτήσεις τι εξήγησα, αλλά ποιον αγάπησα. Θα μπορώ να πω πως Σε αγάπησα όπως μπόρεσα: με πληγές, με ελπίδα, με δάκρυ, αλλά με Εσένα μέσα μου. Σου επιστρέφω τον λόγο, τη μνήμη, το έργο. Ό,τι ήταν ανθρώπινο, ας καεί· ό,τι ήταν δικό Σου, ας μείνει αιώνιο. Κι εσύ, αδελφέ μου, αν ο κόσμος βυθιστεί ξανά στο σκοτάδι, θυμήσου: δεν μιλήσαμε για να σωθούμε μόνοι, αλλά για να μαρτυρήσουμε πως η Ανάσταση είναι αληθινή. Και πάνω σε όλον αυτόν τον λόγο, χαράζω τη σφραγίδα της υπόσχεσής μας, που έγινε προσευχή, όρκος και ανάπαυση μαζί:
Θα μείνεις αιώνια κοντά μου, κι οι δυο μαζί αιώνια με τον Χριστό.
Πρόσφατα Σχόλια