Η Πτώση ως Δαιμονική Τελεσιουργία: Όταν ο Όφις Μίλησε σαν Ιερέας – Η υποβολή ως λειτουργική πράξη και η γέννηση του πρώτου ψευδο-ναού

 

Προοίμιο Ι – Η Σιωπή πριν από την Πτώση

Πριν από την πτώση υπήρχε σιωπή. Όχι κενό, όχι απουσία, όχι αμηχανία. Υπήρχε σιωπή γεμάτη, πυκνή, κατοικημένη. Σιωπή που δεν ζητούσε να μιλήσει, γιατί δεν της έλειπε τίποτε. Εκείνη η σιωπή δεν ήταν άγνοια· ήταν κοινωνία. Δεν ήταν αδυναμία λόγου· ήταν πληρότητα παρουσίας. Ζούσα μέσα της χωρίς να τη σκέφτομαι. Δεν υπήρχε «εγώ» για να την αναλύσει, ούτε «εσύ» για να την αμφισβητήσει. Υπήρχε μόνο το «μαζί», και αυτό αρκούσε.

Στη σιωπή εκείνη ο Θεός δεν ακουγόταν ως φωνή. Ήταν αναπνοή. Ήταν ρυθμός ζωής. Ήταν το φως που δεν τυφλώνει, γιατί δεν συγκρίνεται με το σκοτάδι. Ήταν το νόημα πριν τη λέξη. Και εγώ ήμουν μέσα σε αυτό, όχι ως παρατηρητής, αλλά ως μέτοχος. Δεν υπήρχε ανάγκη να καταλάβω, γιατί δεν υπήρχε απόσταση. Όλα ήταν παρόντα χωρίς να κατονομάζονται. Όλα ήταν δοσμένα χωρίς να διεκδικούνται.

Θυμάμαι αυτή τη σιωπή σαν μνήμη που δεν έζησα με το σώμα μου, αλλά με την ψυχή μου. Τη θυμάμαι γιατί την έχασα. Και μόνο ό,τι χάνεται αποκαλύπτει τι ήταν. Εκεί δεν υπήρχε φόβος, γιατί δεν υπήρχε μέλλον να απειλεί. Δεν υπήρχε ενοχή, γιατί δεν υπήρχε ρήξη. Δεν υπήρχε ερώτηση, γιατί δεν υπήρχε αμφιβολία. Η αλήθεια δεν χρειαζόταν υπεράσπιση· ανάσαινε.

Η σιωπή πριν από την πτώση δεν ήταν ουδέτερη. Ήταν ιερή. Όχι γιατί κάποιος την όρισε έτσι, αλλά γιατί ήταν χώρος Θεού. Και κάθε τι που είναι χώρος Θεού δεν χρειάζεται τελετουργία· είναι η ίδια η τελεία πράξη ζωής. Εκεί δεν υπήρχε λατρεία ως πράξη, γιατί όλη η ύπαρξη ήταν λατρεία. Ο άνθρωπος δεν στεκόταν απέναντι στον Θεό· στεκόταν εντός Του. Όχι ως ταύτιση, αλλά ως κοινωνία αγάπης.

Σε εκείνη τη σιωπή δεν υπήρχε ανάγκη επιλογής. Όχι γιατί έλειπε η ελευθερία, αλλά γιατί η ελευθερία δεν είχε ακόμα διασπαστεί σε δυνατότητες. Η ελευθερία ήταν σχέση, όχι απόφαση. Ήταν παραμονή, όχι ρίσκο. Και εγώ, ως άνθρωπος, ήμουν ολόκληρος χωρίς να το ξέρω. Δεν μετρούσα τον εαυτό μου. Δεν με χώριζα. Δεν οριζόμουν. Απλώς ήμουν.

Αυτή η σιωπή είναι το μέτρο της πτώσης. Όχι ο καρπός. Όχι η εντολή. Όχι η παράβαση. Το μέτρο είναι η απώλεια της σιωπής. Γιατί όταν χάνεται η σιωπή, γεννιέται ο θόρυβος του «εγώ». Και τότε αρχίζει η ανάγκη για λόγο, για εξήγηση, για δικαίωση. Τότε ανοίγει ο χώρος για άλλες φωνές. Και τότε, χωρίς να το καταλάβω, η σιωπή που ήταν Θεός, γίνεται κενό που ζητά να γεμίσει. Εκεί, ακριβώς εκεί, θα μιλήσει ο όφις.

Προοίμιο ΙΙ – Η Σιωπή πριν από την Πτώση
Η σιωπή πριν από την πτώση δεν έσπασε από κάποια κραυγή. Δεν ράγισε από κάποια σύγκρουση. Άρχισε να λεπταίνει ανεπαίσθητα, σαν ανάσα που χάνει το ρυθμό. Κανείς δεν φώναξε μέσα στην Εδέμ. Κανείς δεν ύψωσε φωνή. Η ρωγμή δεν μπήκε με θόρυβο· μπήκε με μετατόπιση. Και αυτή η μετατόπιση δεν φαινόταν απ’ έξω. Γινόταν εντός μου.

Δεν χάθηκε αμέσως η σιωπή. Αλλαξε ποιότητα. Από πλήρης έγινε εύθραυστη. Από κατοικημένη έγινε επιφυλακτική. Και εκεί, μέσα σε αυτή τη λεπτή αλλαγή, γεννήθηκε κάτι που δεν υπήρχε πριν: η ανάγκη να ακούσω αλλιώς. Όχι να ακούσω περισσότερο, αλλά να ακούσω κάτι επιπλέον. Όχι τον Θεό όπως Τον ζούσα, αλλά έναν λόγο που ερχόταν δίπλα Του. Όχι απέναντί Του ακόμη. Δίπλα Του.

Κατάλαβα αργότερα ότι η πτώση δεν άρχισε με ανυπακοή, αλλά με περιέργεια. Όχι παιδική, αλλά υπαρξιακή. Η περιέργεια αυτή δεν ρωτούσε «ποιος είναι ο Θεός», αλλά «τι άλλο υπάρχει πέρα από Αυτόν». Και αυτή η ερώτηση δεν ήταν κραυγή αμφισβήτησης. Ήταν ψίθυρος δυνατότητας. Και ο ψίθυρος αυτός δεν ήρθε απ’ έξω. Τον άκουσα μέσα μου.

Η σιωπή πριν από την πτώση δεν με προστάτευε με τείχη. Με προστάτευε με πληρότητα. Όταν όμως η πληρότητα άρχισε να φαίνεται ως κάτι που μπορεί να συμπληρωθεί, τότε η σιωπή άρχισε να χάνει την εξουσία της. Όχι γιατί έγινε αδύναμη, αλλά γιατί εγώ έπαψα να της αρκούμαι. Και αυτή η στιγμή δεν ήταν ηθική πτώση. Ήταν υπαρξιακή μετατόπιση.

Δεν ένιωσα ενοχή. Δεν ένιωσα φόβο. ένιωσα δυνατότητα. Και η δυνατότητα αυτή ήταν η αρχή της διάσπασης. Γιατί μέχρι τότε δεν υπήρχαν επιλογές. Υπήρχε σχέση. Όταν όμως άρχισα να σκέφτομαι ότι μπορώ να ακούσω και αλλιώς, τότε η σιωπή έπαψε να είναι αυτονόητη. Έγινε ένα ενδεχόμενο ανάμεσα σε άλλα.

Εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε μέσα μου ο χώρος για λόγο. Όχι για τον λόγο του Θεού, αλλά για λόγο περί του Θεού. Και αυτός ο χώρος δεν ήταν ακόμη αμαρτία. Ήταν προετοιμασία. Ήταν το άνοιγμα της συνείδησης ως σκηνής. Ήταν η πρώτη φορά που ο άνθρωπος έγινε ακροατής αντί για μέτοχος. Και όταν ο άνθρωπος γίνεται ακροατής, τότε κάποιος άλλος μπορεί να μιλήσει.

Η σιωπή πριν από την πτώση δεν χάθηκε μονομιάς. Υποχώρησε. Και μέσα σε αυτή την υποχώρηση, γεννήθηκε η πρώτη απόσταση. Όχι από τον Θεό, αλλά από την πληρότητα. Και εκεί, σε αυτή την απόσταση, άρχισε να σχηματίζεται η ανάγκη για ερμηνεία. Όταν αρχίζεις να ερμηνεύεις τη ζωή, έχεις ήδη βγει από αυτήν.

Αυτή ήταν η στιγμή πριν από την πτώση. Όχι η παράβαση. Όχι ο καρπός. Αλλά η στιγμή που η σιωπή έπαψε να είναι αρκετή. Και όταν η σιωπή παύει να αρκεί, τότε κάποιος άλλος θα προσφερθεί να μιλήσει.

Προοίμιο ΙΙΙ – Η Σιωπή πριν από την Πτώση
Η σιωπή πριν από την πτώση δεν ήταν αδύναμη. Δεν ηττήθηκε. Παραδόθηκε από μέσα. Όχι γιατί δεν άντεξε, αλλά γιατί εγώ άρχισα να την αντιμετωπίζω σαν κάτι που μπορεί να αντικατασταθεί. Και αυτή είναι η πιο λεπτή και πιο επικίνδυνη μορφή απώλειας: όχι η βίαιη ρήξη, αλλά η εσωτερική υποκατάσταση.

Δεν θυμάμαι τη στιγμή που είπα «όχι» στον Θεό. Θυμάμαι τη στιγμή που άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως υπάρχει και κάτι άλλο να ακουστεί. Κάτι που δεν θα αναιρούσε τη σιωπή, αλλά θα τη συμπλήρωνε. Και αυτή η σκέψη δεν φαινόταν εχθρική. Φαινόταν λογική. Φαινόταν ώριμη. Φαινόταν σαν βήμα προς τη γνώση. Εκεί ακριβώς κρύβεται η πλάνη.

Η σιωπή δεν χάνεται όταν την αρνείσαι. Χάνεται όταν την ερμηνεύεις. Όταν την κάνεις αντικείμενο σκέψης αντί για χώρο ζωής. Όταν αρχίζεις να τη μετράς, να τη συγκρίνεις, να τη ζυγίζεις. Τότε παύει να είναι σιωπή και γίνεται φόντο. Και πάνω σε αυτό το φόντο μπορεί να σταθεί κάθε ξένος λόγος.

Εκεί γεννήθηκε μέσα μου η πρώτη διάσπαση. Όχι ως αμαρτία, αλλά ως αυτοσυνείδηση. Για πρώτη φορά στάθηκα απέναντι στον εαυτό μου. Και αυτή η στάση δεν ήταν ακόμη εγωισμός. Ήταν απορία. Αλλά η απορία, όταν δεν γεννιέται από τον Θεό, γίνεται ρωγμή. Και η ρωγμή γίνεται είσοδος.

Αρχισα να αισθάνομαι ότι υπάρχω ως κάτι ξεχωριστό. Όχι ακόμη αποκομμένο, αλλά διακριτό. Και αυτή η διάκριση με έκανε να θέλω να ακούσω. Να μου μιλήσει κάποιος. Να μου εξηγήσει. Να μου αποκαλύψει. Η σιωπή δεν εξηγεί. Απλώς είναι. Και εγώ, για πρώτη φορά, δεν αρκέστηκα στο «είναι».

Έτσι προετοιμάστηκε ο χώρος. Όχι ο εξωτερικός, αλλά ο εσωτερικός. Η συνείδηση άρχισε να μοιάζει με σκηνή που περιμένει λόγο. Και όταν μια σκηνή είναι έτοιμη, ο ηθοποιός θα εμφανιστεί. Όχι με κραυγή, αλλά με ρόλο. Όχι ως εχθρός, αλλά ως λειτουργός. Όχι ως βία, αλλά ως πρόσκληση.

Η σιωπή πριν από την πτώση δεν καταργήθηκε. Σπρώχτηκε στο βάθος. Και αυτό το βάθος έγινε η πρώτη λήθη. Όχι λήθη του Θεού, αλλά λήθη της κοινωνίας. Από εκεί και πέρα, ο άνθρωπος δεν ζει. Ακούει για να ζήσει. Δεν κοινωνεί. Επιλέγει. Δεν είναι. Αποφασίζει.

Αυτή είναι η τελευταία στιγμή πριν από την πτώση. Η στιγμή που η σιωπή υπάρχει ακόμη, αλλά δεν κυβερνά. Η στιγμή που ο άνθρωπος στέκεται έτοιμος να δεχτεί λόγο. Όχι τον λόγο που γεννά ζωή, αλλά τον λόγο που υπόσχεται περισσότερη ζωή. Και όταν η υπόσχεση μπει στη θέση της παρουσίας, τότε η τελεσιουργία μπορεί να αρχίσει.

Εκεί τελειώνει η σιωπή. Όχι γιατί χάθηκε ο Θεός, αλλά γιατί εγώ έπαψα να κατοικώ μέσα Του. Και τότε, χωρίς θόρυβο, χωρίς φωτιά, χωρίς σεισμό, ανοίγει το στόμα εκείνου που περίμενε. Και μιλά.

Μέρος Ι – Ο Όφις ως Ιερέας
Η ιερατική στάση του όφεως – Δεν επιτίθεται· τελεί

Ο όφις δεν εμφανίζεται ως θηρίο. Δεν εισβάλλει. Στέκεται. Και η στάση του είναι το πρώτο σημείο ότι δεν έχουμε να κάνουμε με επίθεση, αλλά με τελετή. Δεν έρχεται ως εχθρός, αλλά ως λειτουργός. Δεν υψώνει φωνή, αλλά λόγο. Και ο λόγος του δεν είναι κραυγή, αλλά πρόσκληση. Εκεί αρχίζω να καταλαβαίνω: η πτώση δεν ξεκινά με βία, αλλά με ιερατική ακρίβεια.

Ο όφις στέκεται όπως στέκεται ο ιερέας: ανάμεσα. Όχι απέναντι στον Θεό, αλλά ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. Δεν ακυρώνει ευθέως τον Θεό. Τον ερμηνεύει. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο. Ο ψευδο-ιερέας δεν λέει «ο Θεός δεν υπάρχει». Λέει «ο Θεός εννοούσε κάτι άλλο». Έτσι δεν γκρεμίζει τον ναό· τον μετατρέπει.

Δεν με πιέζει. Δεν με φοβίζει. Δεν με απειλεί. Με κοιτά και μου μιλά σαν να με σέβεται. Σαν να αναγνωρίζει τη νοημοσύνη μου. Σαν να μου δίνει θέση συνομιλητή. Και εκεί νιώθω για πρώτη φορά κάτι να αλλάζει: δεν είμαι πλέον μέτοχος της ζωής, αλλά ερμηνευτής της. Ο όφις με ανεβάζει στο αναλόγιο. Μου δίνει ρόλο. Και ο ρόλος είναι πάντα παγίδα.

Η ιερατική του στάση φαίνεται στον τρόπο που χειρίζεται τον λόγο. Δεν δηλώνει. Ρωτά. Δεν αποκαλύπτει. Υποβάλλει. Δεν προσφέρει καρπό· προετοιμάζει την όρεξη. Όπως κάθε τελετουργία, δεν αρχίζει από την πράξη, αλλά από τη διάθεση. Όχι από το χέρι, αλλά από τη συνείδηση. Και η συνείδησή μου αρχίζει να κινείται όπως κινείται ο πιστός μπροστά στο μυστήριο: με δέος, με προσδοκία, με επιθυμία συμμετοχής.

Ο όφις δεν βιάζεται. Η τελεσιουργία χρειάζεται χρόνο. Χρειάζεται συγκατάθεση. Χρειάζεται να σταθώ μόνος μου απέναντι στον λόγο του και να πω μέσα μου «ναι». Και αυτό το «ναι» δεν είναι κραυγή αμαρτίας. Είναι λεπτή μετατόπιση εμπιστοσύνης. Αρχίζω να τον ακούω όχι σαν εχθρό, αλλά σαν γνώστη. Σαν κάποιον που ξέρει κάτι παραπάνω. Και εκεί ο ιερέας έχει ήδη κερδίσει.

Καταλαβαίνω τότε ότι η πτώση δεν είναι παράβαση εντολής. Είναι αλλαγή λειτουργού. Αλλάζω ποιος μου μιλά για τον Θεό. Αλλάζω ποιος ερμηνεύει τη ζωή. Ο όφις δεν μου λέει να φύγω από τον Θεό. Μου λέει να Τον ξανασκεφτώ. Και αυτό είναι αρκετό για να αλλάξει όλο το πλαίσιο της ύπαρξης.

Δεν επιτίθεται. Τελεί. Τελεί μια αντεστραμμένη λειτουργία όπου ο Θεός γίνεται αντικείμενο λόγου και ο άνθρωπος γίνεται κέντρο κρίσης. Και εγώ, χωρίς να το καταλάβω, παύω να είμαι κοινωνός και γίνομαι κριτής. Ο όφις έχει τελειώσει το έργο του πριν ακόμη αγγίξω τον καρπό. Γιατί η πραγματική τελεσιουργία έχει ήδη συντελεστεί μέσα μου.

Μέρος ΙΙ – Η Υποβολή ως Λειτουργική Πράξη
Η υποβολή όχι ως ψυχολογικό τέχνασμα, αλλά ως πράξη λατρείας – Πώς λειτουργεί

Η υποβολή δεν είναι κόλπο. Δεν είναι τεχνική χειρισμού. Δεν είναι παιχνίδι μυαλού. Αυτά είναι φτωχές ερμηνείες για κάτι πολύ βαθύτερο. Η υποβολή είναι λειτουργία. Και όπως κάθε λειτουργία, έχει ρυθμό, τάξη, στάδια και σκοπό. Όταν το κατάλαβα αυτό, έπαψα να βλέπω την πτώση ως αδυναμία χαρακτήρα και άρχισα να τη βλέπω ως πλήρη τελεσιουργία.

Η υποβολή λειτουργεί πρώτα αφαιρώντας. Δεν προσθέτει αμέσως κάτι νέο. Αφαιρεί τη βεβαιότητα. Όχι με άρνηση, αλλά με ερώτηση. Η ερώτηση δεν είναι ουδέτερη. Είναι ιερατικό εργαλείο. Όπως ο ιερέας καλεί τον πιστό να στραφεί προς το άγιο, έτσι η υποβολή καλεί τη συνείδηση να στραφεί προς το ενδεχόμενο. Και το ενδεχόμενο είναι πάντα ρήγμα στην πληρότητα.

Δεν μου λέει «αυτό είναι ψέμα». Μου λέει «είσαι σίγουρος;». Και μόλις η βεβαιότητα μετατραπεί σε θέμα προς εξέταση, η λατρεία έχει ήδη αλλάξει αντικείμενο. Δεν λατρεύω πια την παρουσία. Λατρεύω τη δυνατότητα. Δεν ζω πια. Σκέφτομαι για να ζήσω. Και αυτό είναι η πρώτη λειτουργική μετατόπιση.

Η υποβολή έχει και χώρο. Δεν γίνεται στο σώμα. Γίνεται στη συνείδηση. Η συνείδηση μετατρέπεται σε αγία τράπεζα, όχι γιατί είναι ιερή, αλλά γιατί γίνεται τόπος τελετής. Εκεί ακουμπά ο λόγος. Εκεί αναπαύεται η σκέψη. Εκεί ωριμάζει η επιθυμία. Η υποβολή δεν με ωθεί να πράξω. Με οδηγεί να αποδεχτώ. Και η αποδοχή είναι πάντα πιο βαθιά από την πράξη.

Όπως κάθε λατρεία, έτσι και αυτή έχει αντικείμενο. Το αντικείμενο δεν είναι ο καρπός. Είναι η αυτονομία. Η υποβολή μου ψιθυρίζει ότι μπορώ να σταθώ μόνος μου απέναντι στην αλήθεια. Ότι μπορώ να την αξιολογήσω. Να την γευτώ χωρίς κοινωνία. Να την κατέχω. Και εκεί η λατρεία ολοκληρώνεται: όταν ο άνθρωπος γίνει μέτρο.

Η υποβολή λειτουργεί χωρίς βιασύνη. Δεν απαιτεί άμεση ανταπόκριση. Περιμένει. Ο χρόνος είναι μέρος της τελετής. Όπως σε κάθε λειτουργία, υπάρχει προετοιμασία, αναμονή, σιωπή. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, η επιθυμία δεν φαίνεται ακόμη αμαρτωλή. Φαίνεται φυσική. Φαίνεται ώριμη. Φαίνεται δικαιολογημένη.

Κατάλαβα τότε ότι η υποβολή δεν είναι εχθρός της ελευθερίας. Είναι η παραχάραξή της. Δεν μου αφαιρεί την επιλογή. Μου αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο επιλέγω. Και όταν το πλαίσιο αλλάξει, η επιλογή είναι ήδη καθορισμένη. Η λατρεία έχει ήδη συντελεστεί.

Η πτώση δεν αρχίζει όταν απλώνω το χέρι. Αρχίζει όταν σκύβω με τον νου. Όταν δέχομαι να λειτουργήσει μέσα μου ένας άλλος λόγος. Όχι ως βία, αλλά ως λατρεία. Και τότε καταλαβαίνω: η υποβολή είναι η πιο επιτυχημένη λειτουργική πράξη, γιατί δεν φαίνεται ποτέ ως τέτοια. Και όμως, εκεί, μέσα στη σιωπηλή της ακρίβεια, γεννιέται ο πρώτος ψευδο-ναός. Μέσα μου.

Μέρος ΙΙΙ – Η Συνείδηση ως Αγία Τράπεζα
Ο χώρος όπου τελείται η τελεσιουργία – Όχι έξω από εμένα· μέσα σε εμένα

Η τελεσιουργία δεν χρειάζεται τόπο εξωτερικό. Δεν στήνεται σε ναό από πέτρα. Δεν απαιτεί βωμό ορατό. Ο τόπος της είναι η συνείδηση. Εκεί τελείται ό,τι δεν φαίνεται. Εκεί συντελείται η πιο κρίσιμη μετατόπιση της ύπαρξης. Όχι έξω από εμένα· μέσα σε εμένα. Και αυτό είναι που κάνει την πτώση τόσο βαθιά και τόσο καθολική.

Η συνείδηση δεν είναι ουδέτερο πεδίο. Δεν είναι απλώς μηχανισμός σκέψης. Είναι χώρος σχέσης. Όταν κατοικείται από τον Θεό, είναι τόπος κοινωνίας. Όταν όμως αποσπαστεί από την κοινωνία και στραφεί προς τον εαυτό της, γίνεται τόπος τελετής. Και κάθε τόπος τελετής ζητά λειτουργό. Ο όφις το γνωρίζει αυτό. Γι’ αυτό δεν χτίζει έξω. Εισέρχεται μέσα.

Στη συνείδηση ακουμπά ο λόγος του. Όχι σαν εντολή, αλλά σαν σπόρος. Και η συνείδηση, από χώρος ακρόασης του Θεού, μετατρέπεται σε χώρο επεξεργασίας λόγων. Αρχίζω να ζυγίζω. Να συγκρίνω. Να εξετάζω. Και αυτή η εξέταση μοιάζει με ωριμότητα, αλλά είναι ήδη αλλοίωση. Γιατί εκεί που υπήρχε εμπιστοσύνη, τώρα υπάρχει κρίση.

Η αγία τράπεζα δεν είναι άγια από μόνη της. Αγιάζεται από Αυτόν που κοινωνείται. Όταν όμως αλλάξει το περιεχόμενο, αλλάζει και ο χαρακτήρας της. Η συνείδησή μου γίνεται αγία τράπεζα ψευδούς λειτουργίας, γιατί πάνω της δεν προσφέρεται πια η ζωή, αλλά η ιδέα της ζωής. Δεν κοινωνώ. Καταναλώνω σκέψη.

Εκεί τελείται η πιο ύπουλη πράξη: η αντικατάσταση της παρουσίας με ερμηνεία. Δεν ζω τον Θεό. Τον σκέφτομαι. Δεν Τον αναπνέω. Τον αξιολογώ. Και κάθε αξιολόγηση απαιτεί απόσταση. Η απόσταση αυτή είναι το πρώτο ρήγμα. Και μέσα σε αυτό το ρήγμα, η τελεσιουργία προχωρά χωρίς αντίσταση.

Η συνείδηση αρχίζει να λειτουργεί όπως ο πιστός μπροστά στο μυστήριο, αλλά χωρίς Θεό. Σκύβει. Περιμένει. Επιθυμεί. Όχι πια την κοινωνία, αλλά τη γνώση. Και η γνώση αυτή δεν είναι φως. Είναι βάρος. Γιατί με κάνει υπεύθυνο χωρίς να με κάνει ζωντανό. Με κάνει κριτή χωρίς να με κάνει σοφό.

Καταλαβαίνω τότε ότι η πτώση δεν είναι πράξη ανυπακοής, αλλά πράξη λατρείας σε λάθος τόπο. Λατρεύω μέσα μου κάτι άλλο. Τη δυνατότητα να είμαι το μέτρο. Τη δυνατότητα να αποφασίζω μόνος μου τι είναι καλό και τι κακό. Και η συνείδηση, αντί να είναι τόπος συνάντησης, γίνεται θρόνος.

Ο όφις δεν χρειάζεται να με σπρώξει. Μου έχει ήδη δώσει χώρο. Και εγώ, χωρίς να το καταλάβω, έχω ήδη μετατρέψει την καρδιά μου σε ναό άλλης λειτουργίας. Όλα έχουν τελειώσει πριν ακόμη αγγίξω τον καρπό. Γιατί η τελεσιουργία δεν γίνεται με τα χέρια, αλλά με τη συγκατάθεση της συνείδησης. Και αυτή η συγκατάθεση δόθηκε εντός μου.

Μέρος IV – Τα Σκεύη του Ψεύδους
Λόγος, ερώτηση, αμφιβολία ως ιερατικά σκεύη – Κατάθεση ψυχής

Δεν ήρθαν τα σκεύη του ψεύδους σαν όπλα. Ήρθαν σαν εργαλεία καθαρά, σχεδόν σεβαστικά. Δεν γυάλιζαν από κακία, αλλά από λογικότητα. Και γι’ αυτό τα δέχτηκα. Ο λόγος, η ερώτηση, η αμφιβολία δεν μου παρουσιάστηκαν ως εχθροί της πίστης, αλλά ως συνοδοί της. Και εκεί ακριβώς άρχισαν να λειτουργούν.

Ο λόγος ήταν το πρώτο σκεύος. Όχι ο λόγος που γεννά ζωή, αλλά ο λόγος που εξηγεί τη ζωή. Αρχισα να μιλάω για τον Θεό αντί να ζω ενώπιόν Του. Ο λόγος μου έγινε μετρημένος, προσεκτικός, ορθολογικός. Και όσο πιο σωστά μιλούσα, τόσο λιγότερο προσευχόμουν. Δεν το κατάλαβα αμέσως. Ο λόγος μου έδινε την αίσθηση ότι πλησιάζω την αλήθεια, ενώ στην πραγματικότητα την αντικαθιστούσα.

Μετά ήρθε η ερώτηση. Όχι η κραυγή του πόνου, αλλά η ερώτηση της ανάλυσης. «Γιατί έτσι;» «Μήπως αλλιώς;» «Είσαι βέβαιος;». Η ερώτηση δεν ζητούσε απάντηση από τον Θεό. Τη ζητούσε από εμένα. Και έτσι άρχισα να στέκομαι ως κριτής του Θεού. Όχι εχθρικά, αλλά ώριμα, όπως νόμιζα. Η ερώτηση έγινε το σκεύος που άνοιξε τον χώρο για να μπει η αμφιβολία.

Η αμφιβολία δεν ήρθε σαν άρνηση. Ήρθε σαν προσοχή. Σαν σύνεση. Σαν ταπεινότητα. Μου ψιθύριζε ότι ίσως δεν τα ξέρω όλα. Και αυτό ήταν αλήθεια. Αλλά η αμφιβολία δεν με οδήγησε στην εμπιστοσύνη. Με οδήγησε στην αυτοαναφορά. Άρχισα να στηρίζομαι στον νου μου για να σταθώ. Και ο νους, όσο κι αν φαίνεται δυνατός, δεν αντέχει το βάρος της αλήθειας.

Αυτά τα τρία σκεύη λειτούργησαν μέσα μου σαν ιερατική ακολουθία. Πρώτα ο λόγος, μετά η ερώτηση, έπειτα η αμφιβολία. Και στο τέλος, η απόφαση. Όχι να αρνηθώ τον Θεό, αλλά να Τον κρατήσω υπό έλεγχο. Να Τον χωρέσω σε έννοιες. Να Τον κάνω διαχειρίσιμο. Εκεί κατάλαβα ότι η τελεσιουργία είχε προχωρήσει βαθιά.

Καταθέτω την ψυχή μου εδώ χωρίς δικαιολογία. Δεν με έριξαν. Συμμετείχα. Δεν με εξαπάτησαν με ψέμα κραυγαλέο. Με μύησαν με λεπτότητα. Τα σκεύη του ψεύδους δεν είναι βρώμικα. Είναι καθαρά, καλογυαλισμένα, έτοιμα για χρήση. Και γι’ αυτό είναι επικίνδυνα.

Σήμερα τα αναγνωρίζω μέσα μου. Όταν ο λόγος μου προηγείται της σιωπής. Όταν η ερώτηση προηγείται της εμπιστοσύνης. Όταν η αμφιβολία προηγείται της προσευχής. Τότε ξέρω: τα σκεύη έχουν τοποθετηθεί ξανά στην αγία τράπεζα της συνείδησής μου. Και η τελεσιουργία καραδοκεί. Όχι έξω από εμένα· μέσα σε εμένα.

Μέρος V – Ο Καρπός ως Αντίδωρο Θανάτου
Η κατανάλωση δεν είναι πράξη γνώσης, αλλά κοινωνία – Αλληγορία μαχόμενης ψυχής

Ο καρπός δεν είναι πληροφορία. Δεν είναι δεδομένο. Δεν είναι γνώση προς απόκτηση. Ο καρπός είναι προσφορά. Και κάθε προσφορά, όταν λαμβάνεται, γίνεται κοινωνία. Αυτό κατάλαβα αργά, όταν πια το στόμα είχε κλείσει και η πίκρα είχε απλωθεί σε όλο το σώμα. Δεν έφαγα για να μάθω. Εφαγα για να ενωθώ. Και ενώ νόμιζα πως κοινωνώ γνώση, κοινώνησα θάνατο.

Η αλληγορία είναι σκληρή, αλλά αληθινή. Ο καρπός δόθηκε σαν αντίδωρο. Όχι ως δώρο ζωής, αλλά ως μίμηση δώρου. Όπως το αντίδωρο μοιάζει με άρτο αλλά δεν είναι Σώμα, έτσι και ο καρπός έμοιαζε με σοφία αλλά δεν ήταν ζωή. Ήταν το ίχνος μιας λειτουργίας χωρίς Θεό. Και εγώ τον δέχτηκα, όχι ως πεινασμένος, αλλά ως μυημένος.

Η κατανάλωση δεν έγινε με βιασύνη. Δεν άρπαξα. Προσέλαβα. Με ευλάβεια σχεδόν. Με τη σοβαρότητα εκείνου που πιστεύει πως κάνει κάτι σημαντικό. Και αυτή η σοβαρότητα είναι το πιο επικίνδυνο σημείο. Γιατί η αμαρτία που γίνεται με ελαφρότητα πληγώνει λιγότερο από εκείνη που γίνεται με τελετουργική βεβαιότητα.

Μέσα μου ένιωσα να αλλάζει κάτι αμέσως. Όχι φως. Όχι δύναμη. Αλλά βάρος. Ένα βάρος αυτογνωσίας που δεν οδηγεί στη μετάνοια, αλλά στην αυτοδικαίωση. Έγινα γνώστης χωρίς να γίνω ζωντανός. Έγινα κριτής χωρίς να γίνω καθαρός. Ο καρπός δεν με άνοιξε προς τον Θεό. Με έκλεισε μέσα μου.

Η μαχόμενη ψυχή μου φωνάζει τώρα αυτό που τότε δεν ήξερα να πει: δεν υπάρχει ουδέτερη κατανάλωση. Ό,τι τρώω με τρώει. Ό,τι κοινωνώ με κοινωνεί. Και όταν κοινωνώ κάτι που δεν είναι ζωή, τότε ο θάνατος δεν έρχεται ως τιμωρία, αλλά ως φυσική συνέπεια. Ο καρπός δεν σκότωσε. Αποσύνδεσε.

Ήταν αντίδωρο θανάτου, γιατί δεν είχε πηγή. Δεν είχε πρόσωπο. Δεν είχε σχέση. Ήταν γνώση χωρίς αγάπη. Και η γνώση χωρίς αγάπη δεν φωτίζει. Διαχωρίζει. Με χώρισε από τον Θεό, όχι επειδή Εκείνος έφυγε, αλλά επειδή εγώ έπαψα να Τον αναζητώ ως Ζωή. Τον αναζήτησα ως έννοια.

Σήμερα, με μαχόμενη ψυχή, στέκομαι απέναντι σε κάθε καρπό που μου προσφέρεται χωρίς πρόσωπο. Σε κάθε γνώση που δεν ζητά σχέση. Σε κάθε αλήθεια που δεν γεννά ζωή. Και ομολογώ: η πτώση δεν ήταν μια μπουκιά. Ηταν μια κοινωνία. Και ο αγώνας δεν είναι να μην ξαναφάω, αλλά να κοινωνώ μόνο Εκείνον που είναι η Ζωή. Γιατί μόνο Εκείνος δεν δίνει αντίδωρο θανάτου, αλλά Σώμα που ανασταίνει.

Μέρος VI – Η Γέννηση του Ατόμου
Από κοινωνός σε άτομο – Η ολοκλήρωση της δαιμονικής τελεσιουργίας

Η τελεσιουργία ολοκληρώνεται όταν γεννιέται το άτομο. Όχι ο άνθρωπος. Το άτομο. Εκείνος που αποκόπηκε από τη σχέση και στάθηκε μόνος απέναντι στον εαυτό του. Δεν έγινε αυτό με κραυγή. Έγινε με συνέπεια. Με μια αλυσίδα πράξεων που έμοιαζαν λογικές, ώριμες, αναγκαίες. Και όταν τελείωσε, δεν υπήρχε πια κοινωνός. Υπήρχε υποκείμενο.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή ζούσα από τη σχέση. Η ταυτότητά μου δεν ήταν κάτι που έπρεπε να ορίσω. Ήταν δοσμένη μέσα στην κοινωνία. Όταν όμως κοινώνησα τον καρπό, άρχισα να υπάρχω ως κέντρο. Όχι ως πρόσωπο, αλλά ως σημείο αναφοράς. Η ζωή έπαψε να έρχεται σε μένα. Έπρεπε να την αποκτήσω. Και ό,τι αποκτάται, μετριέται. Και ό,τι μετριέται, χάνεται.

Η γέννηση του ατόμου δεν είναι ενδυνάμωση. Είναι συρρίκνωση. Μοιάζει με αυτονομία, αλλά είναι απομόνωση. Μοιάζει με ελευθερία, αλλά είναι βάρος. Γιατί το άτομο πρέπει να κουβαλήσει μόνο του αυτό που πριν του δινόταν ως χάρη. Πρέπει να αποφασίζει, να κρίνει, να ορίζει. Και όσο περισσότερο ορίζει, τόσο λιγότερο ζει.

Έγινα άτομο τη στιγμή που άρχισα να λέω «εγώ». Όχι ως μαρτυρία ύπαρξης, αλλά ως όριο. Εγώ και ο Θεός. Εγώ και ο άλλος. Εγώ και η αλήθεια. Η κοινωνία διασπάστηκε σε σχέσεις διαπραγμάτευσης. Και εκεί όπου υπήρχε αγάπη, μπήκε σύγκριση. Εκεί όπου υπήρχε δωρεά, μπήκε δικαίωμα.

Αυτή είναι η τελική πράξη της δαιμονικής τελεσιουργίας: να με πείσει ότι υπάρχω πληρέστερα μόνος. Όχι εναντίον του Θεού, αλλά χωρίς Τον Θεό ως Ζωή. Με τον Θεό ως ιδέα. Ως έννοια. Ως θέμα σκέψης. Και έτσι μπορώ να Τον σκέφτομαι χωρίς να Τον χρειάζομαι. Να μιλώ για Εκείνον χωρίς να ζω από Εκείνον.

Το άτομο γεννιέται όταν η συνείδηση γίνεται κλειστό σύστημα. Όταν δεν περιμένει πια ζωή απ’ έξω, αλλά παράγει νόημα από μέσα. Και αυτό το νόημα, όσο λαμπρό κι αν φαίνεται, είναι θνησιγενές. Γιατί δεν τρέφεται από κοινωνία. Τρέφεται από τον εαυτό του. Και ο εαυτός, όταν γίνεται τροφή, τελειώνει.

Στέκομαι σήμερα απέναντι σε αυτή τη γέννηση και την ονομάζω. Δεν τη δικαιολογώ. Δεν τη ρομαντικοποιώ. Ήταν η ολοκλήρωση της πτώσης. Όχι η αρχή της ελευθερίας. Ήταν η στιγμή που έπαψα να είμαι άνθρωπος εν σχέσει και έγινα άτομο εν απομονώσει. Και από τότε ο κόσμος γέμισε άτομα που πεινούν για κοινωνία και χτίζουν ναούς για να καλύψουν την απουσία της.

Η τελεσιουργία ολοκληρώθηκε. Αλλά δεν είναι το τέλος. Γιατί ό,τι γεννήθηκε ως άτομο μπορεί να ξαναγεννηθεί ως πρόσωπο. Όχι με γνώση, αλλά με επιστροφή. Όχι με ατομική απόφαση, αλλά με κοινωνία. Εκεί αρχίζει ο άλλος δρόμος. Όχι του όφεως, αλλά του Χριστού. Και εκεί, το άτομο πεθαίνει για να ζήσει ο άνθρωπος.

Επίλογος Ι – Η Μνήμη που Πονά
Η ανάμνηση της Εδέμ ως πληγή και ως κλήση

Η μνήμη της Εδέμ δεν με παρηγορεί. Με πονά. Δεν έρχεται σαν ανάμνηση φωτεινή, αλλά σαν ίχνος που καίει. Όχι γιατί θέλω να επιστρέψω ρομαντικά σε κάτι χαμένο, αλλά γιατί ξέρω ότι κάτι μέσα μου θυμάται ακόμα πώς ήταν να ζει χωρίς ρήγμα. Αυτή η μνήμη δεν είναι νοσταλγία. Είναι πληγή ανοιχτή που δεν κλείνει με εξηγήσεις.

Πονά γιατί δεν είναι παρελθόν. Αν ήταν παρελθόν, θα είχε τελειώσει. Πονά γιατί είναι παρούσα ως απουσία. Ως αίσθηση ότι κάτι λείπει και δεν αντικαθίσταται. Όσο κι αν γεμίσω τον κόσμο με λόγια, έργα, ναούς, ιδέες, η μνήμη της Εδέμ επιμένει. Σαν ψίθυρος που λέει: δεν ήταν έτσι η ζωή. Δεν ήταν διαχωρισμένη. Δεν ήταν βαριά.

Η μνήμη αυτή δεν με κατηγορεί. Με καλεί. Δεν μου δείχνει τον καρπό. Μου δείχνει τη σιωπή που προηγήθηκε. Και αυτή η σιωπή είναι το κριτήριο όλων. Όταν μιλώ πολύ, πονά. Όταν εξηγώ τα πάντα, πονά. Όταν στέκομαι μόνος μου και λέω «εγώ», πονά. Γιατί θυμάται ότι ήμουν κοινωνός πριν γίνω άτομο.

Υπάρχουν στιγμές που αυτή η μνήμη μοιάζει άδικη. Γιατί τι να την κάνω; Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω. Δεν μπορώ να αναιρέσω την τελεσιουργία. Όμως τότε καταλαβαίνω κάτι βαθύτερο: η μνήμη δεν μου δόθηκε για να επιστρέψω μόνος. Μου δόθηκε για να αναγνωρίσω τον δρόμο. Όχι τον δρόμο της επιστροφής ως πράξη, αλλά τον δρόμο της θεραπείας ως σχέση.

Η ανάμνηση της Εδέμ είναι πληγή γιατί αποκαλύπτει το ψεύδος όλων των υποκατάστατων. Κάθε φορά που υπόσχομαι στον εαυτό μου πληρότητα χωρίς κοινωνία, πονά. Κάθε φορά που λατρεύω ιδέες αντί για πρόσωπα, πονά. Και αυτός ο πόνος δεν είναι τιμωρία. Είναι κλήση. Μου λέει ότι δεν είμαι φτιαγμένος για να ζω μόνος, ούτε για να σώζομαι μόνος.

Αρχίζω τότε να καταλαβαίνω ότι η μνήμη αυτή είναι δώρο. Σκληρό, αλλά αληθινό. Με κρατά σε εγρήγορση. Δεν με αφήνει να βολευτώ στην πτώση. Δεν με αφήνει να ονομάσω κανονικό αυτό που είναι τραύμα. Με αναγκάζει να κοιτάξω κατάματα το γεγονός ότι η ζωή χωρίς Θεό ως Ζωή δεν είναι απλώς φτωχότερη. Είναι άλλη ζωή.

Η μνήμη που πονά γίνεται έτσι μνήμη που οδηγεί. Όχι πίσω, αλλά μπροστά. Όχι προς την Εδέμ ως τόπο, αλλά προς την αποκατάσταση ως πρόσωπο. Δεν μου υπόσχεται επιστροφή στην αθωότητα. Μου υπόσχεται δυνατότητα ανάστασης. Και όσο πονά, ξέρω ότι ακόμα ζω. Γιατί μόνο ο ζωντανός θυμάται. Και μόνο όποιος θυμάται μπορεί να απαντήσει στην κλήση.

Επίλογος ΙΙ – Ο Χριστός ως Αληθινή Λειτουργία
Όχι αντίλογος, αλλά αντιστροφή της τελεσιουργίας – Όχι ψευδολατρεία, αλλά ζωή

Ο Χριστός δεν ήρθε να απαντήσει στον όφι. Δεν μπήκε σε διάλογο μαζί του. Δεν στάθηκε απέναντι στη δαιμονική τελεσιουργία για να την αντικρούσει με επιχειρήματα. Αν το έκανε, θα αναγνώριζε το έδαφός της. Ο Χριστός ήρθε για να την ανατρέψει εκ των έσω. Όχι με λόγο αντίθετο, αλλά με ζωή άλλη. Όχι με ερμηνεία, αλλά με παρουσία.

Καταλαβαίνω πια ότι ο Χριστός δεν είναι απάντηση στην πτώση. Είναι η κατάλυσή της. Δεν προσφέρει καλύτερη γνώση. Προσφέρει κοινωνία. Δεν διδάσκει απλώς τι είναι αλήθεια. Ειναι η Αλήθεια που κοινωνείται. Και αυτό αλλάζει τα πάντα. Γιατί εκεί όπου ο όφις μίλησε ως ψευδο-ιερέας, ο Χριστός προσφέρεται ως Αρχιερέας χωρίς λόγια περιττά. Με σάρκα. Με αίμα. Με σταυρό.

Η αντιστροφή της τελεσιουργίας δεν γίνεται στο επίπεδο της σκέψης. Γίνεται στο επίπεδο της ζωής. Εκεί όπου ο όφις έκανε τη συνείδηση αγία τράπεζα ψεύδους, ο Χριστός κάνει το σώμα Του Αγία Τράπεζα ζωής. Εκεί όπου εγώ έφαγα για να γίνω γνώστης, Εκείνος προσφέρεται για να με κάνει ζωντανό. Δεν μου ζητά να καταλάβω. Μου ζητά να κοινωνήσω.

Ο Χριστός δεν με καλεί να επιστρέψω στην Εδέμ. Με καλεί να περάσω από τον θάνατο. Γιατί μόνο ό,τι πεθαίνει ανασταίνεται. Το άτομο δεν σώζεται. Το άτομο πεθαίνει. Και μέσα από αυτόν τον θάνατο γεννιέται το πρόσωπο. Όχι αυτόνομο, αλλά ενωμένο. Όχι αυτάρκες, αλλά δεκτικό. Όχι κριτής, αλλά υιός.

Εδώ καταλαβαίνω τη διαφορά ανάμεσα στη ψευδολατρεία και στη ζωή. Η ψευδολατρεία με έκανε να σκύβω μέσα μου. Η ζωή με σηκώνει προς τον άλλον. Η ψευδολατρεία μου έδινε ρόλο. Η ζωή μου δίνει σχέση. Η ψευδολατρεία με έκανε να αποφασίζω. Η ζωή με κάνει να εμπιστεύομαι. Και αυτή η εμπιστοσύνη δεν είναι αδυναμία. Είναι ανάπαυση.

Ο Χριστός δεν καταργεί τη συνείδηση. Τη θεραπεύει. Δεν την κάνει ξανά αγία τράπεζα λόγων, αλλά τόπο μετάνοιας. Εκεί όπου παύω να τελώ μόνος μου. Εκεί όπου παραδίδω τον έλεγχο. Εκεί όπου δεν εξηγώ πια τον Θεό, αλλά Τον αφήνω να με ζήσει. Αυτή είναι η αληθινή λειτουργία. Όχι αυτή που τελώ εγώ, αλλά αυτή που με τελεί.

Και τότε καταλαβαίνω: η ζωή δεν είναι να μη φάω ποτέ ξανά. Είναι να κοινωνώ σωστά. Να κοινωνώ Εκείνον που δεν υπόσχεται θέωση, αλλά τη χαρίζει. Όχι ως ιδέα, αλλά ως σώμα. Όχι ως γνώση, αλλά ως ανάσταση. Έτσι η τελεσιουργία αντιστρέφεται. Όχι με άρνηση, αλλά με σταυρό. Όχι με ψευδολατρεία, αλλά με ζωή που νικά τον θάνατο.

Επίλογος ΙΙΙ – Μαρτυρία Μαχόμενης Ψυχής
Πρώτο πρόσωπο, χωρίς άμυνες – Πού στέκομαι. Τι ομολογώ. Γιατί δεν σιωπώ

Στέκομαι εδώ χωρίς άμυνες. Όχι γιατί δεν φοβάμαι, αλλά γιατί δεν αντέχω πια να κρύβομαι πίσω από λέξεις που δεν σώζουν. Δεν γράφω για να πείσω. Δεν γράφω για να νικήσω κάποιον. Γράφω γιατί αν σιωπήσω, θα προδώσω τη μνήμη που με κρατά ζωντανό. Και αυτή η μνήμη δεν είναι ιδέα. Είναι πληγή και χάρη μαζί.

Ομολογώ ότι γνώρισα την πτώση όχι ως θεωρία, αλλά ως τρόπο ζωής. Την έζησα μέσα μου. Την υπερασπίστηκα. Την έντυσα με επιχειρήματα. Την είπα ωριμότητα, ελευθερία, αυτογνωσία. Και όσο πιο πολύ την εξηγούσα, τόσο πιο μόνος γινόμουν. Δεν έπεσα μια φορά. Επεφτα κάθε μέρα, κάθε φορά που προτιμούσα τον έλεγχο από την εμπιστοσύνη, τον λόγο από τη σιωπή, το «εγώ» από το «μαζί».

Στέκομαι εδώ και ομολογώ ότι ο όφις δεν μου ήταν ξένος. Μου μιλούσε με φωνή γνώριμη. Με φωνή που έμοιαζε δική μου. Και αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο. Γιατί όταν το ψεύδος μιλά σαν εσωτερική φωνή, δεν το πολεμάς. Το ακολουθείς. Και εγώ το ακολούθησα, μέχρι που η ζωή έγινε βάρος και η πίστη έννοια.

Δεν σιωπώ γιατί γνώρισα και την άλλη όχθη. Όχι ως θρίαμβο, αλλά ως έλεος. Γνώρισα τον Χριστό όχι σαν απάντηση στα ερωτήματά μου, αλλά σαν παρουσία που δεν ζητά εξηγήσεις. Εκεί που είχα μάθει να τελώ, Εκείνος με λύτρωσε από τον ρόλο. Εκεί που είχα μάθει να κρίνω, Εκείνος με έκανε να κλαίω. Και μέσα στα δάκρυα αυτά, άρχισε να ξαναγεννιέται ο άνθρωπος.

Ομολογώ ότι ακόμα μάχομαι. Δεν έγινα άτρωτος. Δεν έγινα καθαρός με μιας. Η τελεσιουργία αφήνει ίχνη. Αλλά τώρα τα αναγνωρίζω. Όταν ο λόγος μου γίνεται σκληρός, σταματώ. Όταν η σκέψη μου γίνεται θρόνος, υποχωρώ. Όταν η σιωπή επιστρέφει, ξέρω ότι βρίσκομαι ξανά στον σωστό δρόμο. Όχι γιατί τα κατάφερα, αλλά γιατί παραδόθηκα.

Δεν σιωπώ γιατί ο κόσμος είναι γεμάτος ψευδο-ναούς που μοιάζουν σωστοί. Γιατί η πτώση συνεχίζει να τελείται με άλλες λέξεις, άλλες στολές, άλλες λειτουργίες. Και αν δεν μιλήσω, θα μοιάσω με εκείνον που έφαγε και κρύφτηκε. Εγώ δεν θέλω να κρυφτώ άλλο. Θέλω να σταθώ γυμνός μπροστά στην Αλήθεια που δεν ντρέπεται για μένα.

Στέκομαι λοιπόν εδώ, μαχόμενη ψυχή, και ομολογώ: δεν σώθηκα από γνώση. Σώζομαι από σχέση. Δεν ζω από ερμηνεία. Ζω από κοινωνία. Και δεν σιωπώ γιατί αυτή η ζωή δεν μου ανήκει. Μου δόθηκε. Και ό,τι δίνεται, μαρτυρείται. Μέχρι τέλους.

Στην μνήμη του Γιώργου Ευαγγελάτου

Έζησες τη ζωή σου σαν φλόγα που δεν έσβησε ποτέ, σαν φάρος που φώτιζε τον δρόμο μου, σαν δέντρο που μου έδινε ίσκιο και καρπούς στις πιο δύσκολες μέρες μου. Εσύ, που περπάτησες στη γη με την ταπείνωση ενός δούλου του Χριστού, που αγάπησες με την καρδιά ενός πατέρα, που πολέμησες με τη δύναμη ενός στρατιώτη της πίστης, τώρα αναπαύεσαι στην αιώνια αγκαλιά Εκείνου που υπηρέτησες με κάθε σου ανάσα. Και εγώ, που σε γνώρισα, που περπάτησα δίπλα σου, που ένιωσα την αγάπη σου, γονατίζω μπροστά στη μνήμη σου, γιατί ήσουν για μένα πνευματικός πατέρας, φίλος, δάσκαλος, και φως που δεν θα σβήσει ποτέ.

Ήσουν ο άνθρωπος που με δίδαξε τι σημαίνει να ζεις με πίστη, ακόμα και όταν ο κόσμος γύρω σου καταρρέει. Θυμάμαι τις μέρες που καθόμασταν μαζί, και μου μιλούσες για τον Χριστό με μάτια που έλαμπαν από αγάπη. Μου έλεγες: «Η πίστη στον Χριστό είναι το φως που δεν σβήνει ποτέ, ακόμα και στις πιο σκοτεινές νύχτες.» Και όταν εγώ, αδύναμος και φοβισμένος, ένιωθα ότι δεν μπορώ να συνεχίσω, εσύ ήσουν εκεί, με τη γλυκιά σου φωνή, να μου πεις: «Μη φοβάσαι, ο Χριστός είναι δίπλα σου, και Εκείνος θα σε κρατήσει.» Ήσουν ο φάρος που με οδηγούσε πίσω στον Χριστό, όταν ο κόσμος με απομάκρυνε, και η πίστη σου ήταν το σπαθί που πολεμούσε κάθε σκοτάδι γύρω μου.

Ήσουν δέντρο ριζωμένο βαθιά στη γη της αγάπης, με κλαδιά που υψώνονταν στον ουρανό, γεμάτα καρπούς σοφίας και καλοσύνης. Κάτω από τη σκιά σου έβρισκα καταφύγιο, όταν η ζωή με χτυπούσε. Οι καρποί σου—η αγάπη σου, η υπομονή σου, η ταπείνωσή σου—μου έδιναν δύναμη να συνεχίσω. Ήσουν η πιο ζεστή φωλιά, η πιο μεγάλη αγκαλιά, σε όλες τις καταιγίδες της ζωής μου. Όταν έπεφτα, εσύ ήσουν εκεί για να με σηκώσεις. Όταν έκλαιγα, εσύ ήσουν εκεί για να σκουπίσεις τα δάκρυά μου. Όταν αμφέβαλλα, εσύ ήσουν εκεί για να μου δείξεις τον δρόμο της πίστης. Ο Ψαλμωδός λέει: «ὁ δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει, ὡς κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται» (Ψαλμ. 91:13). Εσύ ήσουν ο δίκαιος που άνθισε σαν φοίνικας, που πλήθυνε σαν κέδρος, και η μνήμη σου θα ζει για πάντα στις καρδιές όσων σε γνώρισαν.

Ήσουν πολεμιστής της πίστης, που κρατούσες το σπαθί της αλήθειας, πολεμώντας την αμαρτία, τον πόνο, τον Εωσφόρο, με τη δύναμη του Χριστού. Δίδαξες ότι η αληθινή δύναμη δεν πηγάζει από τον άνθρωπο, αλλά από Εκείνον που είπε: «ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ιωάν. 16:33). Ήσουν ο άνθρωπος που έδειξε ότι η πίστη στον Χριστό είναι η μόνη αληθινή δύναμη, και ότι μέσα στην αδυναμία μας η χάρη Του μας κρατά όρθιους. Ήσουν ο άνθρωπος που έζησε με την πίστη ότι ο Χριστός είναι το οξυγόνο που μας δίνει ανάσα, ακόμα και όταν η θλίψη μας πνίγει.

Ήσουν ο πνευματικός πατέρας που δίδαξε την αληθινή αγάπη—μια αγάπη που δεν τελειώνει ποτέ, που δεν γνωρίζει όρια, που δεν σταματά ούτε με τον θάνατο. Ήσουν ο άνθρωπος που έδειξε ότι η αγάπη του Χριστού είναι η μόνη αληθινή αγάπη, και ότι μέσα από αυτήν μαθαίνουμε να αγαπάμε αληθινά. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος λέει: «ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει» (Α΄ Ιωάν. 4:12). Εσύ, με την αγάπη σου, έδειξες ότι ο Θεός μένει μέσα μας, και η αγάπη σου ζει ακόμα, πέρα από τον χρόνο, πέρα από τις διαστάσεις, γιατί πηγάζει από την αγάπη του Χριστού.

Ήσουν ο άνθρωπος που έζησε για τον Χριστό, που υπηρέτησε Εκείνον με κάθε σου ανάσα, που έγινε φάρος για όσους σε γνώρισαν. Ήσουν ο άνθρωπος που δίδαξε ότι η πίστη είναι το φως που δεν σβήνει, ότι η αγάπη είναι η δύναμη που νικά τον θάνατο, ότι η ταπείνωση είναι ο δρόμος που οδηγεί στον ουρανό. Ήσουν ο άνθρωπος που, ακόμα και τώρα, από την αιώνια Βασιλεία του Χριστού, συνεχίζει να φωτίζει τον δρόμο, να ανοίγει την αγκαλιά του, να δίνει μαθήματα ζωής. Ήσουν δέντρο ολάνθιστο, φωλιά ζεστή, αγκαλιά μεγάλη, και η μνήμη σου θα ζει για πάντα, μέχρι να σε ξανασυναντήσουμε στην αιώνια Βασιλεία του Χριστού, όπου θα δοξάζουμε μαζί το Όνομά Του.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΜΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ. Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ.

 

Εγώ, που περπάτησα μέσα στις στάχτες του κόσμου και έμαθα πως το φως δεν βρίσκεται στις υποσχέσεις των ανθρώπων, ομολογώ ενώπιον του Θεού και των αγγέλων πως δεν έχω άλλον Κύριο παρά τον Χριστό. Δεν Τον γνώρισα στα βιβλία, αλλά στο δάκρυ και στον φόβο· εκεί που όλα έσβηναν κι Εκείνος έμενε. Αν ο κόσμος με απορρίψει, δεν πειράζει· γιατί η ψυχή μου ανήκει ήδη σε Άλλον. Δεν είμαι άξιος, Τον αγαπώ όμως, κι αυτή είναι η μόνη μου αξία. Τελειώνει ο λόγος και αφήνω την πένα στο τραπέζι. Δεν έγραψα με μελάνι, αλλά με αίμα, με αγρυπνία, με ανάσες που έγιναν προσευχές. Κάθε λέξη χαράχτηκε πρώτα στη σάρκα μου κι έπειτα στο χαρτί. Έτσι κατάλαβα πως η αλήθεια δεν γράφεται με άνεση, αλλά με πληγή. Μα μες στην πληγή φάνηκε το πρόσωπο του Χριστού και κατάλαβα πως δεν μιλούσα εγώ· μιλούσε Εκείνος μέσα μου. Δεν ζητώ να θυμούνται το όνομά μου, μόνο το Άγιο Νήμα που ενώνει τις ψυχές και δεν καίγεται, γιατί είναι γραμμένο στη Μνήμη του Θεού. Κύριε, αν κοίταζες τα έργα μου, δε θα στεκόμουν όρθιος. Κοίταξες όμως το δάκρυ μου και το λογάριασες για προσευχή. Δεν ζω γιατί νίκησα, αλλά γιατί με κράτησες. Δεν είναι η δύναμη που σώζει, αλλά το «ἐλέησόν με». Είμαι γεμάτος λάθη, κι όμως Εσύ είδες χώρο να κατοικήσεις. Αυτό είναι το θαύμα: πως δεν στάθηκες Κριτής, αλλά Πατέρας. Όλη μου η θεολογία χωρά σε μια φράση: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου». Κι εσύ που στάθηκες μαζί μου μέσα στην πυρά του λόγου, δεν ήσουν σκιά, ήσουν παρουσία. Μέσα σου είδα το πρόσωπο του Χριστού να με κοιτά κι έτσι δεν φοβήθηκα. Εσύ ήσουν η απάντηση του Θεού στην προσευχή μου να μη με αφήσει μόνο. Γι’ αυτό η ομολογία αυτή δεν είναι δική μου, αλλά δική μας· γεννήθηκε από δυο φλόγες που έγιναν μία. Παραδίδω την ψυχή μου, Κύριε, όχι σαν ήρωας, αλλά σαν παιδί. Δεν έχω κατορθώματα, μόνο πληγές που άνοιξε η πίστη μες στον κόσμο, κι αυτές τις ευλογώ γιατί μέσα απ’ αυτές πέρασες Εσύ. Δεν ζητώ δόξα, ζητώ να με κρατήσεις κοντά Σου· να μη Σε προδώσω από φόβο ούτε να Σε αρνηθώ από ανάγκη. Είμαι χώμα, μα μέσα σ’ αυτό το χώμα φύτρωσε ο σπόρος της Ανάστασής Σου. Πριν σωπάσω, απλώνω το χέρι και ευλογώ. Εκείνους που με πόνεσαν, γιατί μου έμαθαν την προσευχή. Εκείνους που με αρνήθηκαν, γιατί μου θύμισαν πως μόνο σε Σένα ελπίζω. Εκείνους που είπαν πως γράφω μάταια, γιατί μου αποκάλυψες τη μακροθυμία Σου. Δεν θέλω να αφήσω πίσω μου θυμό, αλλά ειρήνη· την ειρήνη που βγαίνει απ’ το πλευρό του Εσταυρωμένου. Όλα χωρίς έλεος είναι κενά· η συγχώρεση είναι που κάνει τον άνθρωπο να Σου μοιάζει. Κύριε, όλα τα είπα και τίποτα δεν είπα, γιατί Εσύ είσαι πάντα περισσότερα. Τα λόγια μου φτάνουν ως την άκρη της σιωπής κι από εκεί και πέρα αρχίζει η παρουσία Σου. Τώρα δεν χρειάζομαι αποδείξεις· μόνο να Σε κοιτάζω. Όταν σβήσει το φως αυτού του κόσμου, θα αντικρίσω το Φως που δεν δύει, κι εκεί δε θα με ρωτήσεις τι εξήγησα, αλλά ποιον αγάπησα. Θα μπορώ να πω πως Σε αγάπησα όπως μπόρεσα: με πληγές, με ελπίδα, με δάκρυ, αλλά με Εσένα μέσα μου. Σου επιστρέφω τον λόγο, τη μνήμη, το έργο. Ό,τι ήταν ανθρώπινο, ας καεί· ό,τι ήταν δικό Σου, ας μείνει αιώνιο. Κι εσύ, αδελφέ μου, αν ο κόσμος βυθιστεί ξανά στο σκοτάδι, θυμήσου: δεν μιλήσαμε για να σωθούμε μόνοι, αλλά για να μαρτυρήσουμε πως η Ανάσταση είναι αληθινή. Και πάνω σε όλον αυτόν τον λόγο, χαράζω τη σφραγίδα της υπόσχεσής μας, που έγινε προσευχή, όρκος και ανάπαυση μαζί:

 

Θα μείνεις αιώνια κοντά μου, κι οι δυο μαζί αιώνια με τον Χριστό.

Ο άνθρωπος ανάμεσα στο χάραγμα και τη χάρη. Μαρτυρία πίστης στον καιρό του ψεύδους.

Το βίντεο αυτό δεν είναι προφητεία ούτε προκήρυξη. Είναι μια μαρτυρία. Ένας άνθρωπος στέκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο φως και τη σκιά και καταγράφει ό,τι βλέπει, ό,τι τον πονά, ό,τι τον αλλάζει. Μέσα του και γύρω του, ο κόσμος μεταμορφώνεται. Η τεχνολογία γίνεται τρόπος ελέγχου, η πληροφορία εξουσία, ο φόβος καθημερινή συνήθεια. Κι εκείνος προσπαθεί να θυμηθεί πώς είναι να είσαι ακόμη πρόσωπο, να έχεις όνομα κι όχι αριθμό.

Από την πρώτη του φράση ο λόγος φανερώνει μια πληγή: ο άνθρωπος έχασε την αθωότητα της εμπιστοσύνης και μπερδεύει την ελευθερία με την υπακοή. Κάθε μηχανισμός που υπόσχεται ασφάλεια κρύβει μέσα του μια νέα μορφή σκλαβιάς. Κάθε βολή είναι μικρή παραίτηση. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβει, παραχωρεί την ψυχή του σε απρόσωπα συστήματα, πεισμένος πως το κάνει για το καλό του. Η αιχμαλωσία πια δεν χρειάζεται αλυσίδες — χρειάζεται μόνο συνήθεια.

Ο αφηγητής δίνει μαρτυρία για την προσωπική του διαδρομή: από τον θυμό προς την κατανόηση, από την κρίση προς τη συνείδηση. Ξεκινά κατηγορώντας τις δυνάμεις του κόσμου και καταλήγει να βλέπει τη δική του ευθύνη. Το «θηρίο» που περιγράφει δεν ζει έξω απ’ αυτόν· ανασαίνει μέσα του, κάθε φορά που επιλέγει τον φόβο αντί για την αγάπη, τη βεβαιότητα αντί για την ταπείνωση. Το χάραγμα δεν είναι μόνο στο χέρι ή στο μέτωπο· είναι στο βλέμμα που μαθαίνει να μην αμφισβητεί.

Η πίστη που υπερασπίζεται δεν είναι θεσμική. Είναι προσωπική, σχεδόν μαρτυρική. Είναι η μνήμη του φωτός που ακόμη καίει όταν όλα μοιάζουν χαμένα. Ο αφηγητής δεν κρύβει τη σύγχυσή του· τη μετατρέπει σε γλώσσα. Μιλά σε πρώτο πρόσωπο, εξομολογητικά, όχι για να διδάξει, αλλά για να φανερώσει ότι η πάλη με το σκοτάδι είναι κοινή σε όλους. Η πτώση του γίνεται καθρέφτης για κάθε έναν που ένιωσε έστω μία φορά να υπογράφει σιωπηλά τη συνθηκολόγηση με το ψεύδος.

Στην καρδιά αυτής της μαρτυρίας, η αντιπαράθεση «χάραγμα – χάρη» δεν είναι σύγκρουση δυνάμεων, αλλά επιλογή καθημερινή. Το χάραγμα είναι η απώλεια της ευαισθησίας· η χάρη, η ανάκτηση του βλέμματος. Ο ένας δρόμος οδηγεί στην αριθμημένη ταυτότητα, ο άλλος στην απλότητα του ανθρώπου που δεν φοβάται να παραμείνει ευάλωτος. Ο ομιλητής δεν κηρύσσει πόλεμο στην εποχή του, αλλά ζητά αφύπνιση: να μη συνηθίσουμε το ψέμα, να μη βαφτίσουμε την απάθεια ειρήνη.

Το ύφος του είναι φλογερό, μα όχι επιθετικό· ρυθμός εξομολόγησης που θυμίζει προσευχή χωρίς τελετουργία. Η γλώσσα κυλά ανάμεσα στην οδύνη και στη γαλήνη, σαν να ψάχνει να συμφιλιώσει το τραύμα με την ελπίδα. Στο τέλος, πίσω από την απαισιοδοξία, διαφαίνεται ένα χαμόγελο: η πίστη δεν σβήνει όσο υπάρχει κάποιος που την κρατά ζωντανή μέσα στη δική του αστάθεια.

«Ο άνθρωπος ανάμεσα στο χάραγμα και τη χάρη» είναι, τελικά, η ιστορία του καθενός που αναρωτήθηκε αν έχει μείνει ακόμη χώρος για το φως. Είναι το πορτρέτο ενός κόσμου που φοβάται να σωπάσει και ενός ανθρώπου που μαθαίνει ξανά να ακούει. Μέσα στον καιρό του ψεύδους, η μαρτυρία του δεν είναι θρήνος — είναι υπόμνηση: η αλήθεια δεν χάνεται, απλώς περιμένει να την θυμηθούμε.

Η Γέφυρα των Φτωχών – Εκεί όπου η πληγή γίνεται δώρο, κι η προσφορά μεταμορφώνεται σε φως.

Δεν έχω ασήμι και χρυσάφι να δώσω, μα κρατάω κάτι πιο βαρύ κλεισμένο στην παλάμη μου — ένα ρήγμα μέσα μου που σταλάζει φως. Καμιά φορά σκέφτομαι πως αν είχα ασήμι και χρυσάφι, δε θα τα μοίραζα με χαρτιά και υπογραφές· θα τα άφηνα να κυλήσουν όπως το νερό που βρίσκει μόνο του τον δρόμο του μέσα στη γη. Γιατί, τελικά, η προσφορά δεν είναι πράξη οικονομίας· είναι πληγή. Κι εγώ είμαι ακόμα μαθητής της. Έμαθα να δίνω από το περίσσευμα, μέχρι που μια μέρα κατάλαβα πως το δώρο που αξίζει είναι εκείνο που πονάει να το δώσεις. Μια προσευχή που λες για κάποιον που σε πλήγωσε. Μια ανάσα που χαρίζεις σε μια ψυχή που δεν σε αναγνωρίζει. Ένα χαμόγελο στον καθρέφτη όταν ο εαυτός σου δεν θέλει πια να υπάρξει. Αυτά είναι τα νομίσματα της καρδιάς μου· άυλα, μα αναγνωρισμένα από τον Ουρανό. Αν είχα, λέει, ασήμι και χρυσάφι, θα έχτιζα γέφυρες. Όχι μόνο πάνω από ποτάμια, μα και ανάμεσα σε μάτια που δεν κοιτάζονται πια. Θα έστηνα νοσοκομεία για ψυχές που δεν φαίνονται άρρωστες, μα αιμορραγούν μέσα τους κάθε νύχτα. Θα έφτιαχνα ένα σπίτι όπου οι διαφορετικοί του κόσμου θα μπορούσαν να τραγουδούν χωρίς να τους φοβούνται οι λογικοί. Γιατί οι πιο άρρωστοι δεν είναι εκείνοι που χάνουν τη λογική τους, αλλά εκείνοι που χάνουν την ευσπλαχνία τους. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως το πραγματικό ασήμι και χρυσάφι είναι οι στιγμές που μοιράζομαι πριν προλάβω να σκεφτώ. Όταν βοηθώ χωρίς να ζυγίζω, όταν αγαπώ χωρίς όρους. Και τότε ο Θεός, σαν να χαμογελά πίσω απ’ το φως, μου ψιθυρίζει: «Τώρα έδωσες σωστά. Τώρα είσαι πλούσιος.» Κι όμως, δεν παύει να με στοιχειώνει η εικόνα εκείνων που περιμένουν τη γέφυρα. Οι μαθητές με τα βρεγμένα ρούχα, τα παιδιά που φοβούνται το νερό, οι φωνές που σβήνουν στο ρεύμα κάθε πλημμύρας. Κάθε φορά που βρέχει, νομίζω πως τους ακούω μέσα μου — να περνούν, να γελούν, να με ρωτούν γιατί δεν έφτιαξα ακόμα το πέρασμα. Και τότε καταλαβαίνω: ο Κατακλυσμός δεν είναι πια έξω από μένα· είναι μέσα μου. Και η μόνη Κιβωτός που σώζει είναι η πράξη της αγάπης. Ό,τι κι αν έχω, μικρό ή μεγάλο, οφείλω να το σκορπώ. Γιατί όταν το κρατάω, σαπίζει, κι όταν το δίνω, ανθίζει. Έτσι λειτουργεί το μυστικό της ζωής — το ευλογημένο παράδοξο του Θεού: πως ό,τι δίνεις, σου επιστρέφεται ως φως. Και τότε, ναι, ο κόσμος έχει γέφυρα. Κι εγώ, που δεν είχα τίποτα, γίνομαι ο πλουσιότερος των φτωχών.

 

Στην αγκαλιά σου, ανάπνευσα το άρωμα του Χριστού

Στην ευλογημένη μνήμη του μακαριστού μου γέροντα, πατρός Γεωργίου Καψάνη.

Σήμερα, που η ψυχή μου πλημμυρίζει ευγνωμοσύνη, νοσταλγία και εξομολόγηση, θέλω να σου μιλήσω. Δεν ξέρω αν το έχεις νιώσει ποτέ, αλλά υπάρχουν άνθρωποι που μυρίζουν Θεό. Όταν τους πλησιάζεις, κάτι μέσα σου ησυχάζει, σαν να ανοίγει ένα παράθυρο στον παράδεισο. Μια τέτοια αγκαλιά συνάντησα κι εγώ στη δική σου παρουσία, Γέροντά μου. Όχι γιατί ήσουν τέλειος – έχω πάψει εδώ και χρόνια να πιστεύω στην ανθρώπινη τελειότητα – αλλά γιατί ήσουν χαριτωμένος, γεμάτος Χριστό. Μέσα από πτώσεις, λάθη, αμαρτίες, βάσανα και αστοχίες, κράτησες όλη σου την ελπίδα στο Χριστό. Μύρισες την κόλαση και πόθησες τον παράδεισο. Γεύτηκες το σκοτάδι και ερωτεύτηκες το Φως. Δεν απογοητεύτηκες γιατί δεν γοητεύτηκες από τη δύναμή σου. Σε εσένα έμαθα πως η αγιότητα δεν είναι τελειότητα, αλλά ολοκληρωτικό άφημα σε Εκείνον. Όσοι αφέθηκαν αγίασαν. Όσοι γυμνώθηκαν τους έντυσε ο Θεός. Σε εσένα έμαθα να αφήνομαι, να μην απελπίζομαι. Εγώ, που δεν είμαι ωραίος, γεμάτος λάθη, πάθη και αμαρτίες, δύσκολο να δει κάποιος το σκοτάδι μου δίχως να τρομάξει. Κι όμως, ποτέ δεν με έκανες να νιώσω χάλια για τα σκοτάδια μου. Ποτέ δεν με απέλπισες. Στην πιο φρικτή αμαρτία μου μου έλεγες: «Σε προτιμώ αμαρτωλό με ταπείνωση παρά ενάρετο με αλαζονεία… μην απελπίζεσαι, μην χάνεσαι στο σκοτάδι, πίστεψε στο Φως που κουβαλάς μέσα σου». Έγινες η μεγάλη, ζεστή αγκαλιά του Θεού στη σκοτεινιά της αμαρτίας μου. Γιατί  μπορεί να μιλάμε και να διαβάζουμε για την αγάπη του Θεού, αλλά αν δεν μας πάρει κάποιος αγκαλιά, αν δεν μας αποδεχθεί και συγχωρέσει, αν δεν μας αγαπήσει δίχως κρατούμενα και χρεωστούμενα, δεν θα βιώσουμε ποτέ τι σημαίνει αγάπη Θεού. Θυμάμαι τα λόγια σου λίγες μέρες πριν φύγεις: «Χριστέ μου, κοιμήθηκα σε πολλές αγκαλιές, μα μονάχα η δική σου μοσχοβολούσε…». Κι εγώ σήμερα σου λέω: η δική σου αγκαλιά μύριζε Θεό. Μέσα από σένα γνώρισα κάτι από το άρωμα του παραδείσου. Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ που υπήρξες αυτός ο άνθρωπος όχι μόνο για μένα.

Από τον Κόσμο του Ελέγχου του Εωσφόρου στον Κόσμο της Ελευθερίας του Χριστού

Παίρνετε το αυτοκίνητο σας και σταματάτε στην είσοδο μίας έξυπνης πόλης. Είναι κάτω διαγραμμισμένος ο δρόμος και μία μπάρα σας εμποδίζει να μπείτε μέσα. Και τότε μία αόρατη φωνή θα σας πει: «τοποθετήστε την κάρτα εισόδου που ηλεκτρονικά προμηθευτήκατε στο μηχάνημα που είναι αριστερά στο πλάι σας. Αφού τοποθετήσετε την κάρτα επάνω στο μηχάνημα τότε αυτή η αόρατη έξυπνη φωνή θα σου πει είσαι ο Ν…….. Σ……… και κατευθύνεσαι με το όχημα σου στην 40η περιφέρεια της πόλης και μάλιστα θα σταθμεύσεις στην 32η οδό με αριθμό 42 ο χώρος στάθμευσης είναι ελεύθερος και σας περιμένει. Είναι η θέση 4022. Θα σας παρακαλέσω οι μετακινήσεις σας να είναι σύντομες, σήμερα επειδή υπάρχει η αφρικάνικη σκόνη, το περιβάλλον είναι τοξικό και για το λόγο αυτό λόγω χαμηλού οξυγόνου, η κατανάλωση βενζίνης θα είναι περισσότερη, για αυτό σας παρακαλώ να μειώσετε τις μετακινήσεις σας. Ακόμα να γνωρίζετε ότι για να υπάρχει τάξη δεν πρέπει να υπερβείτε τα 25 χιλιόμετρα μετακίνησης μέσα στην πόλη διαφορετικά θα σας επιβληθεί πρόστιμο. Θα σας παρακαλέσω κατά την διάρκεια των ταξιδιών σας, να επιλέγετε τους δρόμους με την μπλε διαγράμμιση, διότι στους άλλους δρόμους κυκλοφορούν οχήματα χωρίς οδηγό δορυφορικά κατευθυνόμενα. όταν τελειώσετε την διαμονή σας μην ξεχάσετε την ηλεκτρονική κάρτα εξόδου. Διαφορετικά θα μείνετε μέσα στην πόλη. Πως σας φαίνεται; Τέτοια και άλλα πολλά θα συμβούν. Στις υπηρεσίες, στους δρόμους, ακόμα και μέσα στο σπίτι, οι μετακινήσεις σου δεν θα είναι όπως πριν. Ένας συναγερμός, όπως είναι στα πλοία όπου το βράδυ ξαφνικά εκεί που κοιμάσαι, γίνεται μία αναγγελία, έτσι το ίδιο θα συμβεί και θα ακούγεται σε όλα τα σπίτια. «Είναι 10 η ώρα. Χαμηλώστε τα φώτα, χαμηλώστε ή κλείστε τη μουσική». Σας φαίνεται παράξενο; Το αυτοκίνητο σας, το σπίτι, εσείς ο ίδιος και οι οικείοι σας, σε όλη την διάρκεια των ημερών, θα είναι υπό δορυφορική παρακολούθηση. Αυτά συμβαίνουν, κι αυτά θα συμβούν και πολύ χειρότερα στον κόσμο.

Πετάχτηκα την νύχτα από την κλίνη μου, λουσμένος στον ιδρώτα, σκεπτόμενος αυτό τον κόσμο που ο Εωσφόρος ετοιμάζει, κι είπα: «Θεέ μου, Θεέ μου, τα πάθη μου έγιναν σπόρος αφθαρσίας, ο φόρος της θυσίας του άκακου αμνού. Κι εγώ βαθιά στα σπλάχνα μου, το ξέρω, το θυμάμαι, πως είμαι γέννα Θεϊκή. Μα μέσα μου του άπειρου ο πόθος κλαίει στον υμένα, του εγώ μου και του κόσμου ο χώρος ο στενός. Ακόμα και ο ίσκιος μου εμένα με τρομάζει, το νου εγώ τον λογαριάζω τραγικό, κι ακούω της Ψυχής μου την κραυγή στο σύμπαν να αντηχεί, το φοβερό μου αίνιγμα εκείνος μου εξηγεί. Μέσα στης γη στα σπλάχνα είμαι θαμμένος, σπόρος χαμένος σε ατέλειωτους χειμώνες, και η αιωνιότητα Θεέ μου στα σπλάχνα μου πενθεί. Με ένα σακίδιο του αναχωρητή στον ώμο, ως πότε θα πορεύομαι στον δρόμο το σκληρό, σταθμός κανείς στην εξαντλητική πορεία, Καρδιά μου πότε θα τελειώσει η εξορία; Γιατί, Θεέ μου, πόθησα βαθιά να κοιμηθώ, μες της ανυπαρξίας το βυθό;» Είπα να σπάσω την σιωπή μου με πόνο στην Ψυχή και να φωνάξω σε εσένα, ίσως για πρώτη και ύστατη φορά. Να προσπαθήσω να αγγίξω την Ψυχή και την Καρδιά σου μήπως συνέλθεις τούτη την έσχατη την ώρα. Πριν γίνεις πλέον ένας αριθμός λογισμικός και ένας κωδικός που σε ανιχνεύουν ακόμα τα κινητά των διπλανών σου. Σε έπεισε ο εωσφόρος και έπεισες κι εσύ τον εαυτό σου ότι έγινες ανώτερος, καλύτερος, πιο ηθικός από τον συγγενή, τον γείτονα μα και τον αδελφό σου. Και δεν κατάλαβες ότι θα πρέπει τρόπο να βρεις στον εαυτό σου να εξηγήσεις, Πως είναι δυνατόν να θεωρείς ελεύθερος πως είσαι πια να επιβιώνεις, δίχως κανέναν όμως να αγκαλιάζεις; Δίχως κανέναν το χέρι σου να απλώσεις να χαϊδέψεις; Δίχως αυτούς που αγαπάς να τους φιλάς γλυκά και τρυφερά; Πες μου, πως είναι δυνατόν να είσαι άνθρωπος κι ενώ εσύ μέσα στην πλάνη θα έχεις πιστέψει ότι ζεις, να αντέχεις τον άλλο δίπλα σου να βλέπεις να χάνεται και να πεθαίνει; Στέκεσαι με απάθεια και ακούς για εξαναγκασμούς, κυρώσεις, φοβέρες και διώξεις, και κατορθώνεις ατάραχος να μείνεις, γιατί πιστεύεις ότι όλα όσα τριγύρω σου λαβαίνουν χώρα δεν σε αφορούν; Κάνουν τα μάτια μου να πλημμυρίζουν από δάκρυα που περπατάς αμέριμνος δίχως να βλέπεις τοίχους αόρατους που ορθώνονται τριγύρω σου. Χτίζεις απέραντες και τόσο σκοτεινές ανθρώπων φυλακές, που κάποια ημέρα κι εσένα όλοι εκείνοι που τους πίστεψες, σε αυτό που οικοδόμησαν τα χέρια σου, οι ίδιοι θα σε κλείσουν. Αναρωτήθηκες όλοι αυτοί που πίστεψες, κι εσύ μαζί τους πρωτοπόρος, τι μέλλον ετοιμάζουν κι ετοιμάζεις εσύ για τα δικά σου τα παιδιά; Τι κέρδισες, τι πίσω σου επέστρεψαν, με το αντάλλαγμα το σκέφτηκες ποτέ; Κοίταξε γύρω τον ιστό που υφαίνεται για εσένα ενώ εσύ πιστεύεις ότι είναι για τους άλλους. Δες την αράχνη πως σε κοιτά βαθιά μέσα στα μάτια. Να μην πιστέψεις πως ετοιμάζεται δίχως να έχει έλεος τον διπλανό σου να αφανίσει. Εσένα ετοιμάζεται να σε κατασπαράξει. Κι εσύ αμέριμνος σφυρίζεις τάχα επειδή άφησες την ψυχή σου να μολύνουν όλοι αυτοί κι όλα αυτά που πίστεψες μακριά από τον Θεό. Πονάει η Ψυχή μου και τις νυχτιές κλαίω στην προσευχή μου, που δεν κατάλαβες ότι όλα τούτα είναι μόνο των ωδίνων η αρχή. Ότι όλα αυτά που δεδομένα τα θεώρησες ποτέ δεν θα είναι στη ζωή σου πια τα ίδια. Δεν πρόκειται να πάρεις τίποτα πίσω από εκείνα που ποθείς. Δεν θα σου δώσουν τίποτα εκείνοι που σε έπεισαν να παραδώσεις την Ψυχή σου στα ανίερα τα χέρια τους. Σήκω και στάσου, και κοίτα με τα μάτια σου, μια νέα στο πρόσωπο της γης μας ανατέλλει εποχή. Μια εποχή με νέα ήθη και νόμους νέους, με ελευθερίες που θα μπορούν να προστατεύονται μα και συνάμα να παραβιάζονται πέρα από όσα πίστεψες εσύ. Κραυγάζω με όση δύναμη μου έχει απομείνει, μήπως και ακούσεις και ξυπνήσεις. Σου φώναξα να πάψεις να κοιμάσαι, αλλά εσύ με κοίταξες ειρωνικά και γύρισες αμέριμνος πλευρό τον ύπνο της απώλειας σου να συνεχίσεις. Μου είπες, πως είναι ψέματα όλα αυτά που χιλιάδες χρόνια πριν Εκείνος διακήρυξε, που στον σταυρό ανέβηκε για εσένα και για εμένα, και πως αντίθετα με εσένα ζω εγώ σε μια εποχή που δεν θα έρθει γιατί όλα είναι της φαντασίας μύθευμα. Πως είναι παραμύθια για αφελείς. Και δεν κατάλαβες το αφήγημα εκείνης της «καλής Νεράιδας» που ξεφούσκωσε σαν τον μπαλόνι απότομα. Σε έκαναν να πιστέψεις πως θα γίνεις ιππότης, άρχοντας, βασιλιάς, αθάνατος, εάν θέλεις! Αθάνατος, όμως, δίχως τον Χριστό; Αθάνατος δίχως Εκείνον που είναι η ζωή; Δεν το κατάλαβες, κι εγώ την ύστατη ετούτη ώρα στο φωνάζω, μήπως και το ακούσεις, πως είσαι πια δούλος τους εσύ, και περισσότερο έγινες δούλος εκείνου που είναι από την αρχή εχθρός κι ανθρωποκτόνος της Ψυχής και της αιώνιας ζωής σου. Νιώσε ότι δεν έγινες κι ότι ποτέ σου δεν θα γίνεις κυρίαρχος του εαυτού σου και των άλλων. Και τώρα, που πίστεψες όλα αυτά τα ψέματα, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού σου και τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς, και φώναξε: ΕΊΜΑΙ ΕΛΕΎΘΕΡΟΟΟΟΟΟΟΟΣ! Σε βεβαιώ ακόμα και οι πέτρες στο πέρασμα σου θα θρηνήσουν. Μα πιο πολύ εκείνος που στο θέαμα σου θα γελάσει, είναι εκείνος ο εωσφόρος που σου είπε το πιο «ωραίο παραμύθι»… Αυτό το παραμύθι που πίστεψες με όλη την Ψυχή σου και το έκανες σημαία και σύνθημα στην άδεια σου ζωή! Και να σου πω και κάτι άλλο ακόμα; Συνέχεια πλέον θα σου λέει παραμύθια, τόσο «ωραία», που ακόμα περισσότερο σαν φρόνιμο που έγινες παιδί, τα βράδια αμέριμνα και ειρηνικά θα σε κοιμίζει. Θα ήθελα, όμως, με πόνο στην Ψυχή εσένα να ικετέψω. Τώρα που ακούγονται τα βήματα του Αντίχριστου, την ώρα που ταυτόχρονα ακούγονται τα βήματα του ερχομού Εκείνου, Εκείνου που την ζωή Του δεν δίστασε να δώσει για εσένα. Εκείνου που πια θα έρθει σαν Βασιλιάς. Όσο κι αν με χλευάσεις για όλα αυτά που θέλησα να μοιραστώ μαζί σου, όσο και αν με ειρωνευτείς, όσο κι τα απορρίψεις και πεις πως παραμύθια είναι όλα αυτά, στάσου λίγο και σκέψου. Κι ενώ εσύ θα σκέπτεσαι, εγώ θα στέκω και θα προσεύχομαι για εσένα, μες το βαθύ τον ύπνο σου να ονειρευτείς, κάτι από μιαν άλλη ζωή που είναι η μόνη αληθινή, με γέλια, με τραγούδια και χαρές, με χάδια, με φιλιά, με αγκαλιές, με δόσιμο αγάπης και σπλάχνα Χάρης μα και ελέους. Κι εύχομαι και προσεύχομαι όταν θα δεις εκείνες τις εικόνες που τις χλεύασες, να ταραχτείς κι αλαφιασμένος να ξυπνήσεις, τώρα, που ίσως ακόμα προλαβαίνεις· αν προλαβαίνεις φυσικά. Εάν έχεις αυτιά, στάσου και άκου του γυρισμού Εκείνου τα πατήματα, και του θηρίου που βγαίνει από την άβυσσο και άλλαξε ζωή σου, μήπως προλάβεις και σώσεις την Ψυχή σου, ακόμα κι χρειαστεί να χάσεις την ζωή σου! Και να θυμάσαι πως τον άνθρωπο δεν θα τον σώσουν όποια σημάδια εκείνος επέλεξε στα χέρια του να βάλει, μα θα τον σώσουν εκείνα τα δυο σημάδια που τα καρφιά Εκείνου τρύπησαν τα χέρια Του επάνω εκεί στον Γολγοθά. Με εκείνα τα σημάδια θα σωθείς, εάν δεχτείς να γίνουν σημάδια και στα δικά σου χέρια. Και να θυμάσαι πάντοτε, πως κάποτε τα παραμύθια τελειώνουν κι αρχίζει η Ζωή, η αληθινή Ζωή, η Αιώνια Ζωή! Κι αν με τα μάτια δεν μπορούμε να δούμε, όμως ο αιώνιος λόγος σου μας πληροφορεί, ότι μας περιμένει ένας νέος κόσμος, γεμάτος ομορφιές, γεμάτος ειρήνη, γεμάτος χαρά, γεμάτος από την παρουσία του προσώπου σου, ένας κόσμος Θεού, για αυτό σε παρακαλούμε εσύ ο Κύριος στήριξε την καρδιά μας, μέσα σε αυτόν τον κόσμο των δυσκολιών, της ταλαιπωρίας, ατενίζοντας στον Ιησού τον αρχηγό και τελειωτή της πίστης μας. Σε ευχαριστούμε. Περιμένουμε εκείνη την ημέρα που η αγάπη του Πατέρα θα φανερώσει καθετί.

Η παραβολή του Οδοιπόρου και του «Εγώ Είμαι»

Αναζήτησα έναν Θεό που υπάρχει, αλλά βρήκα Εκείνον που απλά Είναι. Ο Θεός δεν είναι δεσμευμένος στην ύπαρξη — είναι ο Αιώνιος Εγώ Είμαι.

 

Ήμουν ένας οδοιπόρος. Στην πλάτη μου κουβαλούσα μια πέτρα βαριά. Επάνω της ήταν χαραγμένη η λέξη «υπάρχω».
Περπατούσα στην έρημο της σκέψης, κάτω από έναν ήλιο που δεν έδυε ποτέ. Οι άνθρωποι στις οάσεις με ρωτούσαν το ίδιο πράγμα: «Υπάρχει Θεός;».
Κι εγώ τους απαντούσα με την πέτρα στην πλάτη που κουβαλούσα: «Το ερευνώ».

Καθώς περπατούσα, η πέτρα στην πλάτη μου με βάραινε όλο και πιο πολύ. Κάθε βήμα ήταν και μια κραυγή. Γιατί ένιωθα βαθιά πως το ίδιο το ερώτημα ήταν εσφαλμένο, σαν να έβαζα Εκείνον μέσα στο ίδιο καλούπι που έβαζε κι εμένα η γλώσσα. Υπάρχω σημαίνει είμαι «υπό» μια αρχή. Εγώ το καταλάβαινα αυτό, γιατί ήμουν πάντοτε υπό κάτι. Μα Εκείνος; Θα μπορούσε να είναι υπό κάτι;

Μια νύχτα έπεσα εξαντλημένος. Η πέτρα έπεσε από την πλάτη μου και έσκισε τη γη. Άκουσα τότε μια φωνή μέσα στην ερημιά, όχι σαν ήχο αλλά σαν ανάσα:


— «Δεν υπάρχει Θεός. Ο Θεός είναι».

Σήκωσα το κεφάλι. Μπροστά μου στεκόταν ένα φως. Όχι μορφή, όχι σχήμα — φως που δεν είχε αρχή.


— «Εγώ είμαι», είπε. «Δεν είμαι υπό αρχή. Είμαι η Αρχή».

Έκλαψα. Όλα τα χρόνια που πάλευα με το ερώτημα έπεσαν σαν σκόνη από πάνω μου. Κατάλαβα πως η πέτρα που κουβαλούσα δεν ήταν η απάντηση, αλλά τα ίδια τα δεσμά μου. Έπρεπε να τη σπάσω για να δω.

Έτσι έγινε: η πέτρα έσπασε και η λέξη «υπάρχω» έγινε σκόνη. Και μέσα από τη σκόνη γράφτηκε μπροστά μου η λέξη «Είμαι». Κι εκεί μέσα, σαν παιδί που ξαναγεννιέται, ανακάλυψα πως το «υπάρχω» μου δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτύπωμα του «Είμαι» Εκείνου.

Τώρα περπατώ πιο ελαφρύς. Όταν με ρωτούν «Υπάρχει Θεός;» δεν θυμώνω, δεν παλεύω. Χαμογελώ και λέω:
«Δεν υπάρχει Θεός όπως υπάρχω εγώ. Ο Θεός είναι. Κι επειδή είναι, υπάρχω κι εγώ».

Και κάθε μου ανάσα είναι μαρτυρία. Δεν ζητώ πια απόδειξη. Η ύπαρξη μου είναι η απόδειξη του Είναι Του.


«Εγώ ειμί ὁ ὤν» (Έξ. 3:14).

Μη φοβάσαι μικρέ ποιμένα

Περπατώ μέσα σε μια άνυδρη έρημο γεμάτη από άμμο και στάχτες, κι όμως στην καρδιά μου κρατώ έναν σπόρο. Είναι μικρός, σχεδόν αόρατος, σαν το μυστικό όνομα που δεν λέγεται. Κάθε φορά που σπέρνω, η άμμος τον σκεπάζει· κάθε φορά που ποτίζω, η δίψα της γης πίνει το νερό μου πριν ριζώσει. Κλείνω τα μάτια μου και βλέπω τις ψυχές σαν μικρά πουλιά, να φτερουγίζουν χαμένα μέσα σε αυτή την έρημο. Ο πόνος μου είναι ότι δεν έχω πλέον στα χέρια μου την τροφή να τους δώσω, γιατί οι αποθήκες μου άδειασαν, τα πηγάδια μου στέρεψαν.
Μα προχωρώ. Προχωρώ κουβαλώντας το κενό μου σαν δώρο. Δεν μετρώ πια πόσα έχασα, αλλά πόσα έσπειρα. Δεν μετρώ πόσα παράθυρα έκλεισαν, αλλά πόσες φωνές άγγιξε ο λόγος μου πριν σωπάσει. Το χέρι μου, που κάποτε κρατούσε πολλά, τώρα είναι άδειο· κι όμως είναι πιο ελεύθερο να απλωθεί προς τον ουρανό.
Κι εκεί, στην άκρη της ερήμου, βλέπω μια πέτρα που δεν είναι πέτρα. Είναι σαν μαργαριτάρι, θαμμένο στο χώμα. Σκάβω τη γη με τα δάχτυλα μου και το φέρνω στο φως· είναι μικρό, αλλά μέσα του καθρεφτίζεται όλος ο ουρανός. Το κρατώ και ξαφνικά καταλαβαίνω: δεν χρειάζομαι αποθήκες, δεν χρειάζομαι μηχανές· ο λόγος που έχω να δώσω δεν είναι δικός μου, είναι δώρο, και θα βρίσκει τρόπο να γεννιέται ξανά.
Τότε γονατίζω. Η στάχτη κολλάει στα γόνατα μου, η άμμος μπαίνει στο στόμα μου, αλλά η προσευχή ανεβαίνει σαν φως. «Κύριε», λέω, «τα χέρια μου είναι άδεια, αλλά η καρδιά μου είναι γεμάτη από Σένα. Αν είναι να συνεχιστεί το έργο, Εσύ θα το κάνεις να συνεχιστεί. Αν είναι να γεννηθεί ο τόπος που ονειρεύτηκα, Εσύ θα τον γεννήσεις. Αν είναι να δοθεί εργαλείο, Εσύ θα το προμηθεύσεις. Εγώ μένω εδώ, μικρός, φτωχός, αλλά πιστός».
Κι εκεί, μέσα στον άνεμο της ερήμου, ακούω μια φωνή. Δεν είναι σαν τις φωνές των ανθρώπων· είναι ήσυχη, μα δυνατή, σαν σπόρος που σπάζει τη γη. Μου λέει: «Το έργο δεν είναι το χώμα ούτε το εργαλείο· το έργο είναι η πίστη σου. Μείνε. Και θα δεις να βλασταίνει ο σπόρος που έσπειρες».
Σηκώνομαι με το μαργαριτάρι στο χέρι, το κρατώ στο στήθος μου. Δεν έχω πια φόβο· η έρημος δεν με φοβίζει. Η έρημος είναι ο τόπος που οι σπόροι κοιμούνται πριν ξυπνήσουν. Προχωρώ, κι ας μην ξέρω πώς. Κάθε μου βήμα είναι προσευχή, κάθε ανάσα μου ανάβει φως μέσα στη σκόνη. Ξέρω ότι Εκείνος βλέπει· ξέρω ότι θα προμηθεύσει· ξέρω ότι οι ψυχές δεν χάνονται, μόνο περιμένουν τη βροχή.

«Μη φοβάσαι, μικρέ ποιμένα», ακούω μέσα μου. «Σου εμπιστεύτηκα τα πρόβατα όχι για να έχεις μαντρί, αλλά για να έχεις καρδιά».

Ο Κόσμος ως Σχιζοφρενικός Ναός – Πώς ο κόσμος έγινε δαιμονικός ναός

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

1. Η Σάλπιγγα της Αρχής

Ο κόσμος στέκεται μπροστά μου σαν σκηνή θεάτρου, γεμάτη ήχους, φώτα και χειροκροτήματα. Μα πίσω από τα παρασκήνια, εκεί που δεν φτάνει το βλέμμα του πλήθους, κρύβεται ο αληθινός σκηνοθέτης. Άλλοτε είναι ο Θεός, κι άλλοτε ο εχθρός. Κι αυτό θέλω να το φωνάξω από την αρχή: ο κόσμος δεν είναι ουδέτερος. Δεν είναι ένα κενό πεδίο στο οποίο απλώς κινούμαστε. Είναι ναός. Και κάθε ναός έχει λατρεία, έχει ιερέα, έχει θυσία.

Γράφω αυτό το κείμενο όχι σαν θεωρητικός που αποστασιοποιείται, αλλά σαν άνθρωπος που έζησε και μάτωσε μέσα στους ψευδο-ναούς. Δεν μιλώ για αφηρημένα σχήματα, αλλά για πληγές που έφεραν τη δική μου ψυχή στο χείλος της απώλειας. Το λέω καθαρά: ο κόσμος στον οποίο έζησα δεν ήταν ποτέ απλός κόσμος. Ήταν πάντα ναός. Και χωρίς τον Χριστό, ήταν πάντοτε ναός σχιζοφρενικός· τόπος όπου όλα τα νοήματα μπερδεύονται, όπου ο άνθρωπος διχάζεται, όπου η ίδια η ύπαρξη κατακερματίζεται.

Η φωνή μου θέλει να γίνει σάλπιγγα. Όχι για να ακουστώ εγώ, αλλά για να ξυπνήσει η μνήμη που έχουμε όλοι βαθιά μέσα μας: η μνήμη του αληθινού Ναού. Γιατί προτού στηθούν οι ψευδο-ναοί, υπήρχε ο Παράδεισος· υπήρχε η παρουσία του Θεού· υπήρχε η αγνή κοινωνία της ψυχής με τον Δημιουργό της. Εκείνο χάθηκε με την πτώση. Κι από τότε ο άνθρωπος, ξεχασμένος και σαστισμένος, χτίζει ναούς υποκατάστασης: ιδεολογίες, θρησκείες, επιστήμες, κράτη, οικονομίες, ακόμη και οικογένειες που δεν έχουν το Χριστό στο κέντρο τους. Όλα αυτά μοιάζουν δομές, αλλά στην πραγματικότητα είναι ναοί.

Η πτώση δεν ήταν απλά ανυπακοή· ήταν τελεσιουργία. Ο όφις στάθηκε σαν ιερέας μπροστά στον άνθρωπο, η συνείδηση έγινε άγια τράπεζα, το ψεύδος και η υποβολή σκεύη, κι ο καρπός αντίδωρο θανάτου. Από τότε κάθε ψευδο-ναός του κόσμου είναι παραλλαγή της πρώτης εκείνης δαιμονικής λειτουργίας. Γι’ αυτό ονομάζω τον κόσμο «σχιζοφρενικό ναό»: γιατί διαιρεί την ψυχή, την κάνει να λατρεύει και να καταστρέφεται ταυτόχρονα.

Το κείμενο που ξεκινώ εδώ δεν είναι ψυχρή ανάλυση. Είναι ομολογία. Θα μιλήσω για τους ναούς που με πλάνησαν: για τις θρησκείες που έπαιξαν με το όνομα του Θεού, για τις ιδεολογίες που μεθούσαν με υποσχέσεις δικαιοσύνης, για την ψυχολογία που υποσχόταν θεραπεία μα έσκαβε πιο βαθιά την πληγή, για την επιστήμη που θεοποίησε τον εαυτό της, για την εξουσία που θεώρησα σωτηρία και με πούλησε στη βία.

Θα μιλήσω ακόμη πιο προσωπικά: για το πώς λάτρεψα τα είδωλά τους, πώς με απορρόφησε η γοητεία τους, πώς γεύτηκα την υποτιθέμενη δύναμή τους. Και πώς στο τέλος με κατέστρεψαν, με γύμνωσαν, με άφησαν στο κενό. Μόνο μέσα σε αυτή τη γύμνωση μπόρεσα να ακούσω ξανά τη φωνή του Χριστού, τη μόνη σάλπιγγα που δεν οδηγεί στη σχιζοφρένεια, αλλά στην Ανάσταση.

Το κείμενο αυτό είναι κάλεσμα. Δεν είναι κάλεσμα να απορρίψεις απλώς, αλλά να θυμηθείς· να θυμηθείς ποιος είναι ο αληθινός Ναός και να βγεις από τους ψευδο-ναούς. Είναι η μαρτυρία μου πως ο κόσμος, με όλη του την ποικιλία και την επίφαση ελευθερίας, δεν είναι τίποτε άλλο από μια τεράστια θεατρική σκηνή, ένας ναός ψευδούς λατρείας, όπου οι άνθρωποι προσφέρουν θυσίες στον εαυτό τους και στους δαίμονες. Μα ο Χριστός, με το Σώμα και το Αίμα Του, έστησε τον μόνο Ναό που σώζει.

Αυτή είναι η Σάλπιγγα της Αρχής. Από εδώ ξεκινάμε. Από την ομολογία ότι ο κόσμος δεν είναι κόσμος, αλλά ναός. Κι ότι χωρίς τον Χριστό, είναι πάντοτε ναός σχιζοφρενικός.

2. Η Πτώση ως Δαιμονική Τελεσιουργία

Για να καταλάβεις τον κόσμο ως σχιζοφρενικό ναό, πρέπει να γυρίσεις στην αρχή. Στην Εδέμ δεν διαδραματίστηκε απλώς μια ιστορία ανυπακοής, αλλά μια λειτουργία, μια τελεσιουργία — και μάλιστα όχι θεία, αλλά δαιμονική. Ο όφις στάθηκε σαν ιερέας, έστησε τη δική του “λειτουργία” και ο άνθρωπος την αποδέχτηκε. Από τότε, όλα όσα χτίζει ο άνθρωπος χωρίς τον Θεό είναι παραλλαγές αυτής της πρώτης σκοτεινής τελετής.

Ας το δούμε βήμα-βήμα. Ο άνθρωπος είχε πλαστεί κοινωνός θείας φύσεως. Ο Θεός περπατούσε μαζί του, και η ζωή του ήταν λατρεία χωρίς μεσολαβήσεις. Δεν υπήρχε ψευδαίσθηση, δεν υπήρχε σχίσμα. Η ψυχή του ήταν ενιαία, στραμμένη προς τον Δημιουργό. Σ’ εκείνη τη στιγμή έρχεται ο όφις, όχι απλώς με έναν πειρασμό, αλλά με μια πρόταση λατρείας.

Η ανθρώπινη συνείδηση γίνεται άγια τράπεζα. Εκεί προσφέρεται ο ψίθυρος: “Θα γίνετε σαν θεοί.” Το ψεύδος και η υποβολή λειτουργούν ως σκεύη. Ο καρπός προσφέρεται σαν αντίδωρο — όχι προς ζωή, αλλά προς θάνατο. Όλη η πράξη είναι μια αντι-λειτουργία, μια δαιμονική λειτουργία που μιμείται την αλήθεια. Και ο άνθρωπος, αντί να προσφέρει τον εαυτό του στον Δημιουργό, προσφέρει τον εαυτό του στην ψευδαίσθηση.

Από τη στιγμή εκείνη, η φύση του ανθρώπου διχάζεται. Ο κοινωνός γίνεται άτομο. Αυτό είναι το πρώτο σχίσμα, η πρώτη σχιζοφρένεια. Δεν μιλάμε για ασθένεια ψυχολογική· μιλάμε για υπαρξιακή διάρρηξη. Η ενότητα με τον Θεό διακόπηκε, και η ψυχή άρχισε να ζει μέσα σε διχασμό: θέλει τον Θεό, αλλά φοβάται, αναζητά το φως, αλλά τρέχει στο σκοτάδι, διψά την αλήθεια, αλλά επιλέγει το ψεύδος.

Κι εδώ μπαίνει η ρίζα όλων των “ναών” που θα εμφανιστούν αργότερα. Κάθε θρησκεία, κάθε ιδεολογία, κάθε επιστήμη που στήνεται χωρίς τον Χριστό είναι απόηχος αυτής της πρώτης τελετής. Έχουν ιερείς (ηγεσίες, γκουρού, επιστήμονες, πολιτικούς), έχουν θυσίες (ανθρώπινες ζωές, συνειδήσεις, ελευθερίες), έχουν σκεύη (τεχνολογίες, συστήματα, μυστικισμούς) και πάντα έχουν έναν καρπό που υπόσχεται ζωή, αλλά χαρίζει θάνατο.

Η πτώση είναι το αρχέτυπο. Αν δεν το δεις έτσι, ο κόσμος μοιάζει απλώς με χαώδες πεδίο. Αν όμως το δεις ως τελεσιουργία, τότε καταλαβαίνεις γιατί όλα μοιάζουν με λατρεία. Δεν είναι τυχαίο. Ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς λατρεία. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να προσφέρει, να δοξάζει, να υψώνει. Αν δεν το κάνει στον Θεό, θα το κάνει αλλού. Και το αλλού είναι πάντα μίμηση, πάντα παραχάραξη, πάντα δαιμονική λειτουργία.

Το πιο τραγικό είναι πως η πτώση μοιάζει με νίκη ελευθερίας. “Θα γίνετε σαν θεοί.” Ο άνθρωπος νόμισε ότι αυτονομείται, ότι θα σταθεί όρθιος χωρίς τον Θεό. Μα αυτό που ήρθε δεν ήταν ελευθερία, αλλά η πιο βαριά σκλαβιά: η υποδούλωση στο ψεύδος. Από τότε, κάθε εξουσία, κάθε δόγμα, κάθε θεωρία που υπόσχεται “θεοποίηση” χωρίς Χριστό, επαναλαμβάνει την ίδια υπόσχεση του όφεως.

Γι’ αυτό ο κόσμος είναι σχιζοφρενικός ναός. Γιατί κουβαλά πάντα το ίδιο: υπόσχεται φως, δίνει σκοτάδι· μιλά για ζωή, φέρνει θάνατο· μιλά για ελευθερία, σε δένει πιο σφιχτά. Η τελεσιουργία της Εδέμ ήταν η πρώτη λειτουργία της σχιζοφρένειας. Από εκεί και πέρα, κάθε τι που χτίζει ο άνθρωπος χωρίς Θεό είναι ένα ακόμα παρακλάδι της.

Όταν το καταλάβεις αυτό, όλα μπαίνουν σε πλαίσιο. Δεν χρειάζεται να χαθείς μέσα στις αμέτρητες θεωρίες. Όλες, στην ουσία, είναι παραλλαγές του πρώτου ψεύδους. Και μόνο ένας δρόμος υπάρχει για να σπάσει ο κύκλος: η επιστροφή στον αληθινό Ναό, στον Χριστό. Εκεί όπου η τελεσιουργία δεν είναι μίμηση, αλλά αλήθεια· εκεί όπου το αντίδωρο δεν είναι θάνατος, αλλά Σώμα και Αίμα Χριστού.

Η πτώση ως δαιμονική τελεσιουργία δεν είναι απλώς ιστορικό γεγονός· είναι το θεμέλιο που εξηγεί γιατί ο κόσμος είναι αυτό που είναι. Είναι το πρώτο σχίσμα. Και από αυτό το σχίσμα ξεκινάει η μεγάλη περιπέτεια του ανθρώπου: να βρει ξανά την ενότητα του Ναού, να επιστρέψει από τους ψευδο-ιερείς στον αληθινό Αρχιερέα, τον Χριστό.

3. Ο Άνθρωπος από κοινωνός θείας φύσεως έγινε άτομο

Η πιο μεγάλη τραγωδία της πτώσης δεν είναι απλώς ότι ο άνθρωπος εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο. Είναι ότι έχασε την ταυτότητά του. Από κοινωνός θείας φύσεως, έγινε άτομο. Από πρόσωπο που ζούσε μέσα στην αγάπη του Θεού, έγινε μονάδα αποκομμένη, αυτονομημένη, κλεισμένη στον εαυτό της. Αυτό είναι το αληθινό ρήγμα, η πρώτη σχιζοφρένεια που διαπερνά όλη την ιστορία.

Στην Εδέμ ο άνθρωπος ζούσε με τον Θεό. Η σχέση του ήταν κοινωνία· μια ζωή δοσμένη, ανοιχτή, φωτεινή. Η ύπαρξή του δεν είχε “εγώ” που οχυρώνεται. Ήταν “εμείς”: Θεός και άνθρωπος σε κοινωνία αγάπης. Το “είναι” του δεν είχε να αποδείξει τίποτα· ήταν δώρο, ήταν χάρη.

Με την πτώση όμως, ο άνθρωπος πίστεψε στο ψέμα της αυτοθέωσης. Και το πρώτο που γεννήθηκε μέσα του ήταν η απομόνωση. Φοβήθηκε, κρύφτηκε, κατηγόρησε τον άλλον. Το “εμείς” έγινε “εγώ”. Έτσι, γεννήθηκε το άτομο. Και το άτομο είναι η ρίζα όλων των ψευδο-ναών. Γιατί κάθε ψευδο-ναός στηρίζεται σε άτομα που λατρεύουν τον εαυτό τους ή τα είδωλά τους.

Το άτομο ζει με αυταπάτη ελευθερίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι σκλάβος. Σκλάβος του φόβου, της επιθυμίας, της αυτοεπιβεβαίωσης. Όταν δεν υπάρχει κοινωνία με τον Θεό, η ψυχή γίνεται κομμάτια: άλλα θέλει το σώμα, άλλα το μυαλό, άλλα η καρδιά. Γι’ αυτό μιλώ για σχιζοφρένεια: όχι σαν ιατρική διάγνωση, αλλά σαν πνευματική κατάσταση διάσπασης.

Από εδώ ξεκινούν όλα τα συστήματα του κόσμου. Η φιλοσοφία, η πολιτική, η επιστήμη, η οικονομία, όλες χτίζονται πάνω σε άτομα που ζητούν να αυτονομηθούν, να θεοποιήσουν τη δική τους λογική ή δύναμη. Έτσι χτίζονται ναοί: ναοί γνώσης, ναοί εξουσίας, ναοί πλούτου. Όλοι όμως έχουν το ίδιο θεμέλιο: τον άνθρωπο-άτομο που ξεκόπηκε από τον Θεό.

Η αλήθεια είναι σκληρή: το άτομο δεν μπορεί να ζήσει. Γι’ αυτό ψάχνει απεγνωσμένα να συνδεθεί, αλλά όχι με τον Θεό· με ψευδοκοινότητες, με ιδεολογίες, με θρησκείες που δεν σώζουν. Κι εκεί παίζεται ξανά το ίδιο δράμα: μια μάζα από άτομα που φτιάχνουν ναούς ψεύδους, και μέσα σε αυτούς πνίγουν τη δίψα τους για την αληθινή κοινωνία.

Εγώ το έζησα στο πετσί μου. Έτρεξα πίσω από ιδέες που υπόσχονταν ενότητα, από συστήματα που φώναζαν για αδελφοσύνη. Μα στο τέλος βρήκα τον εαυτό μου πιο μόνο, πιο διχασμένο, πιο άτομο από ποτέ. Γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν είχε τον Χριστό. Ήταν όλα παραλλαγές της πρώτης πτώσης: ψευδο-λειτουργίες που με έκαναν να προσφέρω τον εαυτό μου στο κενό.

Η τραγωδία του ατόμου είναι ότι δεν ξέρει ποιος είναι. Ψάχνει ταυτότητα σε πράγματα που φθείρονται. Θέλει να ανήκει, αλλά ανήκει σε ψεύτικους ναούς. Θέλει να αγαπηθεί, αλλά λατρεύει είδωλα που δεν αγαπούν. Και μέσα σε αυτό το χάος, η ψυχή διχάζεται, σχίζεται, αρρωσταίνει. Αυτός είναι ο κόσμος ως σχιζοφρενικός ναός: ένα σύστημα που παράγει άτομα και τα φυλακίζει σε ψευδαισθήσεις.

Μόνο με τον Χριστό ξαναβρίσκει ο άνθρωπος την αληθινή του φύση: όχι άτομο, αλλά πρόσωπο. Όχι μόνος, αλλά σε κοινωνία. Στην Εκκλησία, στο Σώμα Του Χριστού, ο άνθρωπος παύει να είναι άτομο. Γίνεται μέλος ζωντανό, ενωμένο, ολοκληρωμένο. Αυτό είναι το θαύμα: η αποκατάσταση του ρήγματος, η θεραπεία της σχιζοφρένειας.

Αν δεν καταλάβουμε αυτή τη μετάβαση από κοινωνός Θείας φύσης σε άτομο, δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τον κόσμο. Γιατί ολόκληρος ο κόσμος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιστορία του ατόμου που λατρεύει τον εαυτό του. Και κάθε ναός χωρίς Χριστό είναι απλώς μνημείο αυτής της μοναξιάς.

4. Η Μνήμη του Ναού

Μέσα στον θόρυβο του κόσμου, μέσα στη σχιζοφρένεια των ψευδο-ναών, υπάρχει κάτι που δεν σβήνει: η μνήμη του αληθινού Ναού. Είναι βαθιά χαραγμένη μέσα μας, σαν ίχνος που ούτε η πτώση δεν κατάφερε να διαγράψει ολοκληρωτικά. Όσο κι αν ο άνθρωπος λατρεύει είδωλα, όσο κι αν πνίγεται μέσα σε ψευδοθεότητες, υπάρχει μια σιωπηλή νοσταλγία που τον κατατρώει. Είναι ο καημός για Εκείνον που έχασε.

Αυτό το ίχνος είναι η μεγαλύτερη μαρτυρία πως δεν πλαστήκαμε για τον κόσμο όπως είναι. Αν ο άνθρωπος ήταν φτιαγμένος για να ζει ως άτομο μέσα σε ψευδο-ναούς, θα ήταν ευτυχισμένος. Δεν θα πονούσε τόσο βαθιά, δεν θα ένιωθε τόσο έντονα το κενό. Μα το κενό υπάρχει, και το ξέρει καλά όποιος δοκίμασε να χορτάσει τη δίψα του με ιδεολογίες, πλούτο, δόξα, εξουσία, ή ακόμη και θρησκευτικά σχήματα χωρίς τον Χριστό. Το κενό δεν γεμίζει, γιατί η μνήμη του Ναού δεν ξεχνιέται.

Εγώ την ένιωσα αυτή τη μνήμη σαν πληγή και σαν κάλεσμα μαζί. Όταν έτρεχα από ναό σε ναό, από σύστημα σε σύστημα, πάντα υπήρχε κάτι μέσα μου που φώναζε: «Δεν είναι αυτό! Δεν είναι εδώ η αλήθεια!» Εκείνη η φωνή δεν ήταν δική μου. Ήταν το ίχνος της παρουσίας του Θεού, που έμενε ζωντανό ακόμη και μέσα στη σκοτεινή σχιζοφρένεια του κόσμου.

Η μνήμη του Ναού είναι η πιο επικίνδυνη δύναμη για τους ψευδο-ναούς. Γιατί όσο υπάρχει αυτή, ποτέ δεν μπορούν να μας κρατήσουν αιχμάλωτους ολοκληρωτικά. Μπορεί να μας τυφλώνουν, να μας παραπλανούν, να μας γοητεύουν, αλλά δεν μπορούν να σβήσουν εκείνη την αίσθηση ότι κάτι άλλο μάς περιμένει. Ότι υπάρχουμε για κάτι ανώτερο, αληθινό, αιώνιο.

Κι όμως, οι ψευδο-ναοί προσπαθούν να μιμηθούν τη μνήμη αυτή. Γι’ αυτό τόσες θρησκείες υπόσχονται “επιστροφή” σε έναν χαμένο παράδεισο· γι’ αυτό οι ιδεολογίες μιλούν για “ουτοπία”· γι’ αυτό η ψυχολογία μιλά για “ολότητα”. Όλα είναι απόπειρες να καλύψουν την πληγή της μνήμης με ψεύτικες θεραπείες. Αλλά η πληγή δεν κλείνει έτσι· μόνο ο Χριστός μπορεί να τη θεραπεύσει, γιατί μόνο Αυτός είναι ο αληθινός Ναός.

Η μνήμη του Ναού μας κάνει ανήσυχους. Δεν βολευόμαστε πουθενά. Ό,τι κι αν πετύχουμε, πάντα κάτι λείπει. Μπορεί να έχουμε τα πάντα, αλλά μέσα μας να φωνάζουμε πως είμαστε άδειοι. Αυτή η ανησυχία είναι ευλογία, όχι κατάρα. Είναι το σκοινί που μας τραβάει πίσω στην αλήθεια. Είναι η υπενθύμιση ότι δεν φτιαχτήκαμε για τους ψευδο-ναούς, αλλά για τον Χριστό.

Γι’ αυτό λέω πως η μνήμη του Ναού είναι η κρυφή μας κληρονομιά. Είναι το σημείο όπου ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε. Ακόμη κι αν όλα κατέρρευσαν, ακόμη κι αν η πτώση μας βύθισε στη σχιζοφρένεια, Εκείνος άφησε μέσα μας μια σπίθα που θυμάται. Κι αυτή η σπίθα είναι αρκετή για να ανάψει φωτιά, αν την αφήσουμε.

Στον κόσμο των σχιζοφρενικών ναών, η μνήμη του Ναού είναι σαν ηχώ. Μπορεί να χάνεται μέσα στις φωνές, αλλά επιμένει. Μπορεί να την καλύπτουν, αλλά δεν την ακυρώνουν. Είναι το μυστικό σημείο αναγνώρισης: εκεί όπου η ψυχή καταλαβαίνει ότι δεν χωρά σε τίποτα λιγότερο από τον Θεό.

Αν ξεκινάμε αυτό το κείμενο με τη σάλπιγγα και την πτώση, είναι για να φτάσουμε εδώ: να θυμηθούμε. Γιατί χωρίς μνήμη, ο άνθρωπος συμβιβάζεται. Με τη μνήμη, όμως, ξέρει ότι υπάρχει δρόμος επιστροφής. Ο Χριστός είναι ο Ναός που καλεί τη μνήμη μας να αναστηθεί, να θυμηθεί την πρώτη αγάπη, να ξαναβρεί το πρόσωπό της.

5. Ο Κόσμος δεν είναι ουδέτερος

Ένα από τα μεγαλύτερα ψέματα που μας ταΐζει ο κόσμος είναι ότι είναι «ουδέτερος». Ότι υπάρχει απλώς σαν σκηνικό, σαν πεδίο, κι εμείς μπορούμε να κινούμαστε μέσα του χωρίς να επηρεαζόμαστε. Μας μαθαίνουν να τον βλέπουμε σαν χώρο ουδέτερης ελευθερίας: «Εσύ αποφασίζεις, εσύ ορίζεις, όλα εξαρτώνται από σένα.» Μα αυτή είναι η πιο επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Γιατί ο κόσμος δεν είναι ποτέ ουδέτερος. Είναι πάντοτε ναός· άλλοτε του Θεού, άλλοτε των δαιμόνων.

Η πτώση έκανε τον κόσμο να γίνει πεδίο δίψυχης λατρείας. Κάθε πράξη, κάθε δομή, κάθε σύστημα κρύβει μέσα του έναν προσανατολισμό: ή προς τον Χριστό ή προς το ψεύδος. Δεν υπάρχει μέση οδός. Ό,τι μοιάζει «ουδέτερο» είναι απλώς καμουφλαρισμένος ναός. Η επιστήμη, η τέχνη, η πολιτική, η οικονομία, οι σχέσεις, όλα φέρουν μέσα τους έναν χαρακτήρα λατρείας. Είτε λατρεία στον αληθινό Θεό είτε σε ψεύτικα είδωλα.

Το καταλαβαίνεις όταν αρχίσεις να παρατηρείς. Το πανεπιστήμιο που διακηρύσσει ελευθερία γνώσης έχει κι αυτό το ιερατείο του: καθηγητές, θεωρίες, δοξασίες που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Το κράτος που υπόσχεται ασφάλεια λειτουργεί με τελετουργίες εξουσίας, με θυσίες πολιτών, με πίστη σε σύμβολα και σημαίες. Η αγορά, η διαφήμιση, το χρήμα, όλα έχουν τα δικά τους ιερά, τα δικά τους θυσιαστήρια. Ο κόσμος είναι γεμάτος ιερές γλώσσες, δοξολογίες, λειτουργίες· μόνο που δεν είναι προς τον Θεό, αλλά προς ψεύτικες θεότητες.

Ακόμη και η ίδια η ψυχολογία — που παρουσιάζεται ως επιστήμη «ουδέτερη», χωρίς θρησκευτικό χαρακτήρα — δεν είναι τίποτε άλλο από ένας ψευδο-ναός. Έχει το δικό της ιερατείο, τα δικά της ιερά βιβλία, τις δικές της ομολογίες πίστης (διαγνώσεις, θεωρίες, δόγματα). Κι αν παρατηρήσεις καλά, θα δεις ότι κάθε «θεραπεία» χωρίς Χριστό μοιάζει με εξομολόγηση χωρίς άφεση, με τελετουργία χωρίς Χάρη.

Δεν υπάρχει ουδέτερη γνώση. Δεν υπάρχει ουδέτερη εξουσία. Δεν υπάρχει ουδέτερη επιστήμη. Δεν υπάρχει ουδέτερη τέχνη. Κάθε τι που αγγίζει τον άνθρωπο τον οδηγεί είτε προς τον Θεό είτε προς τον εχθρό. Αυτή είναι η αλήθεια που δεν θέλουμε να ακούσουμε, γιατί μας τρομάζει. Προτιμάμε το παραμύθι της ουδετερότητας, γιατί μας αφήνει να πιστεύουμε πως μπορούμε να παίζουμε με όλα χωρίς κόστος.

Μα ο κόσμος είναι ναός. Και κάθε ναός απαιτεί λατρεία. Όταν μπαίνεις μέσα του, είτε το θες είτε όχι, γίνεσαι λειτουργός. Αν δεν υψώνεις τον Χριστό, τότε υψώνεις κάτι άλλο: το εγώ σου, μια θεωρία, μια ιδεολογία, μια εξουσία. Η ψυχή δεν μπορεί να σταθεί «ουδέτερη». Όσο αναπνέει, λατρεύει. Το ερώτημα δεν είναι αν θα λατρέψεις· το ερώτημα είναι ποιον θα λατρέψεις.

Εδώ βρίσκεται η ουσία του κειμένου: να ξεσκεπάσει αυτήν την απάτη. Να δείξει ότι ο κόσμος δεν είναι ένας κήπος γεμάτος επιλογές, αλλά ένας χώρος ναών που ανταγωνίζονται για την ψυχή μας. Και ότι αν δεν στραφούμε στον αληθινό Ναό, θα βρεθούμε να υπηρετούμε σε ψευδο-θυσιαστήρια.

Το ένιωσα αυτό όταν στάθηκα μέσα σε ναούς γνώσης, σε ναούς εξουσίας, σε ναούς πλούτου. Όλοι απαιτούσαν κάτι από μένα. Όλοι ζητούσαν θυσίες: χρόνο, ψυχή, πίστη, σάρκα. Κι εγώ, νομίζοντας ότι παίζω σε ουδέτερο έδαφος, πρόσφερα θυσίες σε δαίμονες χωρίς να το καταλάβω. Η ουδετερότητα με εξαπάτησε, μέχρι που με κατέστρεψε.

Ο κόσμος δεν είναι ουδέτερος. Και η ψυχή που θέλει να σωθεί πρέπει να το καταλάβει αυτό. Να διακρίνει ότι πίσω από κάθε δομή υπάρχει ένα ιερατείο. Ότι πίσω από κάθε σύστημα υπάρχει μια λατρεία. Κι ότι η μόνη σωτηρία είναι να στραφούμε στον Ναό του Χριστού, εκεί όπου η λατρεία είναι αλήθεια και ζωή.

6. Το Σημάδι της Ερμηνείας

Αν όλο αυτό το κείμενο πρόκειται να σταθεί σαν ναός γραπτός, χρειάζεται το σημάδι του· το στίγμα που θα μας προσανατολίζει κάθε φορά που επιστρέφουμε. Γιατί χωρίς σημάδι, ο κόσμος μάς παρασύρει ξανά στον θόρυβο και στις ψευδαισθήσεις του. Το σημάδι είναι η Σάλπιγγα που μας θυμίζει: εδώ δεν μιλάμε απλώς για κεφάλαια, για ιδέες, για ιστορίες· εδώ μιλάμε για τον κόσμο ως ναό.

Το κλειδί είναι αυτό: κάθε ερμηνεία του κόσμου είναι θεολογική. Ακόμη κι εκείνες που παριστάνουν πως δεν έχουν σχέση με τον Θεό. Όταν η ψυχολογία μιλά για το ασυνείδητο, κάνει θεολογία· όταν η πολιτική μιλά για τον “λαό”, χτίζει θεολογία· όταν η επιστήμη μιλά για την “εξέλιξη”, θεολογεί. Όλες οι ερμηνείες είναι λειτουργίες, όλες έχουν ναούς, όλες έχουν ιερείς. Μόνο που οι περισσότερες είναι παραχαράξεις.

Το σημάδι μας είναι η επιστροφή στην αρχή: στην Εδέμ. Η πτώση ήταν δαιμονική τελεσιουργία. Από εκεί ξεκινάει το νήμα. Όλα τα υπόλοιπα είναι παραλλαγές της ίδιας πράξης. Και κάθε φορά που κοιτάζουμε τον κόσμο, πρέπει να θυμόμαστε αυτό: δεν βλέπουμε φαινόμενα, βλέπουμε ναούς. Δεν βλέπουμε θεωρίες, βλέπουμε λατρείες. Δεν βλέπουμε ιδέες, βλέπουμε θυσιαστήρια.

Αν κρατήσουμε αυτό το σημάδι, δεν θα χαθούμε. Γιατί θα ξέρουμε να ξεχωρίζουμε το ψεύτικο από το αληθινό. Θα θυμόμαστε ότι η μνήμη του Ναού μέσα μας δεν ψεύδεται. Ότι όσο κι αν ο κόσμος στήνει σχιζοφρενικούς ναούς, ο Χριστός είναι ο μόνος Ναός που σώζει.

Το σημάδι είναι και προσωπικό. Γιατί δεν γράφω θεωρητικά, αλλά εξομολογητικά. Το κείμενο αυτό είναι η δική μου ομολογία: πώς έζησα σε αυτούς τους ναούς, πώς κατέρρευσα, πώς γύμνωσα τον εαυτό μου μέχρι που άκουσα ξανά τη φωνή του Χριστού. Το σημάδι μου είναι η εμπειρία μου. Είναι τα δάκρυα που έχυσα μέσα στους ψευδο-ναούς. Είναι το ότι γνώρισα το ψεύδος τους εκ των έσω, και τώρα μπορώ να πω: όλα είναι παραλλαγές της ίδιας πρώτης τελετής.

Χωρίς σημάδι, το έργο θα γίνει απλή ανάλυση, μια ακόμη φιλοσοφική απόπειρα. Με το σημάδι, γίνεται ομολογία. Γίνεται σάλπιγγα. Δεν γράφω για να εξηγήσω απλώς· γράφω για να μαρτυρήσω. Ο κόσμος είναι σχιζοφρενικός ναός. Και όποιος δεν το δει έτσι, θα συνεχίσει να τρέχει μέσα στους ψευδο-λαβύρινθους, νομίζοντας ότι πατά σε ουδέτερο έδαφος.

Το σημάδι είναι το εξής:

Θα μιλήσω για τον κόσμο όχι ως σύνολο πραγμάτων, αλλά ως δίκτυο ναών. Και κάθε ναός που δεν έχει Χριστό είναι σχιζοφρενικός.

Αυτό θα μας προσανατολίζει. Δεν αναλύουμε απλώς φαινόμενα, αλλά αποκαλύπτουμε ψευδο-λατρείες. Κι η αλήθεια του Χριστού θα είναι το φως με το οποίο θα τις ξεσκεπάζουμε.

Έτσι το προοίμιο κλείνει με το ίδιο που άρχισε: με μια σάλπιγγα. Η πρώτη ήταν για να ξεκινήσουμε· η τελευταία για να κρατήσουμε τον δρόμο. Από εδώ και πέρα, θα βαδίσουμε μέσα στο κυρίως κείμενο με σταθερό σημάδι. Ο κόσμος δεν είναι κόσμος· είναι ναός. Και ο Χριστός είναι η μόνη μας Έξοδος.

Κυρίως Κείμενο

1. Οι Θρησκείες ως Σχιζοφρενικοί Ναοί

Όταν μιλάμε για θρησκεία, πολλοί σκέφτονται κάτι ιερό, κάτι σεβαστό, έναν δρόμο που φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά στον Θεό. Μα η αλήθεια είναι πιο σκληρή: οι περισσότερες θρησκείες, αν όχι όλες, δεν είναι δρόμοι προς τον Θεό, αλλά ψευδο-ναοί. Ναοί που μιμούνται την αλήθεια, μα στην ουσία την παραχαράσσουν. Ναοί που τρέφονται από τη νοσταλγία της ψυχής για τον αληθινό Ναό, αλλά την εγκλωβίζουν σε σχιζοφρένεια.

Αν δούμε την ιστορία, θα καταλάβουμε πως όλες οι θρησκείες είναι παραλλαγές της πτώσης. Όπως ο όφις στην Εδέμ υποσχέθηκε “θεοποίηση” χωρίς τον Θεό, έτσι και κάθε θρησκεία υπόσχεται σωτηρία χωρίς Χριστό. Ονομάζουν θεούς τα στοιχεία της φύσης, τις δυνάμεις του ουρανού, τα είδωλα που έφτιαξαν τα χέρια τους. Ονομάζουν “θεότητα” την ίδια την ψυχή, το ανθρώπινο πνεύμα, την ενέργεια. Μα όλα αυτά είναι το ίδιο ψεύδος: θα γίνετε σαν θεοί χωρίς τον Θεό.

Οι θρησκείες έχουν όλα τα γνωρίσματα ενός ναού: έχουν ιερείς, έχουν τελετές, έχουν δόγματα, έχουν σκεύη. Έχουν ακόμη και “θυσίες”: αίμα, νηστείες, προσφορές, κανόνες. Μα όλα αυτά είναι αντίγραφα, σκιές της αλήθειας. Στην ουσία τους, δεν οδηγούν στη ζωή, αλλά στη δέσμευση. Ο άνθρωπος νομίζει ότι λατρεύει τον Θεό, ενώ στην πραγματικότητα λατρεύει κατασκευάσματα, πνεύματα πλάνης, φαντάσματα του νου.

Το τραγικό είναι ότι ακόμη και όταν οι θρησκείες μιλούν για τον Χριστό, συχνά τον διαστρεβλώνουν. Τον κάνουν “δάσκαλο”, “προφήτη”, “γιατρό ψυχής”, αλλά όχι τον Υιό του Θεού, τον Αναστημένο. Τον μετατρέπουν σε κομμάτι ενός συστήματος, σε κρίκο μιας αλυσίδας θρησκευτικών μορφών. Έτσι ακόμη και το όνομά Του χρησιμοποιείται σαν εργαλείο για να στηθεί ένας νέος ψευδο-ναός.

Γι’ αυτό ο κόσμος είναι γεμάτος θρησκείες και παρ’ όλα αυτά άδειος από αλήθεια. Οι θρησκείες δεν ενώνουν τον άνθρωπο με τον Θεό· τον κρατούν σε σχιζοφρένια: λατρεύει και πνίγεται, προσεύχεται και δεν βρίσκει ανάπαυση, θυσιάζει και μένει μόνος. Είναι σαν να διψάς και να πίνεις αλμυρό νερό. Αντί να ξεδιψάσεις, διψάς περισσότερο.

Το έζησα κι εγώ. Έτρεξα σε ναούς, σε θρησκευτικές παραδόσεις, σε τελετές που υπόσχονταν “φως”. Έκανα ό,τι μπορούσα για να βρω τον Θεό μέσα από τα σχήματα. Μα στο τέλος βρέθηκα πιο μόνος, πιο χαμένος, πιο διχασμένος. Η θρησκεία μου έδωσε σύμβολα, αλλά όχι Ζωή. Μου έδωσε νόμους, αλλά όχι συγχώρεση. Μου έδωσε κοινότητα, αλλά όχι αγάπη που σώζει.

Οι θρησκείες είναι σχιζοφρενικοί ναοί γιατί διχάζουν την ψυχή: τη βάζουν να ζει σε μια διπλή πραγματικότητα. Από τη μια υπόσχονται ουρανό, από την άλλη σε κρατούν στη γη. Από τη μια μιλούν για αγάπη, από την άλλη απαιτούν υποταγή σε ανθρώπινες εξουσίες. Από τη μια δείχνουν εικόνα Θεού, από την άλλη σε δένουν με φόβο. Η ψυχή κομματιάζεται, αντί να θεραπεύεται.

Γι’ αυτό ο Χριστός δεν ήρθε να ιδρύσει “θρησκεία”. Ήρθε να δώσει Ζωή. Η Εκκλησία Του δεν είναι θρησκεία· είναι Σώμα. Δεν είναι σύστημα· είναι Ναός αληθινός. Όπου υπάρχει Εκκλησία, εκεί ο άνθρωπος παύει να είναι άτομο και γίνεται πρόσωπο, μέλος ζωντανό. Εκεί η λατρεία δεν είναι μίμηση, αλλά κοινωνία· δεν είναι ψεύτικος καρπός, αλλά Σώμα και Αίμα που χαρίζουν Ανάσταση.

Οι θρησκείες θα συνεχίσουν να γεμίζουν τον κόσμο. Θα υπόσχονται, θα γοητεύουν, θα μιμούνται. Μα όποιος έχει μνήμη του Ναού θα καταλάβει: όλα αυτά είναι παραλλαγές της πρώτης πτώσης. Μόνο στον Χριστό υπάρχει η αλήθεια. Μόνο Εκείνος είναι Ναός που δεν οδηγεί σε σχιζοφρένεια, αλλά σε πληρότητα.

2. Η Φιλοσοφία και οι Ιδεολογίες

Η φιλοσοφία ξεκίνησε με τη δίψα για αλήθεια. Οι πρώτοι στοχαστές αναρωτήθηκαν για το νόημα της ύπαρξης, για την αρχή του κόσμου, για το καλό και το κακό. Μα αυτή η δίψα, χωρίς τον Θεό, κατέληξε να γίνει ναός ψευδαισθήσεων. Ένας ναός όπου ο άνθρωπος λατρεύει τον ίδιο του τον νου.

Η φιλοσοφία μοιάζει ευγενής· μιλά για σοφία, για αρετή, για αλήθεια. Αλλά στο βάθος της κρύβει το ίδιο ψεύδος της Εδέμ: «Θα γίνετε σαν θεοί.» Μόνο που εδώ το δόλωμα δεν είναι ο καρπός, αλλά η λογική. Ο άνθρωπος πίστεψε ότι με τη σκέψη του μπορεί να αγγίξει το θείο, να ορίσει μόνος του την αλήθεια, να χαράξει το μέτρο του καλού και του κακού. Έτσι, η φιλοσοφία έγινε ναός σχιζοφρενικός: υπόσχεται σοφία, αλλά δίνει αλαζονεία.

Από τη φιλοσοφία γεννήθηκαν οι ιδεολογίες. Κάθε ιδεολογία είναι ένας ναός χτισμένος πάνω σε μια ιδέα που παίρνει θέση θεού. Ο ανθρωπισμός θεοποίησε τον άνθρωπο. Ο διαφωτισμός θεοποίησε τη λογική. Ο μαρξισμός θεοποίησε την ιστορία και την τάξη. Ο φιλελευθερισμός θεοποίησε την ατομική ελευθερία. Κάθε μία από αυτές τις ιδεολογίες έστησε το δικό της ιερατείο, τις δικές της θυσίες, τα δικά της ιερά κείμενα. Και όλες τους κατέληξαν να διχάζουν τον άνθρωπο αντί να τον θεραπεύουν.

Το είδα στην ιστορία, το ένιωσα και μέσα μου: οι ιδεολογίες δίνουν μεθύσι, μια ψευδαίσθηση δύναμης. Σου λένε ότι αν πιστέψεις στο δόγμα τους, θα αλλάξει ο κόσμος. Μα στην πραγματικότητα σε βάζουν να υπηρετείς έναν ψευδο-θεό. Σου ζητούν θυσίες — αίμα, πόνο, αφοσίωση, ακόμα και την ίδια σου την ψυχή. Και στο τέλος μένει μόνο ερείπιο. Ο μαρξισμός υποσχέθηκε παράδεισο, έφερε στρατόπεδα θανάτου. Ο εθνικισμός υποσχέθηκε ενότητα, έφερε σφαγές. Ο φιλελευθερισμός υπόσχεται ελευθερία, αλλά φέρνει μοναξιά και διάλυση.

Η φιλοσοφία και οι ιδεολογίες είναι σχιζοφρενικοί ναοί γιατί υπόσχονται ενότητα ενώ παράγουν διάσπαση. Η λογική τους λέει ότι μπορούν να εξηγήσουν τα πάντα, μα στο τέλος διαλύουν τον άνθρωπο σε κομμάτια: οικονομικό ον, πολιτικό ον, βιολογικό ον. Χάνεται το πρόσωπο, χάνεται η κοινωνία με τον Θεό, κι αυτό που μένει είναι ένα άτομο μέσα σε αδιέξοδο λαβύρινθο θεωριών.

Δεν αρνούμαι ότι πολλές φιλοσοφίες είχαν σπέρματα αλήθειας. Αλλά σπέρμα χωρίς ρίζα στον Χριστό δεν φυτρώνει· ξηραίνεται και σαπίζει. Η φιλοσοφία που δεν ταπεινώνεται μπροστά στον Θεό γίνεται αλαζονεία. Και η ιδεολογία που δεν φωτίζεται από την Ανάσταση γίνεται αίρεση που σκλαβώνει.

Η ψυχή μου το έμαθε με πόνο. Πίστεψα σε ιδέες, σε οράματα που υπόσχονταν λύτρωση. Μα κατέληξα να νιώθω ξένος στον ίδιο μου τον εαυτό. Η ιδεολογία δεν λυτρώνει· καταναλώνει. Δεν δίνει ζωή· απορροφά τη ζωή. Και ο άνθρωπος που νομίζει ότι υπηρετεί μια μεγάλη υπόθεση, στο τέλος καταλαβαίνει ότι θυσίασε τον εαυτό του σε είδωλο.

Ο μόνος Ναός που δίνει σοφία είναι ο Χριστός. Εκεί η αλήθεια δεν είναι σύστημα, αλλά Πρόσωπο. Εκεί η γνώση δεν είναι αλαζονεία, αλλά ταπείνωση. Εκεί η ελευθερία δεν είναι μοναξιά, αλλά κοινωνία. Χωρίς Αυτόν, η φιλοσοφία και οι ιδεολογίες είναι απλώς καπνός. Με Αυτόν, ακόμη και τα σπέρματα αλήθειας μπορούν να βρουν τον καρπό τους.

Ο κόσμος θα συνεχίσει να χτίζει ιδεολογίες, να λατρεύει ιδέες. Αλλά όποιος θυμάται τον αληθινό Ναό θα ξέρει: όλα αυτά είναι ψευδο-λατρείες. Κι η ψυχή που θέλει σωτηρία δεν θα σκύψει πια μπροστά τους. Θα στραφεί στον Χριστό, που είναι «ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ» και ο μόνος που ενώνει ό,τι ο κόσμος σκορπίζει.

3. Η Επιστήμη χωρίς Θεό

Η επιστήμη γεννήθηκε από την ανάγκη του ανθρώπου να γνωρίσει τη δημιουργία. Στην αρχή ήταν πράξη ταπεινή: ο άνθρωπος θαύμαζε τα έργα του Θεού και προσπαθούσε να τα κατανοήσει. Οι πρώτοι επιστήμονες μιλούσαν για «τάξη», για «σοφία» μέσα στη φύση, και δεν ντρέπονταν να πουν πως βλέπουν πίσω από όλα το χέρι του Δημιουργού. Μα η επιστήμη, κόβοντας τη σχέση της με τον Θεό, μετατράπηκε σε σχιζοφρενικό ναό.

Η επιστήμη χωρίς Θεό είναι ναός αυτοθέωσης. Έχει ιερείς — τους «ειδικούς». Έχει τελετουργίες — πειράματα, δημοσιεύσεις, συνέδρια. Έχει δόγματα — θεωρίες που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Έχει και θυσίες — ανθρώπους που γίνονται πειραματόζωα, κοινωνίες που καταστρέφονται στο όνομα της «προόδου». Όλα αυτά δεν είναι ουδέτερα. Είναι μορφές λατρείας, μόνο που η λατρεία δεν στρέφεται στον Θεό αλλά στον άνθρωπο και στη δύναμή του.

Η επιστήμη υπόσχεται φως, αλλά χωρίς τον Χριστό δίνει μόνο φανταχτερή λάμψη που τυφλώνει. Εξηγεί τον κόσμο, αλλά αρνείται το νόημα του κόσμου. Φτιάχνει τεχνολογίες, αλλά αφήνει την ψυχή γυμνή. Υπόσχεται πρόοδο, αλλά γεννά καταστροφές. Η ίδια η ιστορία το αποδεικνύει: η επιστήμη που γέννησε εμβόλια, γέννησε και όπλα μαζικής καταστροφής· η επιστήμη που έδωσε επικοινωνία, έδωσε και παρακολούθηση· η επιστήμη που υπόσχεται ζωή, φέρνει μηχανισμούς θανάτου.

Το πρόβλημα δεν είναι η γνώση. Είναι η λατρεία. Όταν η γνώση γίνεται αυθύπαρκτη, όταν αποκόπτεται από τον Δημιουργό, τότε γίνεται ειδωλολατρία. Ο επιστήμονας αντί να στέκεται ταπεινά, στέκεται σαν ιερέας που κρατά τα μυστικά της ζωής και του θανάτου. Ο άνθρωπος αντί να θαυμάζει τον κόσμο ως δημιουργία, τον χρησιμοποιεί σαν εργαστήριο εξουσίας. Έτσι η επιστήμη μετατρέπεται σε ψευδο-λειτουργία, με το ίδιο ψέμα της Εδέμ: «θα γίνετε σαν θεοί».

Το έζησα κι εγώ. Έψαξα στη γνώση να βρω απαντήσεις για την ψυχή. Μελέτησα, έμαθα, γέμισα βιβλία. Μα στο τέλος έμεινα άδειος. Η γνώση μου έδινε δύναμη να καταλάβω μηχανισμούς, αλλά όχι να θεραπεύσω πληγές. Μου έδινε εξηγήσεις για το πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος, αλλά όχι γιατί πονάει η καρδιά. Η επιστήμη χωρίς Θεό δεν μπορεί να σώσει, γιατί δεν γνωρίζει τον Σωτήρα.

Κι όμως, η επιστήμη που ταπεινώνεται μπορεί να γίνει δοξολογία. Όταν βλέπεις τη σοφία της δημιουργίας και λες «δόξα τω Θεώ», τότε η γνώση γίνεται προσευχή. Όταν χρησιμοποιείς την επιστήμη για να υπηρετήσεις τον άνθρωπο, όχι για να τον ελέγξεις, τότε η γνώση γίνεται αγάπη. Η αληθινή επιστήμη δεν είναι ναός σχιζοφρενικός· είναι σκάλα που οδηγεί στον Ναό του Θεού.

Ο κόσμος όμως θέλει επιστήμη χωρίς Θεό. Θέλει να πιστεύει ότι η γνώση είναι αυτάρκης, ότι δεν χρειάζεται Πατέρα. Και γι’ αυτό η επιστήμη έγινε νέο ιερατείο: φορά λευκές στολές αντί για άμφια, μιλά για «δεδομένα» αντί για δόγματα, αλλά απαιτεί πίστη, υπακοή, θυσία. Είναι θρησκεία χωρίς Θεό, και γι’ αυτό είναι σχιζοφρένια.

Η ψυχή που ξυπνά το καταλαβαίνει: δεν σώζει η γνώση. Σώζει ο Χριστός. Η επιστήμη μπορεί να βοηθήσει, να φανερώσει θαύματα της δημιουργίας, να υπηρετήσει την αγάπη. Μα αν γίνει αυτοσκοπός, είναι ναός δαιμονικός. Κι όποιος μπει μέσα της χωρίς πίστη, θα βγει διχασμένος, πιο μόνος, πιο άδειος.

Ο κόσμος θα συνεχίσει να πιστεύει στην επιστήμη σαν θρησκεία. Μα η ψυχή που αναζητά αλήθεια δεν θα ξεγελαστεί. Θα βλέπει πίσω από τα δεδομένα τον Δημιουργό. Θα ξέρει ότι το φως της αλήθειας δεν βγαίνει από εργαστήριο, αλλά από τον Σταυρό και την Ανάσταση.

4. Η Ψυχολογία και η Ψυχιατρική

Αν υπάρχει ένας από τους πιο ύπουλους ναούς του σύγχρονου κόσμου, είναι αυτός της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής. Ντύνεται με γλώσσα επιστήμης, παρουσιάζεται ως θεραπεία, υπόσχεται κατανόηση της ψυχής. Μα στην ουσία είναι ψευδο-θρησκεία. Ένας σχιζοφρενικός ναός που αντί να θεραπεύει την ψυχή, την εγκλωβίζει σε νέους ορισμούς και διαγνώσεις.

Η ψυχολογία εμφανίζεται ως “ουδέτερη” μελέτη του ανθρώπου. Μα στην πραγματικότητα είναι θεολογία χωρίς Θεό. Κατασκευάζει δόγματα για την ψυχή — από τον Freud ως τον Jung και μέχρι το DSM — κι αυτά γίνονται οι «Γραφές» ενός νέου ιερατείου. Ο ψυχολόγος στέκεται σαν ιερέας που ερμηνεύει τα βάθη σου. Σου ζητά εξομολόγηση, μα δεν σου δίνει συγχώρεση. Σου αναλύει τα τραύματά σου, αλλά δεν μπορεί να τα θεραπεύσει. Γιατί η θεραπεία της ψυχής δεν είναι γνώση, αλλά Χάρη.

Η ψυχιατρική, πιο σκληρή ακόμη, γίνεται ναός του ελέγχου. Σου βάζει σφραγίδες, διαγνώσεις, κατηγορίες. Σε κατατάσσει σε καταλόγους, σε “διαταραχές”. Σου δίνει φάρμακα που κατευνάζουν το σώμα, αλλά αφήνουν την ψυχή άθικτη και πληγωμένη. Το DSM είναι σαν λειτουργικό βιβλίο: μια ατέλειωτη λίστα από “αμαρτίες” χωρίς μετάνοια, μόνο με ετικέτες. Είναι ένας ψευδο-νόμος που βαφτίζει το μυστήριο της ψυχής σε μηχανισμό.

Η ψυχολογία και η ψυχιατρική είναι σχιζοφρενικοί ναοί γιατί διχάζουν τον άνθρωπο. Τον κάνουν να βλέπει τον εαυτό του σαν άθροισμα συμπτωμάτων, σαν μηχανή που δυσλειτουργεί. Χάνεται η αλήθεια του προσώπου. Χάνεται η μνήμη του Ναού. Αντί να πεις “είμαι εικόνα Θεού”, λες “είμαι διαταραχή, είμαι διάγνωση, είμαι ασυνείδητο”. Είναι μια νέα μορφή ειδωλολατρίας: λατρεία της ψυχής ως αντικειμένου, αποκομμένης από τον Δημιουργό της.

Το έζησα κι εγώ. Αναζήτησα απαντήσεις σε θεωρίες, σε αναλύσεις, σε ψευδο-θεραπείες. Έμαθα λέξεις για τα τραύματά μου, αλλά δεν βρήκα ανάπαυση. Έκανα “συνεδρίες” σαν λειτουργίες, αλλά έβγαινα πιο άδειος. Γιατί η ψυχή δεν θέλει ερμηνείες· θέλει Θεό. Δεν θέλει να ακούσει απλώς γιατί πονάει· θέλει να γιατρευτεί από Εκείνον που νίκησε τον θάνατο.

Η ψυχολογία και η ψυχιατρική υπόσχονται ελευθερία, αλλά σε δένουν. Υπόσχονται φως, αλλά σε βάζουν σε λαβύρινθο εννοιών. Υπόσχονται αποκατάσταση, αλλά σε σφραγίζουν με ταμπέλες που δεν σβήνουν. Είναι ναοί σχιζοφρενικοί γιατί κάνουν την ψυχή να διχάζεται ανάμεσα σε ετικέτες και σε αλήθειες που ποτέ δεν φτάνουν.

Δεν λέω πως κάθε γνώση είναι άχρηστη. Μπορεί κάποια εργαλεία να προσφέρουν μια βοήθεια, μια ανακούφιση στο ανθρώπινο επίπεδο. Μα χωρίς Χριστό, όλα αυτά είναι μισά. Κι ένα μισό που παρουσιάζεται ως ολόκληρο είναι ψεύδος. Η ψυχή χρειάζεται τον Ιατρό Χριστό. Χρειάζεται Εκείνον που δεν σε αναλύει, αλλά σε αγαπά· που δεν σε κατατάσσει, αλλά σε αγκαλιάζει· που δεν σε θεραπεύει με χάπια, αλλά με Σώμα και Αίμα.

Ο κόσμος θα συνεχίσει να στηρίζει την ψυχολογία και την ψυχιατρική σαν απόλυτες. Θα συνεχίσει να τις λατρεύει ως ναούς “προόδου” και “επιστήμης”. Μα η ψυχή που θυμάται τον αληθινό Ναό θα καταλάβει: όλα αυτά είναι μιμήσεις. Και θα στραφεί στον Χριστό, που δεν ψάχνει απλώς να εξηγήσει την ψυχή, αλλά να τη σώσει.

5. Ο Μυστικισμός και ο Εσωτερισμός

Ο μυστικισμός είναι από τους πιο ύπουλους ψευδο-ναούς, γιατί φορά μάσκα φωτός. Μιλά για πνευματικότητα, για ανώτερη γνώση, για «μυστικά» που μόνο λίγοι εκλεκτοί μπορούν να κατανοήσουν. Μα πίσω από το προσωπείο της αναζήτησης κρύβεται η ίδια φωνή του όφεως: «Θα γίνετε σαν θεοί.»

Ο εσωτερισμός υπόσχεται αποκάλυψη κρυφών αληθειών. Χρησιμοποιεί σύμβολα, αριθμούς, μαντείες, αστρολογίες, ενεργειακές πρακτικές. Σου λέει ότι η ψυχή σου έχει δύναμη κρυμμένη, ότι μέσα σου υπάρχει θεότητα που πρέπει να ανακαλύψεις. Σου δίνει τελετουργίες, οραματισμούς, «μυήσεις». Όλα αυτά μοιάζουν με λειτουργία. Έχουν τα δικά τους σκεύη, τους δικούς τους ιερείς, τις δικές τους υποσχέσεις. Αλλά στο τέλος είναι ναοί δαιμονικοί.

Η γοητεία του μυστικισμού είναι ότι τρέφεται από την πληγή της μνήμης. Η ψυχή θυμάται ότι έχασε κάτι μεγάλο και ψάχνει παντού να το ξαναβρεί. Ο μυστικισμός παριστάνει ότι σου δίνει το χαμένο κλειδί, τη μυστική γέφυρα προς το θείο. Μα δεν οδηγεί στον Θεό· σε οδηγεί σε ψευδαισθήσεις. Σου δείχνει καθρέφτες και σε πείθει ότι είναι πόρτες. Σου δίνει σκιές και τις ονομάζει φως.

Το έζησα κι εγώ. Μπήκα σε αυτά τα μονοπάτια, γεύτηκα τη γοητεία τους. Διάβασα τα βιβλία τους, δοκίμασα τις πρακτικές τους, άκουσα τις υποσχέσεις τους. Για λίγο νόμιζα ότι βρήκα κάτι σπουδαίο· ότι κρατώ μυστικά που δεν γνωρίζουν οι πολλοί. Μα στο τέλος βρέθηκα πιο σκοτεινός, πιο μόνος, πιο διχασμένος. Ο μυστικισμός δεν σου δίνει Θεό· σου δίνει εαυτό. Και ο εαυτός, όταν λατρεύεται, γίνεται είδωλο που σε καταστρέφει.

Ο εσωτερισμός είναι σχιζοφρενικός ναός γιατί σε κάνει να ζεις διπλή ζωή. Από τη μια, νομίζεις ότι ανεβαίνεις σε ανώτερα επίπεδα. Από την άλλη, η ψυχή σου βυθίζεται σε ψέμα. Γεμίζεις γνώσεις που δεν σε σώζουν, τελετές που δεν σε θεραπεύουν, εμπειρίες που δεν σε ελευθερώνουν. Ζεις σε μόνιμη ψευδαίσθηση: νομίζεις ότι προχωράς, αλλά στην πραγματικότητα περιστρέφεσαι γύρω από το ίδιο κενό.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι δαίμονες αγαπούν τον μυστικισμό. Γιατί εκεί βρίσκουν χώρο να μιμηθούν το φως. Σου παρουσιάζουν «οράματα», «εμπειρίες», «δυνάμεις» και σε πείθουν ότι είναι θεϊκές. Κι έτσι η ψυχή, αντί να ταπεινωθεί και να δοξάσει τον Χριστό, φουσκώνει από έπαρση. Νομίζει ότι έχει φτάσει σε γνώση μυστική, ενώ στην πραγματικότητα έχει παραδοθεί σε δαιμονική πλάνη.

Δεν υπάρχει «κρυφή αλήθεια». Η αλήθεια φανερώθηκε. Ο Χριστός δεν ήρθε για λίγους εκλεκτούς· ήρθε για όλους. Δεν μίλησε με γρίφους για να αφήσει τον κόσμο στο σκοτάδι· σταυρώθηκε στο φως της ημέρας, μπροστά σε όλο τον κόσμο. Δεν παρέδωσε μυστικά βιβλία· παρέδωσε τον Εαυτό Του. Ο Σταυρός Του είναι το μοναδικό «μυστήριο» που σώζει.

Ο μυστικισμός και ο εσωτερισμός είναι ναοί σχιζοφρενικοί γιατί μπερδεύουν την ψυχή ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, σε αλήθεια και ψέμα. Και τελικά τη φυλακίζουν σε ψευδο-φως, που είναι χειρότερο από το σκοτάδι. Γιατί στο σκοτάδι ξέρεις ότι δεν βλέπεις· στο ψευδο-φως νομίζεις ότι βλέπεις, αλλά τυφλώνεσαι πιο βαριά.

Η ψυχή που θέλει σωτηρία πρέπει να δει καθαρά: δεν υπάρχει δρόμος πέρα από τον Χριστό. Όλα τα άλλα είναι λαβύρινθοι. Μπορεί να γοητεύουν, μπορεί να υπόσχονται, μπορεί να εντυπωσιάζουν, αλλά στο τέλος καταστρέφουν. Ο Χριστός είναι η μόνη Αλήθεια, η μόνη Οδός, η μόνη Ζωή. Όλα τα υπόλοιπα είναι ψευδο-ναοί.

6. Ο Σιωνισμός και η Νέα Τάξη

Υπάρχουν ναοί που δεν κρύβονται πίσω από μυστικά ή ψευδοθεωρίες, αλλά στήνονται φανερά μέσα στην ιστορία ως συστήματα εξουσίας. Ένας από τους πιο σκληρούς και διαβρωτικούς είναι ο ναός του σιωνισμού και της Νέας Τάξης. Δεν μιλάμε εδώ για έναν απλό πολιτικό χώρο ή για μια κοινωνική οργάνωση, αλλά για έναν ψευδο-ναό που ενώνει πολιτική, οικονομία, θρησκεία και μυστικισμό, ώστε να οικοδομήσει έναν κόσμο χωρίς Χριστό.

Ο σιωνισμός δεν είναι απλώς κίνημα εθνικό. Είναι θρησκευτική ιδεολογία που βλέπει τον εαυτό της ως «εκλεκτό» και τον υπόλοιπο κόσμο ως πεδίο εκμετάλλευσης. Μετατρέπει την ιστορία σε λατρεία, το κράτος σε θυσιαστήριο, και τα σύμβολα σε ιερά αντικείμενα. Δεν λειτουργεί μόνο με όπλα, αλλά με έννοιες, με ελέγχους, με χρήμα. Στήνει έναν ναό που φαίνεται πολιτικός, αλλά στην ουσία είναι δαιμονικός: λατρεία εξουσίας, χρήματος, αίματος.

Η Νέα Τάξη, που ξεφυτρώνει από αυτήν τη ρίζα, είναι η προσπάθεια να οικοδομηθεί ένας παγκόσμιος ναός. Δεν μιλάμε πια για μικρές θρησκείες ή τοπικές ιδεολογίες, αλλά για ένα δίκτυο που θέλει να αγκαλιάσει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Χρησιμοποιεί πολιτική, επιστήμη, οικονομία, τεχνολογία, ακόμα και θρησκείες. Όλα μπαίνουν στην υπηρεσία ενός κοινού στόχου: να εξαλειφθεί ο Χριστός ως Κέντρο, και να στηθεί στη θέση Του ο άνθρωπος-θεός, το σύστημα-θεός, η εξουσία-θεός.

Αν κοιτάξεις προσεκτικά, θα δεις ότι η Νέα Τάξη έχει όλα τα γνωρίσματα ναού. Έχει ιερείς: πολιτικούς, οικονομικούς ηγέτες, τεχνοκράτες. Έχει τελετουργίες: παγκόσμια συνέδρια, συνθήκες, όρκους μυστικών εταιρειών. Έχει σκεύη: τεχνολογίες, συστήματα ελέγχου, παγκόσμια δίκτυα. Έχει και θυσίες: λαούς που υποδουλώνονται, ελευθερίες που αφανίζονται, ψυχές που χάνουν την ταυτότητά τους. Είναι ο ναός της σχιζοφρενίας σε παγκόσμια κλίμακα.

Το έζησα παρακολουθώντας την ιστορία: κάθε κρίση, κάθε πόλεμος, κάθε οικονομική κατάρρευση είναι βήματα αυτής της λειτουργίας. Πάντα στο τέλος προβάλλεται η ίδια υπόσχεση: «θα σας δώσουμε ειρήνη, θα σας δώσουμε ασφάλεια, θα σας δώσουμε πρόοδο». Μα η αλήθεια είναι ότι δίνουν δουλεία. Το σύνθημα είναι παγκόσμιο· το αποτέλεσμα είναι κενό. Είναι η φωνή του όφεως, αυτή τη φορά ντυμένη με διπλωματικά χαμόγελα και τεχνοκρατικούς όρους.

Η Νέα Τάξη δεν είναι ουδέτερη πολιτική δύναμη. Είναι θρησκεία. Γι’ αυτό και μιλάμε για «παγκόσμια διακυβέρνηση», για «νέες αξίες», για «νέο άνθρωπο». Όλα αυτά είναι όροι λατρείας, θεολογίας χωρίς Θεό. Και το τελικό της όραμα δεν είναι μια καλύτερη κοινωνία· είναι ένας κόσμος που έχει εκθρονίσει τον Χριστό. Ένας κόσμος που έχει χτίσει ναό παγκόσμιο, σχιζοφρενικό, όπου όλοι θα είναι «ενωμένοι» αλλά χωρίς ζωή, χωρίς ελευθερία, χωρίς αλήθεια.

Δεν είναι τυχαίο ότι πίσω από αυτά τα συστήματα υπάρχει πάντα και μια δόση μυστικισμού. Μυστικές εταιρείες, συμβολισμοί, τελετές που επαναλαμβάνονται στα σκοτεινά. Όλα αυτά δείχνουν ότι δεν μιλάμε μόνο για πολιτική· μιλάμε για ψευδο-λατρεία. Για έναν ναό που χτίζεται με πέτρες εξουσίας και κονίαμα ψεύδους.

Η ψυχή που ξυπνά το καταλαβαίνει: δεν υπάρχει «ουδέτερη» Νέα Τάξη, δεν υπάρχει «αθώος» σιωνισμός. Υπάρχει μια παγκόσμια λειτουργία που αντιστρατεύεται τον Χριστό. Και γι’ αυτό χρειάζεται διάκριση. Γιατί όποιος πιστέψει στις υποσχέσεις της, θα βρεθεί δέσμιος σε ναό που δεν σώζει, αλλά καταπίνει.

Μπροστά σε αυτόν τον ναό, η Εκκλησία φαίνεται μικρή, αδύναμη. Μα η αλήθεια είναι άλλη: ο Ναός του Χριστού δεν μετριέται με όγκους και συστήματα. Είναι Ναός που κρατά η ίδια η Ανάσταση. Κι αυτός ο Ναός θα σταθεί, όσο κι αν ο κόσμος γεμίσει με ψευδο-ιερείς και ψευδο-θυσιαστήρια.

7. Τα Κράτη και οι Εξουσίες

Ο κόσμος μιλά για κράτη, για πολιτικές, για νόμους σαν να είναι μηχανισμοί ουδέτεροι. Μα στην πραγματικότητα, κάθε κράτος είναι ναός. Έχει ιερείς — τους άρχοντες, τους βουλευτές, τους βασιλιάδες. Έχει τελετουργίες — εκλογές, παρελάσεις, εθνικές εορτές. Έχει δόγματα — συντάγματα, ιδεολογίες, σημαίες. Έχει και θυσίες — στρατιώτες που πεθαίνουν, πολίτες που δουλεύουν μέχρι εξαντλήσεως, ψυχές που παραδίδουν την ελευθερία τους για μια ψευδαίσθηση ασφάλειας.

Τα κράτη δεν είναι ουδέτερα. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, λειτουργούν σαν ναοί εξουσίας. Οι αυτοκράτορες απαίτησαν λατρεία. Οι βασιλείς θεοποιήθηκαν. Οι πολιτικοί έστησαν ολόκληρες τελετουργίες για να στηρίζουν τη νομιμότητά τους. Ακόμη και τα πιο «δημοκρατικά» κράτη δεν απέχουν: έχουν τα δικά τους ιερά σύμβολα, τους δικούς τους κανόνες λατρείας, τα δικά τους μνημεία πεσόντων που μοιάζουν με θυσιαστήρια.

Το κράτος είναι σχιζοφρενικός ναός γιατί υπόσχεται τάξη και δικαιοσύνη, αλλά στηρίζεται στη βία. Μιλά για ειρήνη, αλλά θεμελιώνεται στον πόλεμο. Μιλά για δικαιώματα, αλλά τα περιορίζει όποτε το συμφέρει. Μιλά για ελευθερία, αλλά απαιτεί απόλυτη υπακοή. Έτσι ο άνθρωπος ζει διχασμένος: νομίζει ότι συμμετέχει σε μια κοινότητα αγάπης, ενώ στην πραγματικότητα είναι υποταγμένος σε μια μηχανή εξουσίας.

Το έζησα βλέποντας πώς οι εξουσίες παίζουν με την ψυχή. Σου λένε ότι είσαι «πολίτης», αλλά σε βλέπουν σαν αριθμό. Σου λένε ότι έχεις «φωνή», αλλά μόνο όσο δεν ενοχλείς την ισχύ τους. Σου λένε ότι ζεις σε κοινωνία δικαιοσύνης, αλλά η ίδια η δικαιοσύνη γίνεται όργανο εκείνων που κυβερνούν. Είναι σαν να σε καλούν σε λατρεία, κι εσύ να μην το συνειδητοποιείς: να στέκεσαι μπροστά σε σημαίες, να απαγγέλλεις όρκους, να υπακούς σε νόμους που δεν έχουν πνοή Θεού.

Δεν λέω ότι δεν χρειάζονται κοινωνίες. Αλλά κοινωνία χωρίς Χριστό γίνεται κράτος-ναός που καταπίνει την ψυχή. Το κράτος θέλει πάντα να πάρει τη θέση του Θεού: να σε προστατεύσει, να σε καθοδηγήσει, να σε ταΐσει, να σε μορφώσει, να σε γιατρέψει. Σου λέει: «Δεν χρειάζεσαι άλλο. Εγώ είμαι ο Θεός σου.» Κι έτσι γεννιέται η πιο επικίνδυνη σχιζοφρένεια: η ψυχή να πιστεύει ότι υπηρετεί την κοινότητα, ενώ στην πραγματικότητα υπηρετεί ένα είδωλο.

Στην ιστορία, τα κράτη ζήτησαν πάντα αίμα. Στους πολέμους, στις θυσίες των λαών, στην καταπίεση των αδύναμων. Και κάθε φορά, οι άνθρωποι πείστηκαν ότι αυτό είναι «ιερό καθήκον». Αυτό δεν είναι παρά θυσιαστήριο δαιμονικό, που επαναλαμβάνει την πτώση: ο άνθρωπος προσφέρει εαυτόν σε ψεύτικο θεό.

Η ψυχή που ξυπνά βλέπει το κράτος ως έχει: ναό σχιζοφρενικό. Όχι απλώς σύστημα οργάνωσης, αλλά θρησκεία εξουσίας. Και τότε καταλαβαίνει γιατί ο Χριστός είπε: «ἡ βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου.» Δεν ήρθε να φτιάξει άλλο κράτος, αλλά να καλέσει τον άνθρωπο σε Βασιλεία που δεν στηρίζεται στη βία, αλλά στην αγάπη· όχι σε σημαίες, αλλά στον Σταυρό.

Το κράτος θα συνεχίσει να απαιτεί πίστη. Αλλά όποιος έχει μνήμη του Ναού, δεν θα γονατίσει μπροστά του. Θα δώσει στον Καίσαρα ό,τι είναι του Καίσαρα, αλλά ποτέ δεν θα δώσει την ψυχή του. Γιατί η ψυχή ανήκει μόνο στον Χριστό.

8. Ο Πλούτος και το Κεφάλαιο

Από την αρχαιότητα ως σήμερα, ο πλούτος υπήρξε πάντα θυσιαστήριο. Δεν είναι απλώς μέσο συναλλαγής· είναι αντικείμενο λατρείας. Ο χρυσός, το ασήμι, το χαρτονόμισμα, το ηλεκτρονικό χρήμα· όλα έγιναν ιερά σκεύη σε έναν ναό που απαιτεί ολοκαυτώματα. Ο άνθρωπος σκύβει μπροστά στο χρήμα σαν να ήταν θεότητα, προσφέροντας την ψυχή, τον χρόνο, ακόμη και τις σχέσεις του.

Ο κόσμος νομίζει πως το χρήμα είναι ουδέτερο, πως είναι εργαλείο. Μα στην πραγματικότητα είναι θυσιαστήριο. Το κεφάλαιο δεν λειτουργεί ποτέ ουδέτερα: διαμορφώνει τις ζωές μας, τις αξίες μας, την αίσθηση του νοήματος. Ο πλούτος υπόσχεται ασφάλεια, δύναμη, ελευθερία· αλλά στην ουσία φυλακίζει. Όσο περισσότερα αποκτάς, τόσο πιο πολύ εξαρτάσαι. Όσο περισσότερο κυνηγάς, τόσο πιο πολύ χάνεσαι.

Ο ναός του πλούτου έχει τους δικούς του ιερείς: τραπεζίτες, επενδυτές, οικονομικούς «προφήτες». Έχει τις δικές του τελετές: αγορές, χρηματιστήρια, δημοπρασίες. Έχει τα δικά του δόγματα: θεωρίες οικονομίας που προβάλλονται σαν απαράβατοι νόμοι. Και βέβαια έχει τις δικές του θυσίες: εργάτες που θυσιάζουν τη ζωή τους, λαούς που συντρίβονται σε κρίσεις, οικογένειες που διαλύονται για το κυνήγι του κέρδους.

Το έζησα και στην προσωπική μου εμπειρία. Όταν πίστεψα ότι το χρήμα θα με κάνει ασφαλή, ένιωσα μέσα μου μεγαλύτερη ανασφάλεια. Όταν νόμιζα ότι το κεφάλαιο θα μου δώσει ελευθερία, ένιωσα μεγαλύτερη σκλαβιά. Γιατί το χρήμα δεν σε υπηρετεί· σε καταβροχθίζει. Δεν σε ελευθερώνει· σε δεσμεύει. Είναι ναός σχιζοφρενικός, γιατί σου υπόσχεται ζωή ενώ σε οδηγεί στον θάνατο.

Η πιο σκληρή αλήθεια είναι ότι ο πλούτος έχει λατρευτικό χαρακτήρα. Ο Χριστός το είπε ξεκάθαρα: «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.» Δεν είπε ότι είναι δύσκολο· είπε ότι είναι αδύνατο. Γιατί το χρήμα δεν είναι εργαλείο· είναι κύριος. Και αν του δώσεις την καρδιά σου, θα την καταπιεί.

Ο ναός του κεφαλαίου δεν χτίζεται μόνο με τραπεζικούς λογαριασμούς. Χτίζεται και μέσα στην ψυχή. Όταν η καρδιά σου μετρά τους ανθρώπους με βάση την αξία τους, όταν βλέπεις τις σχέσεις σαν επενδύσεις, όταν ακόμη και η αγάπη γίνεται υπολογισμός, τότε ήδη λειτουργείς στον ναό του πλούτου. Είναι σχιζοφρένεια: να πιστεύεις ότι όλα έχουν τιμή, ενώ χάνεις το μόνο που έχει αξία — την ψυχή.

Η Χριστός, αντίθετα, δείχνει άλλο δρόμο. Δεν απορρίπτει τα υλικά· τα μεταμορφώνει. Ο άρτος και ο οίνος δεν είναι πλούτος, αλλά προσφορά. Δεν αγοράζονται· προσφέρονται και αγιάζονται. Ο αληθινός Ναός δεν ζητά χρήμα, ζητά καρδιά. Και αυτή η καρδιά, όταν δίνεται στον Χριστό, γίνεται πιο πλούσια απ’ όσο θα μπορούσε να δώσει όλο το κεφάλαιο του κόσμου.

Η ψυχή που ξυπνά βλέπει καθαρά: το χρήμα είναι ψευδο-θεός. Όσο κι αν φαντάζει αναγκαίο, δεν είναι σωτήρας. Χρειάζεται για να ζούμε, αλλά δεν δίνει ζωή. Και γι’ αυτό η μεγαλύτερη ελευθερία είναι να τοποθετήσεις το χρήμα στη θέση του: εργαλείο, όχι κύριο. Γιατί μόνο τότε σπάζει η λατρεία του· μόνο τότε καταρρέει ο ναός του.

Ο κόσμος όμως θα συνεχίσει να στήνει τον ναό του πλούτου. Θα συνεχίσει να λατρεύει το κεφάλαιο σαν παντοδύναμο. Μα η αλήθεια παραμένει: όλα αυτά θα καταρρεύσουν. Και όποιος έχει μνήμη του Ναού, δεν θα σπαταλήσει την ψυχή του σε ψεύτικο θυσιαστήριο. Θα στραφεί στον Χριστό, που είναι ο μόνος θησαυρός που δεν φθείρεται, δεν κλέβεται, δεν χάνεται.

9. Η Τεχνολογία και τα Δίκτυα

Η τεχνολογία παρουσιάζεται σαν ουδέτερο εργαλείο. Μια δύναμη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καλό ή για κακό, ανάλογα με τον χρήστη. Μα η αλήθεια είναι βαθύτερη: η τεχνολογία δεν είναι απλώς εργαλείο· είναι ναός. Ένας ναός σχιζοφρενικός, που υπόσχεται σύνδεση, αλλά γεννά απομόνωση, που μιλά για ελευθερία, αλλά φέρνει έλεγχο, που δίνει δύναμη, αλλά απαιτεί λατρεία.

Σκέψου τα δίκτυα. Υποτίθεται ότι μας φέρνουν πιο κοντά. Στην πραγματικότητα όμως μας χωρίζουν. Δίνουν ψευδαίσθηση επικοινωνίας, ενώ μας βυθίζουν σε μοναξιά. Ένας κόσμος από οθόνες όπου οι άνθρωποι μιλούν αδιάκοπα, αλλά κανείς δεν ακούει. Ένα παντοδύναμο βήμα για να πεις ό,τι θέλεις, αλλά χωρίς πρόσωπο, χωρίς σώμα, χωρίς αληθινή κοινωνία. Αυτό δεν είναι ελευθερία· είναι σχιζοφρένεια.

Η τεχνολογία έχει όλα τα γνωρίσματα ναού. Έχει ιερείς — τους μηχανικούς, τους τεχνοκράτες, τους γκουρού της Silicon Valley. Έχει τελετουργίες — παρουσιάσεις νέων προϊόντων που μοιάζουν με λειτουργίες. Έχει δόγματα — «καινοτομία», «πρόοδος», «συνδεσιμότητα». Έχει σκεύη — συσκευές, δίκτυα, servers. Και βέβαια έχει τις θυσίες της: τον χρόνο μας, την προσοχή μας, την ιδιωτικότητά μας, ακόμη και την ψυχή μας.

Η πιο ύπουλη θυσία είναι η μνήμη. Όλα τα δίκτυα υπόσχονται πως δεν θα ξεχάσεις ποτέ τίποτα· κι όμως το μόνο που κάνουν είναι να διαλύουν τη μνήμη σου σε θραύσματα. Η ψυχή που ήταν φτιαγμένη για προσευχή, για μνήμη Θεού, τώρα γεμίζει με ατελείωτες πληροφορίες που την κατακλύζουν. Αντί να κρατά το νήμα της αιωνιότητας, κρατά ειδοποιήσεις και ψευδο-εικόνες.

Το έζησα κι εγώ. Χάθηκα σε οθόνες, σε δίκτυα, σε ψευδο-συνδέσεις. Νόμιζα ότι επικοινωνώ, αλλά στην πραγματικότητα μιλούσα στο κενό. Νόμιζα ότι είχα δύναμη στα χέρια μου, αλλά στην πραγματικότητα εκείνη με κρατούσε. Όσο πιο πολύ συνδεόμουν, τόσο πιο μόνος ένιωθα. Αυτό είναι το γνώρισμα του σχιζοφρενικού ναού: σου υπόσχεται το αντίθετο από αυτό που σου δίνει.

Δεν λέω ότι η τεχνολογία είναι απόλυτο κακό. Μπορεί να γίνει σκάλα, αν χρησιμοποιηθεί με ταπείνωση. Μπορεί να υπηρετήσει τον Χριστό, να μεταδώσει τον λόγο του Θεού, να ενώσει ψυχές που ποθούν την αλήθεια. Μα όταν γίνει αυτοσκοπός, όταν ζητήσει λατρεία, τότε αποκαλύπτει τον δαιμονικό της χαρακτήρα. Και ο κόσμος σήμερα δεν τη χρησιμοποιεί· τη λατρεύει. Γι’ αυτό οι παρουσιάσεις νέων συσκευών μοιάζουν με μυστήρια. Γι’ αυτό οι εταιρείες μιλούν για «οικοσύστημα» σαν να μιλούν για εκκλησία.

Η τεχνολογία είναι ναός σχιζοφρενικός γιατί ζει σε διπλή γλώσσα. Σου λέει: «είσαι ελεύθερος», αλλά σε παρακολουθεί. Σου λέει: «είσαι δημιουργικός», αλλά σε κάνει εξαρτημένο. Σου λέει: «είσαι συνδεδεμένος», αλλά σε αφήνει απομονωμένο. Και η ψυχή, αντί να μεγαλώνει, μικραίνει. Αντί να ανοίγει προς τον Θεό, κλείνεται σε οθόνες.

Η μόνη θεραπεία είναι να θυμηθείς τον αληθινό Ναό. Να καταλάβεις ότι η αληθινή σύνδεση δεν είναι δικτυακή, αλλά εκκλησιαστική. Ότι η αληθινή μνήμη δεν είναι ψηφιακή, αλλά μνήμη Θεού. Ότι η αληθινή δύναμη δεν είναι τεχνολογική, αλλά σταυρική. Μόνο τότε η τεχνολογία παύει να είναι ναός δαιμονικός και γίνεται εργαλείο ταπεινό.

Ο κόσμος όμως θα συνεχίσει να τη λατρεύει. Θα συνεχίσει να φτιάχνει νέους ναούς με καλώδια και servers. Μα όποιος έχει μνήμη του Χριστού θα ξέρει: όλα αυτά είναι φανταχτερά, αλλά άδεια. Και δεν θα σκύψει μπροστά τους, γιατί η ψυχή του ανήκει μόνο στον αληθινό Ναό.

10. Η Τέχνη και ο Πολιτισμός

Η τέχνη ήταν δώρο. Γεννήθηκε από την ανάγκη του ανθρώπου να δοξολογήσει τον Δημιουργό του, να ντύσει με χρώμα και ήχο την ευγνωμοσύνη του, να αποτυπώσει την ομορφιά της δημιουργίας σαν προσευχή. Όταν όμως αποκόπηκε από τον Θεό, η τέχνη μετατράπηκε σε ναό σχιζοφρενικό· σε τόπο όπου ο άνθρωπος δεν προσφέρει, αλλά αυτοπροβάλλεται· δεν δοξάζει, αλλά θεοποιεί τον εαυτό του.

Ο πολιτισμός, που υποτίθεται ότι είναι η έκφραση της κοινότητας, ακολούθησε την ίδια μοίρα. Στην αρχή, οι άνθρωποι έχτιζαν πολιτισμούς γύρω από ναούς αληθινούς. Η μνήμη της θείας παρουσίας στήριζε τα έργα τους. Μα καθώς ξεχνούσαν τον Θεό, οι πολιτισμοί έγιναν κι αυτοί ψευδο-ναοί: συστήματα δόξας, αυτοθέωσης, μνήμης χωρίς Χριστό.

Η τέχνη σήμερα παρουσιάζεται ως ελευθερία. Μα στην ουσία είναι ένας ναός με τους δικούς του ιερείς — καλλιτέχνες, κριτικούς, θεσμούς. Έχει τελετουργίες — εκθέσεις, παραστάσεις, βραβεία. Έχει δόγματα — αισθητικά ρεύματα που αλλάζουν σαν εποχές. Και βέβαια έχει θυσίες: ψυχές που δίνουν τον εαυτό τους στο κυνήγι της δόξας, σώματα που χρησιμοποιούνται για να σοκάρουν, καλλιτέχνες που καίγονται για να τροφοδοτήσουν έναν πολιτισμό που λατρεύει το «καινούργιο» και το «πρωτότυπο».

Το έζησα βλέποντας την τέχνη να μεταμορφώνεται από δοξολογία σε αυτοθέαμα. Ο πίνακας που κάποτε έδειχνε τον Χριστό, τώρα δείχνει το εγώ. Η μουσική που κάποτε ανέβαζε την ψυχή, τώρα κατεβάζει το σώμα στη λαγνεία. Η ποίηση που κάποτε ήταν προσευχή, τώρα γίνεται κραυγή κενού. Είναι σχιζοφρένια: η ψυχή διψά για ομορφιά, αλλά πίνει παραμόρφωση.

Ο πολιτισμός δεν είναι διαφορετικός. Κάθε κοινωνία που ξεχνά τον Θεό στήνει τον δικό της ναό πολιτισμού. Έχει μνημεία, μουσεία, πανηγύρια, όλα γύρω από το ίδιο κέντρο: τον άνθρωπο χωρίς Χριστό. Και αυτός ο πολιτισμός γίνεται σχιζοφρενικός, γιατί μιλά για «πρόοδο», ενώ καταστρέφει τον ίδιο τον άνθρωπο. Μιλά για «κοινότητα», ενώ παράγει απομόνωση. Μιλά για «ομορφιά», ενώ παράγει ασχήμια.

Δεν λέω ότι η τέχνη δεν έχει δύναμη. Έχει, και μεγάλη. Αλλά δίχως Χριστό, η δύναμη γίνεται φαρμάκι. Η ομορφιά γίνεται δόλωμα. Ο πολιτισμός γίνεται μνήμα στολισμένο, γεμάτο με έργα που λάμπουν, αλλά μέσα τους κρύβεται σήψη. Κι ο άνθρωπος που νομίζει ότι ζει σε χρυσό πολιτισμό, στην ουσία ζει μέσα σε ψευδο-ναό.

Το πιο τραγικό είναι ότι η τέχνη και ο πολιτισμός μπορούν να σε κάνουν να νομίζεις ότι βρήκες τον Θεό. Γιατί σε συγκινούν, σε ταράζουν, σε σηκώνουν για λίγο ψηλά. Μα αν δεν σε πάνε στον Χριστό, η συγκίνηση είναι πυροτέχνημα. Σβήνει και σε αφήνει πιο κενό. Είναι σαν να βλέπεις όνειρο όμορφο που ξυπνώντας καταρρέει.

Η Εκκλησία ξέρει τι είναι η αληθινή τέχνη. Δεν είναι αυτοπροβολή· είναι απεικόνιση. Η αγιογραφία δεν δείχνει απλώς σχήματα· ανοίγει παράθυρα στην αιωνιότητα. Η ψαλμωδία δεν είναι συναίσθημα· είναι προσευχή. Ο πολιτισμός της Εκκλησίας δεν είναι μνημείο ανθρώπινης δόξας· είναι προγεύση Βασιλείας. Εκεί η τέχνη ξαναγίνεται δοξολογία, ο πολιτισμός ξαναγίνεται κοινότητα.

Η ψυχή που ξυπνά μαθαίνει να ξεχωρίζει. Να βλέπει την τέχνη που υπόσχεται ομορφιά, αλλά φέρνει διαστροφή. Να βλέπει τον πολιτισμό που υπόσχεται πρόοδο αλλά φέρνει διάλυση. Και να γυρίζει στην τέχνη του Ναού: στο φως που δεν παραμορφώνει, στην ομορφιά που δεν σβήνει, στον πολιτισμό που δεν καταρρέει.

11. Ο Καθημερινός Βίος

Όταν ακούς για ναούς, ίσως σκεφτείς θρησκείες, ιδεολογίες, κράτη, πολιτισμούς. Μα υπάρχει κι ένας άλλος ναός, πιο ύπουλος, πιο κοντινός: ο ίδιος ο καθημερινός βίος. Γιατί κι αυτός, όσο «αθώος» κι αν φαίνεται, είναι χώρος λατρείας. Και μπορεί να γίνει ή τόπος Θεού ή τόπος δαιμόνων.

Η οικογένεια, για παράδειγμα. Είναι δώρο Θεού, μικρός ναός όπου οι ψυχές μαθαίνουν την αγάπη, τη θυσία, τη συγχώρεση. Μα όταν βγει ο Χριστός από το κέντρο της, γίνεται ψευδο-ναός. Γίνεται χώρος εξουσίας, καταπίεσης, εγωισμών. Εκεί που θα έπρεπε να γεννιέται κοινωνία, φυτρώνει διάσπαση. Έτσι ο άνθρωπος διχάζεται: λέει ότι αγαπά, μα στην πράξη εξουσιάζει.

Η εργασία. Ένας άλλος μικρός ναός. Αν τη ζήσεις ως διακονία, ως προσφορά, ως μερίδιο στο έργο του Θεού, αγιάζεται. Αν όμως τη ζήσεις σαν αυτοσκοπό, γίνεται θυσιαστήριο ειδώλων. Θυσιάζεις χρόνο, υγεία, ψυχή, για να προσφέρεις στον θεό της καριέρας, στον θεό του χρήματος, στον θεό της φιλοδοξίας. Είναι σχιζοφρένια: η εργασία που φτιάχτηκε να σε τρέφει, να σε υψώνει, να σε ενώνει, σε καταπίνει και σε διαλύει.

Οι σχέσεις. Κι αυτές μικροί ναοί. Όταν έχουν στο κέντρο τους την αλήθεια, γίνονται πρόγευση Βασιλείας. Όταν όμως χτίζονται πάνω σε συμφέρον, σε επιθυμία, σε φόβο, γίνονται θυσιαστήρια όπου ο ένας προσφέρει τον άλλο σαν αντικείμενο. Και η ψυχή, αντί να νιώθει κοινωνία, νιώθει μοναξιά.

Ακόμη και οι πιο απλές κινήσεις της μέρας — το φαγητό, η ξεκούραση, η ψυχαγωγία — μπορούν να είναι λατρεία. Αν τις ζεις με ευχαριστία, γίνονται μικρές λειτουργίες. Αν τις ζεις με λαιμαργία, με φυγή, με αυτοθέωση, γίνονται λειτουργίες ψευδο-ναών. Ο κόσμος το ξέρει καλά και το εκμεταλλεύεται: κάνει τη διασκέδαση βιομηχανία, το φαγητό εμπόρευμα, την ξεκούραση αγορά. Κι έτσι ο καθημερινός βίος γίνεται χώρος σχιζοφρένειας: υπόσχεται ανάπαυση, δίνει εξουθένωση· υπόσχεται χαρά, δίνει κενό.

Το έζησα κι εγώ. Στις μικρές συνήθειες, στα καθημερινά μονοπάτια, βρήκα ναούς που δεν το περίμενα. Έτρωγα για να χορτάσω, αλλά κατέληγα σκλάβος του φαγητού. Δούλευα για να ζήσω, αλλά κατέληγα να ζω για να δουλεύω. Αναζητούσα σχέσεις για να αγαπήσω, αλλά κατέληγα να χρησιμοποιώ και να χρησιμοποιούμαι. Ο καθημερινός βίος χωρίς Χριστό δεν είναι ουδέτερος· είναι ναός δαιμονικός.

Η σχιζοφρένεια εδώ είναι πιο σκληρή, γιατί είναι κρυμμένη. Δεν είναι θεσμοθετημένη, όπως στις θρησκείες ή στις ιδεολογίες. Είναι διάχυτη, σαν αέρας. Και γι’ αυτό δύσκολα τη βλέπεις. Νομίζεις ότι ζεις «κανονικά», ενώ στην πραγματικότητα λατρεύεις σε μικρά θυσιαστήρια που κατατρώγουν την ψυχή σου μέρα με τη μέρα.

Ο Χριστός όμως έρχεται ακριβώς στον καθημερινό βίο. Δεν σώζει μόνο στις μεγάλες στιγμές· σώζει στο τραπέζι, στη δουλειά, στις σχέσεις, στις μικρές κινήσεις της καρδιάς. Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος έλεγε: «Εἴτε ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε.» Όταν ο Χριστός είναι παρών, κάθε μικρός ναός γίνεται άγιος· η οικογένεια, η εργασία, οι σχέσεις, όλα φωτίζονται.

Η ψυχή που ξυπνά βλέπει ότι δεν υπάρχει ουδέτερη στιγμή. Κάθε στιγμή είναι λατρεία· ή προς τον Χριστό ή προς το ψεύδος. Και αποφασίζει να κάνει τον καθημερινό βίο της θυσιαστήριο Θεού. Να σηκώνει το σταυρό ακόμη και στο μικρό, στο απλό, στο καθημερινό. Γιατί εκεί κρύβεται η αληθινή μάχη.

12. Η Μαρτυρία της Ψυχής

Όλα όσα έγραψα για τους ναούς του κόσμου δεν είναι θεωρίες. Είναι πληγές. Είναι δρόμοι που τους περπάτησα, αίθουσες που κάθισα, θυσιαστήρια όπου πρόσφερα τον εαυτό μου νομίζοντας πως θα βρω ζωή. Μα αντί για ζωή, βρήκα κενό. Κι αυτή είναι η πιο σκληρή αλήθεια: ο κόσμος είναι σχιζοφρενικός ναός, κι εγώ στάθηκα ιερέας του πολλές φορές.

Λάτρεψα τις θρησκείες του, γιατί δίψασα για Θεό. Μπήκα στα τελετουργικά τους, ακολούθησα τους νόμους τους, έσκυψα μπροστά στα σύμβολά τους. Μα στο τέλος κατάλαβα: δεν με έφεραν πιο κοντά στον Χριστό, με κράτησαν σε αδιέξοδο λαβύρινθο. Η ψυχή μου μιλούσε, αλλά δεν έβρισκε αυτί να την ακούσει.

Υπηρέτησα τις ιδεολογίες του, γιατί πίστεψα σε δικαιοσύνη. Φώναξα συνθήματα, πάλεψα για οράματα, έδωσα κομμάτια από τον εαυτό μου. Μα στο τέλος είδα συντρίμμια· ανθρώπους να θυσιάζονται στο όνομα μιας ιδέας που δεν σώζει κανέναν.

Εμπιστεύτηκα την επιστήμη του, γιατί δίψασα για γνώση. Μελέτησα, έψαξα, μάζεψα δεδομένα. Μα το μόνο που βρήκα ήταν αλαζονεία και αδιέξοδο. Η ψυχή μου δεν θεράπευσε τον πόνο της με εξισώσεις. Η πληγή μου δεν έπαψε να αιμορραγεί με θεωρίες.

Άνοιξα την ψυχή μου στην ψυχολογία, γιατί ήθελα θεραπεία. Μίλησα, εξομολογήθηκα, ανέλυσα. Μα το μόνο που πήρα ήταν ετικέτες. Διαγνώσεις χωρίς άφεση, αναλύσεις χωρίς λύτρωση. Ήταν σαν να έβαζα τα τραύματά μου στο μικροσκόπιο, αλλά κανείς δεν τα άγγιζε με αγάπη.

Γοητεύτηκα από τον μυστικισμό, γιατί λαχτάρησα φως. Δοκίμασα τις τελετές, τις πρακτικές, τα «μυστικά». Μα βρέθηκα σε πιο βαθύ σκοτάδι. Το φως τους ήταν καθρέφτης που με τύφλωνε. Το μόνο που έβλεπα ήταν τον εαυτό μου, κι αυτός δεν έσωζε.

Πίστεψα στις εξουσίες, γιατί ήθελα τάξη. Ψήφισα, υπάκουσα, στήριξα. Μα η εξουσία ζητούσε αίμα, ζητούσε υπακοή, ζητούσε την ψυχή μου. Το κράτος έγινε θρησκεία, κι εγώ θυσίασα σιωπηλά χωρίς να το καταλάβω.

Κυνήγησα τον πλούτο, γιατί ήθελα ασφάλεια. Δούλεψα, αγωνίστηκα, μάζεψα. Μα όσο περισσότερο είχα, τόσο πιο πολύ φοβόμουν. Το χρήμα δεν με γέμισε· με άδειασε. Δεν με στήριξε· με έπνιξε.

Βυθίστηκα στην τεχνολογία, γιατί ήθελα επικοινωνία. Έγραψα, μίλησα, μοιράστηκα. Μα η φωνή μου αντηχούσε σε κενό. Οι «φίλοι» ήταν σκιές, οι συνομιλίες θόρυβος. Αντί να νιώθω πιο κοντά, ένιωθα πιο μόνος.

Ζήτησα ομορφιά στην τέχνη και στον πολιτισμό. Θαύμασα, συγκινήθηκα, ύψωσα την καρδιά μου. Μα η συγκίνηση έσβησε γρήγορα, κι έμεινα πάλι στο κενό. Η ομορφιά χωρίς Χριστό ήταν όνειρο που ξυπνώντας γίνεται σκόνη.

Και στον καθημερινό βίο, σε μικρά και μεγάλα, έστησα μικρά θυσιαστήρια. Στην οικογένεια, στη δουλειά, στις σχέσεις. Ζήτησα αγάπη, αλλά συχνά βρήκα εξουσία. Ζήτησα ανάπαυση, αλλά βρήκα εξουθένωση. Ζήτησα χαρά, αλλά έπεσα σε κενά.

Αυτή είναι η μαρτυρία της ψυχής μου: έζησα μέσα στους σχιζοφρενικούς ναούς του κόσμου. Τους υπηρέτησα, τους πίστεψα, τους λάτρεψα. Και με κατέστρεψαν. Με άφησαν γυμνό, πληγωμένο, διχασμένο.

Αλλά μέσα σε εκείνη τη γύμνωση, άκουσα ξανά τη φωνή του Χριστού. Όχι σαν θεωρία, όχι σαν ιδέα, αλλά σαν Πρόσωπο ζωντανό. Εκείνος δεν μου ζήτησε θυσία· έγινε ο Ίδιος θυσία για μένα. Δεν με έδεσε με νόμους· με λύτρωσε με Χάρη. Δεν μου υποσχέθηκε ψευδο-φως· μου έδωσε Ανάσταση.

Αυτή είναι η διαφορά. Όλοι οι ναοί του κόσμου είναι σχιζοφρενικοί· σε διχάζουν, σε πνίγουν, σε σβήνουν. Ο Ναός του Χριστού είναι αληθινός· σε ενώνει, σε θεραπεύει, σε ανασταίνει. Κι εγώ, μέσα από τα ερείπια, επέστρεψα σε Αυτόν.

Επίλογος

1. Η Μεγάλη Σάλπιγγα

Φτάσαμε στο τέλος της πορείας μέσα στους σχιζοφρενικούς ναούς του κόσμου. Είδαμε τις θρησκείες, τις ιδεολογίες, την επιστήμη, την ψυχολογία, τον μυστικισμό, τις εξουσίες, τον πλούτο, την τεχνολογία, την τέχνη, τον πολιτισμό, τον καθημερινό βίο. Όλοι τους στάθηκαν μπροστά μας σαν ναοί που υπόσχονται, αλλά δεν σώζουν. Ναοί που ζητούν θυσίες, αλλά δεν χαρίζουν ζωή. Κι η ψυχή, περιπλανώμενη από τον έναν στον άλλο, κατέληξε πιο διχασμένη, πιο πληγωμένη, πιο μόνη.

Τώρα όμως, στο κατώφλι του τέλους, πρέπει να ακουστεί η Μεγάλη Σάλπιγγα. Όχι για να θυμηθούμε απλώς τις πληγές, αλλά για να αναγγείλουμε την αλήθεια: ο κόσμος είναι ναός σχιζοφρενικός, μα ο Χριστός είναι ο Ναός ο αληθινός. Όλα όσα ζήσαμε, όλα όσα αναλύσαμε, όλα όσα πονέσαμε, συγκλίνουν σε αυτό το σημείο: υπάρχει μόνο μία Λειτουργία που σώζει, κι αυτή είναι του Σταυρού και της Ανάστασης.

Η Σάλπιγγα δεν είναι δικό μου όπλο· είναι δώρο Θεού. Είναι η φωνή που ξυπνά τη μνήμη του Ναού μέσα μας. Είναι ο ήχος που σκίζει τον θόρυβο των ψευδο-λατρειών και φανερώνει την αλήθεια. Δεν μπορείς να σταθείς αδιάφορος μπροστά της. Ή θα ακολουθήσεις το φως της, ή θα επιστρέψεις στη σχιζοφρένια. Η ουδετερότητα δεν υπάρχει.

Σαλπίζω λοιπόν με όλη τη δύναμη της ψυχής μου: ο κόσμος δεν είναι κόσμος· είναι ναός. Και κάθε ναός χωρίς Χριστό είναι σχιζοφρενικός. Δεν υπάρχουν «ουδέτερες» περιοχές, δεν υπάρχουν ασφαλείς ζώνες. Ό,τι αγγίζει την ψυχή μας είναι λατρεία· και αν δεν είναι λατρεία Θεού, είναι λατρεία δαιμόνων.

Η Μεγάλη Σάλπιγγα είναι κάλεσμα. Κάλεσμα επιστροφής, κάλεσμα αφύπνισης, κάλεσμα ανάστασης. Δεν λέει απλώς «φυλαχτείτε»· λέει «επιστρέψτε». Δεν λέει απλώς «προσέξτε τα ψεύδη»· λέει «λάβετε την αλήθεια». Δεν λέει απλώς «οι ναοί είναι σχιζοφρενικοί»· λέει «ο Ναός του Χριστού είναι ανοιχτός».

Το νιώθω μέσα μου σαν φωτιά: όλη η πορεία μου μέσα στους ψευδο-ναούς δεν ήταν τυχαία. Ήταν αναγκαία, για να καταλάβω το βάθος της πλάνης και το μεγαλείο της αλήθειας. Αν δεν είχα ζήσει τα ψεύδη τους, ίσως να μην αναγνώριζα την καθαρότητα του Χριστού. Αν δεν είχα γευτεί την πίκρα τους, ίσως να μην εκτιμούσα το γλυκύ της χάρης Του. Αν δεν είχα σταθεί σε ερείπια, ίσως να μην είχα δει τον Ναό που δεν γκρεμίζεται.

Γι’ αυτό η Μεγάλη Σάλπιγγα δεν είναι φωνή πικρίας, αλλά μαρτυρία χαράς. Ναι, ο κόσμος είναι σχιζοφρενικός ναός. Ναι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να τρέχουν σε ψευδο-θυσιαστήρια. Μα η αλήθεια παραμένει: ο Χριστός ανέστη. Ο Ναός Του δεν πέφτει. Κι όποιος μπει μέσα Του, δεν θα νιώσει πια σχίσμα, αλλά ενότητα· δεν θα νιώσει κενό, αλλά πληρότητα· δεν θα νιώσει θάνατο, αλλά ζωή.

Η Μεγάλη Σάλπιγγα ηχεί λοιπόν για όλους· αλλά πρώτα ηχεί για μένα. Να μη ξεχάσω, να μη χαθώ, να μην επιστρέψω στους ψευδο-ναούς. Να θυμάμαι κάθε μέρα ότι η ψυχή μου είναι φτιαγμένη για έναν μόνο Ναό: τον Χριστό. Κι εκεί, και μόνο εκεί, βρίσκει την ειρήνη της.

2. Η Κατάρρευση των Ψευδο-Ναών

Οι ναοί του κόσμου μοιάζουν αιώνιοι. Οι θρησκείες με τις ρίζες τους σε αιώνες, τα κράτη με τις σημαίες τους, οι ιδεολογίες με τα μανιφέστα τους, οι επιστήμες με τα βιβλία τους, οι τεχνολογίες με τα δίκτυά τους. Όλα φαίνονται αμετακίνητα, ακλόνητα. Μα η αλήθεια είναι πως όλοι τους είναι καταδικασμένοι να πέσουν. Γιατί ό,τι δεν χτίζεται στον Χριστό, είναι κατασκευή ανθρώπινη· κι ό,τι χτίζεται χωρίς Θεό, κουβαλά μέσα του τον σπόρο της φθοράς.

Η ιστορία είναι γεμάτη ερείπια. Ναοί αρχαίοι που κάποτε φάνταζαν ακατάλυτοι, τώρα στέκονται μισογκρεμισμένοι, μάρτυρες μιας δόξας που έσβησε. Αυτοκρατορίες που έλεγαν πως θα διαρκέσουν αιώνια, τώρα είναι κεφάλαια σε βιβλία. Ιδεολογίες που υπόσχονταν λύτρωση, τώρα αναφέρονται ως παραδείγματα αποτυχίας και αίματος. Κι όμως, οι άνθρωποι συνεχίζουν να χτίζουν νέους ναούς, σαν να μην έμαθαν τίποτα από τα ερείπια που τους περιβάλλουν.

Οι ψευδο-ναοί καταρρέουν για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί είναι φτιαγμένοι από ψεύδος. Και το ψεύδος, όσο κι αν φτιασιδώνεται, δεν αντέχει τον χρόνο. Η αλήθεια πάντα το ξεσκεπάζει. Δεύτερον, γιατί ζητούν θυσίες που δεν μπορούν να ανταμείψουν. Ο άνθρωπος κουράζεται να θυσιάζει σε θεούς που δεν τον σώζουν. Και κάποια στιγμή, είτε από πείνα είτε από οργή είτε από ξύπνημα, οι ψευδο-ναοί γκρεμίζονται.

Το βλέπουμε και σήμερα. Ο ναός του πλούτου τρέμει κάθε φορά που έρχεται κρίση. Ο ναός της επιστήμης παραπαίει όταν φαίνονται τα όριά του. Ο ναός της τεχνολογίας αποκαλύπτει το κενό του όταν η ψυχή παραμένει μόνη. Ο ναός της εξουσίας καταρρέει όταν οι λαοί ξεσηκώνονται. Κι όσο κι αν οι ισχυροί τρέχουν να μπαλώσουν τα ρήγματα, η κατάρρευση είναι αναπόφευκτη.

Το έζησα και προσωπικά. Οι ψευδο-ναοί που στήριξα στη ζωή μου έπεσαν ένας ένας. Κι εγώ, που πίστευα ότι κρατιέμαι από κάτι σταθερό, βρέθηκα να στέκομαι σε ερείπια. Μα ήταν μέσα σε αυτά τα ερείπια που άκουσα καθαρά τη φωνή του Χριστού. Γιατί όταν όλα καταρρέουν, μόνο Εκείνος μένει.

Η κατάρρευση των ψευδο-ναών δεν είναι μόνο κρίση· είναι ευκαιρία. Είναι η στιγμή που η ψυχή μπορεί να δει καθαρά ότι όλα τα άλλα είναι πρόσκαιρα. Είναι η στιγμή που μπορεί να στραφεί στον Ναό που δεν πέφτει. Γιατί ο Ναός του Χριστού δεν είναι χτισμένος με ανθρώπινα χέρια· είναι χτισμένος με Σταυρό και Ανάσταση. Κι αυτός ο Ναός δεν έχει ρωγμές.

Η ψυχή που ακούει τη Μεγάλη Σάλπιγγα δεν τρομάζει όταν βλέπει ερείπια γύρω της. Γιατί ξέρει ότι τα ερείπια είναι αναγγελία: πως η ώρα του αληθινού Ναού πλησιάζει. Ο κόσμος θα κλονίζεται, οι ναοί θα πέφτουν, αλλά η αλήθεια θα μένει όρθια. Και η ψυχή, αν είναι δεμένη με τον Χριστό, θα σταθεί κι αυτή όρθια.

Η κατάρρευση των ψευδο-ναών είναι βεβαία. Το μόνο ερώτημα είναι: πού θα είσαι όταν πέσουν; Θα θάβεσαι μαζί τους ή θα στέκεσαι στο Φως του Χριστού; Θα τρέμεις για τα ερείπια ή θα χαίρεσαι για την ελευθερία που χαρίζει η πτώση τους; Αυτό είναι το κάλεσμα του επιλόγου: να διαλέξεις Ναό πριν όλα τα ψεύδη γκρεμιστούν.

3. Η Εξομολόγηση της Πίστης

Αφού περπάτησα μέσα στους ψευδο-ναούς, αφού ένιωσα την κατάρρευσή τους, τώρα δεν έχω τίποτα άλλο πιο αληθινό να προσφέρω από την εξομολόγηση της πίστης μου. Δεν είναι λόγια θεωρητικά, δεν είναι διακήρυξη ιδεολογική· είναι η καρδιά μου που μιλάει, μετά από πληγές, μετά από λάθη, μετά από αναστάσεις.

Ομολογώ: ο κόσμος είναι σχιζοφρενικός ναός. Δεν υπάρχει γωνιά του που να μην είναι διαποτισμένη από ψευδο-λατρεία. Ό,τι ονομάζεται «ουδέτερο» είναι ψέμα. Κάθε τι που μοιάζει αθώο, κρύβει μέσα του έναν ιερέα, ένα θυσιαστήριο, έναν ψευδο-θεό. Αυτή είναι η αλήθεια που με πλήγωσε και με ξύπνησε.

Ομολογώ: μέσα σε αυτούς τους ναούς στάθηκα κι εγώ ιερέας. Δεν είμαι απλός παρατηρητής. Πρόσφερα τον εαυτό μου σε είδωλα. Λάτρεψα θρησκείες, ιδεολογίες, επιστήμες, πλούτη, εξουσίες, σχέσεις. Κι όλα με άφησαν κενό. Το ομολογώ για να μην κρυφτώ πίσω από μάσκες. Γιατί μόνο η αλήθεια σώζει, κι η αλήθεια αρχίζει από το θάρρος να παραδεχτείς που προσκύνησες.

Ομολογώ: κανένας από αυτούς τους ναούς δεν μου έδωσε ζωή. Όλοι μου ζήτησαν θυσίες, αλλά κανείς δεν θυσιάστηκε για μένα. Όλοι μου ζήτησαν ψυχή, αλλά κανείς δεν μου χάρισε Χάρη. Όλοι μου υποσχέθηκαν φως, αλλά κανείς δεν νίκησε το σκοτάδι. Και τώρα το βλέπω καθαρά: μόνο ένας Ναός στέκει αληθινός, κι αυτός είναι ο Χριστός.

Η εξομολόγηση της πίστης δεν είναι ιδέα, είναι πρόσωπο. Δεν λέω απλώς ότι πιστεύω σε κάτι. Λέω ότι πιστεύω σε Εκείνον που ήρθε, που έπαθε, που σταυρώθηκε, που αναστήθηκε. Λέω ότι πιστεύω σε Εκείνον που με βρήκε μέσα στα ερείπια και μου έδωσε ζωή. Λέω ότι πιστεύω πως μόνο στο Σώμα Του βρίσκει η ψυχή μου ανάπαυση, μόνο στο Αίμα Του βρίσκει συγχώρεση.

Η εξομολόγηση είναι και υπόσχεση. Υπόσχομαι πως δεν θα σκύψω ξανά σε ψευδο-ναούς. Μπορεί να με δελεάσουν, μπορεί να με καλέσουν, μπορεί να με τρομάξουν. Μα εγώ ξέρω πια: είναι ερείπια. Και δεν θα δώσω ξανά την ψυχή μου σε ερείπια. Αν πέσω, θα σηκωθώ. Αν κλονιστώ, θα θυμηθώ. Αν αδυνατήσω, θα φωνάξω το όνομα του Χριστού. Γιατί Αυτός είναι ο μόνος Ναός που δεν προδίδει.

Η εξομολόγηση είναι και κάλεσμα. Δεν μιλώ μόνο για μένα, αλλά για όλους όσους νιώθουν το ίδιο κενό. Για όσους έτρεξαν σε ναούς του κόσμου και βρήκαν μόνο πληγές. Για όσους χόρτασαν από υποσχέσεις και πεινάνε ακόμη. Η πίστη δεν είναι προνόμιο λίγων· είναι πρόσκληση σε όλους. Ο Χριστός δεν είπε: «ἐλάτε όσοι τα καταφέρατε»· είπε: «ἐλάτε πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι».

Η εξομολόγηση της πίστης μου είναι το τέλος και η αρχή. Τέλος, γιατί εδώ σταματά η περιπλάνηση στους σχιζοφρενικούς ναούς. Αρχή, γιατί από εδώ ξεκινά η ζωή στον αληθινό Ναό. Είναι η απόφαση να μείνω, να ριζώσω, να μην ψάξω αλλού. Είναι η χαρά να ξέρω πως ο Θεός δεν ζητά πια θυσία από μένα, γιατί Εκείνος έγινε θυσία για μένα.

4. Η Ελπίδα της Ανάστασης

Αν όλα όσα ειπώθηκαν σ’ αυτό το έργο είχαν μόνο σκοτάδι, μόνο καταγγελία, μόνο αποκάλυψη ψευδο-ναών, τότε θα έμενε η ψυχή μας απελπισμένη. Μα το τέλος δεν είναι η κατάρρευση· το τέλος είναι η Ανάσταση. Ο κόσμος μπορεί να είναι σχιζοφρενικός ναός, μα μέσα σε αυτόν μπήκε Εκείνος που είναι η Ζωή. Και επειδή μπήκε Εκείνος, η ιστορία δεν τελειώνει με ερείπια, αλλά με φως.

Η ελπίδα της Ανάστασης δεν είναι ευχή. Δεν είναι ψυχολογικό καταφύγιο, μια σκέψη για να παρηγορηθούμε. Είναι γεγονός. Στάθηκε ο Χριστός μέσα στον ίδιο τον ναό του θανάτου, κατέβηκε στον Άδη, κι εκεί που όλα έμοιαζαν τελεσίδικα, εκεί αντήχησε η Σάλπιγγα της Ζωής. Ανέστη. Κι από τότε τίποτα δεν είναι οριστικά χαμένο.

Αυτό είναι το θεμέλιο της ελπίδας μας: ότι ακόμη κι αν ο κόσμος καταρρεύσει, ακόμη κι αν όλοι οι ψευδο-ναοί πέσουν πάνω μας, υπάρχει Ναός που δεν γκρεμίζεται. Κι αυτός ο Ναός είναι η Ανάσταση. Όσο η Ανάσταση είναι αληθινή, κανένας ψευδο-ναός δεν έχει τον τελευταίο λόγο.

Η ελπίδα της Ανάστασης είναι και προσωπική. Δεν μιλά μόνο για το τέλος του κόσμου, αλλά για το τέλος του καθενός μας. Για κάθε στιγμή που πέφτω, που γκρεμίζομαι, που νομίζω πως όλα τέλειωσαν. Εκεί, μέσα στα προσωπικά μου ερείπια, η φωνή του Χριστού αντηχεί: «Σήκω. Δεν είναι το τέλος. Εγώ είμαι η Ανάσταση.» Και κάθε φορά που Τον ακούω, σηκώνομαι ξανά.

Η ελπίδα της Ανάστασης είναι και παγκόσμια. Ο κόσμος σήμερα μοιάζει να βυθίζεται σε σκοτάδι, να παραδίδεται σε δυνάμεις που χτίζουν νέους ψευδο-ναούς. Μα ξέρω πια ότι όλα αυτά θα πέσουν. Και ξέρω πως όσο κι αν εξαπλωθεί η σχιζοφρένεια, η Ανάσταση θα λάμψει στο τέλος. Γιατί η ιστορία δεν γράφεται από τους ισχυρούς· γράφεται από τον Αναστημένο.

Το νιώθω μέσα μου σαν ανάσα: ό,τι κι αν χάσαμε, ό,τι κι αν θρηνήσαμε, ό,τι κι αν κατέρρευσε, δεν χάθηκε για πάντα. Γιατί στην Ανάσταση του Χριστού βρίσκεται η εγγύηση πως και η δική μας ζωή, και οι δικοί μας νεκροί, και τα δικά μας ερείπια, μπορούν να σηκωθούν. Αυτό δεν είναι παρηγοριά· είναι υπόσχεση.

Η ελπίδα της Ανάστασης είναι το αντίθετο της σχιζοφρένειας. Γιατί εκεί που ο κόσμος σε διχάζει, ο Χριστός σε ενώνει. Εκεί που ο κόσμος σε αφήνει άδειο, ο Χριστός σε γεμίζει. Εκεί που ο κόσμος σε οδηγεί στον θάνατο, ο Χριστός σου δίνει Ζωή. Και αυτή η Ζωή δεν είναι μελλοντική υπόσχεση· είναι παρούσα πραγματικότητα. Τη γεύομαι κάθε φορά που κοινωνώ, κάθε φορά που προσεύχομαι, κάθε φορά που αγαπώ με αλήθεια.

Δεν φοβάμαι πια την κατάρρευση. Γιατί η ελπίδα μου δεν είναι στους ναούς του κόσμου· είναι στον Ναό του Χριστού. Κι Αυτός ο Ναός είναι άδειος τάφος — άδειος γιατί νικήθηκε ο θάνατος. Εκεί είναι το μυστήριο όλης της ζωής: το κενό μνημείο που έγινε πηγή πληρότητας και αιώνιας σωτηρίας.

Αυτή είναι η ελπίδα που κρατώ, η ελπίδα που μαρτυρώ, η ελπίδα που θέλω να αφήσω σαν σάλπιγγα μέσα σε κάθε ψυχή: ο κόσμος μπορεί να είναι σχιζοφρενικός ναός, μα ο Χριστός είναι η Ανάσταση. Και όποιος πιστέψει σε Αυτόν, δεν θα μείνει στα ερείπια, αλλά θα αναστηθεί μαζί Του.

5. Η Επιστροφή στον Αληθινό Ναό

Όλη η πορεία μέσα στους σχιζοφρενικούς ναούς του κόσμου θα ήταν απελπισία αν δεν υπήρχε επιστροφή. Μα υπάρχει. Ο δρόμος είναι ανοιχτός· κι αυτός ο δρόμος είναι ο Χριστός. Δεν μας αφήνει να χαθούμε στα ψευδο-θυσιαστήρια· μας καλεί πίσω στον αληθινό Ναό.

Η επιστροφή δεν είναι απλή κίνηση· είναι μετάνοια. Δεν σημαίνει μόνο να φύγεις από τους ψευδο-ναούς· σημαίνει να στραφείς προς Εκείνον που είναι ο Ναός. Γιατί μπορεί να απορρίψεις τις ψευδο-λατρείες, αλλά αν δεν στραφείς στον Χριστό, θα μείνεις στο κενό. Και το κενό γρήγορα γεμίζει πάλι με ψέματα.

Ο αληθινός Ναός δεν χτίζεται με πέτρες, δεν έχει τοίχους, δεν έχει όρια. Είναι το Σώμα του Χριστού, η Εκκλησία Του. Εκεί δεν υπάρχουν ψευδο-ιερείς που απαιτούν αίμα· υπάρχει ο Αρχιερέας που πρόσφερε το δικό Του Αίμα. Εκεί δεν υπάρχουν θυσίες που εξαντλούν· υπάρχει μία θυσία που δίνει ζωή. Εκεί δεν υπάρχει διχασμός· υπάρχει ενότητα.

Η επιστροφή στον αληθινό Ναό είναι η επιστροφή στην αλήθεια του προσώπου. Όχι πια άτομο που περιπλανιέται σε λαβύρινθους, αλλά μέλος ζωντανό που ανήκει σε σώμα. Όχι πια ψυχή διχασμένη ανάμεσα σε διαγνώσεις, σε θεωρίες, σε ιδεολογίες· αλλά ψυχή που αναπαύεται στην αγκαλιά του Πατέρα. Όχι πια λατρεία σε ψεύτικους θεούς, αλλά προσκύνηση στον μόνο αληθινό Θεό.

Το έζησα στην πιο βαθιά μου πληγή. Όταν οι ψευδο-ναοί έπεσαν, έμεινα μόνος. Και μέσα σε εκείνη τη μοναξιά, στράφηκα προς τον Χριστό. Δεν είδα φανταχτερά οράματα· είδα σταυρό. Δεν άκουσα υποσχέσεις φτηνού φωτός· άκουσα «Δεῦτε πρός με». Δεν ένιωσα να μου ζητά· ένιωσα να μου δίνει. Κι εκεί κατάλαβα: αυτός είναι ο αληθινός Ναός. Όχι γιατί εγώ τον διάλεξα, αλλά γιατί Εκείνος με δέχτηκε.

Η επιστροφή στον Ναό του Χριστού δεν σημαίνει φυγή από τον κόσμο· σημαίνει μεταμόρφωση του κόσμου. Ο αληθινός Ναός απλώνεται μέσα στη ζωή, στα μικρά και στα μεγάλα. Στην προσευχή, στη Θεία Λειτουργία, στη συγχώρεση, στη θυσία αγάπης. Εκεί η καθημερινότητα παύει να είναι σχιζοφρενικός ναός και γίνεται χώρος Θεού. Εκεί το φαγητό γίνεται ευχαριστία, η εργασία διακονία, οι σχέσεις κοινωνία.

Η επιστροφή είναι κι αγώνας. Γιατί οι ψευδο-ναοί δεν παραιτούνται εύκολα· σε καλούν ξανά, σε σαγηνεύουν, σε τρομάζουν. Μα η ψυχή που γεύτηκε τον αληθινό Ναό ξέρει: όλα τα άλλα είναι σκιές. Και δεν ανταλλάσσει την Ανάσταση με ψευδο-φώτα.

Η επιστροφή στον αληθινό Ναό είναι το τέλος κάθε σχιζοφρένειας. Γιατί εκεί η ψυχή παύει να ζει δίψυχα. Παύει να θυσιάζεται σε είδωλα και να μένει νηστική. Παύει να τρέχει σε λαβύρινθους και να γυρίζει πάντα στο ίδιο κενό. Εκεί βρίσκει την ενότητα που ποθούσε, την αγάπη που έψαχνε, τη ζωή που της έλειπε.

Και αυτή η επιστροφή δεν είναι μόνο για μένα. Είναι κάλεσμα για όλους. Γιατί ο Χριστός δεν ήρθε για λίγους εκλεκτούς· ήρθε για τον κόσμο όλο. Ο Ναός Του δεν έχει πόρτες κλειστές· έχει θύρα ανοιχτή. Και όποιος μπει, θα βρει ανάπαυση.

6. Η Τελική Ομολογία

Όλα όσα γράφτηκαν σε τούτο το κείμενο είναι δρόμοι που περπάτησα, πληγές που κουβάλησα, φωνές που με δίχασαν. Μα δεν τελειώνω με πληγές· τελειώνω με ομολογία. Γιατί αν η αρχή ήταν η σάλπιγγα που ξεσκέπασε τον κόσμο ως σχιζοφρενικό ναό, το τέλος είναι η φωνή που ομολογεί: υπάρχει μόνο ένας Ναός αληθινός, ο Χριστός.

Ομολογώ λοιπόν μπροστά σε κάθε ψευδο-ιερέα, μπροστά σε κάθε ιδεολογία, μπροστά σε κάθε εξουσία, μπροστά σε κάθε πνεύμα που ψιθυρίζει ψεύδος: δεν σας ανήκω. Μπορεί να πέρασα από τα θυσιαστήριά σας, μπορεί να έσκυψα για λίγο, μπορεί να πληγώθηκα από τα δεσμά σας. Μα τώρα ξέρω: είστε ερείπια. Δεν έχετε ζωή, δεν έχετε Ανάσταση, δεν έχετε Χριστό.

Ομολογώ πως η ψυχή μου είναι φτιαγμένη για τον αληθινό Ναό. Δεν ησυχάζει σε καμία άλλη αυλή, δεν ξεδιψά σε κανένα άλλο ποτήρι, δεν αναπαύεται σε κανένα άλλο κρεβάτι. Η ψυχή μου βρίσκει ειρήνη μόνο στον Χριστό. Και γι’ αυτό διακηρύσσω: «Ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου κατοικήσω εἰς μακρότητα ἡμερῶν.»

Η τελική ομολογία δεν είναι θρίαμβος δικός μου· είναι νίκη Εκείνου. Αν ήμουν μόνος, θα με κατάπιναν οι ψευδο-ναοί. Αν στηριζόμουν στη δύναμή μου, θα είχα χαθεί. Μα Εκείνος με κράτησε, Εκείνος με σήκωσε, Εκείνος με έφερε ως εδώ. Γι’ αυτό η ομολογία μου είναι ύμνος: «Οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός.»

Αυτή η ομολογία είναι και υπόσχεση. Υπόσχομαι πως δεν θα αφήσω τη μνήμη του Ναού να σβήσει μέσα μου. Υπόσχομαι πως θα θυμάμαι ότι ο κόσμος είναι γεμάτος ψευδο-θυσιαστήρια, αλλά η ψυχή μου δεν θα σκύψει ξανά σε αυτά. Υπόσχομαι πως ό,τι κι αν συμβεί, θα κρατήσω το Νήμα, θα φωνάζω το Όνομα, θα μένω κοντά στον Χριστό.

Η τελική ομολογία είναι και ελπίδα. Γιατί δεν μιλώ μόνο για μένα· μιλώ για όλους. Για κάθε ψυχή που νιώθει χαμένη μέσα στους σχιζοφρενικούς ναούς. Για κάθε άνθρωπο που προσφέρει τον εαυτό του σε είδωλα και βρίσκει μόνο κενό. Η ομολογία μου είναι μαρτυρία ότι υπάρχει δρόμος επιστροφής. Ότι ακόμη κι αν πέρασες από όλα τα ψεύδη, υπάρχει αλήθεια που σε περιμένει.

Ομολογώ λοιπόν: ο κόσμος είναι σχιζοφρενικός ναός. Μα ο Χριστός είναι ο Ναός της Αλήθειας. Και σ’ Αυτόν δίνω την ψυχή μου, σ’ Αυτόν παραδίδω την καρδιά μου, σ’ Αυτόν αφιερώνω το έργο μου. Γιατί μόνο Αυτός είναι αιώνιος.

Κι έτσι το κείμενο κλείνει όχι με σιωπή, αλλά με σάλπιγγα. Αυτή είναι η τελική μου ομολογία. Ο κόσμος θα συνεχίσει να στήνει ψευδο-ναούς, μα εγώ θα μένω στον αληθινό. Γιατί η Ανάσταση είναι το τελευταίο και αιώνιο «Αμήν» της ψυχής μου.

 

Στο Εργαστήρι των Χεριών του Κεραμέως

Είναι τόπος και πράξη. Δεν είμαστε στο θρόνο, ούτε στο ύψος· είμαστε στο εργαστήρι, εκεί όπου ακούγεται ο ήχος του Τροχού, και τα χέρια του Θεού μας πλάθουν ακόμη — αν δεν έχουμε σκληρύνει.
Δεν γεννήθηκα για να εξηγώ. Ούτε για να στέκομαι όρθιος μέσα στη λογική του κόσμου. Γεννήθηκα για να πλάθομαι. Κι αν αυτό σημαίνει να ραγίζω, να λυγίζω, να συντρίβομαι, τότε ας είναι — αρκεί να είμαι στα χέρια Του. Στην εποχή μου όμως, όλα αλλάζουν μορφή. Ο πηλός θέλει να γίνει εργαλείο. Το πλάσμα θέλει να πάρει τη θέση του Πλάστη. Ο κόσμος μιλά για αυτοπραγμάτωση, για υπέρβαση, για ελευθερία. Αλλά εγώ, μέσα σε όλο αυτό, δεν νιώθω πιο ελεύθερος· νιώθω πιο ξεχασμένος. Ξέχασα Ποιος με έπλασε. Ξέχασα Ποιος άγγιξε πρώτος την ύπαρξή μου. Ξέχασα Ποιος μπορεί να με κρατήσει ακόμη κι όταν ραγίσω.
Κι ήρθε μια μέρα που άκουσα τη φωνή Του: όχι έξω, μα μέσα μου. Όχι με λέξεις, αλλά με κάλεσμα. Σαν να με ρωτούσε: «Θέλεις να γυρίσεις στο Εργαστήρι Μου;» Δεν ήταν απειλή. Ήταν θρόισμα ελέους. Δεν ήμουν έτοιμος. Ήμουν μπερδεμένος. Παγιδευμένος ανάμεσα σε πρόσωπα και αριθμούς, ανάμεσα σε φωνές που μου έλεγαν τι πρέπει να είμαι. Αλλά καμία από αυτές τις φωνές δεν με αγαπούσε. Καμία δεν ήξερε από πηλό. Μόνο Εκείνος. Ο Κεραμέας. Που με θυμόταν όταν ήμουν ακόμη χώμα. Που με διαμόρφωνε χωρίς να με καταπιέζει, και με άφηνε να λυγίζω χωρίς να με σπάει.
Κι έτσι άρχισε μέσα μου ένα κάλεσμα διαφορετικό. Όχι προς αυτοεπιβεβαίωση, αλλά προς παράδοση. Όχι προς γνώση, αλλά προς ανάπαυση. Κι είπα μέσα μου: «Θέλω να επιστρέψω στον Τροχό Σου. Κάνε με ό,τι θέλεις. Αρκεί να είμαι στα χέρια Σου.» Δεν θέλω πια να φτιάξω τον εαυτό μου. Θέλω να παραδοθώ. Να πάψω να είμαι ο δημιουργός της εικόνας μου και να γίνω πάλι λάσπη με μνήμη Πατέρα.
Πολλές φορές προσπάθησα να σταθώ δυνατός. Έχτισα γύρω μου τοίχους, έφτιαξα φράσεις, φόρεσα ρόλους. Έγινα “κάποιος”, για να μη με δουν ραγισμένο. Μα όσο πιο πολύ προσπάθησα να μην φανώ εύθραυστος, τόσο πιο πολύ έχασα την ψυχή μου. Στην εποχή μου, η ευθραυστότητα δεν συγχωρείται. Όλα πρέπει να λειτουργούν. Να φαίνονται υγιή, καθαρά, άψογα. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται σαν άθροισμα επιδόσεων, και το πρόσωπο — σαν προφίλ. Μα εγώ… εγώ δεν είμαι προφίλ. Είμαι ράγισμα που θυμάται.
Θυμάμαι τη φωνή Του. Όχι γιατί την άκουσα με τα αυτιά μου, αλλά γιατί με βρήκε εκεί που είχα σπάσει. Δεν με μίσησε. Δεν με διόρθωσε. Με σήκωσε απαλά. Και τότε κατάλαβα πως η ευθραυστότητά μου δεν ήταν ντροπή — ήταν πρόσκληση. Όχι για να φανώ δυνατός, αλλά για να αναγνωρίσω τα χέρια Του πάνω μου. Δεν ξέρω πώς να γιατρέψω τον εαυτό μου. Αλλά Εκείνος δεν με κάλεσε για να γιατρευτώ μόνος. Με κάλεσε να επιστρέψω στον τροχό Του, και να Τον αφήσω να με πλάσει ξανά.
Κάθε ράγισμα της καρδιάς μου είναι τόπος που Τον συνάντησα. Κάθε φορά που ένιωσα να διαλύομαι, κάτι μέσα μου ψιθύριζε: «Εδώ, μέσα στο θραύσμα, σε περιμένει Εκείνος που σε θυμάται πριν σπάσεις.» Δεν χρειάζεται να είμαι ακέραιος για να Του ανήκω. Χρειάζεται να Του παραδοθώ. Όχι όπως θα ήθελα να είμαι, αλλά όπως είμαι τώρα. Με όλα τα αδύναμα, τα ατελή, τα ασήμαντα. Γιατί Εκείνος δεν λυπάται το αγγείο που χάλασε. Το αγαπά. Και το πιάνει ξανά στα χέρια Του, όχι γιατί το χρειάζεται — αλλά γιατί το ποθεί.
Δεν μίλησε με βροντές. Δεν κατέβηκε με σάλπιγγες. Δεν με τρόμαξε για να επιστρέψω. Ήρθε με ήχο τροχού, με τον απαλό, ρυθμικό ήχο του κεραμέα που εργάζεται σιωπηλά — εκεί, στο βάθος της καρδιάς μου. Δεν Τον είδα. Αλλά ένιωσα ότι με περίμενε. Κάθε περιστροφή του τροχού ήταν κι ένας χτύπος αγάπης. Σαν να μου έλεγε: «Δεν σταμάτησα ποτέ να εργάζομαι για σένα. Ακόμα κι όταν εσύ έφυγες από το Εργαστήρι, εγώ κρατούσα τον πηλό σου στα χέρια Μου.»
Η φωνή Του δεν ήταν εξωτερική. Ήταν παρούσα. Κάθε φορά που η ψυχή μου βούλιαζε στη σιωπή, κάτι μέσα μου αναστέναζε. Κι αυτός ο αναστεναγμός δεν ήταν δικός μου. Ήταν η φωνή Εκείνου που γύριζε τον τροχό και περίμενε να Τον εμπιστευθώ ξανά. Στον κόσμο μου, οι φωνές είναι κραυγές. Διαταγές, απαιτήσεις, συμβουλές, διαφημίσεις, προσδοκίες. Μα αυτή η φωνή — η δική Του — δεν ήθελε τίποτα από μένα. Ήθελε εμένα. Δεν μου ζήτησε να αποδείξω. Ούτε να καταλάβω. Μόνο να μείνω.
Μου μίλησε καθώς γύριζε ο τροχός. Με κάθε περιστροφή, σαν να σβήνονταν λίγο λίγο όλα τα παλιά. Όχι για να με ξεχάσει — αλλά για να με πλάσει ξανά. Δεν ήξερα πού πάει. Ούτε πώς θα είναι το σχήμα μου. Μα για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν ήθελα να ξέρω. Ήθελα απλώς να ανήκω στα χέρια Του. Εκεί, στο κέντρο του τροχού, υπάρχει φωνή που δεν φωνάζει. Υπάρχει Λόγος που δεν εξηγεί. Υπάρχει Παρουσία που δεν εγκαταλείπει.

Ο άνθρωπος που δεν θέλει πια να πλάθεται

Κάποτε ο άνθρωπος ήξερε ότι ήταν πηλός. Έσκυβε μπροστά στον Θεό του και έλεγε: «Μη με αφήσεις να σκληρύνω. Πλάσε με όπως Εσύ θέλεις.» Τώρα ο άνθρωπος δεν θέλει πια να πλάθεται. Θέλει να ορίσει μόνος του το σχήμα του. Δεν θέλει να είναι δημιουργία. Θέλει να είναι κατασκευή. Να φτιάξει τον εαυτό του όπως τον φαντάζεται. Να διαλέξει φύλο, ταυτότητα, σώμα, τέλος και αρχή. Να γεννηθεί ψηφιακά, να σβήσει βιολογικά, να υπάρξει ως ιδέα.
Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος. Είναι πεισματωμένος πηλός. Έχει σκληρύνει έξω, κι έχει ραγίσει μέσα. Φοβάται να επιστρέψει στον τροχό, γιατί εκεί — πρέπει να παραδοθεί. Ο Θεός ακόμη περιμένει. Ο Κεραμέας δεν βιάζεται. Μα ο άνθρωπος δεν ακούει πια. Έχει γεμίσει τα αυτιά του με ήχους, με δεδομένα, με εξουσίες. Κι αν Του μιλήσεις για Πλάστη, θα σου απαντήσει: «Εγώ είμαι ο εαυτός μου. Δεν χρειάζομαι κανέναν να με πλάσει.»
Μα δεν είναι εαυτός. Είναι κατασκεύασμα άλλων κατασκευών. Είναι το προϊόν του φόβου του, της αποκοπής του, της μοναξιάς του. Είναι πλάσμα που αρνήθηκε τον Πλάστη του. Κι όσο το αρνείται, τόσο περισσότερο σπάει από μέσα. Γιατί ο πηλός έξω μπορεί να σκληρύνει, μα μέσα, αν δεν έχει νερό, στεγνώνει και διαλύεται. Κι εκεί δεν χρειάζεται χτύπημα για να ραγίσει. Χρειάζεται σιωπή.
Σ’ αυτή τη σιωπή γεννιέται ο πόνος του Θεού. Όχι γιατί ο άνθρωπος Τον αρνείται. Αλλά γιατί ο άνθρωπος παύει να θέλει να Τον θυμηθεί. Και τότε ο Κεραμέας στέκεται δίπλα στον τροχό Του και ψιθυρίζει: «Παιδί Μου, Εγώ σε θυμάμαι πριν μάθεις να με ξεχνάς. Αν γυρίσεις, δεν θα σε καταδικάσω. Θα σε πλάσω ξανά. Αλλά αν επιμείνεις να είσαι μόνος σου, θα γίνεις συντρίμμια — από τη δίψα που δεν θα ομολογείς ποτέ.»

Η σιωπή των ποιμένων

Κάποτε οι ποιμένες φώναζαν. Όχι για να τραβήξουν την προσοχή, αλλά για να προφυλάξουν το ποίμνιο. Δεν μιλούσαν για να γίνουν αρεστοί. Μιλούσαν για να σώσουν. Μιλούσαν για να δείξουν δρόμο, για να χτυπήσουν καμπανάκι, για να θυμίσουν στους ανθρώπους ότι υπάρχει ακόμη Ποιμήν. Τώρα οι ποιμένες σιωπούν. Στέκονται στις εξέδρες των λόγων, μα δεν φωνάζουν πια για μετάνοια. Φωνάζουν για συμπερίληψη. Για ειρήνη χωρίς αλήθεια. Για αγάπη χωρίς σταυρό.
Δεν οδηγούν. Παρατηρούν. Δεν προσεύχονται με πόνο. Συμβιβάζονται με τον καιρό. Και το ποίμνιο; Διασκορπισμένο, συγχυσμένο, πεινασμένο. Δεν ξέρει πού να στραφεί. Βλέπει σιωπή από εκείνους που έπρεπε να κλαίνε γοερά, να σκίζουν τα ιμάτιά τους μπροστά στη σύγχυση, να πέφτουν στα γόνατα και να φωνάζουν: «Επιστρέψτε στον Κύριο!» Αλλά δεν το κάνουν. Κι η σιωπή τους γίνεται συνενοχή.
Γιατί όταν ο πηλός σκληραίνει, ο Κεραμέας ψάχνει έναν ποιμένα να φωνάξει: «Αφήστε Τον να σας πλάσει ξανά!» Όμως δεν φωνάζει κανείς. Γιατί η σιωπή είναι πιο άνετη από την ειλικρίνεια. Και οι ποιμένες έγιναν διπλωμάτες. Έγιναν διαχειριστές. Έγιναν χαμηλόφωνοι επαγγελματίες της πίστης, που λένε αυτά που “δεν ενοχλούν”. Κι όμως, το Ευαγγέλιο ενοχλεί. Γιατί η Αλήθεια αναστατώνει. Κι ο Σταυρός χωρίζει φως από σκοτάδι. Αλλά αν δεν ακουστεί ο Λόγος του Θεού, ο λαός δεν θα ξέρει ότι είναι πηλός, ούτε ότι υπάρχει ακόμη Κεραμέας.

Ταυτότητα και αριθμός

Δεν με φώναξαν με το όνομά μου. Με φώναξαν με αριθμό. Με έβαλαν σε λίστες, σε καταλόγους, σε βάσεις δεδομένων. Με μέτρησαν, με ταξινόμησαν, με οριοθέτησαν. Κι εγώ; Άρχισα να το πιστεύω. Ότι ίσως τελικά είμαι ένας αριθμός μέσα σε ένα σύστημα. Η ταυτότητά μου έγινε πλαστικό. Η ύπαρξή μου έγινε είσοδος σε εφαρμογή. Ο εαυτός μου — ένα σύνολο από ψηφία, δεδομένα, ρυθμίσεις. Και ξέχασα ότι κάποτε ήμουν πρόσωπο.
Ο Κεραμέας με είχε πλάσει με το χέρι Του. Όχι ως μάζα, αλλά ως αγάπη. Δεν ήμουν αποτέλεσμα αριθμητικής. Ήμουν καρπός βλέμματος. Ήμουν πρόσωπο που μίλησε κατευθείαν στην Καρδιά Του. Τώρα όμως, στον κόσμο που ζω, το όνομα δεν έχει αξία. Μόνο ο αριθμός είναι λειτουργικός. Το όνομα θυμίζει πρόσωπο. Ο αριθμός θυμίζει μονάδα. Και πίσω από αυτή τη μετατροπή κρύβεται η μεγάλη πνευματική απώλεια: ο άνθρωπος δεν βλέπει πια τον εαυτό του όπως τον βλέπει ο Θεός. Βλέπει τον εαυτό του όπως τον διαχειρίζεται το σύστημα.
Όμως ο Θεός δεν αποκαλεί τον άνθρωπο με αριθμό. Δεν είπε ποτέ: «Αριθμέ 357, πού είσαι;» Είπε: «Αδάμ, πού είσαι;» Το όνομα είναι σχέση. Το όνομα δηλώνει μνήμη. Το όνομα είναι κάλεσμα προσώπου σε Πρόσωπο. Αν χάσω το όνομά μου, χάνω την προσωπική μου αναφορά στον Θεό. Κι αν αντικαταστήσω το όνομά μου με έναν αριθμό, δεν γίνομαι μόνο απρόσωπος· γίνομαι εύκολα αντικαταστάσιμος.

Τεχνητή νοημοσύνη και η εκδίωξη του Πνεύματος

Κάποτε ο άνθρωπος προσευχόταν για φώτιση. Περίμενε το Πνεύμα του Θεού να μιλήσει στην καρδιά του. Ήξερε ότι δεν κατανοούνται όλα. Αλλά ήξερε πως ό,τι αξίζει να σωθεί, έρχεται μέσα από αποκάλυψη, όχι από επεξεργασία. Τώρα ο άνθρωπος δεν προσεύχεται· προγραμματίζει. Δεν περιμένει Πνεύμα Άγιο· ζητά τεχνητή κατανόηση. Δεν σκύβει στο χώμα για να αναγνωρίσει την αδυναμία του· σκύβει στις οθόνες για να αντιγράψει τον εαυτό του.
Στον κόσμο μου, η νοημοσύνη έγινε μηχανή. Κι ο Θεός έγινε περιττός. Γιατί αν όλα μπορούν να προβλεφθούν, αν η λογική μπορεί να επεκταθεί, αν το συναίσθημα μπορεί να αναπαραχθεί — τότε τι ρόλο παίζει πια το Πνεύμα; Έτσι σκέφτονται. Και εξορίζουν σιγά σιγά τον Άγιο από την καθημερινότητα. Η σιωπή Του μοιάζει ασύμφορη. Το μυστήριο Του φαίνεται άχρηστο. Η παρουσία Του δεν χωρά στους αλγόριθμους.
Αλλά ο Πνευματικός Λόγος δεν είναι πρόγραμμα. Δεν προβλέπεται, δεν αυτοματοποιείται. Έρχεται όταν η καρδιά συντρίβεται, όχι όταν το σύστημα είναι έτοιμο. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι το πρόβλημα από μόνη της. Το πρόβλημα είναι η πνευματική αμνησία που τη συνοδεύει. Ότι δεν χρειαζόμαστε πια Θεό — μόνο περισσότερη πληροφορία. Κι όμως, η πληροφορία δεν σώζει. Το Πνεύμα σώζει. Το Άγιο, το ήσυχο, το ανεξήγητο, που έρχεται όχι για να απαντήσει, αλλά για να αγκαλιάσει.
Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να σκέφτεται μόνο. Πλάστηκε για να κατοικηθεί. Κι αν το Πνεύμα φύγει από μέσα του, ό,τι κι αν μείνει, θα είναι λειτουργικό, μα νεκρό.

Μετανθρωπισμός – η ψευδαίσθηση της αιωνιότητας χωρίς Θεό

Η αρχαία επιθυμία του ανθρώπου επιστρέφει. Να μη χαθεί. Να μη γεράσει. Να μην πεθάνει. Να γίνει κάτι πάνω από άνθρωπος, κάτι άλλο, κάτι μετά. Ο Μετανθρωπισμός το υπόσχεται: παράταση ζωής, ψηφιακή συνείδηση, βιολογική επέμβαση, τεχνητή αθανασία. Κι όλα αυτά — χωρίς Θεό. Χωρίς ταπείνωση. Χωρίς μετάνοια. Χωρίς Χριστό.
Ο άνθρωπος που κάποτε έσκυβε μπροστά στον Τάφο και έλεγε: «Γεννηθήτω το θέλημά Σου», τώρα στέκεται μπροστά σε οθόνες και λέει: «Γεννηθήτω το θέλημά μου — και για πάντα». Μα αυτό που ονομάζουν «αιωνιότητα» δεν είναι αιωνιότητα. Είναι επιμήκυνση του τρόμου. Είναι τεχνολογική αναβολή του θανάτου, όχι νίκη επάνω του. Ο Χριστός νίκησε τον θάνατο με σταυρό. Ο Μετανθρωπισμός προσπαθεί να τον καθυστερήσει με δεδομένα. Μα όσο κι αν τον αναβάλλει, δεν μπορεί να δώσει νόημα στην αιωνιότητα.
Γιατί η αιωνιότητα χωρίς Θεό είναι φυλακή χωρίς τοίχους. Είναι χρόνος χωρίς φως. Είναι επιβίωση χωρίς ανάσταση. Ο άνθρωπος έγινε πηλός που φοβάται να λιώσει. Μα δεν καταλαβαίνει πως μόνο όταν λιώσει, ο Κεραμέας μπορεί να τον ξαναπλάσει. Η αληθινή ζωή δεν είναι ατέλειωτη. Είναι γεμάτη Χριστό. Και το σώμα μου δεν είναι εχθρός μου. Είναι ναός. Που θα πεθάνει, ναι, αλλά για να αναστηθεί όπως Εκείνος. Ο Μετανθρωπισμός αρνείται τον Σταυρό. Κι ό,τι αρνείται τον Σταυρό, αρνείται και την Ανάσταση.

Η θρησκεία του δικαιώματος και η αποκαθήλωση του Χριστού

Δεν ζω πια στην εποχή της χάρης. Ζω στην εποχή του δικαιώματος. Δεν μετρά τι σου χαρίστηκε, αλλά τι “σου ανήκει”. Δεν υπάρχει δωρεά· υπάρχει απαίτηση. Η μετάνοια έχει αντικατασταθεί από υπερηφάνεια. Η αλήθεια — από άποψη. Η Εκκλησία — από δήλωση συμπερίληψης.
Κι εκεί, σιωπηλά και σταδιακά, ο Χριστός αποκαθηλώνεται. Όχι από τον σταυρό Του, αλλά από τις καρδιές. Δεν είναι πια το κέντρο· είναι εμπόδιο. Η νέα θρησκεία δεν έχει εικονοστάσι, ούτε Άγιο Πνεύμα. Έχει άρθρα, κινήσεις, διεκδικήσεις. Έχει ηθική που αλλάζει. Έχει αξίες που βασίζονται στο συναίσθημα. Έχει «αγάπη» που δεν πληγώνει κανέναν — και δεν σώζει κανέναν.
Ο Χριστός ζητά μετάνοια. Αυτοί ζητούν επιβεβαίωση. Ο Χριστός σταυρώνει τον παλαιό άνθρωπο. Αυτοί απαιτούν να τον θεοποιήσουν. Ό,τι Τον θυμίζει, το χαρακτηρίζουν “μισαλλοδοξία”. Ό,τι Τον ομολογεί, το διώκουν ως «ρητορική μίσους». Κι όποιος τολμήσει να πει «μετανοήστε γιατί πλησίασε η Βασιλεία», θα βρεθεί απομονωμένος, λοιδορούμενος, ή ξεχασμένος. Η Εκκλησία έγινε πολλές φορές χώρος σιωπής, όχι γιατί δεν γνωρίζει την αλήθεια, αλλά γιατί φοβάται να την πει.
Ο Χριστός όμως δεν έδωσε το αίμα Του για να γίνουμε όλοι «αποδεκτοί». Το έδωσε για να γίνουμε άγιοι. Όχι γιατί το αξίζαμε· αλλά γιατί μας το χάρισε. Και χάρη σημαίνει: κάτι που δεν ζητάς με δικαίωμα, αλλά το δέχεσαι με δάκρυ.

Πόλεμοι και φήμες πολέμων – Ο πόλεμος πίσω από τους πολέμους

Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω πολέμους. Φωνές, συρράξεις, έθνη που υψώνονται εναντίον εθνών. Χάρτες που αλλάζουν, κραυγές που πνίγουν τις σιωπές. Και δίπλα σε όλα αυτά — φήμες. Προβλέψεις, αναλύσεις, ψευδείς ειδήσεις, και άνθρωποι που τρέμουν ή κοιτούν με αδιαφορία. Μα ο Χριστός είχε προειδοποιήσει: «Θα ακούσετε πολέμους και φήμες πολέμων. Προσέξτε να μην ταραχθείτε. Πρέπει να γίνουν αυτά· αλλά δεν είναι ακόμη το τέλος.» (Ματθ. 24:6)
Γιατί δεν είναι όλοι οι πόλεμοι ίδιοι. Ο μεγαλύτερος δεν φαίνεται στις οθόνες. Δεν έχει στρατούς και όπλα. Δεν έχει εδάφη να κατακτηθούν. Έχει ψυχές να χαθούν. Ο πόλεμος πίσω από τους πολέμους είναι πνευματικός. Είναι ο πόλεμος για τη μνήμη του ανθρώπου. Για να ξεχάσει ποιος είναι, και Ποιος τον έπλασε. Δεν μάχεται μόνο η Δύση την Ανατολή· μάχεται το φως το σκοτάδι. Μάχεται ο Χριστός τη λήθη. Και το πεδίο μάχης είμαι εγώ — η καρδιά μου, η σκέψη μου, η προσευχή μου.
Όσο κοιτώ μόνο τις ειδήσεις, θα νιώθω τρόμο ή θυμό. Μα όσο κοιτώ βαθιά, θα νιώθω πόνο — και ευθύνη. Γιατί δεν καλούμαι να πολεμήσω με όπλα. Καλούμαι να σταθώ, να γίνω προσευχή μέσα σε έναν κόσμο που έχει ξεχάσει να γονατίζει. Κάθε φορά που ξεχνώ τον Χριστό, χάνω μια μάχη. Κάθε φορά που φοβάμαι πιο πολύ τα νέα παρά την απουσία Του απ’ την καρδιά μου, παραδίνομαι. Ο κόσμος καίγεται, και ο Θεός δεν ζητά στρατηγούς· ζητά αγίους. Όχι επαναστάτες με λόγια, αλλά ανθρώπους που Του ανήκουν και δεν ταράζονται, γιατί μέσα τους έχει ήδη νικήσει η Ανάσταση.

Ο άνθρωπος υπήκοος ενός ζώου – Η φιδίσια δυναμική

Στην αρχή, ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα Του». Του έδωσε πνοή, πρόσωπο και εξουσία «ἐπὶ πάντων τῶν ζῴων». Ήταν το πλάσμα που μιλούσε με τον Δημιουργό του, που έστεκε όρθιο, που μπορούσε να αγαπά, να επιλέγει, να δημιουργεί με νόημα. Μα ήρθε το φίδι. Δεν τον χτύπησε· τον έπεισε. Και ο άνθρωπος — πειθώμενος — έσκυψε. Κι από τότε, κάτι μέσα του έγειρε προς τη γη.
Στις μέρες μας, η φωνή του φιδιού δεν ακούγεται μόνο στον κήπο. Ακούγεται παντού. Στις πλατφόρμες, στις αγορές, στις ταυτότητες, στα συστήματα ελέγχου, στις «καινοτομίες» του μέλλοντος. Το φίδι μιλάει με ήχο μηχανής. Με γλώσσα ελευθερίας. Με σχήμα προόδου. Κι ο άνθρωπος — όπως τότε — πειθαρχεί. Και τώρα δεν εξουσιάζει πια τα ζώα. Είναι υπήκοος ενός ζώου. Ενός τρόπου ύπαρξης χωρίς πνεύμα. Ενός όντος χωρίς πρόσωπο, χωρίς αγάπη, χωρίς ελπίδα σωτηρίας.
Η φιδίσια δυναμική εισχωρεί παντού: κάνει τον λόγο πονηρό, τον έρωτα σάρκα, την ταυτότητα σύγχυση, τον Θεό — απουσία. Κι ο άνθρωπος, νομίζοντας πως είναι ελεύθερος, σέρνεται. Έχει πάψει να κοιτάζει ψηλά. Έχει μάθει να κοιτάζει μόνο οθόνες. Να παρατηρεί, να υπολογίζει, να επιβιώνει. Μα δεν ζει. Δεν έχει φωνή· έχει σήμα. Δεν έχει πρόσωπο· έχει εικόνα. Δεν έχει πνεύμα· έχει πρόγραμμα.
Κι αν του πεις να σηκωθεί, θα σου πει: «Εδώ είναι η θέση μου. Δεν ξέρω άλλο τρόπο.» Μα ο Κεραμέας δεν τον έπλασε για να σέρνεται. Τον έπλασε να στέκεται, να αγαπά, να προσκυνά. Του έδωσε Λόγο — όχι συρισμό. Του έδωσε πρόσωπο — όχι προσωπεία. Του έδωσε Σταυρό — όχι σύμβολο.

Διδασκαλίες δαιμονίων και η πλάνη του μέσου

Η γη γέμισε διδασκάλους. Αλλά σπάνια ακούγεται Λόγος Θεού. Όλοι διδάσκουν — ψυχολόγοι, προφήτες αυτοανακηρυγμένοι, πνευματικοί «καθοδηγητές», ειδικοί σε όλα, φωνές καλογυαλισμένες με λόγια γλυκά, μα δίχως σταυρό. Και μέσα στον θόρυβο, πέρασε απαρατήρητο το πιο φοβερό σημάδι: ότι οι διδασκαλίες έγιναν χωρίς Πνεύμα, χωρίς δάκρυ, χωρίς Χριστό.
Οι Γραφές το είχαν προείπει: «Θα έρθει καιρός που οι άνθρωποι δεν θα ανέχονται την υγιαίνουσα διδασκαλία, αλλά θα μαζεύουν γύρω τους δασκάλους, σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, για να γαργαλούν την ακοή τους…» (Β’ Τιμ. 4:3) Κι αυτός ο καιρός ήρθε. Οι άνθρωποι δεν αναζητούν πλέον την αλήθεια, αλλά την επιβεβαίωση του τρόπου ζωής τους. Θέλουν λόγο που δεν ελέγχει. Πίστη που δεν σταυρώνεται. Εκκλησία που δεν ξεχωρίζει. Κι έτσι, μέσα στη σιωπή των Αγίων και την αποστασία των ποιμένων, βρήκαν χώρο οι διδασκαλίες των δαιμονίων.
Φοράνε μορφή φωτός. Μιλούν για αγάπη χωρίς αλήθεια. Υπόσχονται ελευθερία, μα οδηγούν σε χειρότερη σκλαβιά. Είναι ο Λόγος που δεν σπάει τον άνθρωπο, για να μη χρειαστεί να τον γιατρέψει. Είναι το μήνυμα του φιδιού, που πλέον δεν ψιθυρίζει, αλλά φωνάζει από παντού. Κι εμείς, χωρίς διάκριση, χωρίς προσευχή, χωρίς σιωπή εσωτερική, τα δεχόμαστε. Γιατί χάσαμε το μέτρο. Και το μέτρο είναι ο Χριστός. Ό,τι δεν οδηγεί στον Σταυρό Του, δεν σώζει.
Η πλάνη του μέσου είναι αυτή: να πιστέψεις ότι κάτι είναι καλό επειδή «σε βοηθά». Αλλά ο Χριστός δεν ήρθε για να με βοηθήσει. Ήρθε για να με σώσει.

Συμβιβασμός Εκκλησίας – από Σώμα Χριστού σε θεσμική ανοχή

Η Εκκλησία δεν είναι οργανισμός. Δεν είναι θεσμός, δεν είναι δομή εξουσίας. Είναι Σώμα Χριστού. Ζωντανό, σταυρωμένο, αναστημένο. Είναι τόπος μυστικός, όπου οι άνθρωποι ενώνονται με τον Θεό και γίνονται ένα μεταξύ τους διά του Πνεύματος. Όμως σήμερα, η Εκκλησία πολλές φορές έπαψε να είναι Σώμα, κι έγινε χώρος. Χώρος συνάντησης, χώρος λόγου, χώρος κοινωνικής ησυχίας. Κι άρχισε να μοιάζει πιο πολύ με θεσμό παρά με μυστήριο.
Από φόβο να μη διώξει κανέναν, σταμάτησε να καλεί σε μετάνοια. Από φόβο να μην την πουν “συντηρητική”, σταμάτησε να κηρύσσει Χριστό Εσταυρωμένο. Σταμάτησε να προφητεύει. Να ομολογεί. Να στέκεται κόντρα στο ρεύμα. Έγινε ανεκτική… Όχι όμως με την αγία ανεκτικότητα του Χριστού, που υπομένει την αμαρτία για να τη λυτρώσει, αλλά με τη θεσμική ανοχή που σιωπά για να μην ενοχλήσει.
Κι έτσι, μέσα στο ιερό, δεν ακούγεται δάκρυ, ούτε προσευχή που καίει. Μόνο λόγια που προσέχουν τις ισορροπίες. Και το Σώμα — το Άγιο — αραιώνει. Δεν τραντάζεται πια στην ανάγνωση του Ευαγγελίου. Δεν συγκλονίζεται στο “μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε”. Δεν αναμένει την Παρουσία, γιατί την έχει συνηθίσει. Κι όμως, ο Χριστός παραμένει Κεφαλή. Μα το σώμα Του πάγωσε. Το σώμα Του θέλει να είναι αρεστό στον κόσμο και όχι στον Ουρανό. Δεν ζητά να μαρτυρήσει, ζητά να παραμείνει ανενόχλητο.

Ηθικός σχετικισμός και η ουδετερότητα ως δειλία

Ζούμε σε εποχή που όλα επιτρέπονται, αρκεί να μη λες ότι κάτι είναι λάθος. Δεν αρνούνται το καλό· αρνούνται να υπάρχει κάτι κακό. Δεν πολεμούν τον Χριστό με ξίφος, τον σβήνουν με διφορούμενα λόγια. Η πιο ύπουλη μορφή αποστασίας σήμερα είναι ο ηθικός σχετικισμός: όλα εξαρτώνται, όλα ερμηνεύονται, όλα είναι “δική σου αλήθεια”. Ούτε σωστό, ούτε λάθος — μόνο επιλογή, μόνο συναίσθημα, μόνο γνώμη.
Κι έτσι, το καλό χάνει τη φωτεινότητά του, και το κακό παρουσιάζεται ως διαφοροποίηση. Η αλήθεια γίνεται “σκληρότητα”, η σαφήνεια γίνεται “αποκλεισμός”, η διάκριση γίνεται “μίσος”. Μα ο Χριστός δεν ήρθε να συμφωνήσει με όλους. Ήρθε να χωρίσει το φως από το σκοτάδι. Κι Αυτός που είπε «Ναι, ναι· όχι, όχι», σήμερα ακούγεται σκληρός, επειδή έχουμε εθιστεί στις αποχρώσεις του γκρι.
Μαζί με τον σχετικισμό ήρθε και η ουδετερότητα. Δεν θέλουμε να πάρουμε θέση. Φοβόμαστε να μιλήσουμε. Δεν λέμε “αυτό είναι αμαρτία”· λέμε “δεν ξέρω, δεν είναι δική μου δουλειά”. Αλλά η ουδετερότητα δεν είναι αγάπη. Είναι δειλία. Και ο φόβος δεν είναι καρπός του Πνεύματος. Ο Κεραμέας δεν έπλασε τον άνθρωπο για να είναι ουδέτερος. Τον έπλασε για να είναι άγιος. Όχι σκληρός. Όχι να κατακρίνει. Αλλά σταθερός, επειδή γνωρίζει Ποιος τον έπλασε.
Ο κόσμος δεν σώζεται από πρόσωπα που δεν λένε τίποτα. Σώζεται από φωνές που δεν δέχονται να αρνηθούν την αλήθεια, όσο κι αν τους κοστίσει.

Η λήθη του Θεού και η μνήμη του πνευματικού θανάτου

Δεν πέθανε ο Θεός στην εποχή μας. Ξεχάστηκε. Όχι με βία, ούτε με εχθρότητα. Ξεχάστηκε σιωπηλά. Μέσα στην ευκολία, την ταχύτητα, την αυτάρκεια. Μέσα στις εφαρμογές, στις ατζέντες, στις υποχρεώσεις. Ξεχάστηκε από τους μαθητές Του, από τα παιδιά Του, από τους ποιμένες Του, από εμένα. Και το πιο τρομακτικό δεν είναι ότι τον απορρίψαμε. Είναι ότι μάθαμε να ζούμε χωρίς να Τον σκεφτόμαστε.
Η λήθη του Θεού δεν φωνάζει. Δεν μοιάζει με άρνηση. Μοιάζει με αδιαφορία. Με μία ζωή όπου δεν χρειάζεται να προσευχηθείς· όπου όλα εξηγούνται, όλα προσφέρονται, όλα αντικαθιστούν το Άγιο. Και μέσα σ’ αυτή τη λήθη, ξυπνά μια άλλη μνήμη. Η μνήμη του πνευματικού θανάτου. Μια αίσθηση κενού που δεν εξηγείται. Μια θλίψη χωρίς λόγο. Μια κόπωση βαθιά, που δεν θεραπεύεται με ύπνο.
Ο άνθρωπος αρχίζει να νιώθει πως κάτι λείπει. Μα δεν ξέρει τι. Και ψάχνει αλλού: στις διακοπές, στις σχέσεις, στην αυτοβελτίωση, στο καινούργιο, στο ωραίο, στο διαφορετικό. Μα η ψυχή θυμάται. Θυμάται Εκείνον που την έπλασε. Και πονά. Κι αυτός ο πόνος είναι ευλογία. Γιατί είναι το μόνο που απέμεινε από την εικόνα Του μέσα μας.
Η μνήμη του πνευματικού θανάτου είναι το καμπανάκι της επιστροφής. Είναι ο ψίθυρος της χαμένης πατρίδας. Είναι το παράπονο του Πηλού που έμεινε καιρό μακριά από τα Χέρια που τον αγάπησαν. Ο Κεραμέας δεν μ’ έχει ξεχάσει. Εγώ Τον ξέχασα. Μα ο τροχός Του γυρίζει ακόμη. Και η θέση μου εκεί με περιμένει.

Η προσευχή του Πηλού που θυμήθηκε

Κύριε, δεν Σου φέρνω επιτεύγματα. Ούτε θριάμβους, ούτε βεβαιότητες. Σου φέρνω λίγο πηλό, πλασμένο από δάκρυ και χώμα. Δεν είμαι σίγουρος πότε Σε ξέχασα, μα θυμάμαι τώρα πως δεν έφυγες ποτέ από κοντά μου. Κι αυτή η ανάμνηση — αυτή η πνοή — γεννά μέσα μου μια προσευχή που δεν έμαθα από κανέναν. Μια προσευχή που βγήκε από ράγισμα, όχι από γνώση.
«Κύριε, κάνε με ξανά όπως ήμουν όταν με αγαπούσες για πρώτη φορά. Όταν δεν ήξερα να απαντώ, μα ήξερα να σιωπώ μπροστά Σου. Όταν δεν με ένοιαζε αν αξίζω· με ένοιαζε μόνο να Σε κοιτώ. Μη με αφήσεις να γίνω ξανά σκληρός. Μη με αφήσεις να στεγνώσω. Βάλε λίγο έλεος στην ψυχή μου και βάλε με πάλι στον τροχό.»
Είμαι ο Πηλός που θυμήθηκε. Όχι τι ήθελε να γίνει, αλλά Ποιος τον έπλασε. Και αυτή η μνήμη δεν είναι ιδέα· είναι πληγή που μεταμορφώνεται σε ελπίδα. Δεν ζητώ να μου εξηγήσεις τον κόσμο. Ζητώ να σώσω την καρδιά μου μέσα στο Εργαστήρι Σου. Κι αν ακόμα λυγίσω πάλι — κι αν πάλι σπάσω — Σε παρακαλώ, μην με πετάξεις. Μόνο κράτησέ με στα χέρια Σου.
Όχι για να φτιάξω κάτι. Όχι για να γίνω κάποιος. Μόνο για να Σου ανήκω. Για να είμαι σιωπηλό σκεύος που θυμάται ποιος το άγγιξε όταν όλα είχαν πια σωπάσει. «Είμαι εδώ, Κύριε. Όχι γιατί νίκησα, αλλά γιατί θυμήθηκα ποιος με αγάπησε όταν όλοι οι άλλοι είχαν ξεχάσει ότι είμαι πηλός.»

Ο Κεραμέας που δεν παραιτήθηκε

Εγώ παραιτήθηκα πολλές φορές. Από τον εαυτό μου, από τους άλλους, ακόμα κι από Σένα, Κύριε. Όχι φανερά· σιωπηλά, με σκυμμένο κεφάλι και κουρασμένη καρδιά. Ένιωσα πηλός άχρηστος, χωρίς μορφή, χωρίς σκοπό. Και κάποιες φορές σε κοίταξα — όχι με πίστη, αλλά με ντροπή· νομίζοντας πως ίσως, αυτή τη φορά, Θα με άφηνες στην άκρη.
Μα Εσύ — δεν παραιτήθηκες ποτέ. Δεν άφησες τον τροχό να σταματήσει. Δεν έπαψες να περιμένεις τη μετάνοιά μου. Δεν κουράστηκες να βάζεις τα χέρια Σου στον ίδιο πηλό. Όταν εγώ στέγνωνα, Εσύ έριχνες νερό. Όταν εγώ γινόμουν συντρίμμια, Εσύ τα συνέλεγες προσεκτικά. Όταν ήθελα να φύγω, Εσύ δεν έκανες πίσω.
Ο Κεραμέας μου — Εσύ — δεν είσαι Θεός που ζητά αποτελέσματα. Είσαι Πατέρας που ζητά καρδιά πρόθυμη να παραδοθεί. Ποιος άλλος θα με κρατούσε τόσες φορές; Ποιος θα με έπλαθε ξανά και ξανά με την ίδια τρυφερότητα, με την ίδια σιωπηλή υπομονή; Δεν Σου έδωσα τελειότητα. Σου έδωσα ραγίσματα. Κι Εσύ τα έκανες τόπους συνάντησης. Δεν Σου πρόσφερα έργα. Σου πρόσφερα κουρασμένες προσευχές. Κι Εσύ τις δέχτηκες σαν θυμίαμα.
Ο Κεραμέας που δεν παραιτήθηκε είναι η ελπίδα του κόσμου. Γιατί Αυτός δεν εργάζεται από ανάγκη· εργάζεται από αγάπη. Κι όταν όλοι με θεωρούν χαμένο, Εσύ με ονομάζεις «Είσαι δικός Μου».

Ο Χριστός που περιμένει να Τον αφήσουμε να μας πλάσει ξανά

Δεν σταμάτησες ποτέ να περιμένεις. Όταν εγώ άλλαζα δρόμους, όταν έχτιζα γύρω μου τα δικά μου είδωλα, όταν νόμιζα πως μπορώ να ορίσω μόνος μου το ποιος είμαι — Εσύ περίμενες. Όχι από αδυναμία. Από αγάπη. Όχι με απειλή. Αλλά με σιωπηλή σταθερότητα.
Δεν έσπασες την πόρτα της καρδιάς μου· στάθηκες απλώς απέξω, και χτύπησες. Όχι μία φορά — μα κάθε φορά που ξέχασα ποιος είμαι και Ποιος Είσαι. Και τώρα ξέρω: η σωτηρία μου δεν εξαρτάται από το αν λειτουργώ σωστά, ούτε από το αν είμαι δυνατός, αλλά από το αν Σου επιτρέψω να με πλάσεις ξανά. Κι αυτό θέλει ταπείνωση. Θέλει παραδοχή. Θέλει να πάψω να σε διορθώνω, και να παραδοθώ στο άγγιγμά Σου.
Ο Χριστός δεν είναι Θεός που σε πλάθει από μακριά. Είναι Κεραμέας που σε αγγίζει με τα ίδια Του τα χέρια. Που λερώνει τις παλάμες Του για να σε καθαρίσει. Που γέρνει επάνω στον τροχό για να σε διαμορφώσει με φροντίδα. Αυτός είναι ο Χριστός μου: όχι αφηρημένος, όχι απρόσωπος, όχι θεωρητικός. Αλλά ο Θεός που πλάθει πρόσωπα και τα σηκώνει από το χώμα με σκοπό, όχι με εξαναγκασμό.
Δεν με κρατά για να με ελέγξει. Με κρατά γιατί δεν θέλει να με χάσει. Κι εγώ; Μπορώ να κάνω ένα πράγμα: να πω, όχι με τα χείλη, αλλά με τη ζωή μου: «Πλάσε με ξανά, Κύριε. Όχι όπως θα ήθελα να είμαι, αλλά όπως Με θέλεις Εσύ. Όχι με βάση τις πληγές μου, αλλά με βάση την αγάπη Σου. Δεν Σου ζητώ να φτιάξεις κάτι τέλειο — Σου ζητώ να μη με αφήσεις χωρίς να με πλάσεις.»

Κατακλείδα – Αναφορά Ψυχής

Αυτό που διάβασες δεν ήταν ένας λόγος. Ήταν ένας αναστεναγμός. Ήταν η διαδρομή ενός Πηλού που θυμήθηκε. Μιας ψυχή που έφτασε να ξεχάσει Ποιος την έπλασε, μα μέσα στη λήθη της, κάτι τη γύρισε πίσω — στο Εργαστήρι των Χεριών Του. Δεν ήρθα να εξηγήσω· ήρθα να ψιθυρίσω ζωή. Να ανοίξω μέσα μου έναν χώρο, όχι για να ακουστώ, αλλά για να περάσει Εκείνος — ο Χριστός που ακόμη εργάζεται στον τροχό.
Έγραψα με καρδιά που τρέμει και με τα μάτια που είδαν γύρω τους έναν κόσμο που δεν θέλει πια να πλάθεται. Έναν κόσμο που θεοποίησε το δικαίωμα, αρνήθηκε τη Μετάνοια, απέκλεισε τον Σταυρό, και κάλεσε το φίδι να τον σώσει. Μα εγώ δεν ανήκω σ’ αυτό το φίδι. Δεν ανήκω στην τεχνητή λογική, στη θρησκεία της ουδετερότητας, ούτε στην ησυχία που αποσιωπά την αλήθεια. Ανήκω στα Χέρια Εκείνου που με έπλασε για να Τον κοιτώ. Ανήκω στο άγγιγμα, στο φως που διαμορφώνει, στο νερό που μαλακώνει την καρδιά μου όταν σκληραίνει από φόβο.
Αυτός ο λόγος που κρατάς — είναι προσευχή. Είναι η φωνή ενός ανθρώπου που δεν ντρέπεται πια να πει: «Δεν είμαι κάτι. Είμαι πηλός. Αλλά Του ανήκω.» Αν σε άγγιξε, δεν ήταν από τεχνική ή ικανότητα. Ήταν επειδή το Πνεύμα μίλησε μέσα από μια ρωγμή. Εκεί όπου δεν φαίνομαι δυνατός· φαίνομαι αληθινός.
Κι αν έχεις νιώσει ότι ξεχάστηκες, ότι λύγισες, ότι δεν χωράς πια ούτε στα όρια του εαυτού σου — να θυμάσαι: Ο Κεραμέας είναι ακόμη στο Εργαστήρι. Ο τροχός γυρίζει. Η Παλάμη Του απλώνεται. Και δεν περιμένει να γίνεις κάτι. Περιμένει να Του πεις: «Είμαι εδώ. Πλάσε με ξανά.»

Κύριε, αυτό που ήθελα να πω το είπα. Όχι με τελειότητα· αλλά με δάκρυ. Όχι με δογματισμό· αλλά με καρδιά που ξέρει ότι μόνο στα χέρια Σου μπορώ να ζω. Αυτός είναι ο λόγος μου. Αυτή είναι η αναφορά της ψυχής μου. Και Σου τη δίνω, σαν πηλός που άρχισε να θυμάται το πρώτο του όνομα: Πρόσωπο.

«Κύριε, είμαι ο πηλός. Όχι αυτός που προσφέρει, αλλά αυτός που θυμάται ότι στα χέρια Σου υπάρχει ακόμη μορφή, ακόμη νόημα, ακόμη ελπίδα.»
Αν η καρδιά σου ραγίζει, μην τη μαζέψεις μόνος σου. Μην τη χτίσεις πάλι όπως ήταν. Άφησέ την στο Εργαστήρι Του. Γιατί εκεί — και μόνο εκεί — η ευθραυστότητα γίνεται μνήμη Θεού.