«ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΜΑΖΙ ΜΟΥ»

Σκέπη στη νύχτα — Φύλαξη στον δρόμο — Παρουσία στην κοιλάδα

Τρεις Ψαλμοί — Μία υπόσχεση αιωνιότητας

Ψαλμός 23: «Δεν θα φοβηθώ κακό, επειδή Εσύ είσαι μαζί μου»

Ψαλμός 91: «Με τα φτερά Του θα σε σκεπάζει»


Ψαλμός 121: «Ο Κύριος θα φυλάττει την έξοδό σου και την είσοδό σου»


 

1. Αλληγορική αναδιήγηση — «Ο δρόμος που άρχισε κάτω από τις φτερούγες Του»

Ξύπνησα μέσα στη νύχτα και κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγω.
Δεν ήξερα που πήγαινα.
Μπροστά μου υπήρχε ένας δρόμος που χανόταν μέσα στα βουνά και πίσω μου ένα σπίτι που κάποτε νόμιζα ότι θα μπορούσε να με προστατεύει για πάντα.
Στάθηκα στην πόρτα.
Το χέρι μου έτρεμε πάνω στο πόμολο.
Η καρδιά χτυπούσε γρήγορα.
«Κύριε», ψιθύρισα, «φοβάμαι».
Καμία φωνή.
Μόνο νύχτα.
Εκανα το πρώτο βήμα.
Υστερα το δεύτερο.
Και καθώς απομακρυνόμουν, αισθανόμουν σαν να άφηνα πίσω όλα όσα γνώριζα.
Ανθρώπους.
Ασφάλειες.
Βεβαιότητες.
Το χθες μου.
Μπροστά υπήρχε μόνο σκοτάδι.
Και τότε άκουσα έναν ψίθυρο:
«Υψωσε τα μάτια σου».
Κοίταξα τα πόδια μου.
«Φοβάμαι μήπως πέσω».
«Υψωσε τα μάτια σου».
Τα σήκωσα προς τα βουνά.
Ηταν τεράστια.
Σκοτεινά.
Απροσπέλαστα.
Και από μέσα μου ανέβηκε η ερώτηση:
«Από που θα έρθει η βοήθειά μου;»
Περίμενα.
Και τότε η καρδιά απάντησε πριν προλάβουν τα χείλη:
«Η βοήθειά μου έρχεται από τον Κύριο, που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη».
Προχώρησα.
Ο δρόμος στένευε.
Κάπου μέσα στους θάμνους άκουγα κινήσεις.
Ο φόβος άρχισε να μου ψιθυρίζει.
«Είσαι μόνος».
Συνέχισα.
«Δεν ξέρεις τι υπάρχει μπροστά».
Συνέχισα.
«Κανείς δεν σε φυλάει».
Τότε σταμάτησα.
«Κύριε, με φυλάς;»
Και ήρθε μέσα μου η απάντηση:
«Δεν θα νυστάξει Αυτός που σε φυλάττει».
Κοίταξα τον ουρανό.
«Ούτε τώρα;»
«Ούτε τώρα».
«Ούτε όταν κοιμάμαι;»
«Ούτε τότε».
«Ούτε όταν εγώ ξεχνώ Εσένα;»
Σιωπή.
Και ύστερα:
«Εγώ δεν ξεχνώ εσένα».
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
Περπάτησα μέχρι που η νύχτα έγινε βαθύτερη.
Και τότε εμφανίστηκε μπροστά μου ένα δάσος.
Δεν υπήρχε άλλος δρόμος.
Επρεπε να μπω.
«Δεν θέλω».
Καμία απάντηση.
«Κύριε, άκουσες; Δεν θέλω».
«Το ξέρω».
«Τότε βρες μου άλλον δρόμο».
«Ο δρόμος περνά από εδώ».
Μπήκα.
Τα κλαδιά έκλεισαν πάνω μου.
Η ανάσα μου έγινε μικρή.
Κάθε ήχος έμοιαζε απειλή.
Και ξαφνικά θυμήθηκα:
«Από φόβο νυχτερινό δεν θα φοβάσαι».
Χαμογέλασα πικρά.
«Εύκολο να το λες, Κύριε».
Και τότε αισθάνθηκα κάτι πάνω μου.
Σαν σκέπη.
Σαν δυο τεράστιες αόρατες φτερούγες.
«Με τα φτερά Του θα σε σκεπάζει».
Στάθηκα.
«Εσύ είσαι;»
«Προχώρησε».
«Δεν θα απομακρύνεις τη νύχτα;»
«Θα περπατήσω μαζί σου μέσα της».
Εκεί κατάλαβα.
Η υπόσχεση δεν ήταν ότι δεν θα υπάρξει νύχτα.
Η υπόσχεση ήταν ότι η νύχτα δεν θα με βρει χωρίς Εκείνον.
Προχώρησα.
Και τότε είδα μπροστά μου μια κοιλάδα.
Μόλις την αντίκρισα, πάγωσα.
Ηταν διαφορετική από όλα όσα είχα περάσει.
Δεν υπήρχαν πουλιά.
Δεν υπήρχε άνεμος.
Μόνο μια βαριά σιωπή.
«Τι είναι αυτό;»
Και γνώριζα ήδη την απάντηση.
Η κοιλάδα της σκιάς του θανάτου.
Τα πόδια μου αρνήθηκαν να κινηθούν.
«Οχι».
Σιωπή.
«Μέχρι εδώ, Κύριε».
Σιωπή.
«Δεν μπορώ να μπω».
Και τότε δίπλα μου άκουσα βήματα.
Γύρισα.
Ενας Ποιμένας στεκόταν εκεί.
Κρατούσε ράβδο.
Το πρόσωπό Του ήταν ήρεμο.
«Ποιος είσαι;»
Με κοίταξε.
Και η ψυχή μου Τον αναγνώρισε.
«Ο Κύριος είναι ο ποιμένας μου».
Εκλαψα.
«Γιατί με έφερες εδώ;»
«Δεν σε έφερα για να μείνεις εδώ».
«Τότε;»
«Για να περάσουμε».
Να περάσουμε.
Δεν είχε πει να κατοικήσουμε.
Δεν είχε πει να πεθάνω εκεί.
Να περάσουμε.
Εκανα ένα βήμα.
Το σώμα μου έτρεμε.
Εκείνος έμεινε δίπλα μου.
Αλλο ένα.
Η κοιλάδα σκοτείνιασε.
Ακούμπησα πάνω Του.
«Φοβάμαι».
«Το ξέρω».
«Κι αν συμβεί κακό;»
«Κοίτα Εμένα».
«Κι αν πέσω;»
«Η ράβδος Μου και η βακτηρία Μου θα σε παρηγορούν».
«Κι αν δεν μπορώ να περπατήσω;»
«Τότε θα σε σηκώσω».
Και θυμήθηκα τον άλλο Ψαλμό.
«Θα σε σηκώνουν επάνω στα χέρια τους, για να μην προσκόψεις το πόδι σου σε πέτρα».
Τότε κατάλαβα ότι οι τρεις Ψαλμοί δεν ήταν τρεις διαφορετικές ιστορίες.
Ηταν ένας δρόμος.
Η σκέπη.
Η φύλαξη.
Ο Ποιμένας.
Και εγώ στη μέση.
Περπατούσα.
Κάποια στιγμή το σκοτάδι άρχισε να αραιώνει.
Μπροστά φάνηκε πράσινο.
Βγήκα από την κοιλάδα και αντίκρισα βοσκές χλοερές.
Και λίγο πιο πέρα νερό.
Ησυχο.
Καθαρό.
Γονάτισα.
Τα χέρια μου βυθίστηκαν μέσα του.
Ηπια.
Εκλαψα.
Δεν ήξερα πια αν τα μάγουλά μου ήταν βρεγμένα από νερό ή δάκρυα.
«Σε νερά ανάπαυσης με οδήγησε».
Ο Ποιμένας κάθισε δίπλα μου.
«Τελείωσε;»
«Τι;»
«Ο δρόμος».
«Οχι».
Κατέβασα το κεφάλι.
«Θα υπάρξουν κι άλλες κοιλάδες;»
«Ναι».
«Νύχτες;»
«Ναι».
«Φόβοι;»
«Ναι».
«Τότε πως θα αντέξω;»
Εδειξε πίσω.
Κοίταξα.
Είδα το δάσος.
Τα βουνά.
Την κοιλάδα.
Ολόκληρο τον δρόμο.
Και ξαφνικά παρατήρησα κάτι.
Σε κανένα σημείο δεν υπήρχε μόνο ένα ζευγάρι πατημασιές.
«Ησουν μαζί μου παντού;»
«Παντού».
«Ακόμη όταν νόμιζα ότι ήμουν μόνος;»
«Ιδίως τότε».
«Και αύριο;»
«Ο Κύριος θα φυλάττει την έξοδό σου και την είσοδό σου».
«Και μεθαύριο;»
«Από τώρα».
«Και μέχρι πότε;»
Με κοίταξε.
«Και μέχρι τον αιώνα».
Εκλεισα τα μάτια.
Για πρώτη φορά δεν ήθελα να ξέρω όλο τον δρόμο.
Μου αρκούσε να ξέρω ποιος περπατούσε μαζί μου.
Ομως όταν τα άνοιξα, είδα μπροστά μας ένα τραπέζι.
«Για ποιον είναι;»
«Για σένα».
«Εδώ;»
«Εδώ».
Κοίταξα γύρω.
Μακριά υπήρχαν ακόμη εχθροί.
Πράγματα που φοβόμουν.
Πληγές που δεν είχαν εξαφανιστεί.
«Δεν θα τους απομακρύνεις πρώτα;»
«Δεν χρειάζεται να εξαφανιστούν όλοι οι εχθροί για να καθίσεις στο τραπέζι Μου».
Κάθισα.
Εριξε λάδι στο κεφάλι μου.
Και γέμισε το ποτήρι.
Μέχρι επάνω.
Κι άλλο.
Μέχρι που ξεχείλισε.
«Κύριε… φτάνει».
Χαμογέλασε.
«Η χάρη Μου δεν μετρά όπως μετράς εσύ».
Κοίταξα το ποτήρι που έτρεχε πάνω στο τραπέζι.
Και τότε κατάλαβα πόσα χρόνια ζούσα περιμένοντας την καταστροφή.
Φοβόμουν τι θα συμβεί αύριο.
Ποιος θα φύγει.
Τι θα χάσω.
Ποια πόρτα θα κλείσει.
Ποια νύχτα θα έρθει.
Και ο Ψαλμός μου έλεγε κάτι άλλο:
«Χάρη και έλεος θα με ακολουθούν όλες τις ημέρες της ζωής μου».
Γύρισα πίσω.
«Που είναι;»
«Τι;»
«Η χάρη και το έλεος».
Ο Ποιμένας έδειξε τον δρόμο πίσω μου.
Και τότε τα είδα.
Ηταν εκεί.
Σε κάθε ημέρα.
Ακόμη στις ημέρες που είχα ονομάσει χαμένες.
Ακόμη στις νύχτες που νόμιζα ότι δεν υπήρχε Θεός.
Χάρη.
Ελεος.
Με ακολουθούσαν.
Εβαλα τα χέρια στο πρόσωπό μου και έκλαψα.
«Γιατί δεν τα έβλεπα;»
«Επειδή κοιτούσες συνεχώς αυτό που σε κυνηγούσε και όχι Εκείνον που σε ακολουθούσε».
Αυτή η φράση έμεινε μέσα μου.
Σηκώθηκα.
Ο δρόμος συνεχιζόταν.
«Πάμε;»
«Πάμε».
«Κύριε;»
«Ναι;»
«Θέλω να θυμάμαι τρία πράγματα όταν ξαναφοβηθώ».
«Ποια;»
Πήρα ανάσα.
«Οταν έρθει η νύχτα, ότι είσαι η σκέπη μου.
Οταν δεν ξέρω τον δρόμο, ότι είσαι ο φύλακάς μου.
Και όταν περάσω από την κοιλάδα, ότι είσαι ο Ποιμένας μου».
Προχωρήσαμε.
Δεν ήξερα τι υπήρχε μετά την επόμενη στροφή.
Για πρώτη φορά όμως αυτό δεν με τρόμαζε όπως πριν.
Γιατί δεν περπατούσα πια ζητώντας μια ζωή χωρίς κοιλάδες.
Ζητούσα μια ζωή όπου δεν θα ξεχνούσα ποιος περπατά μαζί μου.
Και καθώς έπεφτε ξανά το βράδυ, ψιθύρισα:
«Εσύ είσαι καταφυγή μου και φρούριό μου.
Η βοήθειά μου έρχεται από Εσένα.
Ο Κύριος είναι ο ποιμένας μου.
Και μέσα σε κοιλάδα σκιάς θανάτου αν περπατήσω, δεν θα φοβηθώ κακό.
Οχι επειδή έγινα ατρόμητος.
Οχι επειδή δεν υπάρχουν βέλη.
Οχι επειδή δεν υπάρχουν νύχτες.
Αλλά επειδή Εσύ είσαι μαζί μου».
Και τότε ένιωσα ξανά εκείνη τη σκέπη.
Τις φτερούγες.
Τη ράβδο.
Το χέρι.
Και συνέχισα.
Ενα βήμα.
Κι άλλο ένα.
Μέχρι που κατάλαβα ότι η μεγαλύτερη υπόσχεση των τριών Ψαλμών δεν ήταν πως δεν θα περάσω ποτέ μέσα από τη θλίψη.
Ηταν εκείνη η μικρή φράση που μπορούσε να κρατήσει ολόκληρη τη ζωή μου:
«Μαζί του θα είμαι στη θλίψη».
Μαζί μου.
Οχι μόνο πριν.
Οχι μόνο μετά.
Μέσα.
Κι από εκείνη τη στιγμή δεν ζήτησα πια από τον Θεό να μου αποκαλύψει όλο το μονοπάτι.
Του ζήτησα μόνο:
«Οταν σκοτεινιάζει, σκέπαζέ με.
Οταν κλονίζομαι, φύλαγέ με.
Οταν κουράζομαι, ποίμαινέ με.
Οταν πέφτω, σήκωνέ με.
Οταν φοβάμαι, θύμιζέ μου ότι είσαι εδώ.
Και όταν φτάσει κάποτε η τελευταία έξοδος της επίγειας ζωής μου, κάνε να αναγνωρίσω το χέρι που με φύλαγε σε όλες τις προηγούμενες.
Γιατί τώρα ξέρω που οδηγεί τελικά ο δρόμος.
Στον οίκο Σου».
Και περπάτησα.
Κάτω από τη σκέπη Του.
Με τον Φύλακα στα δεξιά μου.
Πίσω από τον Ποιμένα.
Με χάρη και έλεος στα βήματά μου.
Ολες τις ημέρες της ζωής μου.
Και μέχρι την συντέλεια του αιώνα και σε όλη την αιωνιότητα.

 

2. Κήρυγμα — «Δεν μου υποσχέθηκε ζωή χωρίς κοιλάδες· μου υποσχέθηκε ότι θα είναι μαζί μου»

Αδελφοί μου, αν έπρεπε να πάρω τρεις μόνο Ψαλμούς μαζί μου για ολόκληρο τον δρόμο της ζωής μου, θα ήθελα αυτούς.
Τον Ψαλμό της σκέπης.
Τον Ψαλμό της φυλάξεως.
Τον Ψαλμό του Ποιμένα.
Γιατί μέσα τους ακούω τρεις ομολογίες που θέλω να γίνουν η αναπνοή μου:
Ο Κύριος είναι το καταφύγιό μου.
Η βοήθειά μου έρχεται από τον Κύριο.
Ο Κύριος είναι ο ποιμένας μου.
Κι όμως χρειάστηκε να περάσω από νύχτες για να καταλάβω τι σημαίνουν αυτά τα λόγια.
Οσο όλα πήγαιναν καλά, ήταν εύκολο να λέω ότι εμπιστεύομαι τον Θεό.
Η πραγματική ερώτηση ήρθε όταν σκοτείνιασε ο δρόμος.
Οταν το σώμα κουράστηκε.
Οταν η καρδιά άρχισε να χτυπά γρηγορότερα από τον φόβο.
Οταν ένα πρόβλημα μπήκε στη ζωή μου και δεν ήξερα πως θα τελειώσει.
Οταν κοίταξα το αύριο και δεν είδα απάντηση.
Τότε ανακάλυψα ότι άλλο είναι να γνωρίζω έναν Ψαλμό και άλλο να χρειάζεται να κατοικήσω μέσα του.
«Αυτός που κατοικεί κάτω από τη σκέπη του Υψίστου…»
Δεν λέει απλώς αυτός που επισκέπτεται.
Λέει αυτός που κατοικεί.
Κι εγώ πόσες φορές επισκέφθηκα τον Θεό μόνο όταν φοβήθηκα;
Πόσες φορές Τον αναζήτησα όταν όλα τα άλλα απέτυχαν;
Πόσες φορές η προσευχή έγινε τελευταία επιλογή, ενώ θα έπρεπε να είναι η πρώτη μου αναπνοή;
Ο Ψαλμός με καλεί να κάνω τον Θεό κατοικία.
Να μη ζω απλώς ζητώντας από Εκείνον προστασία.
Να ζω μέσα στη σχέση μαζί Του.
Και εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Γιατί όταν ακούω:
«Κακό δεν θα συμβαίνει σε σένα»
ή
«ο Κύριος θα σε φυλάττει από κάθε κακό»,
μπορώ εύκολα να πιστέψω ότι ο άνθρωπος του Θεού δεν θα γνωρίσει ποτέ αρρώστια, απώλεια, αδικία, διωγμό ή θάνατο.
Αλλά τότε έρχεται ο τρίτος Ψαλμός και μου λέει:
«Και μέσα σε κοιλάδα σκιάς θανάτου αν περπατήσω…»
Αρα υπάρχει κοιλάδα.
Υπάρχει σκιά.
Υπάρχει κίνδυνος.
Υπάρχει θλίψη.
Και ο ίδιος ο Ψαλμός 91 λέει:
«Μαζί του θα είμαι στη θλίψη».
Να λοιπόν η υπόσχεση που με συγκλονίζει περισσότερο από όλες.
Δεν μου είπε ο Θεός:
«Δεν θα γνωρίσεις ποτέ θλίψη».
Μου είπε:
«Μαζί σου θα είμαι στη θλίψη».
Αυτό αλλάζει τα πάντα.
Γιατί εγώ πολλές φορές ζητώ:
«Κύριε, βγάλε με».
Κι Εκείνος μερικές φορές απαντά:
«Θα σε βγάλω. Αλλά πρώτα θα περπατήσω μαζί σου».
Εγώ λέω:
«Απομάκρυνε την κοιλάδα».
Κι Εκείνος μου λέει:
«Μη φοβάσαι. Είμαι μαζί σου μέσα στην κοιλάδα».
Εγώ ζητώ ζωή χωρίς νύχτα.
Κι Εκείνος μου προσφέρει παρουσία που η νύχτα δεν μπορεί να καταπιεί.
Κι εδώ έρχεται ο δεύτερος Ψαλμός:
«Υψώνω τα μάτια μου προς τα βουνά· από που θα έρθει η βοήθειά μου;»
Αδελφοί μου, αυτή είναι η ερώτηση κάθε ανθρώπου.
Από που θα έρθει η βοήθειά μου;
Από τα χρήματα;
Από τη δύναμή μου;
Από τις γνωριμίες;
Από τον έλεγχο;
Από την εξυπνάδα μου;
Ολα αυτά μπορεί να έχουν τη θέση τους.
Αλλά κανένα δεν μπορεί να γίνει Θεός μου.
Γιατί έρχεται κάποια στιγμή που ο άνθρωπος συναντά ένα βουνό μεγαλύτερο από τις δυνάμεις του.
Κι εγώ έχω γνωρίσει τέτοια βουνά.
Στέκομαι μπροστά τους και αισθάνομαι τη σάρκα μου να ομολογεί την αδυναμία της.
Σφίγγεται το στομάχι.
Βαραίνει το στήθος.
Η ανάσα μικραίνει.
Και τότε καταλαβαίνω:
Δεν μπορώ να σώσω μόνος μου τον εαυτό μου από όλα.
Και τότε σηκώνω τα μάτια.
«Η βοήθειά μου έρχεται από τον Κύριο, ο οποίος δημιούργησε τον ουρανό και τη γη».
Από τον Δημιουργό.
Αυτόν που έφτιαξε το βουνό που τώρα μου φαίνεται αξεπέραστο.
Και υπάρχει μια φράση που θέλω να γράψω μέσα στην καρδιά μου:
«Δεν θα νυστάξει αυτός που σε φυλάττει».
Εγώ κοιμάμαι.
Εκείνος όχι.
Εγώ εξαντλούμαι.
Εκείνος όχι.
Εγώ χάνω από τα μάτια μου τον δρόμο.
Εκείνος όχι.
Εγώ μπορεί να ξεχάσω για λίγο ότι με κρατά.
Εκείνος δεν ξεχνά.
Και ύστερα ακούω:
«Ο Κύριος είναι ο ποιμένας μου».
Εδώ αλλάζει κάτι.
Ο Θεός δεν είναι πλέον μόνο το φρούριο όπου τρέχω.
Δεν είναι μόνο ο Φύλακας που αγρυπνά.
Είναι ο Ποιμένας που περπατά μπροστά μου.
Με οδηγεί σε βοσκές χλοερές.
Με πηγαίνει σε νερά αναπαύσεως.
Ανορθώνει την ψυχή μου.
Αλλά ο ίδιος Ποιμένας περνά μαζί μου και από την κοιλάδα.
Και εκεί βρίσκεται η πίστη που θέλω.
Οχι:
«Δεν θα φοβηθώ επειδή δεν υπάρχει κακό».
Αλλά:
«Δεν θα φοβηθώ κακό, επειδή Εσύ είσαι μαζί μου».
Το κέντρο του Ψαλμού δεν είναι η δική μου γενναιότητα.
Είναι η παρουσία Του.
Δεν είμαι ατρόμητος.
Εχω φοβηθεί.
Δεν είμαι άτρωτος.
Εχω πονέσει.
Δεν είμαι αυτάρκης.
Εχω χρειαστεί χέρια βοήθειας.
Αλλά μπορώ μέσα στον φόβο να πω:
«Εσύ είσαι μαζί μου».
Και ίσως αυτό είναι μεγαλύτερο θαύμα από το να εξαφανιστεί αμέσως κάθε κοιλάδα.
Να περπατώ μέσα της χωρίς να χάσω τον Θεό.
Και ύστερα ο Ψαλμός μου δείχνει ένα τραπέζι.
«Ετοίμασες μπροστά μου τραπέζι απέναντι από τους εχθρούς μου».
Προσέξτε.
Οι εχθροί δεν έχουν ακόμη εξαφανιστεί.
Κι όμως υπάρχει τραπέζι.
Υπάρχει λάδι.
Υπάρχει ποτήρι που ξεχειλίζει.
Αρα μπορώ να έχω ειρήνη πριν λυθούν όλα.
Μπορώ να ευχαριστήσω πριν εξαφανιστούν όλα τα προβλήματα.
Μπορώ να καθίσω στο τραπέζι της χάριτος ενώ υπάρχουν ακόμη πράγματα που δεν καταλαβαίνω.
Γιατί η ειρήνη του Θεού δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα τέλειων συνθηκών.
Είναι καρπός παρουσίας.
Και τώρα φτάνω στη φράση που θέλω να με ακολουθεί μέχρι την τελευταία μου ημέρα:
«Χάρη και έλεος θα με ακολουθούν όλες τις ημέρες της ζωής μου».
Πόσα χρόνια φοβόμουν τι με ακολουθεί.
Μήπως με ακολουθεί η αποτυχία;
Μήπως το παρελθόν;
Μήπως κάποια συμφορά;
Και ο Δαβίδ μου λέει:
Γύρισε και κοίτα.
Χάρη και έλεος.
Αυτά σε ακολουθούν.
Ισως δεν τα αναγνωρίζεις κάθε στιγμή.
Ισως υπάρχουν ημέρες που βλέπεις μόνο το δάκρυ.
Αλλά όταν κάποτε κοιτάξεις ολόκληρο τον δρόμο, θα αναγνωρίσεις ίχνη ελέους ακόμη σε τόπους όπου νόμιζες ότι ήσουν μόνος.
Γι’ αυτό σήμερα θέλω να κάνω αυτούς τους τρεις Ψαλμούς μία προσευχή:
Κύριε, όταν έρχεται φόβος νυχτερινός, γίνε η σκέπη μου.
Οταν υψώνονται μπροστά μου βουνά, θύμισέ μου από που έρχεται η βοήθειά μου.
Οταν κλονίζεται το πόδι μου, φύλαξέ με.
Οταν διψά η ψυχή μου, οδήγησέ με στα νερά της αναπαύσεως.
Οταν μπαίνω στην κοιλάδα, μη με αφήσεις να ξεχάσω ότι περπατάς μαζί μου.
Οταν υπάρχουν εχθροί γύρω μου, μάθε με να βλέπω το τραπέζι που ετοιμάζεις μπροστά μου.
Και όταν δεν μπορώ να καταλάβω τι κάνεις, κράτησέ με κάτω από τις φτερούγες Σου.
Δεν ζητώ πια μια ζωή στην οποία δεν θα συμβεί τίποτε δύσκολο.
Ζητώ κάτι βαθύτερο:
να μη ζήσω ούτε μία δυσκολία χωρίς να στραφώ σε Εσένα.
Και όταν κάποτε φτάσει η τελευταία μου έξοδος, θέλω να θυμηθώ:
«Ο Κύριος θα φυλάττει την έξοδό σου και την είσοδό σου, από τώρα και μέχρι τον αιώνα».
Τότε θα Του πω:
«Ποιμένα μου, πέρασα πολλές πόρτες.
Πέρασα ημέρες φωτεινές.
Πέρασα νύχτες.
Πέρασα βουνά.
Πέρασα κοιλάδες.
Κάποιες φορές περπάτησα δυνατός.
Κάποιες φορές με σήκωσες.
Αλλά τώρα βλέπω ότι δεν έπαψες να με φυλάς.
Και αφού φύλαξες όλες τις προηγούμενες εξόδους και εισόδους μου, Σου εμπιστεύομαι και αυτήν».
Γιατί αυτό θέλω να μείνει μέσα μου όταν όλα τα άλλα σωπάσουν:
Είσαι η σκέπη μου.
Είσαι ο Φύλακάς μου.
Είσαι ο Ποιμένας μου.
Και μέσα σε κοιλάδα σκιάς θανάτου αν περπατήσω, δεν θα πω ότι δεν φοβάμαι επειδή είμαι δυνατός.
Θα πω:
«Κύριε, φοβάμαι.
Αλλά συνεχίζω.
Γιατί Εσύ είσαι μαζί μου».
Και αυτό μου αρκεί.
Σήμερα.
Αύριο.
Σε κάθε νύχτα.
Σε κάθε δρόμο.
Σε κάθε κοιλάδα.
Σε κάθε έξοδο και κάθε είσοδο.
Ολες τις ημέρες της ζωής μου.
Από τώρα.
Και μέχρι τον αιώνα.
Αμήν.

3. Εσωτερικός μονόλογος με ερωτήσεις — «Ποιον φοβάμαι, αφού Εσύ αγρυπνείς;»

Γιατί φοβάμαι τόσο πολύ τη νύχτα, Θεέ μου;
Τι νομίζω ότι μπορεί να συμβεί όταν κλείσουν τα φώτα, όταν σωπάσουν οι άνθρωποι, όταν μείνω μόνος με την καρδιά μου;
Γιατί τότε επιστρέφουν όλα;
Οι σκέψεις.
Οι φόβοι.
Οι απουσίες.
Τα «αν».
Αν συμβεί αυτό;
Αν χάσω εκείνο;
Αν αύριο αλλάξουν όλα;
Αν έρθει μια είδηση που δεν θέλω να ακούσω;
Αν βρεθώ μπροστά σε κάτι που δεν μπορώ να σηκώσω;
Και τότε ακούω:
«Αυτός που κατοικεί κάτω από τη σκέπη του Υψίστου, κάτω από τη σκιά του Παντοκράτορα θα διαμένει».
Κατοικώ, όμως, Θεέ μου;
Ή απλώς Σε επισκέπτομαι;
Ερχομαι σε Σένα όταν φοβάμαι και φεύγω όταν αισθανθώ καλύτερα;
Σε κάνω καταφύγιό μου ή απλώς έξοδο κινδύνου;
Αν Εσύ είσαι η κατοικία μου, γιατί ζω σαν άστεγος της ψυχής;
Γιατί τρέχω από βεβαιότητα σε βεβαιότητα, από άνθρωπο σε άνθρωπο, από σχέδιο σε σχέδιο, προσπαθώντας να εξασφαλίσω ότι τίποτε δεν θα με πληγώσει;
Μπορώ πράγματι να εξασφαλίσω κάτι τέτοιο;
Μπορώ να φυλάξω μόνος μου όλους όσους αγαπώ;
Μπορώ να ελέγξω το αύριο;
Μπορώ να εμποδίσω κάθε αρρώστια, κάθε απώλεια, κάθε αποχωρισμό;
Οχι.
Και γιατί τότε συμπεριφέρομαι σαν να πρέπει;
Γιατί κουβαλώ στους ώμους μου έναν κόσμο που δεν μου ζήτησες ποτέ να κρατήσω;
Κουράστηκα, Κύριε.
Το σώμα μου το ξέρει πριν το παραδεχτεί η ψυχή.
Το ξέρει όταν σφίγγονται οι ώμοι μου.
Οταν βαραίνει το στήθος.
Οταν η ανάσα γίνεται ρηχή.
Οταν ξαπλώνω και το σώμα θέλει να κοιμηθεί, αλλά ο νους συνεχίζει να φυλάει σκοπιά.
Τι φυλάω;
Και από ποιον;
Δεν λέει ο Ψαλμός:
«Δεν θα νυστάξει Αυτός που σε φυλάττει»;
Τότε γιατί αγρυπνώ εγώ σαν να κοιμάσαι Εσύ;
Γιατί προσπαθώ να είμαι ο φύλακας του εαυτού μου όταν ο Φύλακας του Ισραήλ δεν νυστάζει ούτε αποκοιμιέται;
Μπορώ απόψε να κοιμηθώ επειδή Εσύ αγρυπνείς;
Μπορώ να αφήσω για λίγες ώρες τον κόσμο από τα χέρια μου;
Θα συνεχίσει να υπάρχει χωρίς τον έλεγχό μου;
Ναι.
Και ίσως αυτό πληγώνει λίγο την υπερηφάνειά μου.
Αλλά ταυτόχρονα με ελευθερώνει.
«Υψώνω τα μάτια μου προς τα βουνά· από που θα έρθει η βοήθειά μου;»
Ποια είναι τα δικά μου βουνά;
Αυτό που φοβάμαι να αντιμετωπίσω;
Εκείνη η απόφαση;
Εκείνο το αύριο;
Εκείνο το βάρος που κανείς δεν γνωρίζει;
Κοιτάζω το βουνό και το βουνό γεμίζει ολόκληρο τον ορίζοντά μου.
Μα γιατί κοιτάζω μόνο το βουνό;
Ποιος δημιούργησε το βουνό;
«Η βοήθειά μου έρχεται από τον Κύριο, ο οποίος δημιούργησε τον ουρανό και τη γη».
Το πιστεύω;
Οχι θεωρητικά.
Τώρα.
Εδώ.
Οταν τρέμει η καρδιά.
Πιστεύω ότι η βοήθειά μου έρχεται από Εσένα;
Και τι σημαίνει βοήθεια;
Σημαίνει ότι θα κάνεις πάντοτε αυτό που ζητώ;
Οτι θα εξαφανίζεις κάθε δυσκολία;
Οτι δεν θα κλάψω ποτέ;
Αν ήταν έτσι, γιατί ο άλλος Ψαλμός μιλά για κοιλάδα σκιάς θανάτου;
Γιατί ο Ψαλμός της προστασίας λέει:
«Μαζί του θα είμαι στη θλίψη»;
Αρα υπάρχει θλίψη.
Αλλά υπάρχει και το μαζί.
Μήπως αυτό είναι που δεν έχω ακόμη καταλάβει;
Μήπως ζητώ από Εσένα περισσότερο το «χωρίς θλίψη» παρά το «μαζί Μου»;
Κι αν η μεγαλύτερη υπόσχεσή Σου δεν είναι ότι δεν θα περάσω ποτέ από κοιλάδα, αλλά ότι καμία κοιλάδα δεν θα μπορέσει να Σε χωρίσει από εμένα;
«Και μέσα σε κοιλάδα σκιάς θανάτου αν περπατήσω…»
Αν περπατήσω.
Δεν λέει αν κατοικήσω.
Δεν λέει αν μείνω.
Λέει αν περπατήσω.
Αρα η κοιλάδα είναι πέρασμα;
Τότε γιατί, όταν μπαίνω μέσα της, πιστεύω ότι θα είναι για πάντα;
Γιατί μια δύσκολη ημέρα γίνεται μέσα μου «όλη μου η ζωή»;
Γιατί μια πληγή γίνεται «δεν θα θεραπευτώ ποτέ»;
Γιατί ένας φόβος γίνεται προφητεία;
Ποιος μου είπε ότι ο φόβος γνωρίζει το μέλλον;
Γιατί τον πιστεύω περισσότερο από τον Ψαλμό;
«Δεν θα φοβηθώ κακό, επειδή Εσύ είσαι μαζί μου».
Εδώ είσαι, Κύριε;
Μέσα στην κοιλάδα;
Οχι μόνο στην έξοδο;
Οχι μόνο στα χλοερά λιβάδια;
Εδώ;
Μέσα;
Κι αν δεν Σε αισθάνομαι;
Είσαι λιγότερο παρών;
Κι αν κλαίω;
Είναι μικρότερη η πίστη μου;
Κι αν τα γόνατά μου τρέμουν αλλά συνεχίζω να περπατώ προς Εσένα, μήπως αυτό είναι ήδη πίστη;
Ισως θάρρος δεν σημαίνει ότι η σάρκα δεν φοβάται.
Ισως σημαίνει ότι μέσα στον φόβο η ψυχή λέει:
«Εσύ είσαι μαζί μου».
Και τότε βλέπω το τραπέζι.
«Ετοίμασες μπροστά μου τραπέζι απέναντι από τους εχθρούς μου».
Γιατί απέναντι από τους εχθρούς;
Γιατί δεν τους εξαφάνισες πρώτα;
Μήπως θέλεις να μάθω ότι μπορώ να έχω ειρήνη πριν λυθούν όλα;
Μπορώ πραγματικά;
Μπορώ να καθίσω στο τραπέζι Σου ενώ υπάρχουν ακόμη προβλήματα;
Μπορώ να ευχαριστήσω ενώ περιμένω;
Μπορώ να αναπαυθώ χωρίς να έχω όλες τις απαντήσεις;
Κοιτάζω το ποτήρι.
«Το ποτήρι μου ξεχειλίζει».
Κι εγώ γιατί κοιτάζω συνέχεια όσα λείπουν;
Πόσες ευλογίες πέρασαν από τα χέρια μου χωρίς να τις δω επειδή κοιτούσα αυτό που φοβόμουν ότι θα χάσω;
Πόσες φορές ζούσα μέσα σε μια απάντηση προσευχής και ήδη ανησυχούσα για την επόμενη;
Πότε θα μάθω να είμαι παρών μπροστά στη χάρη;
Και τότε έρχεται εκείνη η φράση:
«Χάρη και έλεος θα με ακολουθούν όλες τις ημέρες της ζωής μου».
Τι με ακολουθεί, λοιπόν;
Τόσα χρόνια κοιτάζω πίσω φοβισμένος.
Μήπως έρχεται κάτι κακό;
Μήπως με προλάβει το παρελθόν;
Μήπως επαναληφθεί η πληγή;
Και ο Ψαλμός μου λέει:
Γύρισε.
Κοιτάζω.
Τι βλέπω;
Χάρη.
Ελεος.
Ηταν εκεί και στις δύσκολες ημέρες;
Ηταν.
Και στις ημέρες που έκλαψα;
Ηταν.
Και όταν δεν καταλάβαινα;
Ηταν.
Και όταν έπεσα και χρειάστηκε να επιστρέψω μετανοημένος;
Ηταν εκεί, καλώντας με πίσω.
Τότε τι φοβάμαι τόσο;
Το αύριο;
Μα «ο Κύριος θα φυλάττει την έξοδό σου και την είσοδό σου».
Τη νύχτα;
Μα «δεν θα νυστάξει Αυτός που σε φυλάττει».
Την κοιλάδα;
Μα «Εσύ είσαι μαζί μου».
Την αδυναμία μου;
Μα ο Ποιμένας δεν ζητά από το πρόβατο να γίνει ποιμένας.
Ζητά να ακούσει τη φωνή Του και να Τον ακολουθήσει.
Και κάποτε, Κύριε, θα έρθει η τελευταία κοιλάδα;
Κάποτε θα έρθει και η τελευταία έξοδος;
Τότε ποιος θα με φυλάξει;
Ο ίδιος που με φύλαξε στις προηγούμενες;
Ποιος θα περπατήσει μαζί μου;
Ο ίδιος Ποιμένας;
Και αν η φωνή μου τότε είναι αδύναμη;
Θα αρκεί να ψιθυρίσω:
«Εσύ είσαι μαζί μου»;
Ναι.
Αυτό θέλω να μάθει από τώρα η καρδιά μου.
Οχι όταν έρθει η τελευταία νύχτα.
Τώρα.
Σήμερα.
Σε κάθε μικρό φόβο.
Σε κάθε άγνωστο αύριο.
Σε κάθε πόρτα που ανοίγει.
Σε κάθε πόρτα που κλείνει.
Θέλω να μάθω να λέω:
Εσύ είσαι η σκέπη μου.
Εσύ είσαι ο Φύλακάς μου.
Εσύ είσαι ο Ποιμένας μου.
Και τότε μένει μόνο μία ερώτηση.
Η πιο βαθιά.
Αν Εσύ κατοικείς μαζί μου στη θλίψη, αν Εσύ αγρυπνείς όταν εγώ κοιμάμαι, αν Εσύ περπατάς μαζί μου στην κοιλάδα, τότε γιατί εξακολουθώ να απαιτώ να γνωρίζω ολόκληρο τον δρόμο;
Δεν χρειάζεται.
Χρειάζομαι μόνο το επόμενο βήμα.
Και ίσως ούτε αυτό να χρειάζεται να το βλέπω ολόκληρο.
Αρκεί να βλέπω Εσένα.
Γι’ αυτό απόψε, όταν ο φόβος μου αρχίσει πάλι να ρωτά:
«Κι αν;»
θα του απαντήσω με μια άλλη ερώτηση:
«Κι αν ο Θεός είναι ήδη εκεί;»
Κι αν είναι ήδη στο αύριο που φοβάμαι;
Κι αν είναι ήδη στην κοιλάδα;
Κι αν είναι ήδη στην έξοδο και στην είσοδο;
Κι αν το χέρι που με κράτησε μέχρι σήμερα δεν σκοπεύει να πάψει να είναι Θεός αύριο;
Τότε, ψυχή μου, ανάπνευσε.
Οχι επειδή γνωρίζεις τι θα συμβεί.
Αλλά επειδή γνωρίζεις ποιος δεν θα νυστάξει.
Περπάτα.
Οχι επειδή δεν υπάρχει κοιλάδα.
Αλλά επειδή υπάρχει Ποιμένας.
Και όταν κουραστείς, κοίτα ψηλά.
«Από που θα έρθει η βοήθειά μου;»
Ξέρεις πλέον την απάντηση.
Από τον Κύριο.
Τον Δημιουργό του ουρανού και της γης.
Τη σκέπη μου μέσα στη νύχτα.
Τον Φύλακά μου στον δρόμο.
Τον Ποιμένα μου στην κοιλάδα.
Κι αν αύριο ξαναφοβηθώ;
Θα ξαναπώ το ίδιο.
Κι αν μεθαύριο ξανακλονιστώ;
Θα ξανασηκώσω τα μάτια.
Κι αν κάποτε δεν έχω δύναμη να περπατήσω;
Τότε θα θυμηθώ τις φτερούγες.
Τα χέρια που σηκώνουν.
Τη ράβδο που παρηγορεί.
Και θα ψιθυρίσω:
«Κύριε, δεν ξέρω τι βρίσκεται μπροστά μου.
Αλλά ξέρω ποιος βρίσκεται δίπλα μου.
Κι αυτό, για το επόμενο βήμα,
μου αρκεί».

4. Πνευματικός διάλογος — «Κύριε, αν περάσω από την κοιλάδα, θα έρθεις μαζί μου;»

— Κύριε;
— Εδώ είμαι.
— Φοβάμαι πάλι.
— Τι φοβάσαι;
— Δεν ξέρω αν μπορώ να το ονομάσω.
— Δεν χρειάζεται να το ονομάσεις αμέσως.
— Είναι σαν βάρος.
— Που το αισθάνεσαι;
— Στο στήθος. Σαν να κάθεται κάτι πάνω μου. Και ο νους μου τρέχει στο αύριο.
— Τι υπάρχει στο αύριο;
— Δεν ξέρω.
— Τότε τι φοβάσαι;
Σιώπησα.
— Αυτό ακριβώς. Οτι δεν ξέρω.
— Και ποιος σου είπε ότι πρέπει να γνωρίζεις;
— Κανείς.
— Τότε γιατί απαιτείς από τον εαυτό σου να βλέπει δρόμους που ακόμη δεν περπάτησε;
— Για να είμαι έτοιμος.
— Και είσαι;
— Οχι. Είμαι εξαντλημένος.
— Τότε άφησε για λίγο το αύριο.
— Που;
— Στα χέρια Μου.
— Είναι εύκολο να το λέω.
— Δεν σου ζήτησα να το πεις μόνο. Σου ζητώ να το εμπιστευτείς.
— Πως;
— Θυμήσου τον Ψαλμό.
— Ποιον από τους τρεις;
— Τον πρώτο που χρειάζεται τώρα η καρδιά σου.
Εκλεισα τα μάτια.
«Αυτός που κατοικεί κάτω από τη σκέπη του Υψίστου…»
— Κύριε, τι σημαίνει να κατοικώ στη σκέπη Σου;
— Να πάψεις να Με χρησιμοποιείς μόνο ως καταφύγιο έκτακτης ανάγκης και να μάθεις να ζεις μαζί Μου.
— Δηλαδή;
— Να έρχεσαι όταν φοβάσαι, αλλά και όταν χαίρεσαι. Οταν χρειάζεσαι, αλλά και όταν ευχαριστείς. Οταν καταλαβαίνεις, αλλά και όταν δεν καταλαβαίνεις.
— Και οι φτερούγες;
— Τι λέει ο Ψαλμός;
— «Με τα φτερά Του θα σε σκεπάζει».
— Τι ακούς μέσα σε αυτό;
— Ασφάλεια.
— Μόνο;
— Τρυφερότητα.
Σταμάτησα.
— Ναι… τρυφερότητα.
— Γιατί δυσκολεύεσαι να Με σκέφτεσαι έτσι;
— Επειδή πολλές φορές Σε φοβάμαι περισσότερο απ’ όσο Σε εμπιστεύομαι.
— Εγώ θέλω τον φόβο που γεννά δέος, όχι τον τρόμο που σε κάνει να κρύβεσαι από Εμένα.
— Και όταν αμαρτάνω;
— Μετανόησε και έλα.
— Δεν πρέπει πρώτα να διορθωθώ;
— Αν μπορούσες να θεραπεύσεις μόνος σου κάθε πληγή της ψυχής σου, γιατί θα χρειαζόσουν Ιατρό;
Κατέβασα το κεφάλι.
— Τότε σκέπασέ με.
— Ελα κάτω από τις φτερούγες.
— Και τίποτε κακό δεν θα μου συμβεί;
Σιωπή.
— Γιατί δεν απαντάς;
— Γιατί θέλω να καταλάβεις σωστά την υπόσχεση.
— Δηλαδή;
— Ο Ψαλμός δεν σου δίνει άδεια να πιστεύεις ότι η επίγεια ζωή θα είναι απρόσβλητη από πόνο.
— Τότε τι μου υπόσχεται;
— Ακου λίγο πιο κάτω.
Θυμήθηκα.
«Μαζί του θα είμαι στη θλίψη».
Τα μάτια μου γέμισαν.
— Στη θλίψη;
— Ναι.
— Αρα μπορεί να έρθει;
— Εχεις ήδη γνωρίσει θλίψη.
— Ναι.
— Και όμως βρίσκεσαι εδώ και Μου μιλάς.
— Ναι.
— Δεν είναι η μεγαλύτερη υπόσχεση ότι δεν θα υπάρξει ποτέ κοιλάδα. Είναι ότι δεν θα χρειαστεί να τη διασχίσεις χωρίς Εμένα.
Εμεινα σιωπηλός.
— Αυτό με πονά και με παρηγορεί ταυτόχρονα.
— Η αλήθεια κάνει συχνά και τα δύο.
— Κι αν η κοιλάδα είναι πολύ σκοτεινή;
— Τότε πες τον άλλο Ψαλμό.
— «Και μέσα σε κοιλάδα σκιάς θανάτου αν περπατήσω…»
Η φωνή μου έσπασε.
— Συνέχισε.
— «Δεν θα φοβηθώ κακό…»
Σταμάτησα.
— Δεν μπορώ να το πω.
— Γιατί;
— Γιατί φοβάμαι.
— Ο Ψαλμός δεν σου ζητά να προσποιηθείς.
— Τότε πως θα πω «δεν θα φοβηθώ»;
— Διάβασε γιατί.
Ψιθύρισα:
— «Επειδή Εσύ είσαι μαζί μου».
— Εκεί είναι το κέντρο.
— Οχι στο ότι είμαι γενναίος;
— Οχι.
— Οχι στο ότι είμαι δυνατός;
— Οχι.
— Στο ότι είσαι μαζί μου;
— Ναι.
Ανάσανα βαθιά.
— Τότε μπορώ να πω: «Κύριε, φοβάμαι, αλλά δεν θα αφήσω τον φόβο να γίνει κύριός μου, επειδή Εσύ είσαι μαζί μου»;
— Τώρα αρχίζεις να καταλαβαίνεις.
— Και αν πέσω;
— Θα σε σηκώσω.
— Αν κουραστώ;
— Θα σε αναπαύσω.
— Αν χαθώ;
— Ακου τη φωνή του Ποιμένα και επέστρεψε.
— Αν δεν βλέπω τον δρόμο;
— Τότε κοίτα ψηλά.
Σήκωσα το κεφάλι.
— «Υψώνω τα μάτια μου προς τα βουνά…»
— Και;
— «Από που θα έρθει η βοήθειά μου;»
— Απάντησε.
— «Η βοήθειά μου έρχεται από τον Κύριο, ο οποίος δημιούργησε τον ουρανό και τη γη».
— Το πιστεύεις;
— Θέλω να το πιστεύω με ολόκληρη τη ζωή μου.
— Τότε άρχισε με σήμερα.
— Και αύριο;
— Οταν έρθει, θα γίνει κι εκείνο σήμερα.
Χαμογέλασα μέσα στα δάκρυα.
— Πάντα θέλω να μου δώσεις δύναμη για δέκα χρόνια.
— Κι Εγώ σου δίνω άρτο για την ημέρα.
— Επειδή θέλεις να επιστρέφω;
— Επειδή θέλω σχέση, όχι αποθήκη αυτάρκειας.
— Θεέ μου…
— Ναι;
— Κοιμάσαι ποτέ;
— Τι λέει ο Ψαλμός;
— «Δεν θα νυστάξει ούτε θα αποκοιμηθεί Αυτός που φυλάττει τον Ισραήλ».
— Τότε;
— Οχι.
— Γιατί λοιπόν μένεις εσύ ξάγρυπνος προσπαθώντας να φυλάξεις ολόκληρο τον κόσμο;
Η ερώτηση με χτύπησε βαθιά.
— Επειδή φοβάμαι ότι αν αφήσω κάτι, θα χαθεί.
— Μπορείς να κρατήσεις για πάντα ό,τι αγαπάς;
— Οχι.
— Μπορείς να σταματήσεις τον χρόνο;
— Οχι.
— Μπορείς να ελέγξεις κάθε κίνδυνο;
— Οχι.
— Τότε γιατί βασανίζεις τη σάρκα σου απαιτώντας από αυτήν να γίνει παντοδύναμη;
Εβαλα το χέρι στο στήθος.
Η καρδιά ακόμη χτυπούσε δυνατά.
— Δεν είμαι Θεός.
— Οχι.
— Είμαι άνθρωπος.
— Ναι.
— Και Εσύ δεν θυμώνεις επειδή είμαι αδύναμος;
— Σε δημιούργησα άνθρωπο. Δεν σου ζήτησα να γίνεις Θεός.
— Τότε μπορώ να κοιμηθώ;
— Μπορείς να αναπαυθείς γνωρίζοντας ότι Εγώ αγρυπνώ.
— Και τους ανθρώπους που αγαπώ;
— Αγάπησέ τους. Φρόντισέ τους. Προσευχήσου γι’ αυτούς. Αλλά μην προσπαθείς να γίνεις η Πρόνοιά τους.
Εκλαψα.
— Αυτό είναι πολύ δύσκολο.
— Το ξέρω.
— Πάρε τους, λοιπόν.
— Δεν ήταν ποτέ έξω από τα χέρια Μου.
Σιωπή.
— Κύριε;
— Εδώ είμαι.
— Γιατί ο Ποιμένας ετοιμάζει τραπέζι απέναντι από τους εχθρούς;
— Για να μάθεις ότι η ειρήνη Μου δεν περιμένει πάντοτε να εξαφανιστούν πρώτα όλα όσα σε απειλούν.
— Μπορώ να αναπαυθώ ενώ υπάρχουν ακόμη προβλήματα;
— Μπορείς να αναπαυθείς σε Εμένα ενώ συνεχίζεις να τα αντιμετωπίζεις.
— Και το ποτήρι που ξεχειλίζει;
— Κοίτα όσα σου έδωσα.
— Εγώ κοιτάζω συνέχεια όσα φοβάμαι ότι θα χάσω.
— Το ξέρω.
— Γιατί το κάνω;
— Επειδή ο φόβος μετρά συνεχώς το αύριο. Η ευγνωμοσύνη αναγνωρίζει τη χάρη του σήμερα.
Κοίταξα τα χέρια μου.
— Εχω ακόμη πράγματα για τα οποία μπορώ να ευχαριστήσω;
— Ανάπνευσες πριν λίγο.
Πήρα μια βαθιά ανάσα.
— Ναι.
— Αρχισε από εκεί.
Εκλεισα τα μάτια.
— Ευχαριστώ.
— Συνέχισε.
— Για τους ανθρώπους που αγαπώ. Για κάθε μέρα που μου δόθηκε. Για κάθε φορά που έπεσα και ξανασηκώθηκα. Για κάθε πόρτα που άνοιξε. Ακόμη και για κάποιες που έκλεισαν και αργότερα κατάλαβα γιατί.
— Βλέπεις;
— Τι;
— Το ποτήρι.
Εκλαψα πάλι.
— Ξεχειλίζει.
— Ναι.
— Και τι είναι πίσω μου;
— Γύρισε.
— Φοβάμαι.
— Γύρισε.
Γύρισα.
— Τι βλέπεις;
— Δρόμο.
— Κοίτα καλύτερα.
— Δάκρυα. Πτώσεις. Αποτυχίες. Χαρές. Πρόσωπα. Απώλειες.
— Κι άλλο;
Θυμήθηκα τον Ψαλμό.
— Χάρη και έλεος.
— Που;
— Με ακολουθούν.
— Πότε;
Η φωνή μου έτρεμε.
— Ολες τις ημέρες της ζωής μου.
— Μόνο τις καλές;
— Οχι.
— Μόνο εκείνες που καταλαβαίνεις;
— Οχι.
— Τότε;
— Ολες.
Εμεινα ακίνητος.
— Κύριε, θα με ακολουθούν μέχρι την τελευταία ημέρα;
— Τι λέει ο Ψαλμός;
— «Ο Κύριος θα φυλάττει την έξοδό σου και την είσοδό σου, από τώρα και μέχρι τον αιώνα».
— Φοβάσαι την τελευταία έξοδο;
Δεν απάντησα αμέσως.
— Ναι.
— Τότε μάθε από τώρα να Μου εμπιστεύεσαι τις μικρές εξόδους.
— Για να μπορέσω κάποτε να Σου εμπιστευτώ και την τελευταία;
— Για να γνωρίζεις ήδη ποιος είναι ο Ποιμένας σου όταν έρθει εκείνη η ώρα.
— Θα είσαι εκεί;
— «Εσύ είσαι μαζί μου».
— Και αν δεν μπορώ να μιλήσω;
— Δεν χρειάζομαι τη φωνή σου για να γνωρίζω την καρδιά σου.
— Αν δεν μπορώ να περπατήσω;
— Υπάρχουν χέρια που σηκώνουν.
— Αν σκοτεινιάσει;
— Εγώ δεν χρειάζομαι το φως του κόσμου για να σε βλέπω.
— Και που θα με οδηγήσεις;
— Στον οίκο του Κυρίου.
Εκλαψα σιωπηλά.
— Τότε δεν θέλω να ξέρω όλο τον δρόμο.
— Τι θέλεις;
— Να θυμάμαι μόνο τρία πράγματα.
— Πες τα.
— Οταν έρθει η νύχτα, Εσύ είσαι η σκέπη μου.
Οταν υψωθεί το βουνό, Εσύ είσαι ο Φύλακάς μου.
Οταν μπω στην κοιλάδα, Εσύ είσαι ο Ποιμένας μου.
— Και όταν φοβηθείς;
— Θα υψώσω τα μάτια.
— Οταν κουραστείς;
— Θα μπω κάτω από τις φτερούγες Σου.
— Οταν χαθεί ο δρόμος;
— Θα ακολουθήσω τη φωνή Σου.
— Οταν έρθει θλίψη;
— Θα θυμηθώ: «Μαζί του θα είμαι στη θλίψη».
— Και όταν φτάσει η τελευταία σου ημέρα;
Πήρα ανάσα.
Ακούμπησα το χέρι στην καρδιά.
— Θα πω: «Ποιμένα μου, δεν γνωρίζω αυτό το πέρασμα. Αλλά γνωρίζω Εσένα».
— Και τώρα;
— Τώρα θα περπατήσω.
— Χωρίς φόβο;
Χαμογέλασα.
— Οχι πάντοτε.
— Τότε πως;
— Με φόβο κάποιες φορές, με δάκρυα άλλες, με κουρασμένα πόδια ίσως… αλλά πίσω από Εσένα.
— Γιατί;
— Επειδή επιτέλους κατάλαβα ότι η ασφάλειά μου δεν είναι να γνωρίζω τι βρίσκεται στην επόμενη στροφή.
Είναι να γνωρίζω ποιος βρίσκεται μαζί μου όταν τη στρίψω.
Και γι’ αυτό, Κύριε, αν αύριο ξαναφοβηθώ, μη μου υποσχεθείς ότι δεν υπάρχει κοιλάδα.
Θύμισέ μου μόνο:
«Εγώ είμαι μαζί σου».
Κι εγώ θα κάνω το επόμενο βήμα.
Κάτω από τις φτερούγες Σου.
Με τα μάτια ψηλά.
Πίσω από τον Ποιμένα.
Μέχρι τον οίκο Σου.
Από τώρα.
Και μέχρι τον αιώνα.
Αμήν.

5. Πνευματικός στοχασμός — «Δεν μου ζητήθηκε να γνωρίζω το αύριο, αλλά να γνωρίζω ποιος θα είναι εκεί»

Υπάρχουν βράδια που διαβάζω αυτούς τους τρεις Ψαλμούς και αισθάνομαι ότι δεν είναι τρία διαφορετικά κείμενα.
Είναι μία ολόκληρη ανθρώπινη ζωή.
Στον πρώτο βρίσκω μια σκέπη.
Στον δεύτερο έναν δρόμο.
Στον τρίτο έναν Ποιμένα.
Και ανάμεσα στα τρία βρίσκω εμένα.
Εναν άνθρωπο που άλλοτε φοβάται, άλλοτε περπατά, άλλοτε κουράζεται, άλλοτε πέφτει, άλλοτε αναπαύεται σε χλοερά λιβάδια και άλλοτε κατεβαίνει σε κοιλάδες όπου ακόμη και η ανάσα του γίνεται προσευχή.
Και όσο μεγαλώνω μέσα στην πίστη, τόσο λιγότερο ζητώ από αυτούς τους Ψαλμούς να μου υποσχεθούν μια ζωή χωρίς πόνο.
Ζητώ κάτι βαθύτερο.
Να μου μάθουν να αναγνωρίζω τον Θεό μέσα σε κάθε τόπο της ζωής μου.
Γιατί ο Ψαλμός 91 μου λέει:
«Μαζί του θα είμαι στη θλίψη».
Ο Ψαλμός 121:
«Ο Κύριος είναι ο φύλακάς σου».
Και ο Ψαλμός του Ποιμένα:
«Εσύ είσαι μαζί μου».
Τρεις Ψαλμοί.
Μία παρουσία.
Μαζί μου.
Ισως αυτή να είναι τελικά η λέξη που αναζητούσα σε ολόκληρη τη ζωή μου.
Οχι «γιατί».
Οχι «πότε».
Οχι «πως».
Μαζί.
Γιατί εγώ θέλω διαρκώς να γνωρίζω το γιατί.
Γιατί συνέβη εκείνο;
Γιατί επιτράπηκε αυτό;
Γιατί έκλεισε εκείνη η πόρτα;
Γιατί ένας άνθρωπος έφυγε;
Γιατί μια προσευχή δεν πήρε τη μορφή που περίμενα;
Και όταν δεν βρίσκω απάντηση, αρχίζω να φοβάμαι.
Το σώμα συμμετέχει στον φόβο.
Σφίγγεται το στήθος.
Οι ώμοι βαραίνουν.
Η ανάσα γίνεται μικρή.
Το βράδυ πέφτω στο κρεβάτι, αλλά ο νους μου αρνείται να ξαπλώσει.
Τρέχει στο αύριο.
Κατασκευάζει κινδύνους.
Προβλέπει συνομιλίες που δεν έγιναν.
Θρηνεί απώλειες που δεν συνέβησαν.
Και τότε ακούω:
«Δεν θα νυστάξει αυτός που σε φυλάττει».
Σταματώ.
Αν Εκείνος αγρυπνά, γιατί προσπαθώ εγώ να κρατήσω σκοπιά πάνω από ολόκληρη την ύπαρξη;
Αν Εκείνος είναι ο Φύλακας, γιατί συμπεριφέρομαι σαν να εξαρτάται η πορεία του κόσμου από τη δική μου αγωνία;
Η αγωνία μου δεν είναι παντοδυναμία.
Ο φόβος μου δεν είναι πρόνοια.
Το να σκέφτομαι ένα κακό χίλιες φορές δεν σημαίνει ότι το εμποδίζω.
Απλώς το ζω χίλιες φορές πριν ακόμη μάθω αν θα συμβεί.
Και τότε ο Ψαλμός μου λέει:
«Υψώνω τα μάτια μου».
Αυτό χρειάζομαι.
Να σηκώσω τα μάτια.
Γιατί ο φόβος με κάνει να κοιτάζω συνεχώς κάτω.
Στο εμπόδιο.
Στον κίνδυνο.
Στο πρόβλημα.
Στην πέτρα όπου μπορεί να προσκόψει το πόδι.
Ο Ψαλμός δεν αρνείται ότι υπάρχει πέτρα.
Μου θυμίζει όμως ότι υπάρχει και Θεός.
«Η βοήθειά μου έρχεται από τον Κύριο, ο οποίος δημιούργησε τον ουρανό και τη γη».
Και τότε σκέφτομαι:
Αν ο Θεός είναι Δημιουργός του ουρανού και της γης, γιατί Του παρουσιάζω το πρόβλημά μου σαν να συνάντησε επιτέλους κάτι μεγαλύτερο από Εκείνον;
Πόσες φορές προσεύχομαι και μέσα στην ίδια την προσευχή μου εξακολουθώ να κρατώ το βάρος;
Λέω:
«Σου το παραδίδω».
Και μόλις τελειώσει η προσευχή, το παίρνω πάλι μαζί μου.
Ισως λοιπόν η εμπιστοσύνη δεν είναι μία μεγάλη ηρωική πράξη.
Ισως είναι αυτή η καθημερινή κίνηση:
Σου το δίνω ξανά.
Το έδωσα χθες;
Σήμερα ξαναφοβήθηκα.
Σου το δίνω ξανά.
Το παρέδωσα το πρωί;
Το βράδυ το πήρα πίσω.
Σου το δίνω ξανά.
Και ίσως αυτό να είναι ολόκληρη η πνευματική ζωή μου: να μαθαίνω λίγο λίγο να αφήνω στα χέρια του Θεού όσα ποτέ δεν μπορούσα πραγματικά να κρατήσω.
Και ύστερα έρχεται ο Ποιμένας.
«Ο Κύριος είναι ο ποιμένας μου».
Δεν λέω απλώς:
Ο Κύριος υπάρχει.
Λέω:
είναι ο Ποιμένας μου.
Αυτό είναι σχέση.
Ανήκω.
Ακολουθώ.
Ακούω.
Και ο Ποιμένας δεν με οδηγεί μόνο σε χλοερά λιβάδια.
Αυτό θα ήθελα πολλές φορές.
Να είναι η πίστη μια ατέλειωτη πράσινη πεδιάδα.
Αλλά ο Ψαλμός είναι πιο αληθινός από τις ψευδαισθήσεις μου.
Υπάρχει και κοιλάδα σκιάς θανάτου.
Και τότε συμβαίνει κάτι συγκλονιστικό στη γλώσσα του Ψαλμού.
Πριν από την κοιλάδα μιλάω για τον Θεό:
«Με ανέπαυσε».
«Με οδήγησε».
«Ανόρθωσε την ψυχή μου».
Μέσα όμως στην κοιλάδα αρχίζω να μιλάω στον Θεό:
«Εσύ είσαι μαζί μου».
Σαν ο πόνος να μετατρέπει τη θεολογία σε προσευχή.
Πριν από την κοιλάδα έλεγα πράγματα για Εκείνον.
Μέσα στην κοιλάδα Τον χρειάζομαι.
Εσύ.
Οχι μια ιδέα περί Θεού.
Οχι μια θεωρία.
Εσύ.
Μαζί μου.
Εδώ.
Τώρα.
Και ίσως γι’ αυτό κάποιες κοιλάδες, χωρίς να είναι καλές καθαυτές, μπορούν μέσα στη χάρη να γίνουν τόποι βαθύτερης συναντήσεως.
Δεν αγαπώ τον πόνο.
Δεν χρειάζεται να τον εξιδανικεύσω.
Δεν ονομάζω καλό το κακό.
Αλλά ομολογώ ότι ο Χριστός μπορεί να με συναντήσει ακόμη και εκεί.
Αυτός είναι ο θησαυρός.
Οχι η κοιλάδα.
Η παρουσία μέσα στην κοιλάδα.
Και τότε καταλαβαίνω διαφορετικά και τη σκέπη του Υψίστου.
Η προστασία του Θεού δεν σημαίνει ότι η ζωή μου γίνεται άτρωτη.
Ο ίδιος ο Χριστός υπέφερε.
Οι Απόστολοι υπέφεραν.
Οι άγιοι γνώρισαν δάκρυα, ασθένεια, διωγμό, θάνατο.
Αρα δεν μπορώ να χρησιμοποιώ τους Ψαλμούς σαν συμβόλαιο ότι δεν θα συμβεί ποτέ τίποτε οδυνηρό.
Μπορώ όμως να τους κρατώ ως ομολογία:
τίποτε δεν μπορεί να μετατρέψει τον Θεό σε απόντα.
«Μαζί του θα είμαι στη θλίψη».
Αυτό θέλω να θυμάμαι.
Οχι μετά τη θλίψη μόνο.
Μέσα.
Και τότε φτάνω στο τραπέζι.
Οι εχθροί είναι ακόμη απέναντι.
Κι όμως το τραπέζι είναι στρωμένο.
Το κεφάλι αλείφεται με λάδι.
Το ποτήρι ξεχειλίζει.
Πόσο διαφορετικά μετρά ο Θεός από εμένα.
Εγώ λέω:
«Θα αναπαυθώ όταν λυθούν όλα».
Ο Ψαλμός μου λέει:
«Κάθισε στο τραπέζι ενώ ακόμη δεν λύθηκαν όλα».
Εγώ λέω:
«Θα ευχαριστήσω όταν πάρω αυτό που ζητώ».
Ο Ψαλμός δείχνει το ήδη γεμάτο ποτήρι.
Εγώ κοιτάζω τι λείπει.
Ο Θεός μου θυμίζει τι μου έχει ήδη δοθεί.
Αναπνοή.
Μια ακόμη ημέρα.
Εναν άνθρωπο που αγαπώ.
Ενα κομμάτι ψωμί.
Μια προσευχή.
Μια ευκαιρία μετανοίας.
Μια ακόμη δυνατότητα να πω «συγχώρεσέ με».
Μια ακόμη δυνατότητα να πω «σ’ αγαπώ».
Πόσο πλούσιος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος χωρίς να το καταλαβαίνει.
Και ύστερα η τελευταία εικόνα:
«Χάρη και έλεος θα με ακολουθούν όλες τις ημέρες της ζωής μου».
Ολες.
Οχι μόνο τις ημέρες που θα αποκαλούσα επιτυχημένες.
Και τις βροχερές.
Και τις μοναχικές.
Και τις ημέρες της μετανοίας.
Και εκείνες που θα χρειαστεί να ξανασηκωθώ.
Και κάποτε θα έρθει η τελευταία ημέρα αυτής της επίγειας πορείας.
Δεν ξέρω πότε.
Δεν χρειάζεται να ξέρω.
Αλλά θέλω μέχρι τότε να έχω μάθει κάτι:
να αναγνωρίζω τον Ποιμένα από τη φωνή Του.
Γιατί όταν έρθει η τελευταία κοιλάδα, δεν θα χρειάζομαι έναν χάρτη του θανάτου.
Θα χρειάζομαι Εκείνον που νίκησε τον θάνατο.
Και τότε θέλω να μπορώ να πω:
«Χριστέ μου, αυτή την πόρτα δεν την έχω περάσει ποτέ.
Αλλά Εσένα Σε γνωρίζω.
Αυτόν τον δρόμο δεν τον ξέρω.
Αλλά τη φωνή Σου την έχω ακολουθήσει.
Δεν βλέπω τι υπάρχει μετά την κοιλάδα.
Αλλά ξέρω ποιος περπατά μέσα της μαζί μου».
Και ίσως τότε ενωθούν μέσα μου οι τρεις Ψαλμοί σε μία τελευταία προσευχή:
Κύριε, σκέπασέ με.
Κύριε, φύλαξέ με.
Κύριε, ποίμανέ με.
Οταν φοβάμαι, σκέπασέ με.
Οταν κλονίζομαι, φύλαξέ με.
Οταν χάνομαι, ποίμανέ με.
Οταν έρχεται η νύχτα, θύμισέ μου ότι δεν νυστάζεις.
Οταν υψώνονται τα βουνά, σήκωσε τα μάτια μου ψηλότερα.
Οταν μπαίνω στην κοιλάδα, κάνε την καρδιά μου να ακούει:
«Εγώ είμαι μαζί σου».
Και όταν το ποτήρι μου μοιάζει άδειο, άνοιξε τα μάτια μου να δω τη χάρη που ήδη ξεχειλίζει.
Δεν Σου ζητώ να μου δείξεις σήμερα ολόκληρο το αύριο.
Δεν μπορώ να το σηκώσω.
Δώσε μου το σημερινό βήμα.
Και όταν έρθει το αυριανό, θα ζητήσω το επόμενο.
Ετσι θέλω να περπατήσω.
Οχι χωρίς φόβο πάντοτε.
Αλλά χωρίς να κάνω τον φόβο ποιμένα μου.
Οχι χωρίς κοιλάδες.
Αλλά χωρίς να ξεχνώ ποιος περπατά μαζί μου.
Οχι κρατώντας ολόκληρη τη ζωή στα δικά μου χέρια.
Αλλά γνωρίζοντας ότι η ζωή μου βρίσκεται στα δικά Σου.
Γιατί τελικά, Θεέ μου, δεν χρειάζεται να γνωρίζω τι με περιμένει όλες τις ημέρες της ζωής μου.
Μου αρκεί να ξέρω τι θα με ακολουθεί:
χάρη και έλεος.
Και ποιος θα είναι μαζί μου:
Εσύ.
Στην έξοδο.
Στην είσοδο.
Στο βουνό.
Στη νύχτα.
Στην ανάπαυση.
Στην κοιλάδα.
Σήμερα.
Αύριο.
Ολες τις ημέρες της ζωής μου.
Από τώρα.
Και μέχρι τον αιώνα.

6. Τελευταίος λόγος — «Οταν δεν θα μπορώ πια να περπατήσω, θα με γνωρίζει ακόμη ο Ποιμένας μου»

Αν αυτός ήταν ο τελευταίος μου λόγος, δεν θα ήθελα να μιλήσω για όσα κατάφερα.
Δεν θα μετρούσα νίκες.
Δεν θα απαριθμούσα έργα.
Δεν θα προσπαθούσα να αποδείξω ότι υπήρξα δυνατός.
Θα ήθελα μόνο να αφήσω πίσω μου μια μαρτυρία.
Μια μικρή φλόγα για εκείνον που κάποτε θα περπατήσει μέσα στη δική του νύχτα και θα αναρωτηθεί αν υπάρχει ακόμη Θεός.
Θα του έλεγα:
Υπάρχει.
Και όταν έρθει η ώρα που όλα γύρω σου θα σου λένε να φοβηθείς, θυμήσου τρία πράγματα:
Υπάρχει μια σκέπη πάνω από το κεφάλι σου.
Υπάρχει ένας Φύλακας που δεν κοιμάται.
Υπάρχει ένας Ποιμένας που γνωρίζει τον δρόμο.
Αυτά θέλω να θυμάμαι κι εγώ.
Γιατί πέρασα μεγάλο μέρος της ζωής μου φοβούμενος όσα δεν είχαν ακόμη συμβεί.
Φοβήθηκα νύχτες πριν έρθουν.
Πόνεσα για απώλειες πριν συμβούν.
Εδωσα μάχες μέσα στο μυαλό μου με εχθρούς που δεν εμφανίστηκαν ποτέ.
Και κάθε φορά το σώμα πλήρωνε το τίμημα.
Σφιγμένα χέρια.
Βαρύ στήθος.
Αγρυπνα μάτια.
Μια καρδιά που χτυπούσε μέσα στη νύχτα σαν να προσπαθούσε μόνη της να φυλάξει ολόκληρο τον κόσμο.
Μέχρι που άκουσα:
«Δεν θα νυστάξει Αυτός που σε φυλάττει».
Και κατάλαβα.
Εγώ μπορώ να κοιμηθώ.
Γιατί Εκείνος αγρυπνεί.
Εγώ μπορώ να κλείσω τα μάτια.
Γιατί Εκείνος δεν τα κλείνει.
Εγώ μπορώ να παραδεχτώ ότι είμαι άνθρωπος.
Γιατί ποτέ δεν μου ζητήθηκε να γίνω Θεός.
Αν αυτός ήταν ο τελευταίος μου λόγος, λοιπόν, θα έλεγα πρώτα στην ψυχή μου:
Μη φοβάσαι να είσαι μικρή κάτω από τις φτερούγες Του.
Δεν χρειάζεται να κρατήσεις τα πάντα.
Δεν χρειάζεται να προβλέψεις τα πάντα.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τι υπάρχει μετά την επόμενη στροφή.
«Η βοήθειά μου έρχεται από τον Κύριο, ο οποίος δημιούργησε τον ουρανό και τη γη».
Πόσο καιρό χρειάστηκα για να καταλάβω ότι αυτή η φράση δεν είναι ποίηση για τις εύκολες ημέρες.
Είναι ψωμί για τις δύσκολες.
Για εκείνο το πρωινό που σηκώνεσαι και δεν ξέρεις πως θα βγει η ημέρα.
Για εκείνη τη νύχτα που περιμένεις μια απάντηση.
Για εκείνη τη στιγμή που όλα μέσα σου ζητούν βεβαιότητα και ο Θεός σου δίνει μόνο αρκετό φως για ένα ακόμη βήμα.
Ενα βήμα.
Αυτό ήταν τελικά η ζωή.
Ενα βήμα κάθε φορά.
Και πόσες φορές ζητούσα από τον Θεό να μου δείξει ολόκληρο τον δρόμο.
«Πες μου τι θα συμβεί».
«Πες μου πως θα τελειώσει».
«Πες μου ότι δεν θα πονέσω».
«Πες μου ότι δεν θα χάσω τίποτε».
Κι Εκείνος δεν μου υποσχέθηκε έναν κόσμο χωρίς κοιλάδες.
Μου έδωσε κάτι μεγαλύτερο:
«Εσύ είσαι μαζί μου».
Αυτή είναι η φράση που θα ήθελα να κρατήσω όταν όλες οι άλλες χαθούν.
Γιατί υπάρχει κοιλάδα.
Η Γραφή δεν μου λέει ψέματα.
Υπάρχει θλίψη.
Υπάρχει φόβος.
Υπάρχει φθορά.
Υπάρχει αποχωρισμός.
Υπάρχει και η τελευταία κοιλάδα που κάθε άνθρωπος κάποτε θα διασχίσει.
Αλλά ο Ψαλμός δεν λέει:
«Μέσα στην κοιλάδα ανακάλυψα ότι ήμουν ανίκητος».
Λέει:
«Εσύ είσαι μαζί μου».
Εκεί είναι όλη μου η ελπίδα.
Οχι σε μένα.
Στον Ποιμένα.
Γι’ αυτό, αν κάποτε η σάρκα μου κουραστεί τόσο ώστε να μην μπορεί πια να σηκώσει το βάρος της ημέρας, θέλω να θυμηθώ ότι ο Ποιμένας δεν εγκαταλείπει το πρόβατο επειδή κουράστηκε.
Αν τα πόδια μου δεν μπορούν να περπατήσουν, Εκείνος παραμένει Ποιμένας.
Αν τα χέρια μου δεν μπορούν να κρατήσουν, Εκείνος παραμένει Φύλακας.
Αν τα μάτια μου δεν μπορούν να δουν καθαρά, Εκείνος δεν παύει να βλέπει εμένα.
Και αν η φωνή μου κάποτε γίνει ψίθυρος, θέλω η καρδιά μου να μπορεί ακόμη να πει:
«Ο Κύριος είναι ο ποιμένας μου».
Τίποτε άλλο.
Αυτό αρκεί.
Και αν με ρωτούσε τότε κάποιος:
«Φοβάσαι;»
Δεν θα ήθελα να πω ψέματα.
Ισως η σάρκα φοβάται.
Η σάρκα γνωρίζει ότι είναι χώμα.
Αλλά θα της ψιθύριζα:
«Μη φοβάσαι μόνη σου.
Υπάρχει Ποιμένας».
Και τότε θα θυμόμουν τον πρώτο Ψαλμό.
«Με τα φτερά Του θα σε σκεπάζει».
Τι παράξενη και τρυφερή εικόνα για τον Παντοκράτορα.
Ο Θεός που δημιούργησε γαλαξίες παρουσιάζεται σαν σκέπη.
Σαν φτερούγες.
Σαν τόπος όπου ένα φοβισμένο πλάσμα μπορεί να κρυφτεί.
Και ίσως στην τελευταία νύχτα μου να μη χρειάζομαι μεγάλες θεολογικές προτάσεις.
Ισως χρειάζομαι μόνο αυτό:
κάτω από τις φτερούγες.
Να κρυφτώ εκεί.
Να αφήσω κάτω όσα κουβάλησα.
Τα λάθη μου.
Τις μεταμέλειές μου.
Τις προσευχές που απαντήθηκαν.
Εκείνες των οποίων την απάντηση δεν κατάλαβα.
Τα πρόσωπα που αγάπησα.
Τα πράγματα που έχασα.
Οσα δεν πρόλαβα να κάνω.
Και να πω:
«Χριστέ μου, ό,τι δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω, το αφήνω στο έλεός Σου.
Για ό,τι αμάρτησα, μετανοώ και ζητώ συγχώρεση.
Για ό,τι μου χάρισες, Σε ευχαριστώ.
Για ό,τι δεν κατάλαβα, Σε εμπιστεύομαι.
Και για εκείνο που βρίσκεται τώρα μπροστά μου, κράτησέ με».
Τότε θα κοιτάξω πίσω.
Ολόκληρος ο δρόμος.
Παιδικά χρόνια.
Πρόσωπα.
Χαρές.
Αποτυχίες.
Πτώσεις.
Σηκώματα.
Νύχτες.
Ξημερώματα.
Και θα θυμηθώ:
«Χάρη και έλεος θα με ακολουθούν όλες τις ημέρες της ζωής μου».
Ολες.
Θεέ μου, ακόμη κι εκείνες;
Ακόμη εκείνες που νόμιζα ότι καταστράφηκαν;
Ακόμη εκείνες που πέρασα κλαίγοντας;
Ακόμη εκείνες στις οποίες Σε ρωτούσα που είσαι;
Και ίσως τότε καταλάβω πόσο συχνά η χάρη ήταν δίπλα μου χωρίς να την αναγνωρίζω.
Πόσες φορές νόμιζα ότι περπατούσα μόνος ενώ η ράβδος του Ποιμένα βρισκόταν δίπλα μου.
Πόσες φορές νόμιζα ότι έπεσα μόνος και όμως ένα αόρατο χέρι δεν με άφησε να τελειώσω εκεί.
Πόσες φορές είπα:
«Δεν αντέχω άλλο».
Και όμως ήρθε άλλη μία αναπνοή.
Κι άλλη μία.
Κι άλλη μία.
Χάρη.
Ελεος.
Ολες τις ημέρες.
Και τότε θα κοιτάξω μπροστά.
Την τελευταία πόρτα.
Δεν γνωρίζω πως θα μοιάζει.
Δεν γνωρίζω πότε θα έρθει.
Και δεν θέλω να ζήσω φοβούμενος τη στιγμή της.
Θέλω να ζήσω μαθαίνοντας από τώρα ποιος θα βρίσκεται εκεί.
«Ο Κύριος θα φυλάττει την έξοδό σου και την είσοδό σου, από τώρα και μέχρι τον αιώνα».
Τότε, Κύριε, φύλαξε και εκείνη την έξοδο.
Οταν φύγω από όσα γνωρίζω και περάσω σε όσα δεν έχω ακόμη δει, μη με αφήσεις να κοιτάζω την πόρτα.
Κάνε με να κοιτάζω Εσένα.
Γιατί ο Χριστός μου δεν στάθηκε έξω από τον θάνατο.
Μπήκε μέσα.
Γνώρισε τον τάφο.
Και αναστήθηκε.
Γι’ αυτό η τελευταία μου ελπίδα δεν είναι ότι εγώ θα είμαι αρκετά δυνατός για τον θάνατο.
Είναι ότι ο θάνατος δεν ήταν αρκετά δυνατός για τον Χριστό.
Αυτό θέλω να είναι η τελευταία φωτιά μέσα μου.
Ο Χριστός αναστήθηκε.
Αρα η κοιλάδα δεν είναι η πατρίδα μου.
Είναι πέρασμα.
Ο τάφος δεν είναι ο ποιμένας μου.
Ο Χριστός είναι.
Ο φόβος δεν είναι ο κύριός μου.
Ο Χριστός είναι.
Ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο.
Ο Χριστός είναι ο Λόγος.
Και αν αυτός ήταν πράγματι ο τελευταίος μου λόγος, θα ήθελα να ενώσω τους τρεις Ψαλμούς σε μία τελευταία εξομολόγηση:
Κύριε,
όταν φοβήθηκα, ήσουν η σκέπη μου.
Οταν χάθηκα, ήσουν ο Φύλακάς μου.
Οταν κουράστηκα, ήσουν ο Ποιμένας μου.
Οταν διψούσα, με οδήγησες στα νερά.
Οταν μπήκα στην κοιλάδα, μπήκες μαζί μου.
Οταν νόμιζα ότι ήμουν μόνος, δεν κοιμόσουν.
Οταν δεν μπορούσα να κρατηθώ, με κράτησες.
Και τώρα δεν Σου ζητώ να μου εξηγήσεις το τέλος.
Σου ζητώ μόνο να είσαι εκεί.
Σκέπασέ με με τις φτερούγες Σου.
Φύλαξε την τελευταία έξοδο.
Πιάσε το χέρι μου μέσα στην τελευταία κοιλάδα.
Και όταν εγώ δεν μπορώ πια να πω:
«Ο Κύριος είναι ο ποιμένας μου»,
ας το πει η ίδια η ζωή μου.
Ας το πουν τα δάκρυα που σκούπισες.
Ας το πουν οι πληγές που άντεξαν.
Ας το πουν οι δρόμοι από τους οποίους με πέρασες.
Ας το πει κάθε αναπνοή που μου χάρισες.
Και τότε θα αφήσω το τελευταίο βάρος από τα χέρια μου.
Δεν χρειάζεται πια να φυλάω τίποτε.
Ο Φύλακας αγρυπνεί.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζω τον δρόμο.
Ο Ποιμένας τον γνωρίζει.
Δεν χρειάζεται να φοβάμαι τη νύχτα.
Υπάρχουν φτερούγες πάνω μου.
Και θα πω μόνο:
«Χριστέ μου, περπάτησα όσο μπόρεσα.
Τώρα ποίμανέ με Εσύ.
Η βοήθειά μου ήρθε από Εσένα.
Η ζωή μου κρατήθηκε από Εσένα.
Η ελπίδα μου είναι σε Εσένα.
Φύλαξε την έξοδό μου.
Φύλαξε την είσοδό μου.
Και οδήγησέ με εκεί όπου τελειώνουν όλες οι κοιλάδες,
στον οίκο του Κυρίου,
όπου δεν θα χρειάζεται πια να φοβάμαι μήπως χαθεί το φως,
γιατί το Φως θα είναι ο Χριστός.
Και μέχρι τότε,
σε κάθε ημέρα που ακόμη μου χαρίζεις,
σε κάθε νύχτα,
σε κάθε βουνό,
σε κάθε κοιλάδα,
θα κρατώ αυτή τη μία ομολογία σαν τελευταία φλόγα:
Εσύ είσαι μαζί μου.
Και αυτό μου αρκεί.
Σήμερα.
Στην τελευταία μου ημέρα.
Και μέχρι τον αιώνα.
Αμήν.»

 

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.