ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ…

Πιο κάτω δημοσιεύουμε ένα καταπληκτικό σε ωριμότητα διήγημα υπογραφόμενο από ένα δεκατετράχρονο κορίτσι με το ψευδώνυμο νυχτολούλουδο.

το περιεχόμενο του διηγήματος αναφέρεται σε ένα καυτό πρόβλημα για τον πλανήτη. Το δημογραφικό. Σε άλλες χώρες υπάρχει υπέρπληθυσμός.  Αποτέλεσμα τεράστιο επισιτιστικό πρόβλημα. Θάνατοι από την πείνα και τις λοιμώξεις.  Ελονοσία, φυματίωση, χολέρα κ.ά. Σε άλλες μείωση των γεννήσεων ώστε να υπάρχει κίνδυνος να αφανιστούν σαν έθνη, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα. Οι γεννήσεις υπολείπονται κατά 20.000 των θανάτων ώστε να μην ανανενώνεται ο πληθυσμός με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό.

Δημοσιεύουμε το διήγημα ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ το οποίο μάλιστα κρίθηκε στον 7ο Λογοτεχνικό διαξωνισμό πεζογραφήματος και Ποίησης “Γρηγόρης Πεντζίκης” στη Δράμα τον Μάη του 2019 άξιο βράβευσης. Έλαβε  το 3ο βραβείο.

Όλη τη ζωή της σαν παιδί κοίταζε τον κόσμο από ένα παράθυρο

Αγαπημένε μου αδελφέ,

Ο ήλιος συνεχίζει απτόητος το αιώνιο ταξίδι στον απέραντο ουράνιο θόλο. Τα σύννεφα, επιπλέοντας πάνω στην ατελείωτη βαθυγάλαζη επιφάνεια τ’ ουρανού, πότε τον καλύπτουν και πότε τον ξεσκεπάζουν, αφήνοντας να ξεδιπλωθεί όλο το φωτεινό του μεγαλείο. Οι αχτίδες του, σαν δίχτυ πλεγμένο με χρυσή κλωστή, τρυπώνουν παιχνιδιάρικα σε κάθε εύκαιρη γωνιά, αναγκάζοντας την νύχτα να μαζέψει τα αστροστολισμένα πέπλα της. Φωτίζουν παραθύρια, καθρεφτίζονται κοκέτικα στις στάλες της πρωινής δροσιάς, και χορεύουν παρέα με τα πρώτα κυματάκια της παλίρροιας.

Ξημερώνει. Τα χρώματα και η ζωντάνια της μέρας που αρχίζει να απλώνεται, με βρίσκουν πάλι εδώ, πίσω απ’ το μοναχικό μου παραθύρι. Να βλέπω τον άνεμο να σεργιανίζει στο πέλαγος, καλωσορίζοντας τα άσπρα πανιά που διαγράφονται αμυδρά στον ορίζοντα, και σπρώχνοντας απαλά βαρκούλες, δίνοντάς τους θάρρος για ένα καινούριο ταξίδι. Να φαντάζομαι το πρωινό αεράκι να περνάει από κάθε σπιτιού το κατώφλι, μαζεύοντας ευχές και ελπίδες, ενώ σφυρίζει την μελωδία της λευτεριάς και της ευτυχίας. Ένα σκοπό που εγώ ποτέ δεν μπόρεσα να τραγουδήσω.

Αλλά καλύτερα να πάρω τα πράγματα απ’ την αρχή, για να καταλάβεις ποια είμαι και γιατί σου γράφω. Θα σου διηγηθώ την ιστορία μου, αν και αμφιβάλλω αν θα μπορέσεις να πιστέψεις εύκολα ότι υπήρξα ποτέ. Κανονικά, θα έπρεπε να φύγω απαρατήρητη, χωρίς να τολμήσω ν’ αφήσω το στίγμα μου στην ζωή σου. Όμως, αν και λίγο αργά, κατάλαβα πως ο ρόλος μου σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν είναι να υπάρχω σαν να μην υπάρχω. Έχω υποχρέωση να μάθω την ιστορία μου σε άλλους, και να την κάνω να ταξιδέψει. Μέσα στον χρόνο, πάνω στα κύματα, με τον άνεμο, αλλά και με την σιωπή.

Το μόνο που ξέρω για σένα, είναι το όνομά σου. Σε λένε Λι. Σε γνωρίζω μόνο από μακριά. Για μένα όλα αυτά τα χρόνια, ήσουν το παιδί που ήθελα να ήμουν. Σ’ έβλεπα να βγαίνεις βόλτα κάθε απόγευμα, και ζήλευα. Ζήλευα που κρατούσες τη μητέρα μου από το χέρι. Ζήλευα την ελευθερία σου. Ζήλευα το δικαίωμά σου να ξέρουν οι άλλοι ότι υπάρχεις. Ζήλευα αφόρητα. Θύμωνα υπερβολικά. Και αυτή η ζήλια, αυτός ο θυμός, έβρισκαν τελικά διέξοδο σ’ έναν χείμαρρο γεμάτο δάκρυα, σ’ έναν καταρράκτη- από βουβές λέξεις, που δεν ήξερα ποια να πω πρώτη και ποια τελευταία.

Γεννήθηκα περίπου δύο χρόνια μετά από  σένα. Και μόνο που ήρθα στον κόσμο ύστερα από την γέννησή σου, καταδικάστηκα για πάντα. Ο νόμος του κράτους της Κίνας, δεν επέτρεπε δεύτερο παιδί. Οπότε αναγκαστικά έμεινα κρυμμένη. Μακριά απ’ όλους και απ’ όλα. Ανύπαρκτη. Έτσι μεγάλωσα κλεισμένη σ’ αυτό το υπόγειο, κάτω απ’ το σπίτι, την πόρτα του οποίου πέρασα ελάχιστες φορές.

Πέρασαν πάνω από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Ζούσα μέσα σ’ έναν αναστεναγμό. Κοιτούσα γύρω μου, και ένιωθα σαν χαμένη, παρ’ όλο που ήμουν σ’ αυτόν τον χώρο τόσα και τόσα χρόνια. Προσπαθούσα μέσα απ’ τον πολύπλοκο κόσμο μου, τον τόσο μικρό, να αναγνωρίσω τα κομμάτια του εαυτού μου. Κομμάτια που είχαν αλλάξει, είχαν παρασυρθεί από σκέψεις, είχαν παραμορφωθεί μέσα στην παθητική ακινησία του δωματίου μου. Τα κομμάτια μου, που ανέβαιναν και κατέβαιναν βογκώντας τα δύσκολα μονοπάτια της ζωής μου, αναζητώντας την ευκαιρία να φωνάξουν βοήθεια. Όμως δεν άκουγα τα ουρλιαχτά που πάσχιζα να απελευθερώσω, καθώς ήμουν ένα απελπισμένο και μόνο παιδί. Δεν μπορούσα να καταλάβω την επανάσταση που ξεσπούσε την ψυχή μου, κάθε που έβλεπα την ύπαρξή μου σαν παιδί που ποθούσε μια φωλιά πραγματικά ζεστή, αγάπη και ελπίδα για το μέλλον, να τρεμοσβήνει σαν την αδύναμη φλόγα ενός κεριού. Μύριζα μόνο τον καπνό της φωτιάς, η εικόνα της οποίας μου θύμιζε τα πύρινα γράμματα του νόμου που με απαγόρευε, του νόμου που με είχε σβήσει από προσώπου γης. Δεν μπορούσα να γευτώ την οργή που εξαπέλυα εναντίον του εαυτού μου. Νόμιζα πως έφταιγα εγώ. Εγώ παραβίασα τον νόμο, εγώ έκανα τους γονείς μου ενόχους, εγώ ήμουν η αιτία αυτού του απαίσιου τυμπάνου που χτυπούσε συνεχώς στ’ αυτιά μου, κάνοντας την καρδιά μου να πάλλεται ολοένα και πιο γρήγορα μες στο στήθος μου, τόσο, που νόμιζα πως θα σπάσει. Εγώ… που το μόνο μου όνειρο ήταν να με πάρει η μάνα μου αγκαλιά, να με χορέψει ελεύθερα στους δρόμους και να φωνάξει: « Κοιτάξτε! Κοιτάξτε το παιδί μου που το αγαπώ τόσο, τόσο πολύ! Δεν είναι πια μόνο, κρυμμένο, φοβισμένο!». Ήταν το άπιαστο όνειρό μου, αλήθεια. Που μέσα στις νύχτες που περνούσα μονάχη, γινόταν εφιάλτης. Μια σειρά ατελείωτη από εφιάλτες, που αγωνίζονταν ποιος θα καταφέρει πρώτος να φωλιάσει στην ψυχή μου, να στοιχειώσει τα όνειρά μου, να με γονατίσει με τύψεις.

Κάθε βράδυ, το δωμάτιό μου πλημμύριζε σκοτάδι. Δεν έπρεπε ν’ ανοίγω φως, μην και το δούνε οι περαστικοί. Έτσι απλωνόταν γύρω μου πηχτό σαν πίσσα. Μπορούσα λες να το πιάσω, να το αισθανθώ, να το πλάσω με τα χέρια μου, όπως θα προτιμούσα να είχα πλάσει και την ζωή μου, προτού ακόμα υπάρξω. Ο ήλιος της ευτυχίας μου πνιγόταν μέσα σ’ αυτό το ανίδεο μαύρο. Ήταν μπροστά μου, πίσω μου, γύρω μου! Ερχόμουν αντιμέτωπη με την ζωή μου. Κοιτούσα πίσω μου στο παρελθόν, και νόμιζα πως έβλεπα δάκρυα που εγώ είχα προκαλέσει, πληγές που εγώ άνοιξα. Νόμιζα πως ήμουν η ένοχη,. Μεγάλωσα μέσα σ’ αυτό το ψέμα, χωρίς κανείς να μου πει ότι δεν έφταιγα εγώ. Έτσι, μόνη μου κατάλαβα πως είχα και εγώ το δικαίωμα να ζήσω, αν και έπρεπε πρώτα να παλέψω σκληρά. Γιατί την χαρά της ζωής δεν την αγοράζεις, αλλά την αποκτάς. Η ζωή μαθαίνει με τον καιρό να κυλάει μέσα σου, σαν ρυάκι που σε νανουρίζει με το τραγούδι του. Το σώμα σου δεν πρέπει να χορεύει στον ρυθμό της ζωής, αλλά να συνθέτει την δική του ζωή, γύρω απ’ τον μοναδικό του ρυθμό. Η ζωή γνέθει τη μελωδία ανάλογα με τον ρυθμό που της δίνεις.

Λοιπόν, αποφάσισα να φύγω απ’ αυτή τη φυλακή που κάποτε ονόμαζα σπίτι μου. Θα πάω να χτίσω ένα καινούριο σπιτικό, σε μία άλλη χώρα, σ’ έναν άλλο τόπο. Ένα σπίτι με πραγματική αγάπη, χωρίς κανόνες που να στερούν δικαιώματα. Πόσο μάλλον το δικαίωμα κάποιου να ΖΕΙ. Η μητέρα μου με κρατούσε περιορισμένη όλο αυτό τον καιρό και λόγω του νόμου, αλλά και με την δικαιολογία ότι ο έξω κόσμος είναι πολύ σκληρός. Όμως, τώρα θα της απαντούσα, και ας με άκουγε από ‘ κει που πήγε μετά τον θάνατό της, ότι θα προτιμούσα να γνωρίσω τον κόσμο με τις χαρές, τις λύπες, καθώς και τις δυσκολίες του, παρά να μην τον γνωρίσω καθόλου.

Όμως, η καλοσύνη και το θάρρος, είναι πράγματα που αξίζουν όσο τίποτα άλλο. Θα πάρω την μεγαλύτερη απόφαση που πήρα ποτέ μου, και θα φύγω. Θα προσπαθήσω ν’ ανοίξω τα φτερά μου και να μάθω να πετάω μόνη μου, μιας και κανείς δεν μου το έμαθε  πρωτύτερα. Θ’ αναπληρώσω όλο τον χαμένο χρόνο, χωρίς να είμαι πια πληγωμένη από το παρελθόν.

Γιατί είναι αλήθεια πως πληγώθηκα πολύ. Όμως, τώρα είναι καιρός να πάρω και εγώ  την θέση μου στην ζωή, που τα μελανά γράμματα του νόμου τους, μου στέρησαν και να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα.

Συγχωρώ όλους αυτούς που θέλησαν το κακό ενός παιδιού που έτυχε να ήμουν εγώ, και ελπίζω να μπορέσει ο κόσμος κάποτε να συγχωρέσει όσους ευθύνονται για τόσες και τόσες χαμένες παιδικές ζωές. Γιατί εγώ, που επέζησα, έχω χρέος να βροντοφωνάξω την μεγάλη αυτή απανθρωπιά.

Γιατί, ακόμη και αν αυτοί με χτυπούν, εγώ τους αγαπώ!

Γιατί, ακόμη κι αν αυτοί με σκότωσαν, εγώ ακόμη ζω!

Δεν ξέρω αν οι δρόμοι μας συναντηθούν ξανά. Οπότε, έχε γεια αγαπημένε μου αδελφέ…

 

Με αγάπη,

Η αδελφή σου

Τάι.                                           Στο όνομα της ΑΓΑΠΗΣ,

Της ΕΛΠΙΔΑΣ, του ΘΑΡΡΟΥΣ,

Της ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ και της ΖΩΗΣ.

………………………………………………………………………………………………………….

Ο Λι άνοιξε το μικρό παραθυράκι του υπογείου, για να τον χτυπήσει ο αέρας. Το γράμμα πρέπει να είχε γραφτεί εδώ και χρόνια. Το μικρό θρανίο στο δωμάτιο ήταν κατασκονισμένο. Τα πάντα ήταν καλυμμένα με σεντόνια: το κρεβάτι, η ντουλάπα, ακόμα και οι τοίχοι. Ανοιγόκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να αφομοιώσει ότι είχε διαβάσει πριν λίγα λεπτά.

Είχε αδερφή και δεν το ήξερε; Έπρεπε να πιστέψει σ’ αυτό το γράμμα ή όχι; Μήπως το όλο πράγμα ήταν μια στημένη κακόγουστη φάρσα; Αυτός ήρθε να δει χωρίς λόγο και σκοπό αυτό το δωμάτιο, έτσι, για να γνωρίζει απλώς τα «κατατόπια» του σπιτιού του. Και ξαφνικά, ανακάλυψε ένα κουβάρι από σκόνη, γράμματα και αμφισβητήσιμα μυστικά.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια του μπερδεμένος. Έπρεπε να σκεφτεί. Κοίταξε το μελάνι στο πολυκαιρισμένο χαρτί αλληλογραφίας, και κάθισε με φόρα στο καλυμμένο κρεβάτι ξεφυσώντας. Κατά λάθος , πάνω στην ορμή του , τράβηξε το σεντόνι που κάλυπτε το μικρό ταβάνι και τον τοίχο στην πλάτη του.  Το σεντόνι σκίστηκε και απελευθερώθηκε απ’ τα καρφιά που το συγκρατούσαν. Πέφτοντας, το κάποτε λευκό σεντόνι σήκωσε ένα σύννεφο σκόνης, κάνοντας τον Λι να βήξει .

Όταν η ατμόσφαιρα καθάρισε  , ο Λι ανακάλυψε πως το πέσιμο του σεντονιού αποκάλυψε αυτό που έκρυβε . Το ταβάνι το κάλυπτε μία τεραστίων διαστάσεων ζωγραφιά, από άκρη σε άκρη. Απεικόνιζε έναν αγρό απέραντο, καταπράσινο, γεμάτο με χρωματιστά λουλούδια. Μπλε, κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλιά, μα και χρώματα που μόνο το πινέλο μπορεί να αποτυπώσει. Ο ουρανός απλωνόταν στον ορίζοντα, με κάτασπρα δαντελωτά σύννεφα να τον στολίζουν, όπως τα μαλλιά της νύφης τα λευκά κρίνα. Στο βάθος, ένα τεράστιο δέντρο άπλωνε μεγαλόπρεπα τα κλαδιά του, με τα φύλλα του να χορεύουν στον ρυθμό που τραγουδούσε ο βοριάς. Κάτω απ’ το δέντρο, δύο ανθρώπινες φιγούρες χαμογελούσαν, ένας άντρας και μία γυναίκα. Ο Λι μπόρεσε εύκολα να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά των γονιών του. Στο κέντρο της εικόνας, ένα μικρό κοριτσάκι και ένα αγοράκι έτρεχαν γελώντας ανέμελα, με τα μαλλιά τους να μπερδεύονται κυματίζοντας στον άνεμο. Η αδελφή του και αυτός. Τώρα τα πίστευε όλα. Ένιωθε την εικόνα να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια του, και μια αύρα νοσταλγίας να του χτυπά το πρόσωπο.

Του ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Ξάπλωσε στο κρεβάτι με τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι του. Δεν τον ένοιαζε που ήταν σκονισμένο. Ήθελε, για μια στιγμή έστω, να έρθει στην θέση της. Να ξαπλώσει στο ίδιο κρεβάτι μ’ αυτή, κοιτώντας την ίδια ζωγραφιά, έχοντας τις ίδιες ελπίδες, τα ίδια όνειρα, την ίδια μοναξιά. Να νιώσει για λίγο την ανάγκη της να απελευθερωθεί, να φύγει.

Έξαφνα του πέρασε σαν αστραπή, απ’ το μυαλό μια ιδέα! Αυτό θα έκανε! Θα έφευγε! Θα ακολουθούσε τα χνάρια της, και θα πήγαινε να την συναντήσει.

………………………………………………………………………………………….

Το πλοίο είχε φτάσει στον προορισμό του. Σφύριξε πανηγυρικά, και το φουγάρο του εξαπέλυσε τις τελευταίες τούφες καπνού. Ο Λι καθόταν στα κάγκελα του πλοίου αγναντεύοντας. Η θαλασσινή αύρα τον χτυπούσε καταπρόσωπο, και η χαρακτηριστική αλμύρα τρεμόπαιζε στα ρουθούνια του. Κοιτούσε τα κύματα που έσκαγαν  δειλά- δειλά στην πλώρη, ανακλώντας τα χρώματα του ήλιου. Σιγά- σιγά, καθώς το πλοίο ετοιμαζόταν να αγκυροβολήσει στο λιμάνι, έστρεψε την ματιά του προς την αποβάθρα. Και τότε την είδε.

Ήταν λεπτή και μαυρομάτα, με καστανοκόκκινα μαλλιά όπως τα δικά του. Ξαφνιάστηκε που την αναγνώρισε τόσο γρήγορα. Την περιεργάστηκε προσεκτικά, και ένιωσε και τα δικά της απορημένα μάτια καρφωμένα πάνω του.

Κατέβηκε γρήγορα και την πλησίασε. Αυτή, μόλις τον ξεχώρισε στο πλήθος, όρμησε ανοίγοντας τα χέρια της. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά  του άλλου. Ο Λι έβλεπε τα δάκρυα συγκίνησης που πλημμύριζαν τα μάτια της, και που έλαμπαν σαν διαμαντάκια στο φως του ήλιου, ο οποίος έγερνε προς την δύση, λιώνοντας μες την θάλασσα.

…………………………………………………………………………………………..

Οι δρόμοι τους τελικά ξανασυναντήθηκαν. Ήταν η εποχή που ο Λι τελείωσε το πανεπιστήμιο και η Τάι άρχισε τον δικό της αγώνα υπέρ των δικαιωμάτων των παιδιών.

Τώρα μπορούσαν να ονειρεύνται το βαθύ γαλάζιο της θάλασσας μαζί και μαζί να πιάσουν το χαμένο καιρό των παιδικών τους χρόνων

Εκείνη τη νύχτα λοιπόν, έσμιξαν τις ελπίδες τους. Ένωσαν τις δυνάμεις τους, για να μπορέσουν να βγουν νικητές στον δύσκολο δρόμο της ζωής, περπατώντας πια την ευτυχία. Γιατί δεν υπάρχει δρόμος προς την ευτυχία. Η ευτυχία είναι ο δρόμος. Αρκεί να ξέρει κανείς πώς να τον περπατήσει…

Νυχτολούλουδο

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.