ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΒΙΩΣΕΤΕ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ. ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΤΕΙΤΕ ΕΓΚΑΙΡΑ. ΠΡΟΓΕΥΣΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ. Μέρος 3ο

Η ουράνια πολιτεία μας περιμένει μέσα στο υπερήλιο φως της. Από μας εξαρτάται να γίνουμε κάτοικοι της άνω Ιερουσαλήμ

Τώρα η φωτεινή παρουσία οδήγησε τον νεκρό γιατρό  George G. Ritchie σε ένα καινούργιο πεδίο. «Έμοιαζε σαν να είχαμε μπει ξαφνικά σε μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Σαν να βρισκόμαστε σχεδόν σ’ ένα καινούργιο είδος ύπαρξης… εδώ υπήρχε μια ειρήνη που διαπερνούσε τα πάντα… υπήρχε τέτοια σιωπή στον αέρα ώστε παραξενεύτηκα που είδα ανθρώπους εκεί.

Δεν μπορούσα να διακρίνω αν ήταν άνδρες ή γυναίκες, γέροι ή νέοι, γιατί ήταν όλοι καλυμμένοι από το κεφάλι μέχρι τα πόδια με πτυχωτούς φαρδιούς μανδύες με κουκούλες, που μ’ έκαναν να σκεφτώ αμυδρά καλόγερους. Αλλά η ατμόσφαιρα του χώρου δεν ήταν καθόλου μοναστηριακή. Ήταν περισσότερο σαν ένα εντυπωσιακό κέντρο ερευνών που βούιζε από την αναστάτωση που είχε επιφέρει μια μεγάλη ανακάλυψη. Δεν αντάλλασσαν και πολλές λέξεις… δεν υπήρχε όμως κάποια δυσαρέσκεια ανάμεσα σε αυτές τις οντότητες, μάλλον η απόσταση της πλήρους συγκέντρωσης… αυτοί οι άνθρωποι έδειχναν εντελώς ανιδιοτελείς – απορροφημένοι σε κάποιο κολοσσιαίο σκοπό που δεν είχε σχέση με τον εαυτό τους… Κατά κάποιο τρόπο ένιωσα ότι απασχολούνταν με κάποιο τεράστιας σημασίας πείραμα, ίσως με δεκάδες επί δεκάδων τέτοιων πειραμάτων.

-Τι κάνουν Ιησού;

Καμιά εξήγηση δεν φώτισε το νου μου παρ’ όλο που ένιωσα ότι κάθε δραστηριότητα σ’ αυτό το απέραντο ‘πανεπιστήμιο’ πήγαζε από το Θεό. Εκείνο που μεταδιδόταν, όπως πριν, ήταν η αγάπη…

Τον ακολούθησα σ’ ένα στούντιο όπου συνέθεταν μουσική τέτοιας πολυσυνθετικότητας ώσυε δεν ήμουν σε θέση ούτε ν’ αρχίσω να την παρακολουθώ. Οι ρυθμοί ήταν πολύπλοκοι, οι τόνοι σε καμιά μουσική σκάλα απ’ αυτές που ήξερα. ‘Πως όχι, έπιασα τον εαυτό ου να σκέφτεται, ‘ο Μπαχ είναι μόνο η αρχή!’

Στη συνέχεια διασχίσαμε μια τεράστια βιβλιοθήκη με αναρίθμητα δωμάτια που οι τοίχοι τους από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι σκεπάζονταν με ράφια γεμάτα από έγγραφα σε πάπυρο, πηλό δέρμα, μέταλλο, χαρτί. ‘εδώ’ ήρθε η σκέψη, ‘είναι συγκεντρωμένα τα σημαντικά βιβλία του σύμπαντος… εδώ βρίσκεται η κεντρική σκέψη αυτής της γης’. [1]

Βρεθήκαμε να κινούμαστε πάλι έξω, στο σιωπηλό και γεμάτο προσδοκίες άλσος…

‘Αυτό είναι… ο ουρανός, Κύριε Ιησού;’ Αποτόλμησα να ρωτήσω. Η γαλήνη και η φωτεινότητα ήταν σίγουρα ουράνιες! Το ίδιο και η απουσία εαυτού, θορυβώδους εγώ.

‘Όταν αυτοί οι άνθρωποι ήταν στη γη ξεπέρασαν τις εγωιστικές επιθυμίες;’

Αναπτύχθηκαν και συνεχίζουν να αναπτύσσονται. ‘Έλαμψε η απάντηση σαν ηλιακό φως σ’ εκείνη την έντονη κι ανυπόμονη ατμόσφαιρα. Αλλά αν η ανάπτυξη μπορούσε να συνεχίζεται, τότε δεν ήταν αυτό το όλο. Τότε θα πρέπει να υπάρχει κάτι που έλειπε ακόμα κι από αυτές τις γαλήνιες οντότητες… Το κεντρικό γεγονός, το απόλυτα ικανοποιητικό, παρέμενε αυτή προσωπικότητα δίπλα μου. Όποια επιπρόσθετα γεγονότα κι αν μου έδειχνε, Εκείνος παρέμενε κάθε στιγμή η πραγματική εστία της προσοχής μου. Γι’ αυτό δεν είχα επίξνωση ποια στιγμή ακριβώς αφήσαμε την επιφάνεια της γης…

Και τότε είδα άπειρα πιο μακριά, πολύ μακριά για να είναι σε οποιοδήποτε είδος όρασης που γνώριζα…μια πολιτεία. Μια απαστράπτουσα, φαινομενικά χωρίς όρια πολιτεία, τόσο λαμπερή ώστε να είναι ορατή πέρα από την απίστευτη απόσταση που παρεμβαλλόταν ανάμεσά μας.  Η λαμπερότητα ετούτη φαινόταν να ακτινοβολεί από τους ίδιους τους τοίχους και τους δρόμους αυτού του τόπου και από οντότητες που μπορούσα να διακρίνω ότι κινούνταν εκεί. Στην πραγματικότητα, η πολιτεία και όλα όσα βρίσκονταν σ’ αυτή έδειχναν ότι ήταν φτιαγμένα από φως, όπως η Μορφή δίπλα μου ήταν φτιαγμένη από φως. Τότε ακόμα, δεν είχα διαβάσει την Αποκάλυψη του Ιωάννη.[2] Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να μένω με ανοιχτό το στόμα από το δέος που μου προξενούσε εκείνο το τόσο μακρινό θέαμα, και να αναρωτιέμαι πόσο λαμπερό μπορούσε να είναι κάθε κτίριο, κάθε κάτοικος, για να γίνεται ορατό από απόσταση τόσων ετών φωτός. Μήπως αυτές οι ακτινοβόλες οντότητες, αναρωτήθηκα έκπληκτος, είναι όσοι κράτησαν πραγματικά τον Ιησού σαν εστιακό σημείο της ζωής τους; Μήπως επιτέλους ατένιζα εκείνους οι οποίοι προσέβλεπαν σ’ Αυτόν για κάθε τι; Προσέβλεπαν σ’ αυτόν τόσο τέλεια και με τέτοια εγγύτητα ώστε είχαν μεταλλαχτεί στην ίδια του τη μορφή;… η απόσταση αυξήθηκε το όραμα ατόνησε. Έστω κι αν ξεφώνισα λόγω τα απώλειας, ήξερα ότι η ατελής όρασή μου δδν μπορούσε να διατηρήσει πάνω από μια στιγμή τη θέαση αυτού του πραγματικού απώτατου ουρανού. Εκείνος μου είχε δείξει… και τώρα απομακρυνόμαστε με μεγάλη ταχύτητα».[3]

[1]Προφανώς αναφέρεται στα Ακασικά αρχεία, όπου καταγράφονται τα δεδομένα από τις σκέψεις, πράξεις και συμπεριφορές όλων των ανθρώπων αλλά και των λαών. Πιθανώς έχει σχέση με αυτά που αναφέρει η Αποκάλυψη την ημέρα της Κρίσης. «και βιβλία ηνοίχθησαν· και άλλο βιβλίο ηνοίχθη, ο εστί της ζωής· και εκρίθησαν οι νεκροί εκ των γεγραμμένων εν τοις βιβλίοις κατά τα έργα αυτών» (Αποκάλυψη, κεφ.20 στ. 12)

[2]Προφανώς ο συγγραφέας αναφέρεται στη θέαση της Άνω Ιερουσαλήμ. (Αποκάλυψη, κεφ.21 , στίχοι 10 έως 28 και κεφ.22, στίχοι 1 έως 5).

[3] George G. Ritchie, MD Elizabeth Sherrill: «Επιστροφή από την άλλη Πλευρά», Εκδόσεις Δίοδος 1997, σ.ς. 74, 79.

Ευαγγελάτος Γεώργιος

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.