ΜΩΡΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ KAI ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

ΣΚΟΠΤΙΚΟΝ ΑΦΗΓΗΜΑ
ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΥΡΗ

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα ευτυχισμένο χωριό, το Βλακοχώρι. Οι
κάτοικοι του χωριού ήταν ευτυχισμένοι, δούλευαν στα χωράφια τους, όργωναν, –
έσπερναν και στο τελείωμα της μέρας μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού κάτω
από τον γέρικο πλάτανο και άρχιζαν τα χωρατά, τους χορούς και τα τραγούδια.
Στο χωριό ζούσε και ένας πλούσιος Άρχοντας ο κυρ Φασουλής, που είχε έναν
υπηρέτη τον Κατεργαρούλη. Μια μέρα ο Κατεργαρούλης λέει στον Άρχοντα:”
Άρχοντά μου, εσύ που είσαι ο πιο όμορφος και μορφωμένος του χωριού, γιατί
δεν γίνεσαι Πρόεδρος να σε τιμήσει το χωριό; “
Ο κυρ Φασουλής έπεσε σε σκέψεις και λέει στον υπηρέτη του: “Καλά και πως
θα γίνει αυτό; και Κατεργαρούλης του λέει: “Θα βάλεις το ημίψηλο, το φράκο σου
και τις πλουμιστές παντόφλες σου, θα κατέβεις στην πλατεία, θα ανέβεις σε ένα
βαρέλι και θα ζητήσεις από τους χωριανούς να σε κάνουν Πρόεδρο του χωριού.
Το σκέφτηκε ο κυρ Φασουλής και το έκανε. Φόρεσε το φράκο του, το ημίψηλο
και τις πλουμιστές παντόφλες του, κατέβηκε στην πλατεία του χωριού, ανέβηκε
πάνω στο βαρέλι και ζήτησε να τον κάνουν Πρόεδρο του χωριού. Οι συγχωριανοί
με ζητωκραυγές και χαμόγελα έκαναν Πρόεδρό τους τον κυρ Φασουλή.

Ο καιρός πέρασε και μια μέρα ήρθε άσχημο μαντάτο. Ερχόταν ο λήσταρχος
Κορνούτος με ένα σακί στην πλάτη να μαζέψει τα παιδιά του χωριού. Έντρομοι
και πανικόβλητοι οι κάτοικοι μαζεύτηκαν έξω από το σπίτι του κυρ Φασουλή.
Κραυγές και οιμωγές ακούγονταν από το σαστισμένο πλήθος, οι μοιρολογίστρες
τραβούσαν τις κοτσίδες τους, έσκιζαν τα ρούχα τους και τραβούσαν τα βυζιά τους
θρηνώντας για το κακό που τους βρήκε. Ο κυρ Φασουλής τους άκουγε περίλυπος
και σκεπτικός και δεν ήξερε τι να κάνει.

Τότε ο Κατεργαρούλης του λέει: “Θα πεις στους συγχωριανούς να κλειστούν
στα σπίτια τους, να βάλουν πάνω τους μια προβιά, να κρεμάσουν κουδούνια στο
λαιμό τους και να βελάζουν, “Μπε-Μπε “, έτσι ο Κορνούτος θα νομίζει ότι στο
χωριό έχει μόνο πρόβατα και θα φύγει. Έτσι κι έγινε, οι χωριανοί κλείστηκαν στα
σπίτια τους, έβαλαν προβιές και κουδούνες και βέλαζαν ,”Μπε-Μπε”. Ο
Κορνούτος όταν ήρθε στο χωριό έμεινε έκπληκτος από τα πολλά βελάσματα και
έφυγε. Το ίδιο έγινε επί πολλές ημέρες.

Μετά από καιρό κάποιος καλοθελητής σφύριξε την ιστορία στον Κορνούτο που
ξαναγύρισε τα πίσω-μπρος για το χωριό. Μόλις το έμαθαν οι χωρικοί
ξαναμαζεύτηκαν έξω από το σπίτι του κυρ Φασουλή και απελπισμένοι ζητούσαν
την βοήθειά του. Ξανά οι μοιρολογίστρες τραβούσαν τις κοτσίδες τους, ξέσκιζαν
τα ρούχα τους και τραβούσαν τα βυζιά τους μέχρι που φτάσαν στα μπούτια τους.

Ο Κατεργαρούλης πάλι είχε την φαεινή ιδέα να αλειφτούν με πίσσα και
πούπουλα και να κάνουν τις κότες, κάποιος θα έκανε τον κόκορα. Έτσι και έγινε
και όταν μπήκε στο χωριό ο λήσταρχος Κορνούτος άκουσε μόνο κακαρίσματα
και έφυγε. Έτσι γλύτωσαν οι χωρικοί τα παιδιά τους.

Αυτό γινόταν συνέχεια για πολύ καιρό, αλλά με το να κάνουν αυτά οι χωρικοί
άφησαν τα κτήματά τους να ρημάξουν. Τα δέντρα ξεράθηκαν, οι αγροί έμειναν                                                             χέρσοι, τα αμπέλια μαράθηκαν. Ήρθε ο χειμώνας και έπεσε πείνα στο χωριό.
Πάλι μαζεύτηκαν έξω από το σπίτι του κυρ Φασουλή εκλιπαρώντας για βοήθεια.
Ο Κατεργαρούλης είχε πάλι μια φαεινή ιδέα και είπε στον Άρχοντα του:

“Άρχοντά μου, εσύ είσαι πλούσιος και έχεις ένα σεντούκι γεμάτο λίρες, δώσε από
μια σε κάθε χωριάτη να ψωνίσει τα χρειαζούμενα από το διπλανό χωριό “

Έτσι κι έγινε και όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Αλλά δυστυχώς το σεντούκι άδειασε.
Πείνα έζωσε τους χωρικούς, κλάματα, οδυρμοί, φωνές. Μαζεύτηκαν έξω από το
σπίτι του κυρ Φασουλή. Ο κυρ Φασουλής κατέβηκε για να ηρεμίσει τους
συγχωριανούς του με το φράκο του, το ημίψηλο και τις πλουμιστές παντόφλες,
ανέβηκε στο βαρέλι για να μιλήσει στους συντοπίτες του.

Τότε το πλήθος εξαγριωμένο άρπαξε τον κυρ Φασουλή και τον Κατεργαρούλη,
τους ξεβράκωσαν, τους άλειψαν πίσσα και πούπουλα και με τα φτυάρια και τις
τσουγκράνες τους έδιωξαν κακήν-κακώς από το χωριό. Μαζεύτηκαν τότε όλοι
στην πλατεία του χωριού για να δουν τι θα κάνουν. Ένας γέροντας σοφός τους
είπε: “Άντε να σηκώσουμε τα μανίκια και να καλλιεργήσουμε τα κτήματά μας για
να έχουμε να ζήσουμε εμείς και τα παιδιά μας.“

Έτσι και έγινε. Τα χωράφια οργώθηκαν, σπάρθηκαν, τα αμπέλια και τα δέντρα
καρποφόρησαν. Ξαναγύρισε η χαρά και η ευτυχία ήρθε στο χωριό και γέλασε το
πονεμένο χείλι των χωρικών.

Συμπέρασμα: Αν δεν χύσεις αίμα και ιδρώτα δουλειά δεν γίνεται από τους καναπέδες!

Leave a Reply

Your email address will not be published.