ΣΏΠΑΣΕ….ΗΣΎΧΑΣΕ….ΑΓΆΠΗΣΕ….ΛΥΤΡΏΣΟΥ….ΣΥΓΧΏΡΕΣΕ….ΑΓΚΆΛΙΑΣΕ….ΑΝΑΠΆΥΣΟΥ

Ακόμα μία  νύχτα, μέσα στις τόσες νύχτες της ατέλειωτης αγρύπνιας μου, κι εγώ στο παραθύρι του σπιτιού μου στάθηκα κοιτάζοντας τον έρημο τον δρόμο. Κι ολάκερη τη νύχτα εγώ συλλογιζόμουν και καιγόταν η Ψυχή μου για όλα όσα τα μάτια μου ολόγυρα αντικρίζουν. Για όλα όσα ακούνε τα αυτιά μου. Μονάχα μια ματιά τριγύρω μου να ρίξω, παντού βλέπω προβλήματα κι ανθρώπους λαβωμένους, γεμάτους με πληγές, με την απορία και την αμηχανία ζωγραφισμένη έκδηλα στο πρόσωπο και στην Ψυχή τους. Με την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια να τους τρομάζει διαρκώς. Με τη μοναξιά να έχει γίνει σύντροφος πιστός στο διάβα της ζωής τους. Μάλιστα,  άκουσα ότι στην Ιαπωνία μετά την αύξηση των αυτοκτονιών για πρώτη φορά μετά από 11 χρόνια, ο πρωθυπουργός της χώρας έκρινε πως η πανδημία του κορονοϊού, την μοναξιά που χρόνια αποτελεί πρόβλημα άλυτο, ακόμα περισσότερο, ο χαλασμός που τον κόσμο μας σκοτείνιασε, την θέριεψε, την έκανε τέρας αιμοδιψές. Την μοναξιά που οι άνθρωποι, σκεπτόμουνα ολάκερη την νύχτα, τρόπους αναρίθμητους χρησιμοποίησαν οι άνθρωποι για να την πολεμήσουν. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο κάποιες εταιρείες μέχρι ρομπότ να κατασκευάσουν για να επιτρέψουν στους ανθρώπους την μοναξιά τους να καλύψουν και να παρηγορήσουν. Και μες την νύχτα, την ώρα που έστρεψα τα μάτια μου και αντίκρισα τα αστέρια, είδα, όχι με τα φυσικά μου μάτια, μα με τα μάτια της Ψυχής, την μοναξιά και την απόγνωση που σαν πέπλο μαύρο νεκρικό ολάκερο τον κόσμο μας τον σκέπασε και κάθε σπιτικό στης γης τη φλούδα. Κάθε Καρδιά, κάθε Ψυχή ανθρώπου. Κι ομολογώ πως καθώς σκεπτόμουν όλα αυτά θεώρησα προτιμότερο τα χείλη να σφαλίσω. Θεώρησα πως πρέπει να σιωπήσω. Θυμήθηκα ότι μέσα σε αυτόν τον χαλασμό, μέσα σε τόσο θόρυβο δεν είναι δυνατόν να ακουστεί όχι απλά η δική μου η αδύναμη φωνή, αλλά κανενός ανθρώπου η φωνή όσο και αν φωνάξει δυνατά, όσο και αν κραυγάσει με σπαραγμό και αγωνία. Και σώπασα σκύβοντας το κεφάλι μου την ώρα που κυλούσαν δυο δάκρυα από τα μάτια μου καυτά. Σε εκείνη, όμως την δύσκολη την ώρα, ένιωσα μέσα στην καρδιά μου πως να σωπάσω δεν μου πρέπει. Άρχισε τότε να με ελκύει εκείνη η δύναμη που όλα τρόπο βρίσκει να συγκρατεί, εκείνη που είναι μακρόθυμη, που πάντα δείχνει καλοσύνη, που δεν ζηλεύει, που δεν κομπάζει, που από υπερηφάνεια δεν φουσκώνει, που άπρεπα δεν συμπεριφέρεται, που δεν διεκδίκησε ποτέ τα συμφέροντα της, εκείνη που δεν εξάπτεται ποτέ. Εκείνη που ο άνθρωπος την ξέχασε, που μέσα του ψυχράθηκε και πέθανε, που όμως ακόμα ανέχεται τα πάντα, ελπίζει τα πάντα, υπομένει τα πάντα. Εκείνη που λογιστικά βιβλία ποτέ δεν κρατά μέσα σε αυτά το κακό να καταγράφει. Εκείνη που δεν θα καταργηθεί ποτέ. Η αγάπη, εκείνη η αγάπη, που πάντα υπερνικά όλες τις δυσκολίες των ζοφερών καιρών και των πραγμάτων που την ύπαρξη μας την συντρίβουν. Θυμήθηκα την νύχτα που πέρασε εκείνα τα τρία παιδιά που κάποτε ρίχτηκαν μέσα στο πύρινο καμίνι με μόνο σύμμαχο τους την ευσέβεια και του Θεού την πίστη. Εκείνα τα τρία παιδιά που μέσα στο πύρινο καμίνι δεν ήσαν μόνα τους, αλλά είχαν ο ένας τον άλλον να στηριχτούν και να αντέξουν μέχρι τέλους. Και τότε πάλι αντίκρισα τον κόσμο. Άρχισε τότε από τα μάτια μου να περνά του κόσμου η κατάσταση. Του κόσμου που μοιάζει με ναυμαχία φοβερή, με πόλεμο που άνθρωποι φιλοπόλεμοι, άνθρωποι που άφησαν μέσα τους το μίσος να αυξηθεί, επειδή ποτέ δεν ξέχασαν συγκρούσεις που στο παρελθόν είχανε λάβει χώρα. Κι είδα άνδρες μα και γυναίκες, να εφορμούν κι από τις δυο πλευρές με μανία και σφοδρότητα, κι ενώ ξεχείλιζε η οργή από τα σπλάχνα τους, την ώρα που τα πλοία τους είχαν το ένα το άλλο ακουμπήσει, ξέσπασε μια καταιγίδα τρομερή, τα σύννεφα σκοτείνιασαν τον κόσμο. Τόσο ήταν το σκοτάδι που απλώθηκε στη γη που δεν μπορούσε άνθρωπος να διακρίνει μήτε το φίλο μήτε τον εχθρό. Γιατί βλέπεις είναι τόσο μεγάλη η ζωή μας, που δεν μας φτάνουνε οι φίλοι για να ζήσουμε, αλλά έχουμε ανάγκη εχθρούς να δημιουργούμε. Κι ενώ η καταιγίδα μαινόταν μανιασμένη, η θάλασσα φούσκωσε και να απειλούσε να καταπιεί  ότι στο διάβα της τύχαινε να συναντήσει. Οι άνεμοι φυσούσαν από όλες τις κατευθύνσεις με μανία, συντάραζαν ολόκληρο τον στόλο των ανθρώπων. Η αγωνία τους μεγάλωνε την ώρα που τα πλοία τους να κυβερνήσουν προσπαθούσαν. Κι όμως μέσα σε αυτόν τον χαλασμό, αντί τον πόλεμο να πάψουν, αντί με την αγάπη ένδυμα ο ένας τον άλλον να σκεπάσει και να σωπάσει το κακό, το αντίθετο συνέβαινε. Όσο χανότανε ο κόσμος, τόσο εκείνοι πλήγωναν και σκότωναν ο ένας τον άλλον, εξαιτίας του φθόνου και την επιθυμίας της υπεροχής. Βλέπετε ήθελαν ο καθένας για τον δικό του εαυτό μονάχα να νικήσει. Αναλογίστηκα την νύχτα αυτή που πέρασε, πώς θα μπορούσε φωνή ανθρώπου να ακουστεί, την ώρα που η θάλασσα είχε θυμό μεγάλο, την ώρα που οι άνεμοι σφύριζαν ολόγυρα μανιασμένα, την ώρα που οι κραυγές των πολεμιστών σκέπαζαν την ατμόσφαιρα κι έπνιγαν την αγάπη, την ώρα που ναύαρχου και κυβερνήτη φωνή δεν ακουγόταν, την ώρα που σύγχυση φοβερή και αταξία επικρατούσε, που οδηγούσε σε λάθη και απόγνωση που στοίχιζαν ζωές. Και μέσα σε όλα αυτά  η μανία για τη δόξα των ανθρώπων, που ενώ τα πλοία έβλεπαν να χάνονται, κανείς, κανείς, κανείς, δεν υποχωρούσε από τις έριδες και τον αγώνα μη χάσει ο ανόητος τα πρωτεία. Μέσα σε εκείνο το κακό που γύρω μου μαινόταν, που όλα σείονταν και συγκλονίζονταν, με τρόμαξε το γεγονός πως του ανθρώπου η καρδιά δεν θέλει να κατανοήσει ότι με το να επιτίθεται ο ένας ενάντια στον άλλο, στο τέλος τον εαυτό του και τον πλησίον του θα καταστρέψει. Με τρόμαξε εκείνη η εικόνα όταν την ώρα που δεν προλάβαινε να σε πληγώσει εκείνος που θεώρησες εχθρό, ο σύντροφος σου ερχόταν και σε πλήγωνε. Δεν σε καταπατούσε ο εχθρός, αλλά ο συμπολεμιστής σου. Κι αυτό γιατί είναι στη φύση του ανθρώπου, που κι αν ακόμα δεν υπάρχουνε εχθροί, ο ένας βλέπουμε τον άλλο σαν εχθρό. Κοίταξα γύρω μου την νύχτα αυτή που πέρασε, κι αναρωτήθηκα, αλήθεια ποιος είναι εκείνος που μπορεί να μετρήσει στο πλήθος των ανθρώπων τα ναυάγια; Άνθρωποι, που άλλοι βυθίστηκαν επειδή δέχθηκαν την επίθεση των εχθρών τους, κι άλλοι επειδή δέχθηκαν των συμμάχων την επίθεση ή εξαιτίας της απειρίας των αρχηγών. Θυμήθηκα, τότε τον λόγο Εκείνου που θέλησε κάποτε με τον Σταυρό Του να μου δείξει και να με οδηγήσει στον δρόμο της σωτηρίας: «Γνωρίζετε ότι οι άρχοντες των εθνών τα καταδυναστεύουν και οι μεγάλοι τα κατεξουσιάζουν. Αυτό όμως δεν πρέπει ανάμεσα σας να συμβαίνει, αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος μεταξύ σας, πρέπει να είναι υπηρέτης σας, κι όποιος θέλει να γίνει πρώτος, πρέπει να γίνει τελευταίος». Και σκέφτηκα τις ταραχές που από τους άρχοντες προέρχονται ότι είναι πιο σφοδρές από τις καταιγίδες. Είδα τον κόσμο μας, πυκνό σκοτάδι, σαν πέπλο να τον έχει καλύψει, διότι τα φώτα που ο ίδιος ο Χριστός στον κόσμο τοποθέτησε, τα φώτα που θα έπρεπε πάντοτε να φωτίζουν του κάθε ανθρώπου την Ψυχή, τα φώτα αυτά τα έσβησα με τα δικά μου χέρια. Τα έδιωξα όσο μακρύτερα μπορούσα. Κι ενώ ο φόβος κρεμόταν επάνω από τον κόσμο και απειλούσε το παν να εκμηδενίσει, να διαλυθεί το παν, η φιλονικία και το πνεύμα της κατάκρισης τον κίνδυνο δεν με άφηναν να τον δω. Υπολογίζουμε περισσότερο ο καθένας μας την βλάβη την προσωπική, πιότερο από το γενικότερο αγαθό και τον κοινό τον πόλεμο, γιατί αυτό που στην καρδιά μου κυριάρχησε είναι η επικράτηση έναντι των άλλων, η επικράτηση του εγωισμού μου που πάντα το βρίσκει ευκολότερο να στρέφεται και να πολεμάει των άλλων τον εγωισμό και την ατέλεια και όχι την δική μου ατέλεια και τον δικό μου εγωισμό. Κι αυτό είναι που με οδηγεί τα φονικά μου χέρια να σηκώνω και να χτυπώ αλύπητα τον άλλο· κυρίως όταν πέσει και καταστεί ανήμπορος. Έγινε της φιλίας προϋπόθεση με κολακεία για τον άλλο να μιλάς. Έγινε της εχθρότητας προϋπόθεση απλά και μόνο με τον άλλο να διαφωνείς. Και το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αναρχία που επικρατεί και τρέφεται από την Φιλαρχία που επικρατεί. Ο καθένας σκέπτεται όχι ότι πρέπει να αγαπάει και να στέκεται δίπλα στον άλλο σε κάθε ουρανού σκοτείνιασμα, αλλά εξαιτίας της αμάθειας και του άκρατου εγωισμού θέλει επάνω στον άλλο την εξουσία να ασκεί. Το είπα και στην αρχή πως όλα αυτά με έκαναν να θέλω να σιωπήσω, να αποσυρθώ, γιατί μέσα σε τόσο θόρυβο ποιανού ανθρώπου η φωνή μπορούσε να ακουστεί; Κοίταζα γύρω μου ολόκληρη την νύχτα κι έβλεπα πόσο αγώνα κάναμε τον πλησίον μας, που έπαψε να είναι αδελφός μας και έγινε εχθρός μας, στη γη να τον γκρεμίσουμε. Κι άλλοι από εμάς χαιρόμασταν στην πτώση του, άλλοι την πτώση του επικροτούσαμε, άλλοι προσπαθούσαμε ακόμα πιο βαθιά να τον θάψουμε με τα δικά μας χέρια, εμείς οι αδιάβλητοι, οι τέλειοι, οι ατσαλάκωτοι, οι ηθικοί, της κοινωνίας οι στυλοβάτες, οι τηρητές και τιμητές των πάντων. Κι όταν εμείς οι ακηλίδωτοι είδαμε κάποιον να γκρεμίζεται χαμένος μες τα πάθη του χέρι συμπάθειας δεν απλώσαμε να σηκωθεί εκείνος που γονάτισε. Θυμήθηκα τότε ότι υπήρχε κάποια εποχή που κάποιον τον κατέκριναν απλά και μόνο επειδή προσπέρασε το ζώο του εχθρού του που γονάτισε από το βάρος που κουβάλησε. Κοίταξα ψηλά στον ουρανό και είπα στον Θεό και στην καρδιά μου: «Η αγάπη, εκείνη η αρχόντισσα, που όλα τρόπο βρίσκει να συγκρατεί, εκείνη που είναι μακρόθυμη, που πάντα δείχνει καλοσύνη, που δεν ζηλεύει, που δεν κομπάζει, που από υπερηφάνεια δεν φουσκώνει, που άπρεπα δεν συμπεριφέρεται, που δεν διεκδίκησε ποτέ τα συμφέροντα της, εκείνη που δεν εξάπτεται ποτέ. Εκείνη που ο άνθρωπος την ξέχασε, που μέσα του ψυχράθηκε και πέθανε, που όμως ακόμα ανέχεται τα πάντα, ελπίζει τα πάντα, υπομένει τα πάντα. Εκείνη που λογιστικά βιβλία ποτέ δεν κρατά μέσα σε αυτά το κακό να καταγράφει. Εκείνη που δεν θα καταργηθεί ποτέ. Η αγάπη, εκείνη η αγάπη, που πάντα υπερνικά όλες τις δυσκολίες των ζοφερών καιρών και των πραγμάτων που την ύπαρξη συντρίβουν, ψυχράθηκε, χάθηκε από των ανθρώπων τις καρδιές εκείνο του Χριστού το εσπλαχνίσθη, χάθηκε η ομόνοια και η σύμπνοια. Χάθηκαν οι νουθεσίες και τα δάκρυα της μετάνοιας, της συγχώρεσης.  Έπαψε να υπάρχει εκείνος που θα απλώσει να περιθάλψει και να αγκαλιάσει εκείνον που ασθένησε βαριά και κινδυνεύει για πάντα να χαθεί από όσα βαραίνουν την Ψυχή του και την κατακραυγή του κόσμου. Χάθηκε η πίστη που εκείνον θα στηρίξει στο κατρακύλισμα του, και άναψε το μίσος, ώστε κατέληξα να χαίρομαι στη συμφορά του άλλου. Εμείς οι άνθρωποι που εξαιτίας μιας πανδημίας υποφέρουμε όμοια με τους άλλους, και που προσέχουμε μήπως και αρρωστήσουμε, δεν καταλάβαμε ότι περισσότερο από μια ασθένεια που την ζωή ξάφνου σε μια στιγμή μας στέρησε, μια επιδημία μεγαλύτερη κατέλαβε τις ψυχές μας. Η φιλονικία, που την ύπαρξη μας την κατέλαβε και μας οδήγησε να χαιρόμαστε με τον κακό που στην ζωή των άλλων, των γύρω μας συμβαίνει, και μας οδήγησε να γίνουμε και να καθίσουμε σε θέσεις δικαστών, δίχως να έχουμε έλεος και επιείκεια σε εκείνους που έχουν σφάλλει. Γίναμε πιο άλογοι και περισσότερο άσπλαχνοι ακόμα κι από τα ζώα που συγκροτούν αγέλη ειρηνική. Τα ζώα που σκέπτομαι πολλές φορές εκείνη την ημέρα που έφυγε με το κεφάλι του σκυμμένο από τον Παράδεισο ο άνθρωπος, εκείνα τα ζώα δεν έφυγαν ποτέ από τον κήπο του Θεού.

Όλη τη νύχτα σκεπτόμουνα και έβλεπα τον κόσμο μας να χάνεται κι εμείς να συνεχίζουμε τον πόλεμο ενάντια στον πλησίον μας, ενάντια στον αδελφό μας. Στον αδελφό μας που τώρα που έπεσε, μας έχει μεγαλύτερη ανάγκη να τον στηρίξουμε και να τον αγαπήσουμε να μην χαθεί στην εξορία που με τα δικά μας χέρια εμείς τον αποδιώξαμε.

Μια νύχτα τρικυμίας ήταν αυτή που πέρασα. Μια νύχτα ακόμα άγρυπνη, που με έκανε κομμάτια χίλια και συνέτριψε την ύπαρξη μου. Μια νύχτα που για μια ακόμα φορά θυμήθηκα Εκείνον που κάποτε θέλησε με τον σταυρό Του να με οδηγήσει και να μου χαρίσει τη σωτηρία με τη δική Του τη θυσία. Εκείνον που είπε ότι δεν ήρθε για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να τον σώσει. Εκείνον που με καλεί να πάω κοντά Του για να μου δώσει ανάπαυση, σε εμένα μα και σε εσένα, που είσαι αδελφός μου και όχι εχθρός μου, που είμαστε κι οι δυο μας κουρασμένοι και τσακισμένοι.

Μια νύχτα τρικυμίας που περπάτησε στα κύματα επάνω και με εξουσία πρόσταξε την θάλασσα να σωπάσει και να ησυχάσει. 

Της νύχτας αυτής που πέρασε θέλησα όσα με προβλημάτισαν, όσα με βασάνισαν, όσα με έκαναν τον κόσμο αλλιώτικα να αντικρίσω, μαζί σου να τα μοιραστώ και να σου πω ότι σε αγαπώ και ότι προσεύχομαι για εσένα. Σε παρακαλώ σε τούτους τους ζοφερούς καιρούς και χαλεπούς καιρούς που ζούμε, στον κουρασμένο ένα ποτήρι δροσερό να του προσφέρεις, σε εκείνον που ίσως σε μισεί πες του εγώ σε αγαπώ, τον λυπημένο ταξιδιώτη εσύ να σπλαχνισθείς, και να θυμάσαι ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε φτωχοί κι όλοι γεννιόμαστε γυμνοί, και πως στο βίο μας δεν υπάρχει άλλο ρούχο παρά μονάχα η αγάπη. Η αγάπη, εκείνη η δύναμη που όλα τρόπο βρίσκει να συγκρατεί, εκείνη που είναι μακρόθυμη, που πάντα δείχνει καλοσύνη, που δεν ζηλεύει, που δεν κομπάζει, που από υπερηφάνεια δεν φουσκώνει, που άπρεπα δεν συμπεριφέρεται, που δεν διεκδίκησε ποτέ τα συμφέροντα της, εκείνη που δεν εξάπτεται ποτέ. Εκείνη που ο άνθρωπος την ξέχασε, που μέσα του ψυχράθηκε και πέθανε, που όμως ακόμα ανέχεται τα πάντα, ελπίζει τα πάντα, υπομένει τα πάντα. Εκείνη που λογιστικά βιβλία ποτέ δεν κρατά μέσα σε αυτά το κακό να καταγράφει. Εκείνη που δεν θα καταργηθεί ποτέ. Η αγάπη, εκείνη η αγάπη, που πάντα υπερνικά όλες τις δυσκολίες των ζοφερών καιρών και των πραγμάτων που την ύπαρξη συντρίβουν.

Η Αγάπη που είναι ο Χριστός. 

 

*ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΣΤΟ YOUTUBE ΤΑ ΕΡΗΜΟΠΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ.

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.