Ανεπανάληπτα πρότυπα πεθεράς και νύφης

 

Στο 12 κεφάλαιο του κατά Λουκάν Ευαγγελίου στίχος 53 ο Χριστός χωρίς δισταγμό και πάθος λέγει: «Θα χωρισθεί ο πατέρας που δεν πίστεψε στο Εωαγγέλιο, κατά του υιού του του πιστεύσαντος και ο υιός ο άπιστος θα  χωρισθεί κατά του πατρός του (ο οποίος πιστεύει)· και η μητέρα η άπιστος κατά της πιστής κόρης της, και η κόρη κατά της μητέρας της· η πεθερά δε, που είναι το αυτό πρόσωπο με τη μητέρα του σπιτιού , θα χωρισθεί από τη νύφη της, και η νύφη από την πεθερά της. (Ερμηνεία Παναγ. Τρεμπέλα).

Αλλά υπάρχει λόγος να επικεντρωθούμε στο τελευταίο που είπε ο Χριστός: «Θα χρισθεί η πεθερά από τη νύφη της και η νύφη από την πεθερά της γιατί η μία θα πιστεύσει στο Ευαγγέλιο και η άλλη δεν θα πιστεύσει».

Πριν σχολιάσουμε το τελευταίο ας αναφέρουμε κάτι από την Αγία Γραφή. Αν ανοίξουμε το βιβλίο Ρουθ της Αγίας Γραφής εκεί θα διαβάσουμε την πιο κάτω ιστορία.

[1] Η Ρούθ, ήταν πρόσωπο της Π. Διαθήκης, Μωαβίτισσα , που έδειξε στην πεθερά της απεραντη αφοσίωση. Όπως εκτυλίσσεται το νήμα της ιστορίας της, βλέπει κανείς τη μεγάλη αρετή της γυναίκας αυτής. Μιας γυναίκας , που έζησε 500 με  χίλια και παραπάνω χρόνια προ Χριστού· ειδωλολάτρισσα, σε βαθύτατο πνευματικό σκοτάδι.

Στις μέρες εκείνες επί της εποχής των Κριτών, έπεσε μεγάλη πείνα στο βασίλειο του Ισραήλ. Ο κόσμος δυστυχούσε . Στη Βηθλεέμ ζούσε τότε ένας πιστό κι ενάρετος άνθρωπος, ο Αβιμέλεχ και η γυναίκα του η Νωεμίν με τα δυο παιδιά τους, Νααλών και Χελαιών. Η πείνα έκανε την οικογένεια αυτή να ξενιτευθεί στη χώρα της Μωάβ. Περίπου κάτι παρόμοιο με τους μετανάστες που συμβαίνει στην εποχή μας.

Στην ξένη χώρα πεθαίνει ο Αβιμέλεχ. Μετά τον θάνατό του, τα δυο του παιδιά, Μααλών και Χελαιών, παντρεύονται,με ντόπιες γυναίκες, ειδωλολάτρισσες, τη Ρουθ και την Ορφά.

Πέρασαν 10 χρόνια, και έμειναν και οι δυο τους άτεκνες. Τότε ξαφνικά συμβαίνει το άκρως θλιβερό. Και ο Μααλών και ο Χελαιών πεθαίνουν!

Έτσι απέμεινε στην ξενιτειά η χήρα Νωεμίν με τις δυο χήρες νύφες της.

Η Νωεμίν μαθαίνει πως ο λιμός έληξε στην πατρίδα της. Αποφασίζει ν’ αφήσει την ξενιτειά, να γυρίσει στη Βηθλεέμ, στο σπίτι που μεγάλωσε, στους συγγενείς και στο γνωστό της περιβάλλον. Τίθεται το ερώτημα· Οι νύφες τι θα κάνουν; Θα ακολουθήσουν την πεθερά τους ή θα μείνουν στην πατρίδα τους; Οι μητέρες τους, οι πατέρες τους, τα’ αδέρφια τους, οι συγγενείς τους, ήταν όλοι στη Μωάβ. Στη Βηθλεέμ δεν είχαν γνωστούς. Οι πάντες ήταν άγνωστοι γι’ αυτούς. Που να πάμε εκί στην ξενιτειά, ζώντας με την πεθερά; Αναρωτιώντουσαν μέσα τους,

Φαίνεται πως οι καλές αυτές νυφάδες δεν συμβιβάστηκαν με τους εγωκεντρικούς αυτούς λογισμούς. Καλοσκέφθηκαν την κατάσταση και είπαν: «Τώρα που παντρευτήκαμε, δεν ανήκομε ούτε στη μάνα μας, ούτε στον πατέρα μας, παρά μόνο στον άνδρα μας (κάτι που σπάνια θα σκεφτόταν μια ελληνίδα νύφη στην εποχή μας, Αμέσως θα έκλινε υπέρ της άποψης «ας γυρίσω στη μάνα μου και άσε την έρημη χήρα, ας τη φροντίσει ο Θεός»). Και συνέχεια στη σκέψη τους οι δυο χήρες είπαν· «Η πατρίδα του άνδρα μας είναι και δική μας πατείδα. Η μητέρα του είναι και δική μας μητέρα. Πως λοιπόν να εγκαταλείψουμε τη χήρα και πονεμένη μάνα μας;»

Οι θεάρεστοι αυτοί λογισμοί βρήκαν εύφορο έδαφος στην αγαθή ψυχή τους, φέρνοντας καρπό.

Είναι άξιο παρατηρήσεως, ότι και οι δύο αυτές νυφάδες θυσίασαν το δικό τους συμφέρον, προς χάριν του καθήκοντος. Αποφάσισαν να ξενιτευθούν, να ξεσπιστωθούν, ακολουθώντας την πεθερά τους και ζώντας το υπόλοιπο της ζωής τους στον τόπο και στο σπίτι που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έζησαν οι άνδρες τους. Και ξεκίνησαν, ακολουθώντας την Νωεμίν, την πεθερά τους.

Σίγουρα μια εγωκεντρική και φίλαυτη γυναίκα θα έλεγε στη θέση της πονεμένης Νωεμίν: «Ευτυχώς έρχονται μαζί μου και οι δυο νυφάδες μου. Τώρα που έμεινα μόνη μου από άνδρα και παιδιά, θα μου κάνουν συντροφιά αυτές. Τι καλές που είναι!» Και φυσικά θα έκανε τα πάντα να μη  τις χάσει ή αλλάξουν γνώμη. Όμως η Νωεμίν κάνει το αντίθετο. Κάνει τα αδύνατα δυνατά, για να τις πείσει να γυρίσουν πίσω, στο πατρικό τους σπίτι.

Σε μια περίπτωση τέτοιου διλήμματος ένας ξενιτεμένος που είχε όλες τις ικανότητες να γίνει μέγας και τρανός επιστήμονας στις ΗΠΑ, βλέποντας πως η γυναίκα του θα μαράζωνε αν αποχωριζόταν τη χήρα μάνα της που ζούσε στην Ελλάδα, και ήταν αναγκασμένη να τη βλέπει μια φορά κάθε δύο ή τρία χρόνια, εγκαταλείπει τη δόξα και τη φήμη, και επιστρέφει στην πατρίδα. Επιστρέφει για να του πρήξουν το συκώτι και να παλέψει  με τους μίσανδρους, γεμάτους κακία και φθόνο συναδέλφους του. Δέχεται να περιορισθεί στα λίγα τετραγωνικά ενός γραφείου αφού παντού τον πολεμούσαν, με οποιονδήποτε τρόπο για να μην στεριώσει σε δομές που κατείχαν εκείνοι οι συμβιβασμένοι και ανάξιοι. Αν – δεν υποτασσόταν – αλλά επέμενε να αλλάξει το κατεστημένο. Επειδή αρνούταν να  συμβιβασθεί με την αθλιότητα και τα κοινά συμφέροντα που εκπροσωπούσαν οι απανταχού κλίκες. Δεινοπάθησε, από βαθιά αγάπη στην ευαίσθητη  γυναίκα του και στην πεθερά του. Την οποία ποτέ δεν έπαυσε να τη σέβεται και να την αγαπά ως το τέλος της ζωής της.

Αλλά ας γυρίσουμε στη Νωεμίν.

Καλόψυχες δεν ήταν μόνο οι Ρουθ και η Ορφά, καλόψυχη ήταν και η πεθερά τους και δεν σκέφθηκε μόνο το συμφέρον της, αλλά το συμφέρον των νυφάδων της. «Σας παρακαλώ (τις λέει) γυρίστε στη μητέρα σας. Εύχομαι επειδή φερθήκατε καλά στα παιδιά μου και σε μένα, ο Κύριος να σας ελεήσει. Μακάρι ο Κύριος να σας ευλογήσει και να ευτυχήσετε με τον νέο σύζυγο που θα παντρευτείτε». Και τις καταφίλησε (κεφ. Α΄, στιχοι 8-9).

Η Νωεμίν δίνει στις νύφες της την “ευχή” της να γυρίσουν πίσω στη μητέρα τους. Και όχι μόνο. Αλλά σαν χήρες, και να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Με άλλα λόγια, τους δίδει την ευκαιρία ν την εγκαταλείψουν χωρίς να νιώθουν ένοχες!

Στην ευγενική πρόταση της πεθεράς τους, αυτές έβαλαν τα κλάματα. Και της απάντησαν φωνάζοντας με όλη τους τη δύναμη:  «Όχι: Θα επιστρέψουμε στο λαό σου» (κεφάλαιο Α΄, στίχ. 10).

«Κόρες κου (επέμενε η πεθερά), σας παρακαλώ φτιάξετε τη ζωή σας, εγώ γέρασα ενώ εσείς έχετε περιθώρια να παντρευτείτε και να κάνετε απογόνους, μην περιορίσετε τη ζωή σας επιμένοντας να μείνετε με μια γριά γυναίκα; Σας παρακαλώ! Γυρίσετε πίσω. Γιατί θέλετε να ‘ρθείτε μαζί μου; (στ.11). Αυτές έβαλαν και πάλι τα κλάματα, φωνάζοντας και πάλι δυνατά (στ.14).

Τελικά, κάτω από την ασφυκτική πίεση της Νωεμίν, η Ορφά υπεχώρησε, καταφίλησε την πεθερά της, και γύρισε σπίτι της, στους δικούς της.

Τώρα η πεθερά θα μπορούσε κάπως να ικανοποιηθεί, να συμβιβασθεί και να πει: «Εντάξει, λίγο το κακό, μία έφυγε, μία έμεινε». Όμως η αγαθή καρδιά της τα θέλει όλα στην εντέλεια. Θέλει το καλό “ολοκληρωμένο”. «Βλέπεις» λέει στη Ρουθ, «η συνυφάδα σου γύρισε. Σε παρακαλώ πήγαινε και συ μαζί της» (στ.15).

Η ρουθ θα μπορούσε να πεί: «Εφόσον η Ορφά έφυγε, ας φύγω και ΄γώ. Άλλωστε γ πεθερά μου είναι ανένδοτη». Όμως το καθηκον της έλεγε: «Εφ’’οσον έφυγε η συνυφάδα σου, ένας λόγος παραπάνω να μη φύγεις και συ. Να μη μείνει ολομόναχη η πονεμένη μάνα του άνδρα σου και δική σου μάνα».

Κι έτσι έγινε. Η υποχώρηση της Ορφά όχι μόνο δεν παρέσυρε την Ρουθ, αλλά την έκανε περισσότερο σκληρή και αδιάλλακτη στη επιμονή της.

Είπε στην πεθερά της: «Μην με πιέζεις! Όπου πας εσύ, εκεί θα πάω και γω! Όπου μείνεις εσύ, θα μείνω κι εγώ. Όπου πεθάνεις εσύ, θα πεθάνω κι εγώ. Όπου ταφείς εσύ, θα ταφώ κι εγώ. Μόνο ο θάνατος θα με χωρίσει από σένα!» (στίχοι 15-18).

Η Νωεμίν βλέποντας την αμετάκλητη απόφασή της, υποχωρεί. Τώρα βαδίζουν και οι δυο το δρόμο προς την Βηθλεέμ. Η Νωεμίν με λαχτάρα να ξαναδεί όσους ζούσαν από τα αγαπημένα της πρόσωπα, ενώ η Ρουθ με αγωνία για το άγνωστο. Εγκαταστάθηκα στη Βηθλεέμ, αρχίζοντας μια καινούργια ζωή. Η Ρουθ ποτέ δεν ξαναγύρισε στην πατρίδα της Μωάβ. Απέθανε και ετάφη στην Βηθλεέμ. Η θεία Πρόνοια όμως την αντάμειψε να παντρευτεί τον πλούσιο Βοόζ και να αποκτήσει γιο, τον Ωβή, που οι γείτονες τον απεκάλεσαν γιο της Νωεμίν κατά το έθος. Από τον Ωβή γεννήθηκε ο Ιεσσαί, ο πατέρας του βασιλιά Δαβίδ, πρόγονος του Ιησού Χριστού. Ω, πάνσοφο σχέδιο του Πανάγαθου Θεού!

Αυτή ήταν η ιστορία της Ρουθ. Είπαμε στην αρχή ότι ο Χριστός είπε: «θα χωριστεί η πεθερά από τη νύφη της και η νύφη από την πεθερά της, γιατί η μία θα πιστεύσει στο Ευαγγέλιο και η άλλη όχι. Αν κάνουμε μια πιο ελεύθερη και πιο γενική ερμηνεία, μπορούμε να πούμε ότι χωρίζεται η νύφη από την πεθερά, δηλαδή μαλώνουν, τσακώνονται, διαφωνούν και μάλιστα σε άλλοτε μεγάλο ή μικρό βαθμό. Στη σημερινή εποχή μπορεί να πιστεύουν στο Ευαγγέλιο και οι δυο τους, να είναι χριστιανές κατ’ όνομα και οι δυο αλλά δεν τηρούν αυτά που λέγει το Ευαγγέλιο.

Προς επίρρωση των πιο πάνω έχουμε να αναφέρουμε ένα τραγικό παράδειγμα που δείχνει τη δραματική έκταση που μπορεί να πάρει μια τέτοια αλλοτριωμένη και εντελώς αντίχριστη και έξω από το νόημα ακόμη και της Παλαιάς Διαθήκης, σχέση.

Νεαρά παιδιά, 24-26 χρονών ερωτεύονται. Ουδέν κακό μέχρι τη στιγμή που η νύφη δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο. Μισεί όποιον έχει γονείς. Γιατί έμεινε ορφανή από μικρό κορίτσι. Μισεί όποιον έζησε το μητρικό χάδι και τη ζεστή απαντοχή του πατέρα. Τη θερμή αγκαλιά της μάνας και το ζεστό, καρδιακό χάδι του πατέρα. Από την αρχή της έγγαμης ζωής του ζευγαριού η νύφη παρεμβαίνει δικτατορικά σε οτιδήποτε αφορά τη σχέση τουαντρός της με την οικογένειά του. Αυτή θα αποφασίζει πότε ο άντρας της θα επισκέπτεται τους γονείς του, πότε θα μιλάει και τι θα λέει μαζί τους ακόμη και στο τηλέφωνο. Του απαγορεύει να λέει έστω και το ελάχιστο που να αφορά τη νύφη τόσο στον πατέρα του όσο και στους υπόλοιπους συγγενείς του. Ιδιαίτερα όμως όσα ο γιος επιθυμεί και θέλει να μοιρασθεί με τη μάνα του. Η γκρίνια της και το σκυλοφάγωμα αν αντιλαμβανόταν πως κάτι της ξέφευγε από τον έλεγχο, π.χ. αν συλλάμβανε τον άντρας της να συνενοούταν και να επικοινωνούσε στα κρυφά με τη μάνα του, δεν είχε όρια.  Η ψυχολογική πίεση που ασκούσε στον άνδρα της και αργότερα στην κόρη της ήταν ασφυκτική. Και η μεν κόρη υποκύπτει και ταυτίζεται με τη μάνα, (έγινε το ίδιο σκληρή, απαιτητική, και κτητική στην οικογένειά της) ο δε άνδρας προκειμένου να «μην χαλάσει το δένδρο που μεγάλωνε τη σχέση τους» συμμορφώθηκε τελείως στις επιταγές, τα θέλω της, τις απέραντα νευρωτικές μέχρι του ορίου της ψύχωσης απαιτήσεις της. Πολύ γρήγορα τον απέκοψε από τη μάνα του και την αδερφή του. Επειδή και οι δύο ζούσαν σε άλλη πόλη, σπάνια τον άφηνε και μετά από πολύ μεγάλο καυγά και παρακαλετό να πάει να τις δει ακόμη τους μιλήσει. Είχε τοποθετήσει ως και δεύτερο τηλέφωνο στο σπίτι για να ελέγχει με ποιον/αν μιλούσε και τι έλεγαν. Αν δεν συμφωνούσε με το πρόσωπο ή το θέμα συζήτησης ένας απίθανος καυγάς περίμενε τον συμμορφούμενο άνδρα που απέφευγε να επικοινωνεί όσους δεν ενέκρινε η τυραννική λογοκρισία της. Η μόνοι άνθρωποι που του επέτρεπε να έρχεται σε επαφή μαζί τους, ήταν η αδερφή της και ο απόλυτα υποταγμένος (στην όμοια κτητική, αλαζονική κι επιθετική αδερφή της, άντρας της). Αυτός όντας οικονομικά ισχυρός γινόταν αντικείμενο παντιότροπης εκμετάλλευσης (για να έχει την ησυχία του) μέχρι τον θάνατό του, οπότε πήρε την εκδίκησή του· άφησε στη διαθήκη του μεγάλο μέρος της περιουσίας του στους δικούς του συγγενείς από τους οποίους συνυφάδα και γυναίκα τον εμπόδιζαν να επικοινωνεί. Όπως ακριβώς έκανε και η καθού ο λόγος.

Επανερχόμενοι στην περίπτωση του συμμορφωτικού άνδρα και της επιθετικής αλαζονικής, κυριαρχικής ορφανής από γονείς νύφης ζηλεύοντας τη σχέση και την αγάπη της πεθεράς της προς τον άνδρα της, τον όρκισε να μην επικοινωνεί μαζί της, ούτε με την αδερφή του χωρίς η ίδια να το ξέρει, πράγμα που μερικές φορές όταν έλειπε αυτός δεν το τηρούσε. Αλλά τέτοιες ευκαιρίες σπάνια του δίνονταν. Ο μέγιστο; Θρίαμβος γι’ αυτή τη δυστυχισμένη ύπαρξη ήταν όταν κατόρθωσε να επιβάλει στον άνδρα της να μη συναντήσει ποτέ η γιαγιά, δηλαδή η μάνα του άντρα της, τα τρία εγγόνια που η κόρη τους  είχε αποκτήσει. Η πιστή πεθερά δεν είδε ποτέ τα εγγόνια του γιού στη ζωή της, μέχρι το θάνατό της. Οποίος θρίαμβος της άπιστης νύφης! Κατόρθωσε και την κόρη τους (εγγονή της πεθεράς) να την αποκλείσει πλην ελαχίστων περιπτώσεων όπως στη Φλόριντα όπου του φιλοξένησε με μεγάλη ευχαρίστηση η συνυφάδα της,  αλλά το πλήρωσε ακριβά κι αυτή. Δεν είδε ποτέ των ποτών τα παιδιά της ανίψιας της. Την δε άπιστη νύφη και την κόρη της (ανιψιά της) την είδε μόνο στην κηδεία της μητέρας της.

Που οδήγησε αυτός ο οριακός από ψυχολογικής πλευράς τρόπος ζωής

Όπως ήταν αναμενόμενο ο άντρας της πήγε σκαστός. Μη έχοντας κανένα σύμβουλο, κανένα στενό πρόσωπο να μοιραστεί μαζί του την ματαίωση, την απογοήτευση που καθημερινά ζούσε, έριξε όλο το βάρος και την αγάπη του στα τρία εγγόνια. Έγινε ο αχώριστος παππούς, ο αγαπημένος φίλος, σύμβουλος και προστάτης τους όσο μπορούσε. Υπακούοντας και συμμορφούμενος όπως πάντα έδινε όσο μπορούσε από τις ελάχιστες συναισθηματικές παρακαταθήκες που του είχαν απομείνει, ενώ παράλληλα κράταγε μέσα στην ψυχή του την πίκρα, την ένταση και τον θυμό που η απόλυτη κυριαρχία της γυναίκας του τον γέμιζε. Μια τέτοια αντιστροφή των φυσικών ρόλων άντρα γεμάτου anima και μιας γυναίκας υπερπλήρη από animus δεν μπορούσε να έχει παρά ένα σίγουρα άσχημο τέλος και κατάληξη. Παρά τις ενάντιες συμβουλές συγγενούς του ιατρού να μην εμβολιαστεί στην περίοδο της τεχνητής πλανετδημίας, η πεισματάρα, επίμονη και αδίστακτα ισχυρογνώμων σύζυγός του του επέβαλε να εμβολιαστεί 2 ίσως και τρεις φορές, ποτέ δεν έμαθε κανείς πόσα jabs ακριβώς έκανε, διότι ο σωματοφύλακας διάβολός του δεν επέτρεπε να πει σε κανέναν την αλήθεια. Έτσι δύο χρόνια μετά τα τσιμπήματα αναγκάστηκε να παραδεχθεί κρυφά στην αδερφή και τον γαμβρό του ότι έπαιρνε  φάρμακα για τη νόσο του Πάρκινσον και αντικαταθλιπτικά. Εντελώς τυχαία και συμπτωματικά βέβαια και άσχετα με τα εμβόλια. Αυτά θα τον έσωναν από τον Covid-19 μια και λόγω ηλικίας, είχε φτάσει τα 80 χρόνια μίζερης ζωής και τα εμβόλια θα τον προφύλασσαν να μην πεθάνει. Στο τέλος όμως τον τρίτο χρόνο μετά την φρίκη των Lock Down, την πικραμένη, αιώνια αδικαίωτη, μίζερη ζωή του, τη σφράγισε πέφτοντας μπρούμητα σε δύο μέτρα νερό στη θάλασσα. Αν και τον ανέσυραν εγκαίρως και του έκαναν ΚΑΡΠΑ η καρδιά του δεν άντεξε. Η διάγνωση του ιατροδικαστή ήταν αμείλικτη: Καρδιακή ανακοπή, με πολλαπλές αθηρωματικές πλάκες των στεφανιαίων και των υπολοίπων μεγάλων αγγείων.      

Εδώ πρέπει να παρεμβάλλουμε μια ιδιόμορφη σαδομαζοχιστική θα λέγαμε, εμπλουτισμένη με άφθονη δόση νεκρόφιλης συμπεριφοράς, παρατήρηση· μόνο αν πέθαινε κανένας άλλαζε η συμπεριφορά της νύφης. Γινόταν χαλί να την πατήσεις. Συμμετείχε με πολύ συμπόνια, και ενσυναίσθηση προς τους συγγενείς του νεκρού. Συνέπασχε; Ή χαιρόταν ενδόμυχα που και οι άλλοι περνούσαν το ίδιο πένθος που είχε ζήσει η ίδια; Ή έπαιρνε από ένα μέρος εκδίκηση βλέποντας τον πόνο και τη θλίψη των άλλων ενθυμούμενη το δικό της πένθος από την απώλεια και των δύο γονέων της;

Φυσικά από πνευματικής πλευράς δεν χωράει καμιά συζήτηση. Δεν επρόκειτο μόνο για την οικογένεια της νύφης αλλά και τα ου άντρα της, για μια εντελώς επιφανειακή, ρηχή, χωρίς ουσία στάση. Μια συνήθεια όπως στις περισσότερες ελληνικές οικογένειες, ένας τύπος. Σπάνια πήγαιναν εκκλησία και μόνο για τους τύπους και εξ αιτίας κάποιων κοινωνικών υποχρεώσεων· σε βαφτίσια και γάμους, ιδιαίτερα όμως στις κηδείες. Εκεί η νύφη  ξεπερνούσε τα όριά της και απαιτούσε και οι άλλοι να συμμετέχουν θέλοντας και μη,  κηδεία να ήταν και έφτανε ή μάλλον κατέφθανε, να συμμετάσχει στο πένθος.

Ξαναγυρίζοντας στο ανεπανάληπτο και συγκλονιστικό σαν πρότυπο σχέσης νύφης προς πεθερά και τανάπαλιν, βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και των λόγων του Ιησού έχουμε να αναφέρουμε τα εξής: Για να υπάρξει τέτοια ευτυχισμένη και αγαθή σχέση μεταξύ νύφης και πεθεράς μόνο αν τηρηθούν αυτά που λέει το Ευαγγέλιο μπορεί να συμβεί. Προαπαιτείται γνήσια αγάπη, ταπείνωση, πραότητα, ειλικρίνεια, σεβασμός υπομονή και αποδοχή κι από τη μεριά της πεθεράς όσο και της νύφης. Αν αυτά τηρούνταςν, αν τηρούνταν πιστά, η διδασκαλία του Χριστού, αν υπήρχε πνευματικότητα σε νύφη και πεθερά, αν δεν υπήρχε εγωισμός, δεν θα υπήρχαν αυτές οι διαμάχες[2] μεταξύ πεθερών και νυφάδων. Ας γίνουν λοιπόν παράδειγμα προς μίμηση η Ρουθ για τις νύφες και η Νωεμίν για τις πεθερές. Αμήν[3].

[1]Ρουθ ένα από τα βιβλία της Π.Δ.

[2]Η πεθερά που αδικήθηκε τόσο πολύ ώστε να μη δει ποτέ τα εγγόνια και παιδιά του γιου της, δεν παραπονέθηκε ποτέ στη ζωή της και πιστεύουμε ότι ο Θεός θα την ανταμείψει πλούσια γι’ αυτή τη μεγαλοψυχία της.

[3]Το άρθρο αυτό εγράφη εξ αιτίας ενός Κυριακάτικου κηρύγματος του πατρός Ευστράτιου στον Άγιο Γεώργιο Ρίου.

Γ.Ε.

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.