Πόσο λειτουργικός μπορεί να είναι ένας ασθενής που πάσχει από ψύχωση;

Αν η νεύρωση είναι το αποτέλεσμα περιβαλλοντικών και ενδογενών συγκρούσεων του προσώπου που την πληρώνει ως πάσχων με συμπτώματα άγχους, φοβικές εκδηλώσεις, υστερικού, καταναγκαστικού τύπου ή με ψυχοσωματικές εκδηλώσεις, σπαστική κολίτιδα, αιμορραγική κολίτιδα, αυτοάνοσα νοσήματα, ψωρίαση, νόσο του Cronh και μια ατέλειωτη ποικιλία σωματικών εκδηλώσεων, τότε η ψύχωση τι είναι;

Βοήθεια!

Υποστηρίζουμε ότι η ψύχωση είναι το τελευταίο στάδιο πριν οδηγηθεί το πρόσωπο σε ψυχικό και συχνότατα σωματικό, θάνατο. Το έσχατο σκαλοπάτι άμυνας. Παράδειγμα, αν ένας άνδρας 40 ετών παραληρεί στο δρόμο και ουρλιάζει ποια είναι η αντίδραση των περαστικών. Παραμερίζουν, αποστασιοποιούνται και τον αποφεύγουν είτε φοβισμένοι από το πως θα αντιδράσει, είτε μήπως μπλέξουν μαζί του σε μια αδιέξοδη κατάσταση που πιθανότατα να εξελιχθεί σε επικίνδυνη. Ο γράφων είχε την εξής εμπειρία στον υπόγειο της Νέας Υόρκης καθ’ οδόν προς Μπρούκλυν. Μπαίνει στο βαγόνι ένας νεαρός 25-28 χρονών ο οποίος άρχισε να χαστουκίζει τους επιβάτες άνδρες και γυναίκες. Οι επιβαίνοντες του τραίνου τρομοκρατημένοι, έτρωγαν τα χαστούκια και άκουγαν τις βωμολοχίες του νεαρού ο οποίος ήταν σε έξαλλη κατάσταση σιωπηλοί, ακίνητοι και δεν αντιδρούσαν. Τότε στο μέσον της κρίσης, σηκώθηκα και βάδισα προς το μέρος του. Αν και δεν διευκρίνησα ποτέ τι κράταγε στο χέρι του, μαχαίρι ήταν, ξύλο ήταν, η αντίδραση του νεαρού ήταν να οπισθοχωρήσει. Ενστικτωδώς βλέποντας κάποιον να μη τον φοβάται και να βαδίζει προς το μέρος του παρά τη σύγχυση των λόγων του και το ανεξέλεγκτο της συμπεριφοράς του, έκανε την κίνηση να απομονωθεί στο πρόσθιο μέρος του βαγονιού φωνάζοντας «μην με πλησιάζεις!» Υπάκουσα ήσυχα στα λόγια του αλλά ταυτόχρονα άρχισα να συνδιαλέγομαι, όσο αυτό ήταν δυνατό μαζί του. Ήταν έκδηλο ότι παραληρούσε. Προσπάθησα να τον σιγουρέψω ότι κανείς δεν θα τον πείραζε, τον ενθάρρυνα να ηρεμήσει γιατί φαινόταν πολύ ταραγμένος και όλοι μέσα στο βαγόνι ήθελαν να τον βοηθήσουν. Κάπως κάλμαρε, αλλά εξακολουθούσε να μουρμουρίζει σε πιο ήπιο τόνο τώρα «μην με πλησιάζεις!» Τον διαβεβαίωσα ότι δεν θα πλησίαζα ο σκοπός μου ήταν να ησυχάσει και όλα θα εξελίσσονταν καλά. Στο μεταξύ κερδίζαμε χρόνο από μια πιθανή άγρια αντίδραση με κίνδυνο να τραυματισθεί κάποιος και σαν σταμάτησε ο συρμός στον επόμενο σταθμό μόλις άνοιξαν οι πόρτες ειδοποιημένοι από τον μηχανοδηγό προφανώς μπήκαν 4 αστυνομικοί και τον πήραν προφανώς για το Belleveu Hospital που εφημέρευε σε καθημερινή βάση. Δεν έφερε καμία αντίδραση και τους ακολούθησε ήσυχα.

Θλίψη, απελπισία, αδιέξοδο μ’ ακούει κανείς;

Τι μας διδάσκει το παράδειγμα αυτό όσο υπερβολικό κι αν φαίνεται. Ότι και στην πιο έξαλλη φάση αν βρίσκεται κάποιος με σύγχυση στη σκέψη, στο συναίσθημα και φυσικά στην συμπεριφορά στοιχειωδώς συμμορφώθηκε ως προς τις υποδείξεις ενός ψύχραιμου ειδικού. Το πως θα αντιδρούσε αν γινόταν πανικός ή κάποιοι προσπαθούσαν να τον ακινητοποιήσουν με τη χρήση σωματικής βίας καλλίτερα να μην σχολιασθεί.

Συμπέρασμα: Ο καλλίτερος τρόπος αντιμετώπισης είναι η προσέγγιση με ήρεμο, συγκινητικό, θα λέγαμε τρόπο που πηγάζει από την ενσυναίσθηση προς το δράμα αυτού του παραληρούντος προσώπου.

Κι αν ακόμη χρειασθεί να χρησιμοποιηθεί κάποια μορφή βίαιου χειρισμού π.χ. να τον ακινητοποιήσουν κάποιοι (νοσηλευτές ειδικευμένοι) για να του δοθεί άμεση, κυρίως ενέσιμη αγωγή, πάλι οι επιχειρούντες κάτι τέτοιο οφείλουν να μην είναι επιθετικοί στην έκφραση και την συμπεριφορά τους αλλά μειλίχιοι, χαϊδευτικοί, να αποπνέουν αγάπη θα λέγαμε. Σαν να παίζουν συμβολικά το ρόλο του αυστηρού πατέρα ο οποίος όμως πάσχει και ο ίδιος βλέποντας τον ψυχικό πόνο του παιδιού του. Ενός πατέρα που αγαπάει το παιδί του και δεν αντέχει να το βλέπει άλλο να υποφέρει. Οι ψυχιατρικοί νοσηλευτές θα πρέπει να είναι ειδικά εκπαιδευμένοι ν’ αντιμετωπίσουν τέτοιες δύσκολες περιπτώσεις. Παράδειγμα: Ένας υπολοχαγός ιατρός όταν παρουσίασε μια επιθετικού τύπου υπεραντίδραση εξ αιτίας οικογενειακών λόγων χρειάστηκε να νοσηλευτεί. Έγινε συμβούλιο μεταξύ δύο συναδέλφων του και αποφασίστηκε για να μην έχει συνέπειες στην καριέρα του η εισαγωγή σε ψυχιατρικό κατάστημα, να εισαχθεί για μερικές μέρες στην παθολογική κλινική του στρατιωτικού νοσοκομείου της περιοχής του. Η συμπεριφορά του νοσηλευτικού προσωπικού, ειδικά προετοιμασμένου από του συναδέλφους του ήταν τέλεια, ανακουφιστική, χαλαρωτική και σε λίγες ημέρες επανήρθε στην υπηρεσία του. Επρόκειτο για ένα επεισοδιακό προψυχωσικού τύπου επεισόδιο που διήρκεσε ελάχιστα 3-4 ημέρες, κάτω από την κατανόηση της οικογένειας αλλά και του στρατιωτικού νοσηλευτικού προσωπικού.

Το ερώτημα όμως παραμένει· μπορεί ένα άτομο με ψύχωση να είναι λειτουργικό και χρήσιμο;

Η απάντηση είναι ότι εξαρτάται από το είδος, τη σοβαρότητα των εκδηλώσεων-συμπτωμάτων και από την αποδοχή ή μη του περιβάλλοντος προς τον πάσχοντα. Υπάρχει στο περιβάλλον η οικογενειακή θαλπωρή, η ήρεμη αγαπητική σχέση που προαναφέραμε ή όχι; Όσον αφορά το είδος έχουμε τον παρανοειδή τύπο  με την έντονη ενασχόληση με μία η περισσότερες παραληρητικές ιδέες ή συχνές ακουστικές ψευδαισθήσεις. Ο αποδιοργανωμένος τύπος (ηβηφρενικός) που χαρακτηρίζεται από αποδιοργανωμένο λόγο, αποδιοργνωμένη συμπεριφορά, κι επίπεδο απρόσφορο συναίσθημα, πχ γελάει στις κηδείες. Ο κατατονικός τύπος με κινητική ακαμψία, άσκοπη υπερκινητική δραστηριότητα, υπερβολικός αρνητισμός (ανθίσταται στις οδηγίες, τις εντολές), έλλειψη κινήτρων για το παραμικρό έτσι παραμένει με τις ώρες παίρνοντας αλλόκοτες στάσεις ή κάνοντας ιδιόρρυθμες εκούσιες κινήσεις (στερεοτυπία, μορφασμοί, ηχολαλία κ.ά.). Ο αδιαφοροποίητος τύπος· σ’ αυτόν είναι παρόντα ψευδαισθήσεις, παραληρητικές ιδέες, αποδιοργανωμένος λόγος, αρνητικά συμπτώματα, ήτοι αβουλησία, συναισθηματική επιπέδωση, αλλά δεν πληροί τα κριτήρια του παρανοειδούς, του αποδιοργανωμένου, ή του  κατατονικού τύπου. Στους τέσσερεις πιο πάνω υποτύπους σχιζοφρενικής ψύχωσης δεν υπάρχει η δυνατότητα οι πάσχοντες λόγω της σοβαρότητας της νόσου να είναι λειτουργικοί, να αναλάβουν πρωτοβουλίες επαγγελματικές, κοινωνικές, οικογενειακές και να τις τηρήσουν με υπευθυνότητα. Στην περίπτωση που η ψύχωση υποπέσει σε χρόνια αδιαφοροποίητη ο πάσχων μπορεί να αναλάβει κάποιες πρωτοβουλίες. Έχομε το παράδειγμα συζύγου με πλήρη συναισθηματική επιπέδωση, και τάση καταθλιπτική η οποία μπόρεσε να κρατήσει μυστική τη νόσο από τον σύζυγο, να παίρνει τακτικά τα φάρμακά της επί χρόνια χωρίς τα παιδιά και ο άντρας της να το ξέρουν, να επισκέπτεται τον ψυχίατρο αραιά μεν αλλά με συνέπεια, και να εκτελεί τα καθήκοντά της σαν νοικοκυρά σε πολύ επαρκή βαθμό.

Πλην των ανωτέρω ψυχωσικών τύπων υπάρχει  η επεισοδιακή ψύχωση με υπολειμματικά συμπτώματα μεταξύ των επεισοδίων (π.χ. ακουστικές ψευδαισθήσεις, αρνητικά συμπτώματα κ.ά) που δεν εμποδίζουν τον πάσχοντα να ζει μια κατά το μάλλον και ήττον κανονική ζωή.  Όπως υπάρχει και η επεισοδιακή ψύχωση χωρίς υπολειμματικά συμπτώματα μεταξύ των επεισοδίων. Ο ασθενής μπορεί να διατηρήσει τη δουλειά του απουσιάζοντας απλώς αν εμφανίσει ένα ολιγόχρονο επεισόδιο ψυχωσικής μορφής. Πολύ περισσότερο αν πρόκειται για ένα μοναδικό επεισόδιο, οξύ ψυχωσικό επεισόδιο το οποίο παρέρχεται όπως η περίπτωση του αξιωματικού που προαναφέραμε, αυτός μετά από την πάροδο ολίγων ημερών επανήρθε στην υπηρεσία του και συνέχισε να εργάζεται άκρως ικανοποιητικά χωρίς άλλη ενόχληση.

Τέλος υπάρχει ο υπολειμματικός τύπος σχιζοφρένειας στον οποίο συμπληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια: Α. Απουσιάζουν προεξάρχουσες παραληρητικές ιδέες, ψειδαισθήσεις, αποδιοργανωμένος λόγος και έντονα αποδιοργανωμένη ή κατατονική συμπεριφορά. Β. Υπάρχουν συνεχιζόμενες ενδείξεις της διαταραχής όπως φαίνεται από την παρουσία αρνητικών συμπτωμάτων ή δύο η περισσοτέρων συμπτωμάτων που συγκαταλέγονται στο διαγνωστικό κριτήριο Α του DSM V (Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο κατάταξης των ψυχικών Νόσων 5η Αναβαθμισμένη Έκδοση).[1] Τα συμπτώματα όμως του κριτηρίου Α όπως 1)πραληρητικές ιδέες, 2)ψευδαισθήσεις, 3)αποδιοργανωμένος λόγος, 4)αποδιοργανωμένη συμπεριφορά και 5)αρνητικά συμπτώματα (κατάθλιψη, αβουλησία, αλογία)  στον υπολειμματικό τύπο  είναι σε εξασθενημένη μορφή και φθάνουν έως να εκλείπουν τελείως χωρίς να εμποδίζουν το άτομο να αποφασίζει για σημαντικά θέματα και ανάγκες του. Να παντρεύεται ή να συζεί ή να αποφεύγει ερωτικές σχέσεις, να εργάζεται κατά διαστήματα ή και ανελλιπώς. Πολλοί καλλιτέχνες ανήκαν σε αυτή την κατηγορία βαν Γκογκ[2], Γκωγκέν[3], Γιαννούλης Χαλεπάς[4].

Γεώργιος Ευαγγελάτος Ψυχίατρος Παίδων – Ενηλίκων, Νευρολόγος, Ψυχαναλυτής του American Institute of Psychoanalysis of the Karen Horney Clinic, Συγγραφεύς

 

[1] DSM-IV, ed 4. Copyright American PsychiatricAssociation,  STHNWashington 1994 Συμπεριλαμβάνεται στην Ψυχιατρική των Harold I. Kaplan,  MD k Sadock,΄MD  ΕΒΔΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ  στην  ελληνική, Τόμος Β΄  ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΙΤΣΑΣ, ΑΘΗΝΑ 2013 σ.σ. 690-691.

[2]Τον Ιούλιο του 1890, ο βαν Γκογκ εμφανίζει συμπτώματα έντονης κατάθλιψης και τελικά αυτοπυροβολείται στο στομάχι στις 27 Ιουλίου ενώ πεθαίνει δύο ημέρες αργότερα. Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία πυροβολήθηκε από δύο έφηβους. Δεν είναι απολύτως βέβαιο ποιο ήταν το τελευταίο του έργο, αλλά πρόκειται πιθανά για το έργο με τον τίτλο Ο κήπος του Ντωμπινύ ή για τον πίνακα Σιτοχώραφο με κοράκια.  

[3] Ο Γκωγκέν δήλωνε πλέον απογοητευμένος από τον ιμπρεσιονισμό και στράφηκε περισσότερο στην αφρικανική τέχνη και την τέχνη της Ασίας. Παράλληλα γύρω στο 1888, ήρθε σε επαφή με το έργο του Βίνσεντ βαν Γκογκ, έργο το οποίο αναγνώρισε ως ιδιαίτερα σημαντικό, και συνδέθηκε φιλικά μαζί του, τόσο ώστε να συγκατοικήσουν για 2 μήνες στην Αρλ. Εξαιτίας όμως της κατάθλιψης από την οποία έπασχαν αμφότεροι, η συγκατοίκηση αυτή κατέληξε σε έντονη διαμάχη μεταξύ τους με αποτέλεσμα ο βαν Γκογκ να κόψει μέρος του αριστερού αυτιού του, αφού προηγουμένως είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκωγκέν

[4]Γιαννούλης Χαλεπάς: Τα λύτρα της μεγαλοφυΐας

 

Ένας χαρισματικός δημιουργός που μεγαλούργησε, αδιαφορώντας για τις ταπεινώσεις που είχε υποστεί

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗΣ
Γιαννούλης Χαλεπάς. Η τραγική ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη
«ΕΣΤΙΑ», ΣΕΛ. 636 +8 ΑΣΠΡ. ΕΙΚΟΝ

Σήμερα θα ‘ταν ένας απ’ τους δεκάδες εκκεντρικούς καλλιτέχνες, με τις ιδιοτροπίες και τις μονομανίες που ‘χουμε συνηθίσει σαν «φυσικές», λίγο ώς πολύ, στα προικισμένα πνεύματα. Και τους τα συγχωρούμε όλα, μπρος στη λάμψη της μεγαλοφυΐας τους. Δεν υπήρχε όμως πάντα παρόμοια κατανόηση. Η Επιστήμη σήμερα πρεσβεύει πως η μόνη δραστική θεραπεία των ψυχικών διαταραχών είν’ η επανένταξη των πασχόντων στο κοινωνικό περιβάλλον, ενώ τότε κατέστελλαν τις κρίσεις με «τυπτοθεραπεία», δηλαδή με ξυλοδαρμούς!.. Αν είχε ζήσει στον καιρό μας, θα ‘χαμε κερδίσει μισόν αιώνα τουλάχιστον λαμπρής δημιουργίας. Η εποχή του τον άφησε να βόσκει χαμένος πρόβατα στα βουνά της Τήνου…

Χαρισματικός και πεισματάρης, παρακούγοντας την πατρική εντολή να μην ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση της μαρμαρογλυπτικής, κατάφερε να κάμψει κάθε αντίσταση, ν’ αφήσει τα εμπορικά τεφτέρια που του επέβαλαν, να τελειώσει άριστος των αρίστων στην Αθήνα, στο μισό του κανονικού χρόνου, το «Σχολείον των Τεχνών» και να φύγει με υποτροφία για τη Μέκκα τότε του Κλασικισμού, το Μόναχο. Κέρδισε επαίνους επί επαίνων σε διαγωνισμούς που δεν προβλεπόταν καν να συμμετάσχει βάσει του επιπέδου των σπουδών του, έλαβε «τ’ ανεκτίμητα εύγε» από κορυφαίους ξένους καθηγητές, άντεξε να συνεχίσει υποφέροντας τα πάνδεινα, όταν το ίδρυμα που του ‘χε χορηγήσει υποτροφία τού τη διέκοψε άστοργα, και γυρνώντας στην Αθήνα ρίχτηκε με τόσο πάθος να δείξει στον κόσμο την τέχνη του, ώστε 27 μόλις χρόνων σκάλισε την εξαίσια Κοιμωμένη -έργο που φανέρωνε ένα σπάνιο ταλέντο της γλυπτικής. Μ’ αν έχουν περάσει 130 χρόνια κι ακόμα η θέα της σε συνεπαίρνει, κι αν τη θαύμασε ο ίδιος ο Ροντέν, προτού ο νεαρός γλύπτης χαράξει την υπογραφή του στο μάρμαρο, μια Οδύσσεια τον άρπαξε, που έμελλε να τον βασανίσει κοντά 40 χρόνια…

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς (ο τρελός του χωριού) δεν υπήρξε απλώς θύμα τραγικό της μοίρας, αλλά φαινόμενο μοναδικό στην ιστορία της Τέχνης: ένας έξοχος δημιουργός, που κλεισμένος εντελώς εκτός κόσμου, διάβηκε απ’ τη ζοφερή σήραγγα της παράνοιας κι όταν ξαναντίκρισε το φως, με χαμένη πια τη μισή του ζωή, δεν συνέχισε τις ύψιστες κλασικιστικές δημιουργίες της νιότης του, αλλά πέρασε ενορατικά σε μιαν εντελώς νέα ρηξικέλευθη τεχνοτροπία των πιο μοντέρνων εξπρεσιονιστών, χωρίς ούτε να τους έχει ακουστά ούτε να ξέρει τα έργα τους ούτε να μετέχει στους προβληματισμούς του καιρού του. Ένας Κολόμβος που ξανανακάλυψε μόνος την Αμερική, μη αποζητώντας καν τα εύσημα του «πρωτοπόρου»!…

Η Κοιμωμένη δεν είχε προλάβει να στηθεί ακόμα στο Νεκροταφείο, όταν ο νεαρός γλύπτης έπιασε μια μέρα να πετάει πηλούς αναίτια στην προτομή ενός γελαστού Σάτυρου που ‘χε σμιλέψει, ρωτώντας τον γιατί γελάει… Ακολούθησαν ξαφνικοί κι αναίτιοι πονοκέφαλοι, διαλήψεις και παρακρούσεις και η Ιατρική τού καιρού διέγνωσε κλονισμό των νεύρων συνιστώντας -τι άλλο;- ξεκούραση! Μα τίποτε δεν ωφέλησε. Κάτι βαθύτερο δούλευε στον ταραγμένο νου, σέρνοντας στην παραζάλη του κι ένα κορίτσι π’ αγαπούσε μα δεν του το ‘διναν, μιαν άλλη ξανθή Μπετίνα, σαν κ’ εκείνη του Βιζυηνού, κ’ αίφνης μετεβλήθη εντός του ο ρυθμός του κόσμου… Ακολούθησε μια απόπειρα αυτοκτονίας, απ’ όπου τυχαία γλίτωσε, κι αναγκάστηκαν, ολότελα άβουλον πια, να τον απομονώνσουν στη γενέτειρά του, στον Πύργο της Τήνου, για ν’ αποκτήσει γρήγορα τη φήμη του «τρελού του χωριού». Η φωτεινή του διάνοια είχε κατεβεί στον τάφο ζωντανή.

Πλανιόταν στις ερημιές, μάζευε μαρμάρινες πλάκες, τις κουβάλαγε στην πλάτη, τις έστηνε στη σειρά, τις κατέτασσε επί ώρες, ανάλογα με το μέγεθος και το σχήμα, τις ράβδιζε σα να τις πελεκούσε, περιφέρονταν αμίλητος, μελαγχολικός, αλλοπαρμένος και μουντζούρωνε χαρτιά με σκίτσα των συγχωριανών του. Μια ολόκληρη οκταετία πέρασε έτσι, αλλ’ αντί να βελτιώνεται, χειροτέρευε. Γίνηκε επιθετικός, προσπάθησε ξανά ν’ αυτοκτονήσει, χτύπησε τον πατέρα του, ώσπου, το 1888, αναγκάστηκαν να τον κλείσουν στο Φρενοκομείο της Κέρκυρας, με την απελπιστική διάγνωση: «Ανοια».

Στα χρόνια που ‘ρθαν γνώρισε τη δυστυχία του τρόφιμου σ’ ένα ίδρυμα με περιορισμένους πόρους και απαρχαιωμένες τακτικές. Κάθε του προσπάθεια να σχεδιάσει πια ή να πλάσει μορφές σε πηλό, μαζεμένον με χίλιες προφυλάξεις απ’ το προαύλιο, ματαιώνονταν απ’ τους άγρυπνους φύλακες, που απαγόρευαν ακόμα και το μολύβι ή το χαρτί, και του ‘παιρναν οτιδήποτε ανακάλυπταν κρυμμένο στο ερμάριό του.

Ακολουθούσαν κρίσεις απελπισίας, που ερμηνεύονταν σαν επιδείνωση της υγείας του, και η ενασχόληση με την τέχνη θεωρήθηκε απ’ τους γιατρούς επιβλαβής… Απ’ όσα πάσχισε εκεί μέσα ένα μόνο έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του Φρενοκομείου, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία, το 1942. Συμπληρώθηκαν έτσι άλλα δεκατέσσερα χρόνια σ’ έναν θάλαμο, σε υποχρεωτική απραξία!

Το 1902, ο πατέρας του έχει πεθάνει και η σκοτεινή φιγούρα της μάνας του εμφανίζεται μ’ ένα εξιτήριο στο χέρι, για να τον πάρει ξανά κοντά της. Ο Χαλεπάς ήταν πια πενηντάρης…

Αν όμως νόμιζε κανείς πως η ζωή του επιτέλους θ’ άλλαζε, γελιόταν, γιατί μια νέα ανήλεη κηδεμονία τον περίμενε. Πεπεισμένη η απλοϊκή γριά πως η τέχνη έφταιγε για όλα, τον κυνηγούσε αδυσώπητα, μόλις τον έβλεπε να πιάνει κοντύλι. Κι ενώ ξετρύπωνε ο δύστυχος πηλό από μακρινές σπηλιές κι όλο κάτι πάλευε να σκαρώσει, εκείνη σαν έβρισκε τ’ αρχινισμένα έργα στο υπόγειο, καταχωνιασμένα σε κάθε λογής κρυψώνες, του τα ‘σπαγε σκορπώντας τα κομμάτια τους στον κήπο… Αντ’ αυτού, τον έστελνε στη βοσκή, γι’ άρμεγμα, στη βρύση για νερό, να την ξαλαφρώνει κάπως απ’ τις σπιτικές δουλειές, ενώ τον εκμεταλλεύονταν από πάνω και οι ντόπιοι, για θελήματα, μ’ ένα κομμάτι ψωμί… Το χωριό ξανάβρε τον «τρελό» του! Κείνος μολαταύτα δεν ξεχνούσε ποτέ την τέχνη του. Κάποια αχτίδα επέμενε να μισοφέγγει στο σαλεμένο του μυαλό, σποραδικά σκιρτήματα μιας ναρκωμένης συνείδησης.

Όταν ο καθηγητής του Πολυτεχνείου και γνωστός ζωγράφος, ο Θωμόπουλος, θαυμαστής του από νέος, μαθαίνοντας πως βγήκε επιτέλους απ’ το Ψυχιατρείο, πήγε να τον δει, τον βρήκε να σκαλίζει ένα ψόφιο σκυλί στ’ ανήλιαγο κατώι του, παρατηρώντας την ανατομία… Για ορισμένους, φανέρωμα μιας διάνοιας, για τους πολλούς: σιχαμερά φερσίματα ενός αλαφροΐσκιωτου… Η περίοδος αυτή της «κατατρεγμένης τέχνης», της σιδηράς προστασίας «για το καλό του», της ταπείνωσης και της υποχρεωτικής λησμονιάς βάστηξε 14 ακόμα χρόνια…

Τα πράγματα αλλάζουν μόνο με το θάνατο της μάνας, το 1916. Ο Χαλεπάς δείχνοντας να μην έχει επαφή με το περιβάλλον, χωμένος στο κατώι του, μετά βίας ανεβαίνει στο μοιρολόι, κι αφήνοντας ασυνόδευτο το ξόδι, τρέχει πίσω στο αυτοσχέδιο εργαστήρι του ν’ ανακατέψει, ελεύθερος πια, τους πηλούς του, γι’ άλλα 13 χρόνια απόλυτης ερημιάς.

Δούλευε μ’ εντελώς πρωτόγονα μέσα, μ’ ακονισμένα καλάμια αντί γλυφίδας, μ’ ένα καρφί αντί καλέμι, δίχως καν συρμάτινο σκελετό για τα προπλάσματά του -κάτι που προσδιόριζε και τη στατική τους, αφού το φτενόχωμα που ‘βρισκε δεν βάσταγε μετέωρα τα μέλη των σκαλισμένων μορφών. Δούλευε νυχθημερόν, σαν να κυνηγούσε το χαμένο χρόνο, με ανεπαρκές φως, όλα τα έργα του μαζί, χαϊδεύοντάς τα από λίγο κάθε μέρα το καθένα τους, απορρίπτοντας πολλά, για να ξαναχρησιμοποιεί τον πηλό τους, ωσότου να τα νιώσει αρτιωμένα. Σταματούσε μονάχα για να βγάλει στη βοσκή τα ζωντανά του… Κι άρχισαν τότε να στοιβάζονται σιγά σιγά περίεργες υποβλητικές μορφές, με πρωτόγνωρη δύναμη και εντυπωσιακά μυθολογικά συμπλέγματα, ανακατεμένα μ’ αλληγορικές σκηνές απ’ τα δικά του πάθη. Ο πατέρας γινόταν Σάτυρος, που ‘παιζε με τον Ερωτα, η μάνα του Μήδεια, με τα παιδιά στα πόδια της, άγιοι και ημίθεοι ανακατεύονταν, και τα ίδια θέματα όλο και ξαναδουλεύονταν σε δεκάδες παραλλαγές. Ξέχωσε τα παραπεταμένα λογιστικά βιβλία του πατέρα του και τα γέμιζε -ελλείψει άλλου χαρτιού- με σχέδια, μοτίβα, παραστάσεις αλλόκοτες και δυσερμήνευτες…

Ενώ οι χωριανοί εξακολουθούσαν να τον περιγελάνε, τον ανακάλυψαν κάποιοι ερασιτέχνες δημοσιογράφοι τοπικών εφημερίδων, κι άρχισαν να τον επισκέπτονται, εξετάζοντας τα περίεργα δημιουργήματά του με την παράξενη κι άγρια γοητεία τους. Ακολούθησαν ζωγράφοι και ειδήμονες τεχνοκρίτες, όπως ο Νικόλας Λύτρας, ο Θωμόπουλος ξανά (που φρόντισε να βγάλει και τα πρώτα γύψινα εκμαγεία των έργων του για να εκτεθούν επιτέλους στην Αθήνα), ο Ζ. Παπαντωνίου κ.ά.

Η δόξα ερχόταν αργά, όσο εκείνος βρισκόταν ακόμα στο χωριό του. Βραβεία της Ακαδημίας Αθηνών, εκθέσεις, ομιλίες και τιμητικές εκδηλώσεις για τον εβδομηνταεξάχρονο γέροντα, που συνέχιζε απτόητος στη μονιά του, λες και δεν είχε ποτέ ανάγκη τη χλαλοή του κόσμου, που τόσο τον είχε ταπεινώσει κρεμώντας του κουδούνια…

Στο τέλος, όταν είχε αναγορευτεί πια πανελλήνια πρώτη αξία, βρίσκει τη στοργή στο πρόσωπο μιας ανιψιάς του, που τον περιμαζεύει στην Αθήνα -ενώ αυτόν ακόμα μια ανησυχία τον κράταγε μοναχά: τι θ’ απογίνονταν τα λίγα προβατάκια του που άφηνε στο νησί… Μα και στην πρωτεύουσα, θαλερός, παρ’ ότι υπέργηρος, ρίχνεται πάλι με τα μούτρα στη δουλειά. Γεμίζει το υπόγειο του συγγενικού σπιτιού με νέα πρωτότυπα γλυπτά, κι όταν ο χώρος σώνεται, τ’ αραδιάζει στον ακάλυπτο της αυλής, κι ας τα λιώνει η βροχή… Όλοι τον τιμούν, τον εξυμνούν, τον κολακεύουν, τον αναγορεύουν Πρόεδρο διαφόρων καλλιτεχνικών σωματείων, προσπαθούν να του αποσπάσουν κάποιο σχόλιο, κάποια συνέντευξη, κάποια φωτογραφία. Εκείνος παραμένει απλός, ταπεινός, λιγόλογος, ατάραχος, δοσμένος φανατικά στην τέχνη του και μόνο, ωσότου μια ημιπληγία τού αχρηστεύει τη δεξιά πλευρά και τότε, με τ’ αριστερό του χέρι πια, γυρεύει ν’ αποτελειώσει τα προπλάσματα που επίμονα ζητάει να του τ’ ανεβάζουν ολοένα απ’ το εργαστήρι.

Πεθαίνει με μόνο πλούτο 150 γλυπτά του που περισώθηκαν και κοντά 100 χρόνια μοναξιάς… Ενας σπάνιος τεχνίτης που ξεκίνησε απ’ τον Κανόβα κι έφτασε ολομόναχος, μέσω της «άνοιας», στον Μπουρντέλ κι ακόμα παραπέρα. Τι θεία άνοια!..

Η κυριότατη προσφορά του Χ. Σαμουλίδη έγκειται στον επίπονο ερανισμό του συνόλου σχεδόν της διάσπαρτης σχετικής αρθρογραφίας σ’ έντυπα της εποχής, και στην παράθεση εκτενών αποσπασμάτων, που δίνουν ζωντανά είτε ειδήσεις από πρώτο χέρι είτε την απήχηση που ‘χε το έργο του. Η έρευνά του είναι αξιέπαινη, μολονότι βιώματα αυτονόητα, περιγραφές φλύαρες κι επί μέρους επαναλήψεις πραγματολογικών δεδομένων θα κουράσουν συχνά τον αναγνώστη. Παράλληλα, κάποιες ανακρίβειες (όπως ότι «τ’ αυτοκίνητα έκαναν αισθητή την εμφάνισή τους με τις κόρνες» στο Μόναχο του 1873, ενώ πρωτοκυκλοφόρησαν 20 ολόκληρα χρόνια αργότερα!) προκαλούν δυσπιστία για την ακρίβεια των πληροφοριών, ιδίως για την πρώιμη και πιο σκοτεινή περίοδο της ζωής τού Χαλεπά.

Ο τόμος θα κέρδιζε πολύ αν ήταν ο μισός σε μέγεθος και με δεκαπλάσια εικονογράφηση. Αλλά το θέμα είναι τόσο ελκυστικό και άξιο ευρύτερης μελέτης και ανάδειξης, ώστε κάθε συμβολή είναι καλοδεχούμενη.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.