Ελεγεία στα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα του Καρόλου Ντίκενς. Αλλάζει ο άνθρωπος;

Ελεγεία σε δύο δόσεις:

Η πρώτη όταν άκουσα για πρώτη φορά τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα του Ντίκενς από την Ερτ (ΕΙΡ τότε) σε ηλικία 13 ετών. Με είχε συναρπάσει το φάντασμα του Τζαίηκομπ Μάρλεϊ και τα κουδούνια όλου του σπιτιού του έρημου σπιτιού μέσα στο οποίο ο Σκρούτζ έτρωγε βράδυ παραμονής Χριστουγέννων τον άνοστο, φτηνιάρικο χυλό του.

Κι ενώ έκπληκτος άκουγε τα κουδούνια του μέγαρου να κτυπούν ανελέητο μέσα από την κατάκλειστη πόρτα της κάμαράς του εμφανίστηκε η φιγούρα – φάντασμα του πρώην συνεργάτου του Μάρλεϊ, γεμάτου κατάστιχα να σέρνει τις αλυσίδες με τα πόδια και να κάνουν τον αντίστοιχο τρομακτικό θόρυβο όπως συμβαίνει στους χώρους των κολασμένων, των φιλάργυρων, των θυμάτων του κέρδους και της απληστίας αυτών που πέθαναν και δεν έχουν καμιά ελπίδα αλλαγής και σωτηρίας στην αιωνιότητα.

Η δεύτερη όταν άκουσα την ίδια εκπομπή στο ραδιόφωνο χθες βράδυ παραμονή Χριστουγέννων. Αυτή τη φορά το κέντρο βάρους ήταν πολύ διαφορετικό και πολύμορφο μέσα από την πολύχρονη εμπειρία μου με τους ανθρώπους. Ο Ντίκενς δίνει στο διήγημα αυτό απάντηση  στο ερώτημα· αλλάζει ο άνθρωπος; Πότε και πως;

Η συγκλονιστικότερη στιγμή στο έργο ήταν όταν το φάντασμα των μελλοντικών Χριστουγέννων τον πρόσταξε να δει ποιο σώμα ήταν σκεπασμένο, εγκαταλειμμένο χωρίς κανέναν να συμπαρίσταται στο νεκρό, στο κρεβάτι του θανάτου. Ο Εμπενέζερ δεν υπάκουσε όσο κι αν το φάντασμα επέμενε να ξεσκεπάσει το νεκρό να δει ποιος κείτονταν  στο κρεβάτι του θανάτου.

«Όχι φάντασμα, μη μου το κάνεις αυτό!»

Και τότε τον πήρε σε ένα μοναχικό μέρος, ήσυχο και έρημο από ανθρώπους και κοινωνική ματαιοδοξία, όπου δεν υπήρχε τίποτα το ζωντανό εκτός από κάποια ερημοπούλια της νύκτας και όχι του Παραδείσου. Τότε το φάντασμα τον πήγε σε έναν τάφο και τον διέταξε:

«Κοίτα το όνομα πάνω στο μάρμαρο Εμπενέζερ, διάβασέ το.»

Τώρα ο Σκρούτζ κατάλαβε ότι δεν τον έπαιρνε να αρνηθεί. Το Φάντασμα επέμενε δεν δεχόταν καμιά αντίρρηση. Τρέμοντας παραμέρισε το χιόνι που σκέπαζε τον τάφο και διάβασε:

 «Εμπενέζερ Σκρούτζ».

«Ω φάντασμα, θα αλλάξω, θα προσπαθήσω να αλλάξω την έρημη, νεκρωμένη, γεμάτη μοναξιά και σκληρότητα ζωή μου. Την υπόσχεση που έδωσα στον εαυτό μου σαν πέθανε στα επτά μου χρόνια η μάνα μου και ο πατέρας με πέταξε στο ορφανοτροφείο. Τότε που πήρα την απόφαση να μην ενδιαφερθώ παρά μόνο για τον εαυτό μου, όπως δεν έδειξαν  σε μένα αγάπη να μην αγαπήσω κανένα, ούτε τη Λούση που με αγαπούσε κι εγώ την άδειασα κι αυτή τρελάθηκε και κλείστηκε σε τρελοκομείο παραληρώντας ότι δεν της έδειξα αγάπη, ούτε την επισκέφθηκα στο ίδρυμα που ήταν ισόβια κλεισμένη. Ούτε έδειξα κανένα ενδιαφέρον για τα ορφανά και ανάπηρα παιδιά, τις χήρες ούτε καν για τον ανιψιό  μου Φρέντυ ή τα παιδιά του Μπομπ Κράτσιτ που το ένα είναι δια βίου ανάπηρο, ο Μικρός Τιμ, και η κόρη του φθισικιά γιατί δεν έχει χρήματα να πληρώσει για να τη δει ο  γιατρός ούτε να πάει στην εξοχή. Λύτρωσέ με από αυτά που είδα φάντασμα και σου υπόσχομαι να αλλάξω».

Και άλλαξε. Έπαψε να έχει το κέρδος σαν μοναδική αξία και ιδανικό γι’ αυτόν. Η ευχαρίστηση και η χαρά του μεταστράφηκε, αντιστράφηκε, στο να δίνει από το να παίρνει. Φαίνεται πως ο Θεός κάτι ξέρει που μας οδηγεί στα γεράματα. Μας κατευθύνει ώστε βλέποντας τη σωματική αδυναμία μας και προβλέποντας το επερχόμενο σίγουρο τέλος να βλέπουμε τη ζωή από μια άλλη όψη, με το βλέμμα στραμμένο στην αιωνιότητα κι όχι στο παροδικό σήμερα…

Καλά Χριστούγεννα κι ευχές για μια γνήσια πνευματική ζωή με φώτιση…

Γιώργος  Ευαγγελάτος

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.