Ανέκαθεν οι λαοί προσπαθούσαν να προσμετρήσουν την κυκλικότητα του χρόνου. Οι επάνοδος των εποχών με την ιδιαιτερότητα της κάθε μιας, αποτελούσε ένα ελκυστικό τρόπο να τις καθορίσουν, Όλοι οι πολιτισμένοι λαοί, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου το προσπάθησαν.
Το ίδιο και για τον εκκλησιαστικό χρόνο η εκκλησία όρισε τον ετήσιο εορταστικό κύκλο να αρχίζεικαι να εορτάζει σαν την 1η Σεπτεμβρίου την αρχή της Ινδικτιώνος – από την λατινική λέξη «indictio», η οποία σημαίνει ορισμός – δηλαδή την έναρξη του εκκλησιαστικού έτους. Σήμερα δηλαδή έχουμε Πρωτοχρονιά εκκλησιαστικά. Μέχρι να ορισθεί και να εδραιωθεί η 1η Σεπρέμβρη σαν Πρωτοχρονιά έγιναν πολλές δοκιμές και προσπάθειες. Ας τις παρακολουθήσουμε.
Ο των αιώνων Ποιητής και Δεσπότης, Θεέ των όλων, υπερούσιε όντως, την ενιαύσιον ευλόγησον περίοδον, σώζων τω ελέει σου τω απείρω, Οικτίρμον, πάντας τους λατρεύοντας σοι τω μόνω Δεσπότη, και εκβοώντας φόβω Λυτρωτά· Εύφορον πάσι το έτος χορήγησον.
Για την περίπτωση αυτή, ό Σ. Εύστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, γράφει τά έξης: «Λέξις λατινική (indictio) όρισμόν σημαίνουσα καθ’ όν κατά δεκαπενταετή περίοδον έπληρώνοντο εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι. Κατά την εκκλησιαστικήν παράδοσιν, την αρχήν της ίνδικτιώνος είσήγαγεν ό Αύγουστος Καίσαρ, ότε διέταξε την γενικήν των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφήν και την είσπραξιν των φόρων, κατά την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός. Από του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) έγένετο επισήμως χρήσις της Ινδικτιώνος ως χρονολογίας, έκτοτε δε ή εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του νυν εορτάζει την α’ Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους. «Ινδικτον ημιν ευλόγει νέου χρόνου, ώ και παλαιέ και δι’ ανθρώπους νέε».

Η Ινδικτιώνα είναι ένας γενικότερος τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού ή για την ακρίβεια από το 3 π.Χ.
Η 1η Σεπτεμβρίου, η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, αποτελεί την αρχή της Ινδίκτου. Τότε τελείται η ακολουθία της Ινδίκτου σε συνδυασμό με τη θεία λειτουργία για την ευλογία του εκκλησιαστικού έτους.
Αρχικά υπήρχε η Αυτοκρατορική Ίνδικτος ή Καισαρική Ινδικτιώνα που μάλλον εισήχθη από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Εκαλείτο επιπλέον Κωνσταντινική ή της Κωνσταντινουπόλεως ή Ελληνική. Παράλληλα υπήρχε και η Παπική Ινδικτιώνα.
Η 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ως αρχή της εκκλησιαστικής χρονιάς ως εξής:
Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή όμως η 23 η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23η Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη. Έτσι Ίνδικτος κατάντησε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου την Πρωτοχρονιά. Αυτή την Πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ’ αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας.
Αργότερα, το 462 μ. Χ.., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1η Σεπτεμβρίου. Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια. Η εκκλησιαστική ακολουθία για το νέο έτος τελείται την 1η Σεπτεμβρίου, μια ακολουθία απαράμιλλου κάλλους ως προς το υμνογραφικό υλικό.
Σημειωτέον ότι πριν από λίγα χρόνια η Εκκλησία μας όρισε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα αφιερωμένη στο φυσικό περιβάλλον.
Υπάρχει και Άπολυτίκιον. Ήχος β’.Ό πάσης Δημιουργός της κτίσεως, ό καιρούς και χρόνους εν τη Ίδία εξουσία θέμενος, ευλόγησαν τον στέφανον, του ενιαυτού της χρηστότητας σου, Κύριε, φυλάττων εν ειρήνη τους βασιλείς και την πάλιν σου, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.
Επειδή ο Σεπτέμβριος είναι εποχή συγκομιδής καρπών και προετοιμασίας για τον νέο κύκλο βλαστήσεως, ταίριαζε να εορτάζουν οι χριστιανοί την αρχή της γεωργικής περιόδου αποδίδοντας ευχαριστίες στον Θεό για την εύνοιά του προς την κτίσι. Είναι αυτό που ήδη έκαναν οι Ιουδαίοι σύμφωνα με τις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου· την πρώτη δηλαδή ημέρα του εβδόμου ιουδαϊκού μηνός, αρχές Σεπτεμβρίου, τελούσαν την εορτή της Νεομηνίας ή των Σαλπίγγων, κατά την οποίαν εσχόλαζαν από κάθε εργασία, για να προσφέρουν θυσίες ολοκαυτωμάτων «εις οσμήν ευωδίας Κυρίω» (Λευϊτ. 23,18).
Ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο δημιουργός του χρόνου και του σύμπαντος, ο προάναρχος Βασιλεύς των αιώνων, ο οποίος εσαρκώθη, για να αποκαταλλάξη τα πάντα εις Εαυτόν και να συναγάγη Ιουδαίους και εθνικούς εις μίαν Εκκλησίαν, ήθελε να ανακεφαλαιώση εν Εαυτώ τον αισθητό κόσμο και τον γραπτό Νόμο. Έτσι, αυτήν την ημέρα που η φύσις ετοιμάζεται να διατρέξη ένα νέο κύκλο εποχών, εορτάζουμε το γεγονός, κατά το οποίο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εισήλθε στην Συναγωγή της Ναζαρέτ και ανοίγοντας το βιβλίο του Ησαϊου ανέγνωσε το χωρίο, όπου ο Προφήτης ομιλεί επ’ ονόματι του Σωτήρος «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ού είνεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, κηρύξαι ενιαυτόν (= έτος) Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4,18).
Όλες οι Εκκλησίες, συναθροισμένες «επί το αυτό», αναπέμπουν σήμερα δοξολογία προς τον ένα τρισυπόστατο Θεό, ο οποίος διαμένει στην αιώνια μακαριότητα, διακρατεί τα πάντα εν τη ζωή και στέλνει άφθονες τις ευλογίες του κάθε εποχή στα κτίσματά του. Ο ίδιος ο Χριστός ανοίγει τις θύρες του νέου έτους και μας προσκαλεί να τον ακολουθήσωμε, για να γίνωμε μέτοχοι της αιωνιότητός του.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Μακαρίου ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος, τόμος πρώτος (Σεπτέμβριος)
Ἴνδικτον ἡμῖν εὐλόγει νέου Χρόνου,
Ὦ καὶ Παλαιέ, καὶ δι᾿ ἀνθρώπους Νέε.
Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει την Αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους. Για την περίπτωση αυτή, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει στον Συναξαριστή του:
«Πρέπει να ηξεύρωμεν, αδελφοί, ότι η του Θεού αγία Eκκλησία εορτάζει σήμερον την Iνδικτιώνα, διά τρία αίτια. Πρώτον, επειδή και αυτή είναι αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων. Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι λατινικήν γλώσσαν, θέλει να ειπή ορισμός. Kαι δεύτερον εορτάζει ταύτην η Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄). Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου (ξα) του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια ταύτα: «Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν». Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν «ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτιά». Όθεν ο λαός ταύτα ακούων, εθαύμαζε διά τα χαριτωμένα λόγια, οπού εύγαινον εκ του στόματός του, ως τούτο γράφει ο αυτός Eυαγγελιστής Λουκάς (αυτόθι).
Eίναι δε και τρίτη αιτία, διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήση τον νέον χρόνον, και χαρίση τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτον από όλα τα σωματικά αγαθά. Kαι ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τω Θεώ, με την φύλαξιν των εντολών του. Kαι ούτω να τύχωμεν των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών».
Το ίδιο η εκκλησία όρισε και τον εβδομαδιαίο εορταστικό κύκλο*. Η διαίρεση του χρόνου σε επτά ημέρες της εβδομάδας ανευρίσκεται στους Βαβυλωνίους και τους Αιγυπτίους και προέρχεται από την περιφορά της σελήνης γύρω από τη γη και τις διάφορες φάσεις της. Έδωσαν δε ονόματα των ημερών των μεγαλυτέρων (ειδωλολατρικών) θεών τους.
Οι Έλληνες παρέλαβαν την διαίρεση των επτά ημερών από τους Αιγυπτίους και οι Εβραίοι την παρέλαβαμ από τους Βαβυλωνίους, Χαλδαίους και Αιγυπ`τίους. Όμως, οι Εβραίοι, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι τις επτά ημέρες της εβδομάδος δεν τις χρησιμοποιούσαν με τα ονόματα των άλλων λαών, αλλά τις ονόμασαν πρώτη, δεύτερη, τρίτη. τετάρτη, πέμπτη, σύμφωνα με την ελληνική αρίθμηση.Ιδιαίτερα οι Ενραίοι ονόμασαν την εβδόμη ημέρα Σάββατο, που δηλώνει την ανάπαυση του Δημιουργού μετά από τις έξη ημέρες δημιουργίας του κόσμου. Όλη την ενδομάδα την ονόμαζαν Σάββατα και την ρπώτη ημέρα της εβδομάδος “η μία των Σαββάτων”, Επίσης η προηγούμενη ημέρα του Σαββάτο ονομάσθηκε Παρασκευή, διότι οι Εβραίοι προετοιμάζονταν για την εορτή και την ανάπαυση του Σαββάτου.
Οι Χριστιανοί βρήκαν αυτή την διαίρεση της εβδομάδος, κυρίως από ατους Εβδαίους, αλλά και από τους Έλληνες και τους Ρωμαίου, όμως έκαναν μια διόρθωση, δηλαδή την πρώτη ημέρα, την “μια των Σαββάτων” την ονόμασαν Κυριακή, διότι αυτήν την ημέρα αναστήθηκε ο Χριστός, και τις άλλες ημέρες τις αρίθμησαν Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη κατά τους Έλληνες και Παρασκευή και Σάββατο κατά τους Εβραίους. Κάθε ημέρα είχε και έχει ιδιαίτερη εορτολογική σημασία, όπως φαίνεται στα τροπάρια των ημερών που περιλαμβάνονται στο λειτουργικό βιβλίο που ινιμάζεταο “Παρακλητική”.
Ο Χριστιανισμός, όπως γνωρίζουμε, άρχισε στα Ιεροσόλυμα, αμέσως μετά την Πεντηκοστή, την έλευση του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους και τους πρώτους Χριστιανούς που δέχθηκαν το κήρυγμα του Αποστόλου Πέτρου λαο βαπτόσθηκαν, οπότε απουελέστηκε η πρώτη Εκκλησία στα Ιεροσόλυμα, όπως περιγράφεται στις “Πράξεις των Αποστόλων”. Έτσι συγκεντρώνονταν κάθε μέρα, τελούσαν την θεία Λειτουργία, είχαν κοινά δείπνα και δοξολογούσαν τον Θεό.
Όπως διαβάζουμε στος “Διαταγές των Αγίων Αποστόλων”, ο επόσκοπος έπρεπε να παρακινεί τον λαό να συναθροίζεται στην Εκκλησία “όρθρου και εσπέρας εκάστης ημέρας”. Έτσι οι Χριστιανοί συγκεντρώνονταν κάθε πρωί και απόγευμα, έψαλλαν και προσεύχονταν, διαβαζαν ψαλμούς του Δαυίδ και τελουσαν τη θεία Ευχαριστία. Δεν νοείται θρησκεία χωρίς πίστη και λατρεία. Στην Εκκλησία η οποία διαθέτει την απόλυτη πίστη στην Αποκάλυψη του Θεού μέσω του Υιού του Ιησού Χριστού, υπάρχει η λατρεία που συνδέεται με την προσευχή και τον θρθό βίο, ο οποίος πρεπει να είναι προσαρμοσμένος με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Κάνοντας σύγκριση του τότε με το τώρα βλέπουμε πόσο έχουμε αποστασιοποιηθεί στην πράξη.Μέσα σε αυτή την προοπτική προέκυψε ο εβδομαδιαίος εορταστικός κύκλος.
Την Κυριακή που είναι η πρώτη ημέρα της εβδομάδος καθιερώθηκε να εορτάζεται η Ανάσταση του Χριστού. Η Δευτέρα αφιερώθηκε στις Ασώματες Δυνάμεις, δηλαδή στους Αγγέλους. Η Τρίτη αναφέρεται στη μεγάλη μορφή του Τμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Η Τετάρτη αφιερώθηκε στην έναρξη των Παθών του Χριστού, επειδή έγινε η σύναξη των Φαρισαίων,Γραμματαίων και Πρεσβυτέρων του λαού και συνεδρίασαν στο πως να συλλάβουν με δόλο των Χριστό και να τον σκοτώσουν, και ακολούθησε η προδοσία του Ιούδα. Η Πέμπτη αφιερώθηκε στους Αποστόλους και τον Άγιο Νικόλαο, τον λαοφιλή άγιο. Η Παρασκευή αφιερώθηκε στα Πάθη, στη Στάυρωσή Του, τον θάνατο και την ταφή του Χριστού. Το Σάββατο αφιερώθηκε στην υπόμνηση της Δημιουργίας του κόσμου από τον Πατέρα Θεό μας και της αναπαύσεώς Του από όλα τα έργα και επίσης στην ανάμνηση όλων των Αγίων, ιδίως των μαρτύρων, των οσίων ασκητών και των απ’ αιώνος ευσεβώς κεκοιμημένων Χριστιανών.
Πρέπει να μάθουμε να ζούμε κάθε ημέρα εκκλησιαστικά, να έχουμε μνήμη Θεού και των Αγίων και να καθορίζουμε την ζωή μας με βάση το καθημερινό πρόγραμμα που έθεσε η Εκκλησία με την προσευχή και τη νηστεία.
Ο καθένας από μας, έχει ρυθμίσει το πρόγραμμα της κάθε ημέρας του, έχει προσδιορίζει τι πρέπει να κάνει κάθε ημέρα. Όμως, ως Χριστιανοί και μάλιστα Ορθόδοξοι, πρέπει να γνωρίζουμε πως προγραμμάτισε η Εκκλησία μας την εβδομαδιαία ζωή μας κι έτσι να έχουμε εκκλησιαστικό φρόνημα και να είμαστε στην πράξη Χριστιανοί. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός και η Εκκλησία πρέπει να είναι διαρκώς στη μνήμη μας και έτσι θα έχουμε εκκλησιαστικό φρόνημα και η ζωή μας θα είναι ευλογημένη και εορταστική. Αμήν.
*Πηγή των πιό πάνω: Εφημ. Εκκλησιαστική Περέμβαση, τεύχος 335. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: Εβδομαδιαίος εορταστικός κύκλος”.
Πρόσφατα Σχόλια