Η επιστροφή των εβδομήντα μαθητών
16 Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με.
17 Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου. 18 Εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. 19 ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. 20 πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
21 Ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου.
1. ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΙΗΓΗΣΗ
«ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΜΟΥ ΣΤΗ ΓΗ»
Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισα να επιστρέφω. Ίσως επειδή ολόκληρη η ζωή μου υπήρξε ένας δρόμος επιστροφής από τόπους όπου είχα αφήσει κομμάτια της ψυχής μου. Θυμάμαι όμως τα πόδια μου. Ήταν πληγωμένα. Θυμάμαι τη σκόνη που είχε κολλήσει στον ιδρώτα μου, τα χείλη μου που είχαν ξεραθεί από τη δίψα και την καρδιά μου που χτυπούσε τόσο δυνατά, σαν να ήθελε να ανοίξει το στέρνο μου και να τρέξει πρώτη προς Εκείνον.
Επέστρεφα στον Χριστό.
Και δεν ήμουν μόνος.
Γύρω μου περπατούσαν εβδομήντα άνθρωποι. Άνθρωποι με πρόσωπα κουρασμένα, με μάτια φωτισμένα, με χέρια που είχαν αγγίξει τον ανθρώπινο πόνο. Είχαμε περάσει από σπίτια όπου η θλίψη καθόταν στο τραπέζι σαν ανεπιθύμητος επισκέπτης. Είχαμε αντικρίσει μητέρες που αγρυπνούσαν δίπλα στα παιδιά τους, γέροντες που περίμεναν έναν λόγο παρηγοριάς, ανθρώπους που είχαν λησμονήσει πώς είναι να τους κοιτάζει κάποιος χωρίς να τους καταδικάζει.
Και είχαμε μιλήσει για Εκείνον.
Όχι για τη δική μας δύναμη.
Για Εκείνον.
Όμως καθώς πλησιάζαμε, κάτι παράξενο συνέβαινε μέσα μου. Η χαρά της αποστολής άρχισε ανεπαίσθητα να μεταβάλλεται σε χαρά για τον εαυτό μου. Θυμόμουν όσα είχαν συμβεί. Θυμόμουν το κακό να υποχωρεί μπροστά στην επίκληση του ονόματός Του. Θυμόμουν πρόσωπα να ελευθερώνονται από τον τρόμο.
Και μια φωνή, λεπτή σαν την πρώτη ρωγμή σε γυαλί, ψιθύρισε μέσα μου:
«Είδες τι κατόρθωσες;»
Σταμάτησα.
Γιατί γνώριζα αυτή τη φωνή.
Την είχα ακούσει άλλοτε, όταν νόμιζα πως η αρετή μου με έκανε ανώτερο από τους αδελφούς μου. Την είχα ακούσει όταν η προσευχή μου έγινε αφορμή αυτοθαυμασμού. Την είχα ακούσει ακόμη και όταν πρόσφερα αγάπη, περιμένοντας κρυφά να αναγνωριστεί η προσφορά μου.
Ήταν η φωνή του εγώ.
Εκείνου του μικρού τυράννου που κατοικούσε μέσα στο στήθος μου και ήθελε να μετατρέψει ακόμη και τα δώρα του Θεού σε ιδιοκτησία του.
Φτάσαμε.
Ο Χριστός στεκόταν μπροστά μας.
Δεν μπορώ να περιγράψω το βλέμμα Του. Όχι επειδή δεν είχε μορφή, αλλά επειδή καμία ανθρώπινη περιγραφή δεν μπορούσε να χωρέσει την πραότητα με την οποία δεχόταν την επιστροφή μας.
Οι μαθητές άρχισαν να μιλούν.
«Κύριε, ακόμη και τα δαιμόνια υποτάσσονται σε εμάς στο όνομά Σου!»
Η χαρά ξεχείλισε από τα στόματά τους.
Και εγώ ήθελα να φωνάξω μαζί τους.
Ήθελα να Του πω πόσα είχα δει, πόσα είχα αντιμετωπίσει, πόσες φορές είχα αισθανθεί ότι ο ουρανός πλησίαζε τη γη.
Εκείνος όμως μίλησε.
«Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα».
Τα λόγια Του έπεσαν μέσα μου σαν κεραυνός χωρίς θόρυβο.
Μπροστά στα μάτια της ψυχής μου είδα μια αστραπή να διασχίζει το σκοτάδι. Είδα την πτώση της υπερηφάνειας. Είδα την τραγική αντίφαση ενός πλάσματος που θέλησε να υψωθεί απομακρυνόμενο από την πηγή του φωτός.
Και τότε τρόμαξα.
Όχι από την εικόνα της πτώσης.
Αλλά επειδή αναγνώρισα μέσα μου τον ίδιο πειρασμό.
Πόσες φορές, Κύριε, θέλησα να χρησιμοποιήσω τα δώρα Σου για να αποδείξω ότι αξίζω; Πόσες φορές στάθηκα μπροστά στους ανθρώπους ζητώντας να με θαυμάσουν, ενώ υποτίθεται ότι τους οδηγούσα προς Εσένα;
Ο Χριστός συνέχισε να μιλά για την εξουσία που είχε δώσει στους μαθητές Του πάνω στη δύναμη του εχθρού.
Και τότε ακούστηκε ο λόγος που έμελλε να συντρίψει την κρυφή μου αλαζονεία.
«Πλην εν τούτω μη χαίρετε… χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς».
Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν.
Το όνομά μου;
Στον ουρανό;
Εγώ, που είχα περάσει τόσα χρόνια προσπαθώντας να αποκτήσω ένα όνομα στη γη;
Εγώ, που φοβόμουν μήπως κάποτε πεθάνω και κανείς δεν θυμάται ότι υπήρξα;
Εγώ, που είχα σταθεί μπροστά σε τάφους και είχα αγγίξει με τα δάχτυλά μου ονόματα χαραγμένα σε πέτρες, γνωρίζοντας πως κάποτε ακόμη και εκείνες οι επιγραφές θα φθείρονταν;
Δεν μπορούσα να μιλήσω.
Σκέφτηκα τη μητέρα που ξεχνά ο κόσμος όταν πεθάνει. Το παιδί που έζησε λίγο. Τον άνθρωπο που έφυγε χωρίς να αφήσει πίσω του περιουσία, τίτλους ή επιτεύγματα.
Σκέφτηκα εκείνους που πέρασαν από τη γη σαν αθόρυβες ανάσες.
Και κατάλαβα πως ο Χριστός δεν με καλούσε να αναζητήσω μια αιώνια φήμη.
Με καλούσε σε αιώνια κοινωνία.
Δεν μου έλεγε ότι το όνομά μου θα γινόταν διάσημο.
Μου αποκάλυπτε ότι η αληθινή χαρά βρίσκεται στο να ανήκω στον Θεό.
Έκλαψα.
Όχι επειδή είχα νικήσει κάποιον εχθρό.
Αλλά επειδή, για πρώτη φορά, αισθάνθηκα πόσο μάταιο ήταν να αγωνίζομαι να γίνω σπουδαίος, όταν Εκείνος με καλούσε απλώς να γίνω δικός Του.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν περίμενα.
Ο ίδιος ο Ιησούς αγαλλίασε τω πνεύματι.
Ο Διδάσκαλος δεν έμεινε απλώς θεατής της χαράς μας. Δόξασε τον Πατέρα, τον Κύριο του ουρανού και της γης, επειδή τα μυστήρια της Βασιλείας αποκαλύπτονταν στους νηπίους.
Στους μικρούς.
Στους ταπεινούς.
Σε εκείνους που δεν προσέρχονται στον Θεό κρατώντας αποδείξεις της ανωτερότητάς τους, αλλά απλώνοντας άδεια χέρια.
Κοίταξα τα δικά μου.
Ήταν σκονισμένα.
Είχαν πληγές.
Έτρεμαν.
Και όμως, για πρώτη φορά, δεν ντράπηκα γι’ αυτά.
Γιατί κατάλαβα ότι δεν χρειαζόταν να εμφανιστώ ενώπιον του Χριστού ως θριαμβευτής.
Μπορούσα να σταθώ μπροστά Του ως παιδί.
Έπεσα στα γόνατα.
Το χώμα μπήκε μέσα στις πληγές μου. Ένιωσα τον πόνο του σώματός μου, την κούραση των οστών μου, την αναπνοή μου να διακόπτεται από λυγμούς.
Και μέσα σε εκείνη τη σωματική ταπείνωση γεννήθηκε η βαθύτερη προσευχή μου.
«Κύριε, αν κάποτε πάψω να μπορώ να μιλώ για Εσένα, μη με αφήσεις να πάψω να Σε αγαπώ. Αν χάσω τη δύναμη των χεριών μου, κράτησε την καρδιά μου στραμμένη προς Εσένα. Αν ο κόσμος λησμονήσει το όνομά μου, αξίωσέ με να μη λησμονήσω το δικό Σου».
Σήκωσα το πρόσωπό μου.
Ο ήλιος έδυε.
Οι εβδομήντα μαθητές βρίσκονταν ακόμη γύρω από τον Διδάσκαλο.
Και εγώ, μέσα στην αλληγορία εκείνης της επιστροφής, αισθάνθηκα πως ο δρόμος της ζωής μου άλλαζε κατεύθυνση.
Δεν επέστρεφα πια για να διηγηθώ όσα είχα κατορθώσει.
Επέστρεφα για να παραδώσω όσα ήμουν.
Γιατί η μεγαλύτερη νίκη δεν ήταν ότι ο εχθρός υποχωρούσε μπροστά μου.
Ήταν ότι ο Χριστός με ελευθέρωνε από την ανάγκη να θεωρώ τον εαυτό μου μεγάλο.
Και τότε, με τα χείλη μου γεμάτα χώμα και δάκρυα, ψιθύρισα:
«Κύριέ μου, δεν γνωρίζω αν το όνομά μου είναι άξιο να σταθεί πουθενά. Γνωρίζω όμως ότι Εσύ ήρθες να αναζητήσεις τον χαμένο άνθρωπο. Και αν με αξιώσεις να βρεθώ στη Βασιλεία Σου, δεν θα ζητήσω θρόνο, ούτε τιμή, ούτε αναγνώριση.
Θα ζητήσω μόνο να μπορώ να Σε βλέπω.
Γιατί εκεί όπου βρίσκεσαι Εσύ, ακόμη και ο τελευταίος γίνεται αγαπημένος.
Και εκεί όπου απουσιάζει η κοινωνία μαζί Σου, ακόμη και ο μεγαλύτερος θρίαμβος γίνεται στάχτη».
2. ΚΗΡΥΓΜΑ
«ΜΗ ΧΑΙΡΕΣΑΙ ΓΙΑ ΟΣΑ ΥΠΟΤΑΣΣΟΝΤΑΙ ΣΕ ΕΣΕΝΑ· ΧΑΙΡΟΥ ΓΙΑΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΕ ΚΑΛΕΙ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥ»
«Χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς».
Αδελφοί μου, σήμερα δεν ανεβαίνω στον άμβωνα για να σας μιλήσω ως άνθρωπος που νίκησε. Ανεβαίνω ως άνθρωπος που ακόμη πολεμά. Ως άνθρωπος που πολλές φορές μπέρδεψε τη δύναμη με την αγιότητα, την επιτυχία με τη σωτηρία, τη γνώση με την αλήθεια και την αναγνώριση των ανθρώπων με την ευδοκία του Θεού. Ανεβαίνω κρατώντας μέσα μου μια ερώτηση που με καταδιώκει περισσότερο από κάθε άλλη: Αν σήμερα ο Χριστός με καλούσε να επιστρέψω από την αποστολή της ζωής μου, τι θα είχα να Του παρουσιάσω; Τα έργα μου ή την καρδιά μου;
Ακούω τους εβδομήντα μαθητές να επιστρέφουν γεμάτοι χαρά. Τους βλέπω να πλησιάζουν τον Διδάσκαλο με πρόσωπα φωτισμένα από όσα έζησαν. Δεν επέστρεψαν από μια συνηθισμένη διαδρομή. Πέρασαν από τον ανθρώπινο πόνο, αντίκρισαν τη δύναμη του κακού και έγιναν μάρτυρες της εξουσίας του ονόματος του Ιησού Χριστού. Και τώρα αναφωνούν: «Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου».
Προσέξτε, αδελφοί μου. Δεν λένε ότι τα δαιμόνια υποτάχθηκαν στη δική τους ανθρώπινη δύναμη. Ομολογούν ότι υποτάσσονται στο όνομα του Χριστού. Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή την αληθινή ομολογία, ο Κύριος διακρίνει έναν κίνδυνο. Τον κίνδυνο να μετατραπεί το χάρισμα σε αφορμή αυτοθαυμασμού.
Και τους αποκαλύπτει κάτι συγκλονιστικό: «Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα».
Στέκομαι μπροστά σε αυτή τη φράση και τρέμω. Διότι η πτώση του σατανά δεν μου θυμίζει μόνο την ήττα του εχθρού. Μου θυμίζει και την τραγωδία της υπερηφάνειας. Την τραγωδία της υπάρξεως που θέλησε να υψωθεί χωρίς τον Θεό.
Και αναρωτιέμαι: Μήπως η ίδια αρρώστια προσπαθεί να εισχωρήσει και στη δική μου ψυχή;
Μήπως προσεύχομαι και έπειτα θαυμάζω τον εαυτό μου επειδή προσευχήθηκα; Μήπως ελεώ και περιμένω ευγνωμοσύνη; Μήπως υπηρετώ την Εκκλησία και πληγώνομαι όταν κανείς δεν αναγνωρίζει τον κόπο μου; Μήπως κηρύττω τον Χριστό, αλλά κάπου βαθιά επιθυμώ να ακούγεται και το δικό μου όνομα;
Αδελφοί μου, φοβάμαι περισσότερο αυτή την κρυφή υπερηφάνεια από τη φανερή μου αδυναμία. Γιατί την αδυναμία μου μπορώ να την αναγνωρίσω και να την προσφέρω με μετάνοια στον Χριστό. Η υπερηφάνεια όμως μπορεί να φορέσει ακόμη και το ένδυμα της ευσέβειας και να με πείσει ότι δεν χρειάζομαι θεραπεία.
Γι’ αυτό ο Κύριος δεν αφήνει τους μαθητές να σταθούν στη χαρά της εξουσίας. Τους οδηγεί βαθύτερα.
«Πλην εν τούτω μη χαίρετε, ότι τα πνεύματα υμίν υποτάσσεται· χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς».
Εδώ, αδελφοί μου, βρίσκεται η καρδιά του σημερινού Ευαγγελίου.
Δεν μου λέει ο Χριστός να περιφρονήσω τα χαρίσματά Του. Δεν μου λέει να μη χαίρομαι όταν το κακό υποχωρεί και ένας άνθρωπος ελευθερώνεται. Μου λέει να μη θεμελιώσω την ύπαρξή μου πάνω στη δύναμη που μου δόθηκε, αλλά πάνω στη σχέση μου με Εκείνον που μου τη χάρισε.
Γιατί μπορεί κάποτε να χάσω τη δύναμή μου.
Μπορεί τα χέρια που εργάζονταν ακούραστα να αρχίσουν να τρέμουν. Μπορεί τα μάτια που διάβαζαν τις Γραφές να μη διακρίνουν πια τα γράμματα. Μπορεί η φωνή που κήρυττε να γίνει ψίθυρος. Μπορεί το σώμα μου να καθηλωθεί σε ένα κρεβάτι και ο κόσμος να συνεχίσει να κινείται χωρίς να με προσέχει.
Τότε τι θα απομείνει από εμένα;
Αν η αξία μου βρισκόταν στα κατορθώματά μου, θα έχω χάσει τα πάντα.
Αν όμως η ζωή μου είναι στραμμένη προς τον Χριστό, ακόμη και η τελευταία μου αδύναμη αναπνοή μπορεί να γίνει προσευχή.
Σκέφτομαι έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που δεν μπορεί πλέον να σταθεί όρθιος στη Θεία Λειτουργία. Κάθεται σιωπηλός, κρατώντας ένα κομποσχοίνι με δάχτυλα παραμορφωμένα από τα χρόνια. Κανείς δεν τον επιδοκιμάζει. Κανείς δεν γράφει το όνομά του σε βιβλία. Κανείς δεν γνωρίζει πόσες νύχτες πέρασε προσευχόμενος για τα παιδιά του.
Και όμως, ποιος μπορεί να μετρήσει το βάθος της ταπεινής του αγάπης;
Σκέφτομαι μια μητέρα που έχασε το παιδί της και εξακολουθεί να ψιθυρίζει μέσα στα δάκρυά της: «Κύριε, ελέησον». Σκέφτομαι έναν άρρωστο που δεν ζητά πια θαύματα για να αποδείξει την πίστη του, αλλά παρακαλεί να μη χάσει την ελπίδα του. Σκέφτομαι τον μετανοημένο αμαρτωλό που δεν έχει να παρουσιάσει κανένα σπουδαίο κατόρθωμα, παρά μόνο μια συντετριμμένη καρδιά.
Και τότε καταλαβαίνω γιατί ο Χριστός μιλά για τα ονόματα που είναι γραμμένα στους ουρανούς.
Δεν υπόσχεται επίγεια δόξα. Δεν προσφέρει έναν ουράνιο κατάλογο ανθρώπινων επιτυχιών. Αποκαλύπτει τη χαρά της σωτηρίας και της κοινωνίας με τον Θεό, στην οποία καλούμαστε να παραμείνουμε με πίστη και μετάνοια.
Και το Ευαγγέλιο κορυφώνεται με κάτι ακόμη βαθύτερο.
Ο Ιησούς αγαλλιάται τω πνεύματι και δοξάζει τον Πατέρα, επειδή όσα αποκρύπτονται από τους κατά κόσμον σοφούς και συνετούς αποκαλύπτονται στους νηπίους.
Δεν καταδικάζει τη γνώση ο Χριστός. Δεν περιφρονεί τη διάνοια. Αποκαλύπτει όμως ότι η αλήθεια της Βασιλείας δεν κατακτάται με την αλαζονεία του ανθρώπου που θεωρεί τον εαυτό του αυτάρκη.
Χρειάζεται καρδιά νηπίου.
Καρδιά που ξέρει να εμπιστεύεται.
Καρδιά που δεν ντρέπεται να ζητήσει έλεος.
Καρδιά που μπορεί να πει: «Πατέρα μου, χωρίς Εσένα δεν μπορώ».
Αδελφοί μου, σήμερα, στην εορτή του αγίου Λουκά του Ευαγγελιστή, συλλογίζομαι ότι εκείνος που μας παρέδωσε αυτά τα λόγια δεν έγραψε για να δοξάσει τον εαυτό του. Υπηρέτησε τη μαρτυρία του Χριστού, ώστε άνθρωποι που δεν περπάτησαν στους δρόμους της Γαλιλαίας να ακούσουν τη φωνή του Σωτήρα.
Και εγώ; Τι θα αφήσω πίσω μου;
Έναν κατάλογο έργων ή μια μαρτυρία αγάπης;
Ένα όνομα που απαίτησε να το θυμούνται ή μια ζωή που έδειχνε προς τον Χριστό;
Αν σήμερα στεκόμουν μπροστά Του, θα ήθελα να έχω το θάρρος να Του πω:
«Κύριε, δεν Σου φέρνω τις νίκες μου για να με θαυμάσεις. Σου φέρνω τις πληγές μου για να τις θεραπεύσεις. Δεν Σου φέρνω την αρετή μου σαν να μη χρειάζομαι έλεος. Σου φέρνω την πείνα μου για τη δική Σου δικαιοσύνη. Δεν ζητώ να γραφτεί το όνομά μου στην ιστορία των ανθρώπων. Παρακαλώ να μη χωριστώ από την αγάπη Σου».
Και όταν έρθει η τελευταία ώρα, όταν η γλώσσα μου βαρύνει και η καρδιά μου ετοιμάζεται να παραδώσει τον τελευταίο της χτύπο, δεν θέλω να αναζητώ παρηγοριά στο πόσα κατόρθωσα.
Θέλω να μπορέσω να ψιθυρίσω:
«Ιησού μου, θυμήσου με. Όχι επειδή υπήρξα μεγάλος, αλλά επειδή Εσύ είσαι πολυέλεος. Όχι επειδή δεν έπεσα ποτέ, αλλά επειδή κάθε φορά που επέστρεφα, έβρισκα ανοιχτό τον δρόμο της μετανοίας. Και αν τίποτε άλλο δεν μπορέσω να κρατήσω από αυτή τη ζωή, αξίωσέ με να κρατήσω το όνομά Σου».
Αμήν.
3. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
«ΚΥΡΙΕ, ΑΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΤΕΙ ΠΟΤΕ ΣΤΗ ΓΗ, ΘΑ ΜΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ;»
«Χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς».
Κύριε, απόψε δεν έχω τη δύναμη να Σου μιλήσω όπως μιλούσα άλλοτε. Δεν έχω λόγους περίτεχνους, δεν έχω επιχειρήματα, δεν έχω ούτε εκείνη τη βεβαιότητα που μερικές φορές φορούσα σαν πανοπλία για να μη βλέπουν οι άνθρωποι πόσο φοβισμένος ήμουν. Κάθομαι μόνος, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατά μου, με το σώμα κουρασμένο και το στήθος μου να ανεβοκατεβαίνει αργά. Ακούω την αναπνοή μου. Κάθε εισπνοή μοιάζει με ερώτηση. Κάθε εκπνοή με μια ομολογία που δεν τολμώ ακόμη να προφέρω.
Και Σε ρωτώ: Ποιος είμαι, Κύριε, όταν κανείς δεν με βλέπει;
Ποιος είμαι όταν δεν υπάρχει άνθρωπος να ακούσει τα λόγια μου, να διαβάσει όσα έγραψα, να αναγνωρίσει όσα πρόσφερα; Είμαι ο ίδιος άνθρωπος που γονατίζει μπροστά Σου όταν οι πόρτες είναι κλειστές; Ή μήπως ένα μέρος της ευσέβειάς μου τρέφεται από την επιθυμία να με θεωρούν ευσεβή;
Γιατί με πονά τόσο η λησμονιά;
Γιατί φοβάμαι μήπως περάσω από αυτόν τον κόσμο χωρίς να αφήσω ίχνος; Δεν μου αρκεί ότι Εσύ γνωρίζεις την ύπαρξή μου; Δεν μου αρκεί ότι πριν σχηματιστούν τα χείλη μου, πριν αρθρωθεί η πρώτη μου κραυγή, Εσύ γνώριζες ήδη την ανθρώπινη ζωή που θα ερχόταν στον κόσμο;
Και τότε θυμάμαι τους εβδομήντα μαθητές.
Επιστρέφουν χαρούμενοι. Μιλούν για τη δύναμη του ονόματός Σου. Βλέπω τον ενθουσιασμό τους και αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Πόσες φορές δεν επέστρεψα κι εγώ από κάποιο έργο, από μια προσφορά, από έναν αγώνα, ζητώντας μέσα μου να μου πει κάποιος ότι τα κατάφερα;
Αλλά Εσύ, Κύριε, δεν τους ρωτάς πόσους εντυπωσίασαν.
Τους μιλάς για τον ουρανό.
Γιατί;
Μήπως επειδή γνωρίζεις πόσο εύκολα ο άνθρωπος μπορεί να χάσει την ψυχή του ακόμη και μέσα στην επιτυχία του; Μήπως επειδή γνωρίζεις ότι η εξουσία, όταν δεν συνοδεύεται από ταπείνωση, μπορεί να γίνει ένας δεύτερος πειρασμός, πιο ύπουλος από τον πρώτο;
«Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα».
Σταματώ σε αυτά τα λόγια.
Και αναρωτιέμαι: Πώς γίνεται να πέσει εκείνος που θέλησε να υψωθεί; Πώς γίνεται η επιθυμία της αυτοθέωσης να καταλήγει στην απομάκρυνση από την πηγή της ζωής;
Και εγώ, Κύριε; Δεν επαναλαμβάνω κάτι από αυτή την τραγωδία κάθε φορά που θέλω να είμαι το κέντρο;
Δεν προσπαθώ να μετατρέψω ακόμη και τη διακονία μου σε θρόνο;
Τρέμω καθώς το σκέφτομαι.
Γιατί η υπερηφάνεια δεν εμφανίζεται πάντοτε με πρόσωπο σκληρό. Μερικές φορές έρχεται ντυμένη με τα ρούχα της θυσίας. Μου ψιθυρίζει ότι εργάστηκα περισσότερο από τους άλλους, ότι υπέμεινα περισσότερα, ότι δικαιούμαι επιτέλους λίγη αναγνώριση.
Και εγώ την πιστεύω.
Ώσπου έρχεται μια στιγμή σιωπής και με ρωτά η συνείδησή μου: Αν κανείς δεν σε ευχαριστούσε ποτέ, θα εξακολουθούσες να αγαπάς;
Αν κανείς δεν γνώριζε την προσφορά σου, θα εξακολουθούσες να προσφέρεις;
Αν αύριο έχανες τη δυνατότητα να γράφεις, να μιλάς, να εργάζεσαι, θα πίστευες ακόμη ότι η ζωή σου έχει αξία;
Κύριε, αυτή η τελευταία ερώτηση με συντρίβει.
Κοιτάζω τα χέρια μου. Βλέπω τις φλέβες κάτω από το δέρμα, τις μικρές γραμμές που άφησε ο χρόνος. Σκέφτομαι ότι κάποτε αυτά τα χέρια θα αδυνατούν να κρατήσουν ακόμη και ένα ποτήρι νερό.
Τότε θα είμαι λιγότερο άνθρωπος;
Θα με αγαπάς λιγότερο;
Ή μήπως τότε θα αποκαλυφθεί σε μένα ότι ποτέ δεν με αγάπησες για την παραγωγικότητά μου, αλλά ότι με καλούσες από την αρχή σε κοινωνία μαζί Σου;
Ακουμπώ την παλάμη στο στήθος μου.
Η καρδιά χτυπά.
Πόσοι χτύποι μου απομένουν;
Δεν γνωρίζω.
Και γιατί πρέπει να γνωρίζω; Μήπως θα μπορούσα να αγοράσω έναν επιπλέον χτύπο με όλα όσα απέκτησα; Μήπως θα μπορούσα να διατάξω τον θάνατο να περιμένει επειδή δεν ολοκλήρωσα ακόμη τα σχέδιά μου;
Όχι, Κύριε.
Και όμως, πόσο δύσκολα το παραδέχομαι!
Συμπεριφέρομαι πολλές φορές σαν να μου ανήκει ο χρόνος. Σαν να μπορώ να αναβάλω τη μετάνοια για αύριο. Σαν να είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει άλλη μία αυγή, άλλη μία Κυριακή, άλλη μία Θεία Λειτουργία.
Αλλά αν αυτή ήταν η τελευταία μου νύχτα;
Τι θα Σου έλεγα;
Θα Σου απαριθμούσα όσα έγραψα; Θα Σου παρουσίαζα τους κόπους μου; Θα προσπαθούσα να Σε πείσω ότι υπήρξα χρήσιμος;
Ή θα έπεφτα μπροστά Σου ψιθυρίζοντας: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ»;
Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα.
Γιατί θυμάμαι και κάτι άλλο.
Θυμάμαι ανθρώπους που αγάπησα και δεν μπορώ πια να αγγίξω. Θυμάμαι πρόσωπα που έφυγαν, φωνές που σώπασαν, χέρια που δεν θα ξανασφίξω σε αυτή τη ζωή.
Και Σε ρωτώ: Κύριε, Εσύ που μας καλείς με το όνομά μας, γνωρίζεις και τα ονόματα εκείνων που κλαίω;
Γνωρίζεις τις ιστορίες τους, τις αθέατες θυσίες τους, τις πληγές που δεν εξομολογήθηκαν ποτέ σε κανέναν;
Και όταν προσεύχομαι για την ανάπαυσή τους, όταν τους εμπιστεύομαι στο έλεός Σου, φτάνει η προσευχή μου ενώπιόν Σου;
Δεν απαιτώ να μου αποκαλύψεις τα μυστήρια της κρίσεώς Σου. Δεν θέλω να οικειοποιηθώ τη γνώση που ανήκει μόνο σε Εσένα.
Θέλω όμως να μάθω να ελπίζω χωρίς να απαιτώ.
Να αγαπώ χωρίς να κατέχω.
Να περιμένω την Ανάσταση χωρίς να αρνούμαι τον πόνο του αποχωρισμού.
Και τότε ακούω ξανά τον λόγο Σου.
«Χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς».
Μήπως αυτή είναι η απάντηση στον βαθύτερο φόβο μου;
Όχι ότι θα γίνω αθάνατος μέσα από τη μνήμη των ανθρώπων, αλλά ότι η ζωή μου μπορεί να βρει την πληρότητά της στη δική Σου αιώνια αγάπη;
Και γιατί, Κύριε, ενώ μου προσφέρεις αυτή την ελπίδα, εγώ εξακολουθώ να κυνηγώ τόσο μικρές βεβαιότητες;
Γιατί μια ανθρώπινη απόρριψη με συντρίβει περισσότερο από όσο με παρηγορεί η υπόσχεσή Σου;
Γιατί φοβάμαι να γίνω μικρός;
Εσύ αγαλλίασες και δόξασες τον Πατέρα επειδή αποκάλυψε τα μυστήρια της Βασιλείας στους νηπίους.
Μπορώ άραγε να γίνω νήπιο;
Όχι ανώριμος. Όχι άκριτος. Αλλά ταπεινός. Άνθρωπος που γνωρίζει ότι η σοφία του δεν αρκεί για να εξαντλήσει το μυστήριο του Θεού.
Μπορώ να αφήσω κάτω την πανοπλία της αυτάρκειάς μου;
Μπορώ να σταθώ μπροστά Σου χωρίς να προσπαθώ να αποδείξω τίποτε;
Η νύχτα προχωρεί.
Το σώμα μου πονά από την ακινησία. Σηκώνομαι δύσκολα. Κάνω τον σταυρό μου. Και καθώς γονατίζω, καταλαβαίνω πως δεν χρειάζεται να απαντήσω απόψε σε κάθε ερώτηση.
Χρειάζεται όμως να μην κρυφτώ από την αλήθεια τους.
Κύριε, αν αύριο με λησμονήσουν όλοι, θα εξακολουθήσω να Σε αναζητώ;
Αν δεν μπορέσω ποτέ να ολοκληρώσω όσα ονειρεύτηκα, θα μπορέσω να πω «γενηθήτω το θέλημά Σου»;
Αν φτάσω μπροστά Σου με άδεια χέρια, θα έχω τουλάχιστον μια καρδιά που έμαθε να μετανοεί;
Και αν στην τελευταία μου ώρα δεν μπορώ πια να θυμηθώ ούτε τα λόγια της προσευχής, θα με αξιώσεις να στραφώ προς Εσένα με όση αγάπη μου απομένει;
Δεν ακούω φωνή από τον ουρανό.
Δεν βλέπω όραμα.
Δεν αισθάνομαι ότι απέκτησα κάποια μυστική γνώση.
Μένω γονατισμένος, ένας άνθρωπος με σάρκα φθαρτή και ψυχή που διψά για αιωνιότητα.
Και μέσα στη σιωπή γεννιέται η τελευταία μου ερώτηση.
«Κύριε, τόσα χρόνια αγωνίζομαι να αφήσω το όνομά μου πάνω στη γη. Πότε επιτέλους θα μάθω να ζω έτσι ώστε να μη ζητώ να δοξαστεί το δικό μου όνομα, αλλά να αγιάζεται το δικό Σου;»
Και τότε δεν ζητώ άλλη απάντηση.
Μόνο έλεος.
Μόνο μετάνοια.
Μόνο να μη χάσω τον δρόμο που οδηγεί προς Εσένα.
Γιατί αρχίζω να καταλαβαίνω πως η μεγαλύτερη τραγωδία δεν είναι να φύγω από τον κόσμο χωρίς να με θυμούνται οι άνθρωποι.
Είναι να έχω περάσει ολόκληρη τη ζωή μου μιλώντας για τον Χριστό, χωρίς να έχω μάθει να Του παραδίδω την καρδιά μου.
Και η μεγαλύτερη χαρά δεν είναι να μπορώ να πω ότι έκανα μεγάλα έργα στο όνομά Του.
Είναι να φτάσω κάποτε ενώπιόν Του και να μη ζητήσω τίποτε άλλο παρά να με δεχθεί ως άνθρωπο που ακόμη χρειάζεται το έλεός Του.
4. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
«ΚΥΡΙΕ, ΟΤΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΞΕΧΑΣΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ, ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ;»
«Χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς».
Απόψε, Κύριε, δεν μπορώ να κοιμηθώ. Το σώμα μου ζητά ανάπαυση, αλλά η ψυχή μου στέκεται μπροστά σε μια ερώτηση που δεν με αφήνει να ησυχάσω. Κάθομαι στο πάτωμα, μπροστά στην εικόνα Σου. Το καντήλι τρεμοπαίζει. Ακουμπώ την παλάμη μου στο στήθος και αισθάνομαι την καρδιά μου να χτυπά. Κάθε χτύπος είναι μια υπενθύμιση ότι ζω. Κάθε παύση ανάμεσα στους χτύπους με κάνει να συλλογίζομαι πως κάποτε θα έρθει η τελευταία.
Ανοίγω το Ευαγγέλιο του Λουκά. Διαβάζω για τους εβδομήντα μαθητές που επέστρεψαν γεμάτοι χαρά. Διαβάζω για την πτώση του σατανά. Διαβάζω για τα ονόματα που είναι γραμμένα στους ουρανούς.
Και τότε αρχίζω να συνομιλώ μαζί Σου.
Όχι επειδή ακούω κάποια υπερφυσική φωνή, αλλά επειδή αφήνω τα λόγια του Ευαγγελίου να γίνουν η απάντηση στην αγωνία μου. Στον διάλογο της προσευχής μου, οι απαντήσεις παίρνουν τη μορφή των λόγων Σου, όπως τους κατανοεί η διψασμένη καρδιά μου.
Εγώ: Κύριε, οι μαθητές Σου επέστρεψαν χαρούμενοι επειδή ακόμη και τα δαιμόνια υποτάσσονταν στο όνομά Σου. Γιατί δεν τους άφησες να μείνουν σε αυτή τη χαρά; Γιατί τους μίλησες για κάτι μεγαλύτερο;
Χριστός: Παιδί μου, η δύναμη που τους δόθηκε ήταν δώρο, όχι προσωπικό τους κατόρθωμα. Δεν ήθελα να σταματήσει η χαρά τους στο χάρισμα και να λησμονήσουν Εκείνον που το χαρίζει. Τους έδειξα ότι η μεγαλύτερη χαρά δεν βρίσκεται στην εξουσία πάνω στο κακό, αλλά στην κοινωνία με τον Πατέρα Μου.
Εγώ: Κύριε, τότε γιατί εγώ εξακολουθώ να μετρώ τη ζωή μου με όσα κατορθώνω; Γιατί όταν ολοκληρώνω ένα έργο αισθάνομαι χρήσιμος, ενώ όταν δεν μπορώ να κάνω τίποτε φοβάμαι ότι η ύπαρξή μου χάνει την αξία της;
Χριστός: Δεν είσαι μόνο όσα παράγουν τα χέρια σου. Πριν μπορέσεις να γράψεις την πρώτη σου λέξη, πριν μπορέσεις να προσφέρεις οτιδήποτε, ήσουν ήδη πρόσωπο άξιο αγάπης. Μη μετατρέπεις τα έργα σου σε μέτρο της υπάρξεώς σου. Πρόσφερέ τα με ευγνωμοσύνη, αλλά μη γίνεις δούλος τους.
Εγώ: Και αν κάποτε τα χέρια μου πάψουν να εργάζονται; Αν το σώμα μου λυγίσει; Αν η αρρώστια με καθηλώσει και δεν μπορώ να υπηρετήσω κανέναν;
Χριστός: Τότε μη θεωρήσεις πως έπαψες να έχεις αξία. Ο άρρωστος δεν είναι λιγότερο άνθρωπος από τον υγιή. Ο ηλικιωμένος δεν είναι λιγότερο αγαπητός από τον νέο. Ο αδύναμος δεν βρίσκεται έξω από την πρόσκληση της Βασιλείας. Μάθε και να δέχεσαι τη φροντίδα που κάποτε πρόσφερες στους άλλους.
Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Σκύβω το κεφάλι και κοιτάζω τα χέρια μου. Πόσο παράξενο! Με αυτά θέλησα να κρατήσω ανθρώπους, να θεραπεύσω πληγές, να γράψω λόγια παρηγοριάς. Κι όμως, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ούτε μία ημέρα από τη ζωή μου.
Εγώ: Κύριε, γιατί μας έπλασες τόσο εύθραυστους; Γιατί η σάρκα μας κουράζεται, αρρωσταίνει και πεθαίνει; Γιατί η αγάπη μας είναι τόσο μεγάλη, ενώ ο χρόνος που έχουμε για να την εκφράσουμε είναι τόσο μικρός;
Χριστός: Η φθορά που γνωρίζεις δεν είναι το τέλος της ιστορίας του ανθρώπου. Γι’ αυτό ήρθα στον κόσμο, προσέλαβα την ανθρώπινη φύση, πέρασα από τον θάνατο και ανέστην. Δεν σου υποσχέθηκα ζωή χωρίς θλίψεις. Σου άνοιξα τον δρόμο της Αναστάσεως.
Εγώ: Και εκείνοι που αγάπησα, Κύριε; Εκείνοι που έφυγαν και άφησαν πίσω τους άδεια δωμάτια; Εκείνοι των οποίων τη φωνή αναζητώ ακόμη μέσα στη σιωπή; Τους θυμάσαι; Γνωρίζεις τα ονόματά τους;
Χριστός: Παιδί μου, τίποτε από την ανθρώπινη ζωή δεν είναι κρυφό από τον Θεό. Εμπιστεύσου τους αγαπημένους σου στο έλεός Του. Προσευχήσου για εκείνους. Μην απαιτείς να γνωρίσεις όσα ανήκουν στη θεία κρίση, αλλά μη στερήσεις από την καρδιά σου την ελπίδα της Αναστάσεως.
Εγώ: Μα πονάω, Κύριε! Υπάρχουν νύχτες που η απουσία γίνεται σχεδόν σωματική. Πονά το στήθος μου. Σφίγγεται ο λαιμός μου. Απλώνω το χέρι μου και δεν βρίσκω κανέναν. Είναι αμαρτία που κλαίω;
Χριστός: Θυμήσου τα δάκρυά Μου μπροστά στον τάφο του Λαζάρου. Η αγάπη δεν γίνεται αναίσθητη επειδή πιστεύει στην Ανάσταση. Μη ντρέπεσαι για τον πόνο σου. Μην αφήνεις όμως τον πόνο να σου στερήσει κάθε ελπίδα.
Σηκώνω τα μάτια στην εικόνα Σου. Το φως του καντηλιού αγγίζει το πρόσωπό Σου. Θυμάμαι την πτώση του σατανά, όπως την περιγράφεις στο Ευαγγέλιο, και αισθάνομαι την ανάγκη να Σε ρωτήσω κάτι που φοβάμαι.
Εγώ: Κύριε, πώς μπορώ να γνωρίζω αν η προσφορά μου γεννιέται από αγάπη ή από υπερηφάνεια; Πώς μπορώ να διακρίνω αν εργάζομαι για τη δόξα Σου ή για να αφήσω το δικό μου όνομα στην ιστορία;
Χριστός: Ρώτησε την καρδιά σου αν μπορεί να χαρεί όταν κάποιος άλλος προσφέρει περισσότερα από εσένα. Ρώτησέ την αν μπορεί να αγαπήσει χωρίς να ανταμειφθεί. Αν μπορεί να συγχωρήσει χωρίς να δικαιωθεί. Αν μπορεί να υπηρετήσει χωρίς να την επαινέσουν. Εκεί θα αρχίσεις να αναγνωρίζεις πόσο χώρο αφήνεις στην αγάπη και πόσο κρατάς για την υπερηφάνειά σου.
Εγώ: Κύριε, φοβάμαι ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να γίνω τόσο ταπεινός.
Χριστός: Η ταπείνωση δεν είναι τρόπαιο που κατακτάς για να καυχηθείς. Είναι δρόμος μετανοίας. Μη ζητάς να θαυμάσεις την ταπείνωσή σου. Ζήτησε να μάθεις να αγαπάς αληθινά.
Εγώ: Και γιατί, Κύριε, αγαλλίασες όταν ο Πατέρας αποκάλυψε τα μυστήρια της Βασιλείας στους νηπίους; Τι έχει το νήπιο που εγώ έχασα μεγαλώνοντας;
Χριστός: Το νήπιο δεν στηρίζει την ύπαρξή του στην αυτάρκεια. Απλώνει τα χέρια του και εμπιστεύεται. Έτσι καλείσαι κι εσύ να δεχθείς την αλήθεια, όχι ως ιδιοκτησία που σε κάνει ανώτερο, αλλά ως δώρο που σε καλεί να αγαπήσεις.
Εγώ: Μπορώ ακόμη να γίνω παιδί, Κύριε; Με τόσες πληγές, με τόσα λάθη, με τόσες αναμνήσεις που βαραίνουν την ψυχή μου;
Χριστός: Δεν χρειάζεται να σβήσεις την ιστορία σου. Χρειάζεται να πάψεις να πιστεύεις ότι η ιστορία σου σε αποκλείει από τη μετάνοια. Μπορείς να επιστρέψεις. Μπορείς να ζητήσεις συγχώρηση. Μπορείς να αρχίσεις ξανά να αγαπάς.
Ακουμπώ το μέτωπό μου στο πάτωμα. Το κρύο περνά στο δέρμα μου. Τα γόνατά μου πονάνε. Δεν σηκώνομαι αμέσως. Σκέφτομαι πόσες φορές ήθελα να φτάσω στον ουρανό χωρίς να σκύψω ποτέ πραγματικά το κεφάλι μου.
Εγώ: Κύριε, αν σήμερα ήταν η τελευταία ημέρα μου, τι θα έπρεπε να φοβάμαι περισσότερο; Ότι δεν ολοκλήρωσα τα έργα μου ή ότι δεν έμαθα να αγαπώ;
Χριστός: Μη μετράς την αιωνιότητα με τις εκκρεμότητές σου. Εξέτασε αν αγάπησες, αν συγχώρησες, αν αναζήτησες την αλήθεια, αν άφησες χώρο στη μετάνοια. Τα έργα σου έχουν αξία όταν υπηρετούν την αγάπη. Δεν μπορούν όμως να αντικαταστήσουν την καρδιά σου.
Εγώ: Και αν φτάσω μπροστά Σου χωρίς κανένα κατόρθωμα που να αξίζει να αναφέρω;
Χριστός: Θυμήσου τον τελώνη που ζήτησε έλεος. Θυμήσου τον ληστή που στράφηκε προς Εμένα πάνω στον σταυρό. Μη στηρίζεις την ελπίδα σου στην απαρίθμηση των κατορθωμάτων σου. Στρέψου με μετάνοια προς τη φιλανθρωπία του Θεού.
Εγώ: Κύριε, υπάρχει κάτι που θέλω να Σε ρωτήσω, αλλά φοβάμαι την απάντηση. Αν ολόκληρος ο κόσμος ξεχάσει το όνομά μου, αν χαθούν όλα όσα έγραψα, αν δεν μείνει τίποτε που να μαρτυρεί ότι πέρασα από τη γη, θα έχει υπάρξει μάταιη η ζωή μου;
Χριστός: Η ζωή σου δεν γίνεται μάταιη επειδή δεν διατηρήθηκε το όνομά σου στην ανθρώπινη μνήμη. Μη ζητάς από τη φήμη να σου προσφέρει την αιωνιότητα. Η αληθινή ζωή βρίσκεται στην κοινωνία με τον Θεό. Εκεί να στρέφεις την ελπίδα σου.
Εγώ: Τότε, Κύριε, γιατί είπες στους μαθητές Σου να χαίρονται επειδή τα ονόματά τους γράφτηκαν στους ουρανούς;
Χριστός: Για να καταλάβουν ότι η μεγαλύτερη χαρά τους δεν ήταν η εξουσία που έλαβαν, αλλά η σωτηρία στην οποία καλούνταν. Για να μη θεωρήσουν τη δύναμη σημαντικότερη από την αγάπη. Για να μη λησμονήσουν ότι ο προορισμός του ανθρώπου δεν είναι να κυριαρχήσει πάνω στους άλλους, αλλά να ζήσει ενωμένος με τον Θεό.
Έμεινα σιωπηλός. Δεν είχα πια ανάγκη να συνεχίσω τις ερωτήσεις. Το σώμα μου ήταν κουρασμένο, αλλά μέσα μου είχε αρχίσει να υποχωρεί ένας παλιός φόβος: ο φόβος ότι, αν δεν προλάβαινα να κάνω αρκετά, δεν θα άξιζα τίποτε.
Εγώ: Κύριε, μπορώ να Σου ζητήσω κάτι τελευταίο;
Χριστός: Μίλησε, παιδί μου.
Εγώ: Όταν έρθει η ώρα να αφήσω αυτόν τον κόσμο, μη με αφήσεις να κρατώ σφιγμένα στα χέρια μου τα έργα μου, σαν να ήταν αυτά το εισιτήριο της σωτηρίας μου. Βοήθησέ με να τα αφήσω όλα. Να μη φοβάμαι να παρουσιαστώ μπροστά Σου φτωχός. Να μπορώ να πω μόνο: «Ιησού μου, ελέησόν με».
Χριστός: Κράτησε στην καρδιά σου την πρόσκληση του Ευαγγελίου. Μείνε στην αγάπη Μου. Μετανόησε όταν πέφτεις. Σήκω όταν λυγίζεις. Μη χάνεις την ελπίδα σου. Και μάθε να χαίρεσαι όχι επειδή ο κόσμος προφέρει το όνομά σου, αλλά επειδή ο Θεός σε καλεί στη ζωή Του.
Τότε σήκωσα το κεφάλι.
Το καντήλι εξακολουθούσε να καίει. Το Ευαγγέλιο βρισκόταν ανοιχτό μπροστά μου. Δεν είχε συμβεί κάποιο θαύμα που μπορούσα να παρουσιάσω στους ανθρώπους. Δεν είχα ακούσει φωνή από τον ουρανό. Είχα μόνο διαβάσει, προσευχηθεί, κλάψει και αφήσει τον λόγο του Χριστού να ελέγξει την καρδιά μου.
Και όμως, εκείνη τη νύχτα κατάλαβα κάτι που δεν ήθελα ποτέ πια να λησμονήσω.
Δεν χρειάζεται να γίνω μεγάλος για να πλησιάσω τον Χριστό.
Χρειάζεται να πάψω να φοβάμαι να γίνω μικρός.
Δεν χρειάζεται να Του παρουσιάσω μια ζωή χωρίς πληγές.
Χρειάζεται να μη μετατρέψω τις πληγές μου σε εμπόδιο της αγάπης.
Και δεν χρειάζεται να εξασφαλίσω ότι το όνομά μου θα μείνει αιώνια χαραγμένο πάνω στη γη.
Χρειάζεται να ζήσω με πίστη, μετάνοια και ελπίδα, προσμένοντας το έλεός Του.
Έκλεισα τα μάτια μου και ψιθύρισα:
«Κύριε, όταν θα πάψουν να με θυμούνται οι άνθρωποι, αξίωσέ με να μη λησμονήσω Εσένα. Και όταν θα φτάσω στο τέλος του δρόμου, μη με αφήσεις να αναζητώ τη δική μου δόξα. Δώσε μου μόνο το έλεός Σου. Γιατί δεν θέλω να πεθάνω ως άνθρωπος που πίστεψε ότι έγινε άξιος του ουρανού. Θέλω να φύγω ως άνθρωπος που μέχρι την τελευταία του αναπνοή εξακολουθεί να χρειάζεται την αγάπη και τη συγχώρησή Σου».
5. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ
Υπάρχει μια πτώση που δεν ακούγεται πάνω στη γη. Δεν συντρίβει πέτρες, δεν γκρεμίζει οικοδομήματα, δεν αφήνει πίσω της συντρίμμια που μπορούν να περισυλλέξουν τα ανθρώπινα χέρια. Είναι η πτώση που συντελείται μέσα στην καρδιά μου, όταν αρχίζω να πιστεύω ότι μπορώ να υπάρχω χωρίς Εκείνον που μου χάρισε την ύπαρξη. Και υπάρχει μια άλλη κίνηση, αντίθετη προς την πρώτη, τόσο αθόρυβη ώστε ο κόσμος δεν την προσέχει. Είναι η κίνηση ενός ανθρώπου που γονατίζει, αφήνει ένα δάκρυ να κυλήσει στο χώμα και ψιθυρίζει: «Κύριε, ελέησόν με».
Σήμερα, διαβάζοντας την ευαγγελική περικοπή του αγίου Λουκά, στέκομαι ανάμεσα σε αυτές τις δύο κινήσεις. Από τη μία, η αστραπή που πέφτει. Από την άλλη, η ταπεινή καρδιά που στρέφεται προς τον ουρανό. Και αναρωτιέμαι: Πώς είναι δυνατόν εκείνος που θέλησε να υψωθεί να καταλήγει στην πτώση, ενώ εκείνος που ταπεινώνεται να βρίσκει τον δρόμο προς τη Βασιλεία;
Δεν μπορώ να προσπεράσω αυτή την αντίθεση. Γιατί δεν αφορά μόνο την ιστορία της πτώσης του σατανά. Αφορά και τη δική μου καθημερινή πάλη.
Όταν ο Χριστός λέει στους εβδομήντα μαθητές «Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα», αποκαλύπτει τη συντριβή της εξουσίας του εχθρού μπροστά στην επέλαση της Βασιλείας Του. Δεν παρουσιάζει απλώς μια εικόνα για να προκαλέσει τρόμο. Φανερώνει ότι η δύναμη του κακού δεν είναι απόλυτη, ότι ο άνθρωπος δεν είναι καταδικασμένος να παραμένει αιχμάλωτός της.
Και όμως, μέσα σε αυτή τη νίκη, εγώ διακρίνω και μια προειδοποίηση προς την καρδιά μου.
Μπορώ να νικήσω έναν εξωτερικό πειρασμό και να υποδουλωθώ στην υπερηφάνεια για τη νίκη μου. Μπορώ να βοηθήσω έναν άνθρωπο και να απαιτήσω την ευγνωμοσύνη του. Μπορώ να υπερασπιστώ την αλήθεια και να χρησιμοποιήσω την αλήθεια ως όπλο εναντίον της αξιοπρέπειας του αδελφού μου.
Τότε τι έχω πραγματικά κερδίσει;
Αν η αλήθεια που ομολογώ δεν με κάνει ταπεινότερο, μήπως δεν έχω ακόμη επιτρέψει στην αλήθεια να μεταμορφώσει την καρδιά μου;
Αν η αγάπη που κηρύττω δεν με οδηγεί στη συγχώρηση, μήπως αγαπώ περισσότερο την εικόνα μου ως ανθρώπου της αγάπης παρά τον ίδιο τον άνθρωπο;
Και αν μιλώ αδιάκοπα για τον Χριστό, αλλά δεν μπορώ να ανεχθώ να με αγνοήσουν, να με διορθώσουν ή να με ξεχάσουν, ποιον τελικά προσπαθώ να δοξάσω;
Αυτές οι ερωτήσεις με πονάνε. Δεν είναι θεωρητικές. Τις αισθάνομαι μέσα στο σώμα μου. Σφίγγεται ο λαιμός μου όταν θυμάμαι στιγμές που πληγώθηκε ο εγωισμός μου. Βαραίνει το στήθος μου όταν αναγνωρίζω πόσο δύσκολα δέχομαι την αδικία χωρίς να επιθυμώ να αποδείξω την αξία μου.
Και τότε καταλαβαίνω ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της πνευματικής μου ζωής δεν είναι πάντοτε εκείνος που με πολεμά φανερά. Είναι και εκείνη η κρυφή επιθυμία να τοποθετήσω τον εαυτό μου στο κέντρο ακόμη και των ιερών πραγμάτων.
Ο Χριστός όμως δεν αφήνει τους μαθητές Του να μείνουν στην εικόνα της πτώσης.
Τους οδηγεί στη χαρά.
«Χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς».
Εδώ σταματώ.
Ακουμπώ το Ευαγγέλιο πάνω στα γόνατά μου και συλλογίζομαι πόσα χρόνια της ζωής μου αφιέρωσα στην προσπάθεια να αφήσω κάποιο ίχνος πάνω στη γη.
Ήθελα να γράψω. Να δημιουργήσω. Να προσφέρω. Να μη χαθεί ο κόπος μου. Να μη σβηστεί η μνήμη όσων αγάπησα. Να μη γίνουν τα δάκρυα, οι θυσίες και οι αγώνες μας μια αθόρυβη παρένθεση μέσα στην ιστορία.
Και δεν είναι κακό να δημιουργώ. Δεν είναι κακό να εργάζομαι. Δεν είναι κακό να επιθυμώ να αφήσω στους ανθρώπους έναν λόγο παρηγοριάς.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η δημιουργία γίνεται το θεμέλιο της ταυτότητάς μου. Όταν πιστεύω ότι υπάρχω μόνο όσο παράγω. Όταν ο φόβος μήπως δεν ολοκληρώσω το έργο μου γίνεται μεγαλύτερος από την εμπιστοσύνη μου στον Θεό.
Τότε τα ίδια μου τα έργα μπορούν να μετατραπούν σε δεσμά.
Και αναρωτιέμαι: Αν αύριο δεν μπορούσα να γράψω άλλη μία λέξη, θα εξακολουθούσα να είμαι άνθρωπος με προορισμό την αιωνιότητα;
Αν τα χέρια μου έτρεμαν, αν η όρασή μου εξασθενούσε, αν η μνήμη μου άρχιζε να με εγκαταλείπει, θα μειωνόταν η αξία της υπάρξεώς μου;
Όχι.
Γιατί ο Χριστός δεν ήρθε να σώσει μόνο τους δυνατούς, τους παραγωγικούς, τους αναγνωρισμένους και τους επιτυχημένους.
Ήρθε να αναζητήσει και να σώσει το απολωλός.
Ήρθε για τον άνθρωπο.
Για ολόκληρο τον άνθρωπο.
Για το σώμα που πονά, για την ψυχή που θρηνεί, για τη συνείδηση που μετανοεί, για την ύπαρξη που φοβάται τον θάνατο και αναζητά την αιώνια ζωή.
Και εδώ ο στοχασμός μου γίνεται βαθύτερος.
Γιατί ο Χριστός, αμέσως μετά τον λόγο για τα ονόματα που είναι γραμμένα στους ουρανούς, αγαλλιάται τω πνεύματι και δοξάζει τον Πατέρα;
Γιατί χαίρεται για την αποκάλυψη των μυστηρίων της Βασιλείας στους νηπίους;
Μήπως επειδή η ταπείνωση είναι η πύλη από την οποία εισέρχεται ο άνθρωπος στην αληθινή γνώση του Θεού;
Δεν απορρίπτει τη σοφία ο Κύριος. Δεν καταδικάζει τη γνώση, την έρευνα, τη διάνοια. Καταδικάζει την αυτάρκεια που κλείνει την καρδιά απέναντι στη θεία αποκάλυψη.
Μπορώ να γνωρίζω πολλά και να παραμένω πνευματικά τυφλός.
Μπορώ να έχω μελετήσει χιλιάδες σελίδες και να μην έχω μάθει να ζητώ συγχώρηση.
Μπορώ να ερμηνεύω τα λόγια της Αγίας Γραφής και να μην έχω επιτρέψει ούτε σε ένα από αυτά να ελέγξει πραγματικά τη ζωή μου.
Και μπορεί ένας απλός άνθρωπος, χωρίς τίτλους και διακρίσεις, να γονατίζει μπροστά στον Χριστό με τέτοια συντριβή, ώστε η προσευχή του να γίνεται μάθημα για όλους μας.
Σκέφτομαι έναν γέροντα που κάθεται μόνος στο τελευταίο στασίδι της εκκλησίας. Τα γόνατά του δεν τον κρατούν πια. Η αναπνοή του είναι βαριά. Δεν μπορεί να ψάλλει δυνατά. Δεν μπορεί να διαβάσει χωρίς βοήθεια.
Και όμως, τα χείλη του κινούνται αθόρυβα.
«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Ποιος είναι πλουσιότερος εκείνη τη στιγμή; Εκείνος που γνωρίζει να μιλά περί Θεού ή εκείνος που έχει μάθει να παραδίδεται με εμπιστοσύνη στο έλεός Του;
Δεν θέλω να αντιπαραθέσω τη γνώση στην προσευχή. Θέλω να τις δω να συμφιλιώνονται μέσα στην ταπείνωση.
Γιατί η αληθινή θεολογία δεν μπορεί να εξαντλείται στην περιγραφή του Θεού. Οφείλει να οδηγεί τον άνθρωπο στη μετάνοια, στην αγάπη και στη λατρεία.
Και τότε επιστρέφω στην αρχική εικόνα.
Η αστραπή πέφτει.
Το δάκρυ κυλά.
Η αστραπή γίνεται εικόνα της συντριβής της υπερήφανης δύναμης. Το δάκρυ γίνεται εικόνα της ανθρώπινης καρδιάς που επιστρέφει στον Θεό.
Δεν ισχυρίζομαι ότι το δάκρυ μου με σώζει από μόνο του. Ούτε ότι η συγκίνησή μου αποτελεί απόδειξη αγιότητας.
Γνωρίζω πόσο εύκολα μπορώ να συγκινηθώ και ύστερα να επιστρέψω στις ίδιες αδυναμίες.
Αλλά το δάκρυ της αληθινής μετανοίας μπορεί να γίνει η αρχή μιας διαφορετικής ζωής.
Και αυτή η ζωή δεν χρειάζεται να είναι θορυβώδης.
Μπορεί να αρχίσει με μια συγγνώμη.
Με ένα χέρι που απλώνεται προς τον άνθρωπο που πληγώσαμε.
Με μια επίσκεψη σε κάποιον που έχει μείνει μόνος.
Με την απόφαση να μη χρησιμοποιήσουμε την αλήθεια για να εξευτελίσουμε εκείνον που σφάλλει.
Με την προσευχή για κάποιον που δεν μας αγαπά.
Με την αποδοχή ότι και εμείς χρειαζόμαστε έλεος.
Αυτό είναι το μεγαλείο που αρχίζω να αναζητώ.
Όχι το μεγαλείο εκείνου που στέκεται πάνω από τους άλλους.
Αλλά το μεγαλείο της αγάπης που σκύβει για να υπηρετήσει.
Και όταν σκέφτομαι την τελευταία μου ώρα, δεν φαντάζομαι πια έναν άνθρωπο που κρατά στα χέρια του έναν τεράστιο κατάλογο επιτευγμάτων.
Φαντάζομαι έναν άνθρωπο κουρασμένο.
Έναν άνθρωπο που αναπνέει δύσκολα.
Έναν άνθρωπο που ίσως δεν μπορεί πια να προφέρει ολόκληρη την προσευχή του.
Και παρακαλώ τον Χριστό να μου χαρίσει τότε εκείνο που δεν μπορώ να εξασφαλίσω με καμία δική μου δύναμη.
Μια καρδιά που θα εξακολουθεί να Τον αναζητά.
Γιατί η μεγαλύτερη νίκη της ζωής μου δεν θα είναι να έχω αφήσει πίσω μου χιλιάδες έργα.
Θα είναι να μη μετατρέψω ποτέ αυτά τα έργα σε είδωλο.
Να μπορέσω να τα προσφέρω όλα στον Χριστό και να πω:
«Κύριε, ό,τι καλό υπήρξε μέσα τους ήταν δώρο Σου. Ό,τι σκοτεινό αναμείχθηκε με την προσπάθειά μου, συγχώρησέ το. Και ό,τι έμεινε ανολοκλήρωτο, το εμπιστεύομαι στην πρόνοιά Σου».
Τώρα καταλαβαίνω γιατί ο Χριστός οδήγησε τη χαρά των εβδομήντα μαθητών πέρα από την εξουσία τους.
Γιατί η δύναμη μπορεί να χαθεί.
Η ανθρώπινη δόξα μπορεί να σβήσει.
Το σώμα μπορεί να φθαρεί.
Τα έργα μπορεί να λησμονηθούν.
Αλλά η πρόσκληση του Θεού στην αιώνια κοινωνία μαζί Του είναι μεγαλύτερη από κάθε επίγειο κατόρθωμα.
Και τότε, καθώς το πρόσωπό μου ακουμπά στο χώμα, ψιθυρίζω:
«Κύριε, μη με αφήσεις να γίνω αστραπή που θέλησε να υψωθεί και έπεσε. Δίδαξέ με να γίνω ένα ταπεινό δάκρυ που γεννήθηκε από τη μετάνοια. Δεν ζητώ να λάμψω μπροστά στους ανθρώπους. Ζητώ να μη χάσω το Φως Σου. Δεν ζητώ να γίνει το όνομά μου μεγάλο στη γη. Ζητώ να με αξιώσεις να ζήσω αιώνια κοντά Σου. Και αν την τελευταία στιγμή δεν μπορώ να κρατήσω τίποτε άλλο, βοήθησέ με να κρατήσω μέσα στην καρδιά μου μία μόνο επίκληση: Ιησού μου, ελέησόν με».
6. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
«ΚΥΡΙΕ, ΟΤΑΝ ΣΒΗΣΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ, ΑΣ ΜΗ ΣΒΗΣΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ»
«Χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς».
Κύριε Ιησού Χριστέ, έφτασα στο τέλος αυτής της ευαγγελικής πορείας και αισθάνομαι πως δεν έχω πλέον τίποτε να υπερασπιστώ ενώπιόν Σου. Ούτε το όνομά μου, ούτε τους κόπους μου, ούτε τις νίκες μου, ούτε ακόμη και τα δάκρυά μου. Στέκομαι μπροστά Σου όπως θα ήθελα να σταθώ την τελευταία ώρα της ζωής μου. Χωρίς προσωπείο. Χωρίς την ανάγκη να αποδείξω ότι υπήρξα σπουδαίος. Χωρίς να κρύβω την ανθρώπινη αδυναμία μου πίσω από τα έργα που προσπάθησα να πραγματοποιήσω.
Και όμως, Κύριε, πόσο δύσκολο είναι να φτάσω σε αυτή την απλότητα!
Πόσα χρόνια χρειάστηκα για να καταλάβω ότι μπορώ να μιλώ για Εσένα και συγχρόνως να φοβάμαι μήπως οι άνθρωποι πάψουν να μιλούν για εμένα!
Πόσες φορές θέλησα να υπηρετήσω την αλήθεια, αλλά πληγώθηκα όταν κάποιος αμφισβήτησε τον λόγο μου! Πόσες φορές πρόσφερα με αγάπη, αλλά μέσα στην καρδιά μου περίμενα μια μικρή αναγνώριση, ένα ευχαριστώ, μια απόδειξη ότι ο κόπος μου δεν πήγε χαμένος!
Σήμερα όμως ακούω τους εβδομήντα μαθητές να επιστρέφουν χαρούμενοι. Τους βλέπω να στέκονται μπροστά Σου και να ομολογούν ότι ακόμη και τα δαιμόνια υποτάσσονται στο όνομά Σου.
Και ακούω Εσένα να τους οδηγείς πέρα από τον θρίαμβο.
Δεν τους στερείς τη χαρά της απελευθέρωσης των ανθρώπων. Τους αποκαλύπτεις όμως ότι υπάρχει μια χαρά βαθύτερη από κάθε χάρισμα, μεγαλύτερη από κάθε δύναμη, αιώνια σημαντικότερη από κάθε επίγεια νίκη.
Η χαρά της σωτηρίας.
Η χαρά της κοινωνίας με τον Θεό.
Η χαρά εκείνου που δεν αναζητά πλέον την αιωνιότητα μέσα στον θαυμασμό των ανθρώπων, αλλά μέσα στην αγάπη του Πατέρα.
Και τότε, Κύριε, αναρωτιέμαι: Αν σήμερα μου ζητούσες να αφήσω όλα όσα θεωρώ δικά μου, τι θα δυσκολευόμουν περισσότερο να αποχωριστώ;
Τα πράγματα που απέκτησα;
Τα έργα που δημιούργησα;
Ή την εικόνα που έχτισα για τον εαυτό μου;
Γιατί αρχίζω να καταλαβαίνω ότι η βαθύτερη φτώχεια μου δεν βρίσκεται σε όσα στερήθηκα. Βρίσκεται σε όσα φοβάμαι να παραδώσω.
Φοβάμαι να παραδώσω τον έλεγχο.
Φοβάμαι να αποδεχθώ ότι ο χρόνος μου έχει όρια.
Φοβάμαι να αναγνωρίσω πως κάποτε τα χέρια μου θα πάψουν να γράφουν, τα μάτια μου θα κλείσουν και η φωνή μου δεν θα μπορεί πια να προφέρει το όνομά Σου.
Και όμως, Κύριε, αυτή η φθαρτή σάρκα δεν είναι κάτι ξένο προς την αγάπη Σου.
Εσύ προσέλαβες την ανθρώπινη φύση.
Εσύ γνώρισες την πείνα, τη δίψα, την κόπωση, τα δάκρυα.
Εσύ στάθηκες μπροστά στον τάφο του Λαζάρου και δάκρυσες.
Εσύ άπλωσες τα χέρια Σου επάνω στον Σταυρό.
Και Εσύ ανέστης, ανοίγοντας στον άνθρωπο την ελπίδα ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο.
Γι’ αυτό δεν θέλω να περιφρονήσω το σώμα μου. Δεν θέλω να το θεωρήσω ένα άχρηστο περίβλημα που κάποτε θα εγκαταλείψω. Είναι μέρος της ανθρώπινης υπάρξεώς μου, που καλείται και αυτή στην ανάσταση.
Με αυτά τα χέρια αγκάλιασα.
Με αυτά τα μάτια αντίκρισα πρόσωπα αγαπημένα.
Με αυτή τη φωνή ζήτησα συγχώρηση.
Με αυτή την καρδιά πόνεσα για ανθρώπους που έφυγαν από κοντά μου.
Και με αυτή τη σάρκα, που σήμερα κουράζεται και αύριο θα επιστρέψει στη γη, γονατίζω μπροστά Σου και Σε παρακαλώ να με ελεήσεις.
Δεν ζητώ να αποφύγω με κάποιο θαύμα κάθε ανθρώπινη δοκιμασία.
Ζητώ να μη χάσω την πίστη μου μέσα στη δοκιμασία.
Δεν ζητώ να μη γνωρίσω ποτέ τον φόβο.
Ζητώ να μη με οδηγήσει ο φόβος μακριά από την αγάπη.
Δεν ζητώ να μην κλάψω.
Ζητώ τα δάκρυά μου να μη γίνουν απόγνωση.
Και τώρα, Κύριε, θυμάμαι εκείνους που δεν βρίσκονται πια δίπλα μου.
Θυμάμαι τα ονόματά τους.
Τα προφέρω μέσα μου ένα προς ένα, σαν να ανάβω μικρά καντήλια σε έναν σκοτεινό ναό.
Κάθε όνομα είναι μια ολόκληρη ζωή.
Μια παιδική ηλικία.
Μια φωνή.
Ένα βλέμμα.
Ένα τραπέζι όπου κάποτε καθίσαμε μαζί.
Μια αγκαλιά που δεν ολοκληρώθηκε.
Ένας αποχαιρετισμός που ήρθε πριν προλάβω να πω όσα ήθελα.
Και καθώς τα θυμάμαι, αισθάνομαι την καρδιά μου να σφίγγεται.
Γιατί η αγάπη δεν συνηθίζει εύκολα την απουσία.
Μπορεί να μάθει να ζει μαζί της, αλλά δεν παύει να αναζητά εκείνον που έχασε.
Γι’ αυτό Σε παρακαλώ, Κύριε, για όλους τους κεκοιμημένους.
Ανάπαυσέ τους κατά το μέγα Σου έλεος.
Συγχώρησε όσα η ανθρώπινη αδυναμία δεν κατόρθωσε να θεραπεύσει.
Και αξίωσέ μας να προσμένουμε την κοινή Ανάσταση, όχι σαν ανθρώπους που απαιτούν να γνωρίζουν τα μυστήρια της κρίσεώς Σου, αλλά σαν παιδιά που εμπιστεύονται τη φιλανθρωπία του Πατέρα τους.
Και τότε θυμάμαι τη δεύτερη μεγάλη εικόνα του σημερινού Ευαγγελίου.
«Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα».
Μια αστραπή.
Μια πτώση.
Μια δύναμη που συντρίβεται μπροστά στη Βασιλεία Σου.
Και απέναντί της, ένας άνθρωπος γονατισμένος.
Εγώ.
Ένας άνθρωπος που δεν έχει καμία δύναμη να καυχηθεί.
Που δεν μπορεί να διατάξει τον χρόνο να σταματήσει.
Που δεν μπορεί να διατάξει τον θάνατο να φύγει.
Που δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη σωτηρία του με την προσωπική του αξία.
Και όμως, ένας άνθρωπος που μπορεί ακόμη να μετανοήσει.
Να συγχωρήσει.
Να αγαπήσει.
Να επιστρέψει.
Κύριε, πόσο συγκλονιστικό είναι αυτό!
Εκείνος που θέλησε να υψωθεί απομακρυνόμενος από τον Θεό γίνεται εικόνα της πτώσης.
Και ο άνθρωπος που ταπεινώνεται ενώπιόν Σου καλείται να υψωθεί διά της χάριτός Σου.
Όχι επειδή η ταπείνωσή του τον καθιστά αυτάρκη.
Αλλά επειδή η ταπείνωση ανοίγει την καρδιά του στο δώρο της θείας αγάπης.
Τώρα καταλαβαίνω και γιατί αγαλλίασες τω πνεύματι, δοξάζοντας τον Πατέρα που αποκάλυψε τα μυστήρια της Βασιλείας στους νηπίους.
Γιατί το νήπιο δεν εμφανίζεται μπροστά στον πατέρα του κρατώντας έναν κατάλογο κατορθωμάτων.
Απλώνει τα χέρια.
Και περιμένει να το αγκαλιάσουν.
Αυτή την καρδιά ζητώ, Κύριε.
Όχι καρδιά που αγνοεί την αλήθεια.
Όχι καρδιά που περιφρονεί τη γνώση.
Αλλά καρδιά που, ακόμη και όταν γνωρίζει πολλά, δεν παύει να αναγνωρίζει πόσα έχει ανάγκη να διδαχθεί.
Καρδιά που δεν ντρέπεται να πει «έσφαλα».
Καρδιά που δεν φοβάται να ζητήσει συγχώρηση.
Καρδιά που δεν χρησιμοποιεί την αλήθεια για να συντρίψει τον αδελφό της, αλλά την υπηρετεί με αγάπη.
Και αν κάποτε αξιωθώ να αφήσω πίσω μου έργα που θα βοηθήσουν έστω και έναν άνθρωπο να Σε αναζητήσει, θα ήθελα να μη γίνουν αυτά τα έργα μνημείο του ονόματός μου.
Θα ήθελα να γίνουν μικρά παράθυρα.
Να τα ανοίγει κάποιος μέσα στη νύχτα της ζωής του και να βλέπει πέρα από εμένα.
Να βλέπει Εσένα.
Αν ένας άνθρωπος που βρίσκεται στην απόγνωση διαβάσει έναν λόγο και βρει τη δύναμη να προσευχηθεί, αυτό θα είναι αρκετό.
Αν κάποιος που θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο θυμηθεί ότι ο Χριστός κάλεσε τον τελώνη και δέχθηκε τη μετάνοια του ληστή, αυτό θα είναι αρκετό.
Αν κάποιος που πενθεί μπορέσει να ψιθυρίσει μέσα στα δάκρυά του «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών», αυτό θα είναι αρκετό.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζουν ποιος έγραψε.
Αρκεί να μη λησμονήσουν Εκείνον για τον Οποίο γράφτηκαν οι λέξεις.
Και τώρα, Κύριε, φτάνω στην τελευταία μου εξομολόγηση.
Δεν γνωρίζω πόσες ημέρες μου απομένουν.
Δεν γνωρίζω πόσα έργα θα προλάβω να ολοκληρώσω.
Δεν γνωρίζω ποια δοκιμασία περιμένει αύριο την πόρτα μου.
Γνωρίζω όμως ότι σήμερα μπορώ ακόμη να Σε αγαπήσω.
Σήμερα μπορώ να ζητήσω συγχώρηση.
Σήμερα μπορώ να αγκαλιάσω έναν άνθρωπο.
Σήμερα μπορώ να προσφέρω ένα ποτήρι νερό.
Σήμερα μπορώ να σταθώ μπροστά στην εικόνα Σου και να πω με όση αλήθεια διαθέτει η πληγωμένη καρδιά μου:
«Κύριε, γενηθήτω το θέλημά Σου».
Και όταν έρθει η ώρα που η αναπνοή μου θα γίνει αδύναμη, όταν το σώμα μου δεν θα μπορεί πια να υπακούσει στη θέλησή μου, όταν τα μάτια μου θα αναζητούν το τελευταίο φως αυτού του κόσμου, δεν θέλω να με απασχολεί αν οι άνθρωποι θα θυμούνται το όνομά μου.
Θέλω να με απασχολεί μόνο αν έμαθα να αγαπώ.
Αν συγχώρησα.
Αν μετανόησα.
Αν στάθηκα δίπλα στον πληγωμένο.
Αν κράτησα την ελπίδα μου στην Ανάσταση.
Και τότε, Κύριε, αν μπορώ ακόμη να κινήσω τα χείλη μου, θα ήθελα να προφέρω την προσευχή του ληστή:
«Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου».
Δεν θα απαιτήσω απάντηση.
Δεν θα παρουσιάσω τίτλους.
Δεν θα επικαλεστώ τα έργα μου σαν να αποτελούν δικαίωμα απέναντί Σου.
Θα εμπιστευθώ τον εαυτό μου στο έλεός Σου.
Γιατί αυτό είναι τελικά το μυστήριο που μου αποκάλυψες σήμερα μέσα από την επιστροφή των εβδομήντα μαθητών.
Δεν είναι η μεγαλύτερη χαρά να με γνωρίζει ο κόσμος. Είναι να ζω με την ελπίδα ότι θα με δεχθείς στη Βασιλεία Σου.
Δεν είναι η μεγαλύτερη νίκη να υποτάσσονται δυνάμεις μπροστά μου.
Είναι να μη με υποτάξει η υπερηφάνεια.
Δεν είναι η μεγαλύτερη δόξα να αφήσω το όνομά μου χαραγμένο στην ιστορία.
Είναι να αγωνιστώ με πίστη και μετάνοια για την αιώνια κοινωνία μαζί Σου.
Και αν κάποτε σβηστούν οι λέξεις μου, αν χαθούν τα βιβλία μου, αν η γη σκεπάσει το σώμα μου και ο χρόνος σβήσει κάθε ανθρώπινη ανάμνηση, δεν θέλω να φοβάμαι.
Γιατί Εσύ δεν είσαι Θεός νεκρών, αλλά ζώντων.
Και η Ανάστασή Σου είναι η ελπίδα μου.
Γι’ αυτό, Κύριε, απόψε δεν Σε παρακαλώ να με κάνεις μεγάλο.
Σε παρακαλώ να με κάνεις αληθινό.
Να μου δώσεις τη δύναμη να μετανοώ χωρίς να απελπίζομαι.
Να εργάζομαι χωρίς να υπερηφανεύομαι.
Να αγαπώ χωρίς να απαιτώ.
Να πενθώ χωρίς να αρνούμαι την Ανάσταση.
Να ζω χωρίς να ξεχνώ ότι η ζωή μου είναι δώρο.
Και να πεθάνω, όταν έρθει η ώρα μου, όχι ως άνθρωπος που θεωρεί ότι κατέκτησε τον ουρανό, αλλά ως άνθρωπος που μέχρι την τελευταία του αναπνοή εμπιστεύεται το έλεός Σου.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του ζώντος, όταν σβήσει το όνομά μου από τη μνήμη της γης, ας μη σβήσει ποτέ από την καρδιά μου το δικό Σου.
Και όταν δεν θα μπορώ πια να κρατήσω τίποτε, αξίωσέ με να μη θελήσω να κρατήσω ούτε την ίδια μου τη δόξα.
Να ανοίξω μόνο τα άδεια μου χέρια.
Και να ψιθυρίσω:
«Μνήσθητί μου, Κύριε».
Αμήν.

Πρόσφατα Σχόλια