Η λειτουργία του οργασμού μέσο κυριαρχίας και υποταγής. Μέρος 2ο

Γνωρίζοντας τόσο από την παράδοση όσο κι από το συνολικό πνεύμα και τις περιγραφές της Παλαιάς Διαθήκης την καταχρηστική χρήση της οργασμικής λειτουργίας, οι πατέρες της εκκλησίας διάκεινται από αρνητικό πνεύμα ως προς αυτή. Ο Ευγένιος Βούλγαρις στο μνημειώδες έργο του σελ. 431 μιλάει περί του «προγονικού μιάσματος» και λίγο πιο κάτω αναφέρεται με τον πιο υποτιμητικό τρόπο για τη συνουσία και τον τρόπο σύλληψης και τεκνογονίας: «Εις γαρ ούτος οχετός, δι’ ο ρύακος δίκην υπορρεί των ανθρώπων τοις πώπωτε γενομένοις ή και  γεννησομένοις άπασι το μοχθηρόν μίασμα, η δια σπερμογονίας  εμπαθούς τε και φιληδόνου γινομένη ρύσις, δι’ ης συλλαμβάνεται έκαστος».[1] Μετάφραση: «Δια μιας οδού, (του σπερματικού πόρου), σαν το ρυάκι ρέει στους ανθρώπους από την αρχή της δημιουργίας τους και της γέννησής τους το μοχθηρό μίασμα, η φιλήδονη εκσπερμάτιση δια της οποίας ο καθένας μας συλλαμβάνεται».

Το πρώτο φιλί ήταν καθαρό κι αγνό προερχόμενο από τα βάθη της ψυχής και της ουσίας μας σε μια Φύση ειρηνική και παραδεισένια όπου δεν ίσχυε το “θάνατός σου ζωή μου”.

Όμοια με την άποψη του Βούλγαρη το  όλο πνεύμα των Ορθόδοξων πατέρων στο ίδιο μήκος κύματος κινείται.

Προβλέποντας ο Θεός την επερχόμενη μέλλουσα παράβαση και ανυπακοή στις εντολές του, και την επικείμενη καταδίκη του ανθρώπινου γένους σε θάνατο, δημιούργησε τα δύο φύλα τον άνδρα και τη γυναίκα και πρόσταξε να αυξάνονται και να πληθύνονται δια της παιδοποιΐας. Τροποποίησε κατάλληλα τη διαδικασία της φυσικής αυξήσεως των μελλόντων να παραστρατήσουν ώστε αντί του μεγαλοφυούς σχεδίου δημιουργίας των αγγέλων όπου προορίζονταν για να πληθύνονται άγγελοι και άνθρωποι, από τη στιγμή της πτώσης να πολλαπλασιάζονται με τον κτηνώδη και ζωώδη (άλογο) τρόπο εμφυτεύοντας στην ανθρωπότητα τη  διαδοχή δια της συνάφειας και συνουσίας των δύο φύλων.[2]

Την ίδια γνώμη συμμερίζεται και ο Ιερώνυμος σχετίζοντας την αρχή του γάμου με την πτώση των πρωτοπλάστων.[3]

Με τους πιο πάνω πατέρες φαίνεται να συμφωνεί και ο θείος Χρυσόστομος όταν παρατηρεί ότι «μετά την παρακοή, μετά την έκπτωση εκ του παραδείσου, τα της συνουσίας αρχή λαμβάνει. Γιατί πριν την παρακοή οι πρωτόπλαστοι εμιμούνταν τον αγγελικό βίο και ουδαμού υπήρχε λόγος περί συνουσίας. Πως γινόταν τότε, ούτε στις σωματικές ανάγκες υπέκειντο, ούτε από αυτές εξαρτώνταν; Συμπεραίνουμε επομένως ότι εξ αρχής και εκ προοιμίου ίσχυε η αρχή της παρθενίας. Αλλά επειδή από τη ραθυμία υπεισήλθε η παρακοή κι έγινε η κατακλυσμιαία είσοδος όλων των δεινών που φέρνει η αμαρτία, η αρχή της παρθενίας ξέπεσε  και στη θέση της μπήκε ο νόμος της συνουσίας».[4]

Πιο μετριοπαθής και χωρίς δριμύτητα στο λόγο του είναι ο ιερός Αυγουστίνος. Δέχεται μεν ότι ο γάμος συστάθηκε στον παράδεισο μέσω της διαδικασίας της δημιουργίας και της εντολής «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε», υποστηρίζει δε ότι η σαρκική επιθυμία, η συνοδεύουσα ήδη το γενετήσιο ένστικτο, άτακτη, κι αυτή καθ’ εαυτή κακή, είναι συνέπεια της αμαρτίας, ενώ εάν οι πρωτόπλαστοι παρέμεναν στην κατάσταση της αθωότητας, οι συζυγικές αυτών σχέσεις θα διατελούσαν υπό το κράτος του λογικού και η θέληση του ζευγαριού θα κυριαρχούσε των αισθήσεων.[5]  Προφανώς οι άνθρωποι θα πολλαπλασιάζονταν με τον ίδιο τρόπο που τώρα παίρνουν αποφάσεις για καθημερινές ασχολίες της ζωής, να μαγειρέψουν, να πλυθούν, να ασκηθούν στο γυμναστήριο, κ.ά. χωρίς να συνυπάρχει το αισθησιακό, λάγνο μέρος του οργασμού.

Και δεχόμαστε ότι και στον παράδεισο ο Αδάμ δεν θα ήταν στερημένος φυσικών επιθυμιών, αλλά αυτές διατελούσαν κάτω από τον έλεγχο του λογικού και χαλιναγωγούνταν πλήρως από το πνεύμα ώστε με κανένα λόγο δεν αποτελούσαν φυσικό κακό. Μετά την παράβαση όμως οι φυσικές επιθυμίες αποχαλινώθηκαν και υπέταξαν το πνεύμα στη σάρκα και αμέσως άρχισε η σύγκρουση και η διαπάλη όπως διαβεβαιώνουν οι λόγοι της Γραφής: «Κάθε ένας από μας ερεθίζεται και ωθείται στην αμαρτία από τη δική του σαρκική επιθυμία που τον παρασύρει και με το δόλωμα της ηδονής τον ελκύει να παραβεί τον Ηθικό Νόμο· στη συνέχεια η επιθυμία του αυτή ενεργεί σαν μια πονηρή γυναίκα η οποία από την παράνομη ένωσή της με τη συγκατάθεση της θέλησης του ανθρώπου γεννάει αμαρτωλές πράξεις τη μια πίσω από την άλλη, η δε αμαρτία όταν συντελεστεί και καταστεί πλήρης κυριεύει την ψυχή και  γεννά τον θάνατο». (Επιστολή Ιακώβου, 1, 14-15). Όμοια και ο Απόστολος Παύλος γράφει: «η σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός· ταύτα δε αντίκεινται αλλήλοις ώστε να μην πράττετε χωρίς αντίδραση εκείνα που θέλετε» (Προς Γαλάτας, 5, 17).

Για τούτο καταλήγει ότι «για να αποφεύγονται οι πορνείες κάθε άνδρας να έχει την γυναίκα του και κάθε γυναίκα τον άνδρα της» (Προς Κορινθίους Α΄, 7, 2) υπονοώντας ότι η σωφροσύνη και ο αγώνας για την εγκράτεια αποτελούν θεμέλιο λίθο υπακοής στον Ηθικό Νόμο που αποσκοπεί στην προκοπή και τελειοποίηση των συζύγων.

Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η αειπάρθενος Μαρία η οποία καθαγιάσθηκε από το προπατορικό αμάρτημα όταν «Πνεύμα Άγιον επήλθεν επ’ αυτήν κατά τον Κυρίου λόγον, ον είπεν ο άγγελος, καθαίρον αυτήν», λέγει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ομοίως κατά τα Συμβολικά βιβλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας η Θεοτόκος κηρύττεται υπό της εκκλησίας ότι και αυτή υπήρξε ένοχος της αρχέγονης και προπατορικής αμαρτίας, όπως όλοι οι άνθρωποι… και με τον ίδιον όπως οι άλλοι άνθρωποι τρόπο, συνελήφθη και γεννήθηκε (ετέχθη) επήλθε δε επ’ αυτή το Πνεύμα το Άγιο προ της συλλήψεως του Κυρίου, ίνα καθαρίσει ταύτην και δοχείον άξιον της σκηνώσεως του Λόγου (Ιησού Χριστού) καταστεί. Είχε δε αυτή ανάγκη καθάρσεως. [6]

 

 

[1]Ευγενίου Βουλγάρεως: Μνημειώδης έργον, σελ. 431).

[2] Γρηγορίου Νύσσης, «Περί κατασκευής του ανθρώπου», κεφ. 17, Μ. 44, σ.σ. 188-189. Δαμασκηνού, μνημ. έργ. Δ 24, Μ. 94, 1208. Αναφέρεται από τον Παναγιώτη Τρεμπέλα στη ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», Τόμος Γ΄, Εκδόσεις Αδελφότητος Ο Σωτήρ, Αθήνα 1961, σελ. 330.

[3]Ιερώνυμος (Epist. 22, 19, M.L. 22, 406).

[4]Ιωάννου Χρυσοστόμου: «Ομιλία εις την Γένεσιν 18 παργρφ. 4».

[5]De nupt. Et concupis. I, c.22, παργρφ. 24, και c. 24, παργρφ. 27, M.L. 44, 427, 428, και De Genesi at litteram IX  παργρφ. 6, 14, 16, 18, M.L. 34, 395, 398, 399.

6)Δαμασκηνού μνημ, εργ. Γ΄ , 2, Μ. 94, 985, του ιδίου, Λόγος εις το γενέσιον της Θεοτόκου 1, παργρφ. 2 Μ. 96, 664. Αναφέρεται από τον Τρεμπέλα Παναγιώτη: ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», Τόμος Α΄ , Εκδόσεις Αδελφότητος Θεολόγων η «ΖΩΗ» Αθήνα 1959, σελ. 561.

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.