«Nulla fides Grajis! Garrula gens Grajum!»
Αυτά έγραφε για τους Έλληνες το 1773 ο Riedesel, ένας Ολλανδός περιηγητής της εποχής εκείνης, από το Άμστερνταμ, ο οποίος περιπλανήθηκε τόσο στην υπόδουλη στους Τούρκους Ελλάδα, όσο και στη Μεγάλη Ελλάδα της Σικελίας και γνώρισε τη φάρα των Ελλήνων από κοντά.
Τι σημαίνει το λατινικό ρητό; «Καμιά πίστη στους Έλληνες! Το φλύαρο γένος των Ελλήνων!»
Για την φλυαρία των Ελλήνων κι όχι το λακωνίζειν των Σπαρτιατών θα θέλαμε να αναφέρουμε μερικές σημαντικές παρατηρήσεις.
Πολλοί Έλληνες έχουν ιδιαίτερο ταλέντο στο λόγο. Ξέρουν να μιλούν με ελκυστικό, ενδιαφέροντα, με πειστικότητα και μοναδική. Τόσο όμορφα και με τόση ευγλωττία, ώστε να χαίρονται οι άλλοι να τους ακούν. Οι Έλληνες αλλά και κάθε λαός, θαυμάζουν εκεί νους που έχουν τέτοιο δυνατό λόγο. Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο για του Ανδρέας θεωρούνταν από τους πιο δυναμικούς και ικανούς πολιτικούς ρήτορες στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας.
Αν το να θαυμάζεις κάποιον είναι σημαντικό και εντυπωσιακό μεγαλύτερη τέχνη και αξία θα λέγαμε έχει από πνευματικής πλευράς να ξέρεις να ακούς. Είναι μια αρετή σπάνια θα λέγαμε για τους Έλληνες. Οι περισσότεροι είναι φλύαροι και μιλούν ασταμάτητα ενώ είναι πολύ λίγο ενδιαφερόμενοι στο ν’ ακούν τον συνομιλητή τους. Συχνά δεν προσέχουν τα λόγια του καθώς την ώρα που αυτός επιχειρηματολογεί ο ακροατής, κατασκευάζουν στη σκέψη τους τα επιχειρήματα με τα οποία θα επικρατήσουν στην άποψή τους σε σχέση με τον συνομιλητή τους.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο Έλληνας εν πρώτοις είναι ανυπόμονος. Για να ακούει τον άλλον χρειάζεται υπομονή. Να ασκηθεί στο να δίνει στον ομιλητή την άνεση και το χρόνο να αναπτύξει τη σχέση του, να εκφράσει τα τις απόψεις του, την ανησυχία του, για το θέμα που συζητείται. Αν τύχει και ο ομιλητής είναι αργός, ασαφής στη διατύπωση των σκέψεων τότε φαίνεται η αγένεια και η έλλειψη σεβασμού προς τον ομιλούντα.
Όπως έλεγαν οι αρχαίοι «οι άνθρωποι έχουν δύο αυτιά και μία γλώσσα ώστε ν’ ακούν περισσότερο και να μιλούν λιγότερο», εμείς επανειλημμένα έχουμε προτείνει ιδιαίτερα σε ομαδικές συναθροίσεις, πολιτικές συγκεντρώσεις, σε διαλέξεις ακόμη και σε Συνέδρια, να ακούν εννέα φορές τον συνομιλητή τους και τη δέκατη να μιλούν. Κι όμως σπάνια εισακουσθήκαμε όσες φορές και αν το επαναλάβαμε. Η γλώσσα των Ελλήνων προτρέχει της διανοίας των. Έστω κι αν η γλώσσα περιορίζεται από το διπλό τείχος των οδόντων και τα χείλη εις μάτην το προτείναμε.
Τούτο συμβαίνει διότι ο εγωισμός μας είναι τεράστιος και η ταπείνωση στους Έλληνες ελλείπει παντελώς όπως και η ματαίωση. Τα αποκλείει ο ναρκισσισμός μας, ο οποίος ευθύνεται για τα ομαδικά πάθη μας όπως και για την ενεστώτα καταστροφή και παρακμή μας σε όλα τα επίπεδα· πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, μορφωτικά, εκπαίδευσης, αγωγής, ηθικής ανάπτυξης, ψυχικής και πνευματικής ωριμότητας, τα πολιτισμικά και σε κάθε μορφή δραστηριότητάς μας.
Για να ακούμε τον άλλο προαπαιτείται ταπείνωση. Συνήθως προτιμούμε να ασχολούνται οι άλλοι με τα δικά μας προβλήματα, απαιτούμε να ακούσουν τις δικές μας απόψεις, να προβληματισθούν για τις δικές μας απόψεις. Εμείς να μιλάμε, οι άλλοι να ακούν. Αυτό όμως είναι εγωιστικό. Για το λόγο αυτό ο απόστολος Παύλος μας συμβουλεύει κάτι που ισοπεδώνει τον ατομοκεντρισμό: «Μη τα εαυτών έκαστος σκοπείτε, αλλά και τα ετέρων έκαστος», (Φιλιπ. Κεφ. Β΄, στ.4). Μην κοιτάτε τα δικά του συμφέροντα ο καθένας, μην ασχολείσθε μόνο με τον εαυτό σας, αλλά κοιτάζετε, τι χρειάζεται και ο άλλος. Όχι κέντρο των ενδιαφερόντων, των επιδιώξεων και προγραμμάτων σας ο εαυτός σας, αλλά την προτεραιότητα να την δίνετε στον άλλο. Αυτό διδάσκει η ταπείνωση.
Αντίθετα με τον εγωισμό, που επιμένει πάντα να προβάλλει τη δική μας αξία, η ταπείνωση μας διδάσκει να σεβόμαστε την αξία του άλλου. Μόνο τότε μπορούμε να ακούσουμε το διπλανό μας. Ο κάθε άνθρωπος ένας ολόκληρος κόσμος. Ένας κόσμος ενδιαφέρον, εντυπωσιακός, για το περιεχόμενο, τις αναζητήσεις του, τους πόνους του και τις χαρές του. Όταν τον ακούμε με σεβασμό ένας κόσμος γεμάτος εκπλήξεις ανοίγεται μπροστά μας. Δεν πρέπει να αδημονούμε για να αρχίσουμε εμείς. Ο ταπεινός δεν βιάζεται όταν ακούει τον άλλον. Ελέγχει το «εγώ» του δεν κάνει εσφαλμένες και άδικες κρίσεις πριν καλά καλά τελειώσει ο ομιλητής του.
Ο ταπεινός χαίρεται να ακούει τον άλλο με προσοχή, προσπαθεί να κατανοήσει εκείνα που λέγει. Και αυτό συχνά δεν είναι εύκολο. Πρέπει να σκύψεις για να εισέλθεις στον κόσμο του άλλου, να δώσεις πολύτιμο χρόνο από τον δικό σου, να μοιρασθείς μαζί του τα συναισθήματα και τις σκέψεις του, να δείξεις δηλαδή «ενσυναίσθηση». Πολύ περισσότερο να φτάσεις στη «συναισθηματική αφομοίωση», να βιώνεις έκδηλα τον πόνο, τη λύπη, το φόβο, τη σύγχυση αισθημάτων και σκέψεων, τη δυστυχία, το άγχος, την αγωνία του άλλου.
Όμως αυτές οι υπέρτατες λειτουργίες της ενσυναίσθησης και της συναισθηματικής αφομοίωσης δεν μπορεί να λειτουργήσουν αν ο ομιλητής δεν διαθέτει γνήσια και αυθόρμητη αγάπη για τον πλησίον του. Αν τα κίνητρά του δεν είναι αυθεντικά προερχόμενα από συναισθήματα αποδοχής και άκρατου ενδιαφέροντος με τον συνομιλητή του. Τότε μόνο μπορεί να βοηθήσει, να ανακουφίσει να συζητήσει ουσιαστικά το πρόβλημα του άλλου και να προσπαθήσει να προτείνει κάποια λύση. Φυσικά δεν μιλάμε για θετική μεταβίβαση (positive transferance) εδώ γιατί δεν πρόκειται για ψυχαναλυτικής υφής διαδικασία, ούτε ο απλός ομιλητής είναι εξειδικευμένος στην ψυχανάλυση. Έχει όμως λόγω γνησιότητας, αγάπης, σεβασμού και ταπείνωσης μια πηγαία κι ελκυστική τάση να γίνεται σεβαστός, και «να ανοίγει» το έρκος των οδόντων του συνομιλητή του.
Η αγάπη συμπονά, συμπάσχει, «ου ζητεί τα εαυτής», (Α΄, Κορινθ. Κεφάλαιο 13, στ. 5). Δεν ζητεί το δικό της, κοιτά περισσότερο το πρόβλημα του άλλου. Οι άνθρωποι της αγάπης ξέρουν έμφυτα ν’ ακούν, να μαθαίνουν για τον διπλανό τους, να μπαίνουν στον κόσμο του να κατανοούν και τελικά να βοηθούν.
Η αγάπη γίνεται μια αποφασιστική έξοδος από τον εαυτό μας και μια δυναμική είσοδος στον κόσμο του πλησίον, καταλήγει πρόθυμη διακονία του άλλου, Ακόμη κι αν δεν έχουμε τη δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής βοήθειας του πλησίον. Αυτός καταλαβαίνει πως κάποιος τον άκουσε, τον πρόσεξε, τον κατανόησε, πόνεσε, έκλαψε μαζί του και η επακόλουθη ανακούφιση είναι ακαριαία. «Με ένιωσε, με κατανόησε, δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο!»
Είναι τέχνη να ακούμε κι όχι να φλυαρούμε ή να κοιτάζουμε το ρολόι δείχνοντας στον άλλο πως δεν έχουμε καιρό τώρα, ίσως αργότερα ν’ ασχοληθούμε μαζί του.
Αν οι σύζυγοι εξασκούσαν την τέχνη να ακροώνται ο ένας σωστά τον άλλο, θα ήταν πιο εύκολη η συνεννόηση μεταξύ τους και θα ένιωθαν τα αποτελέσματα· ειρήνη κι ευχάριστη συνύπαρξη. Θα χαίρονταν να είναι ο ένας κοντά στον άλλο και να μοιράζονται σκέψεις και συναισθήματα. Τι άλλο είναι η ευτυχία;
Αν αυτή την τέχνη την εξασκούσαν οι γονείς στις σχέσεις τους με τα παιδιά τους η αγωγή και η εκπαίδευση των παιδιών θα αποδεικνύονταν αποτελεσματικότερες. Στην επικοινωνία τους με τα παιδιά θα τα άκουγαν υπομονετικά, δεν θα βιάζονταν να δώσουν οδηγίες ή να επιβάλλουν αυτό που θεωρούν στα παιδιά τους πριν ακόμη καταλάβουν τις ανάγκες τους, τα συναισθηματικά κίνητρά τους ώστε να κατανοήσουν καλλίτερα τη συμπεριφορά τους και να τα βοηθήσουν ουσιαστικότερα.
Όμοια αν αυτή τη τέχνη την εξασκούσαν και οι δάσκαλοι με τους μαθητές τους αν μαθήτευαν και διδάσκονταν με βάση τις αρχές της σχεσιοδυναμικής[1] η διδασκαλία τους θα ήταν απίστευτα αποδοτικότερη.
«Έστω πας άνθρωπος ταχύς εις το ακούσαι, βραδύς εις το λαλήσαι», συμβουλεύει ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος (Επιστολή, κεφ. 1, στ.19). Η προτροπή αφορά κυρίως την ακρόαση του θείου λόγου και στην διδαχή του. Έχει όμως μεγάλη σημασία και χρησιμότητα και στην ακρόαση του ανθρώπινου λόγου.
Γενικότερο συμπέρασμα ας είναι να ακούμε περισσότερο, να μιλούμε λιγότερο να συνειδητοποιήσουμε πότε ο λόγος μας καταντά φλυαρία και άσκοπη περιττολογία. Χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε την τέχνης του να είσαι σωστό ακροατής, να ακούς με υπομονή, με ταπείνωση, με αγάπη. Η τε΄χνη της σωστής ακρόασης αξίζει περισσότερο από οποιαδήποτε τέχνη ομιλητικής και ρητορικής.
Σ.γ.: Η εργασία αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον πατέρα Ευστράτιο ιεροκήρυκα στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου και Αγίου Χριστοφόρου, Ρίου.
Κοσμόπουλος Αλέξανδρος: ΣΧΕΣΙΟΔΥΝΑΜΙΚΗ, Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, Αθήνα 1983.
Πρόσφατα Σχόλια