Οι υπερτασικοί ασθενείς θεωρούνται ως ομάδα υψηλού κινδύνου για σοβαρή λοίμωξη από τον κορωνοϊό; Μέρος 1ο

Προκαταρκτικά επιστημονικά δεδομένα από τους επιδημιολόγους της Κίνας που βασίσθηκαν στη μόλυνση από τον κορωνοϊό στη επαρχία Wuhan έδειξαν ότι οι ασθενείς που είχαν σοβαρή μόλυνση ή που απεβίωσαν από τον κορωνοϊό ήταν κατά βάση μεγάλης ηλικίας (άνω των 80), ή και είχαν άλλες συν-νοσηρότητες όπως υπέρταση σε ποσοστό (30-50%), σακχαρώδη διαβήτη (20-25%), στεφανιαία νόσο (10-20%) και διαταραχές πηκτικότητας του αίματος κυρίως (αυξημένα D-dimer) (1-2).

Πού μπορεί να οφείλεται η συσχέτιση της υπέρτασης με την χειρότερη έκβαση των ασθενών που μολύνονται από τον Covid -19;

Η αναφερόμενη συσχέτιση μεταξύ της αρτηριακής υπέρτασης και του SARS-CoV2 (COVID-19) είναι πολύ πιθανό να υπόκειται στην επίδραση συγχυτικών παραγόντων, όπως είναι η ηλικία και οι συννοσηρότητες. Γνωρίζουμε όμως ότι η αρτηριακή υπέρταση είναι πολύ συχνότερη στους ηλικιωμένους και συνδέεται συχνότερα με τη συνύπαρξη άλλων συννοσηροτήτων (όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η στεφανιαία νόσος κ.λπ). Πάντως, δεν υφίστανται καμία ισχυρά τεκμηριωμένη θέση, προκειμένου να υποστηριχθεί πως η αρτηριακή υπέρταση per se συσχετίζεται με επιρρέπεια ως προς την προσβολή και μόλυνση από τον COVID-19 και δεν υφίστανται δεδομένα που να δύνανται να συσχετίσουν την αρτηριακή υπέρταση αυτή καθ’ αυτή, με χειρότερη κατάληξη των προσβεβλημένων ασθενών. Ταυτόχρονα, διατυπώθηκε η άποψη ότι ίσως στη συσχέτιση αυτή να συνεισφέρει ο ρόλος ενός ειδικού ενζύμου (του ACE-2) που δρα στο σύστημα ρενίνης αγγειοτασσίνης (ΣΡΑ) και το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στη υπέρταση όσο και στη λοίμωξη με τον κορωνοιό  (3,4). Έτσι, δημιουργήθηκε η υπόθεση ότι ενδεχομένως φαρμακευτικές αγωγές της αρτηριακής υπέρτασης που επάγουν το ACE-2, μπορεί ν’ αυξάνουν τον κίνδυνο για ανάπτυξη σοβαρής ή/και θανατηφόρου λοίμωξης από COVID-19.

Ποιος είναι ο ρόλος του μετατρεπτικού ενζύμου-2 της αγγειοτενσίνης (ACE-2) με την δράση του κορονοϊού;

Υπενθυμίζεται ότι το μετατρεπτικό ένζυμο -2 της αγγειοτενσίνης (ACE-2) (το ομόλογο δηλαδή του γνωστού ACE που μετατρέπει την Αng I σε Ang II) είναι μία αμινοπεπτιδάση που παίζει σπουδαίο ρόλο στην καρδιακή λειτουργία και στην παθογένεση της υπερτασικής νόσου. Φυσιολογικά, το ACE-2, αποδομεί την αγγειοτενσίνη ΙΙ (ΑΝG II) σε αγγειοτενσίνη (Ang) 1-7 και ακολούθως μετατρέπει την Αng I σε Ang 1-9 . Έτσι, μέσω του ACE2, προκαλείται αγγειοδιαστολή και ασκείται καρδιονεφρική προστασία μέσω ελάττωσης των επιπέδων της Αng II και παράλληλης αύξησης των επιπέδων της Ang 1-7 (5). Για τον λόγο αυτό, ευοδωτές της δράσης του ACE-2 δοκιμάσθηκαν και δοκιμάζονται ως πιθανά αντιυπερτασικά φάρμακα (6,7). Οι υποδοχείς  του ACE-2 παίζουν ρόλο στη παθογένεση της υπέρτασης και του ΣΔ, και εκφράζονται στα επιθηλιακά κύτταρα των πνευμόνων, του λεπτού εντέρου, των νεφρών, της καρδιάς και των αγγείων.

Σε συνέχεια προηγούμενων μελετών με άλλους κορωνοϊούς, πρόσφατες μελέτες κατέδειξαν πως και ο SARS-CoV2 (COVID-19) χρησιμοποιεί το ACE-2 ως κυτταρικό υποδοχέα (προσδενόμενος με την ακίδα του (πρωτεΐνη spike (S) στο ACE -2 ) για την είσοδο του στον πνεύμονα προκαλώντας πνευμονία ή στην καρδιά προκαλώντας μυοκαρδίτιδα (4-6).

Θα πρέπει να αλλάξει η χρήση των αναστολέων του ΣΡΑ σε ασθενείς που πάσχουν από SARS-CoV2 (COVID-19) λοίμωξη;

Η θεραπεία με  αναστολείς του συστήματος RAAS, όπως επί παραδείγματι οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACEIs) όπως Εναλαπρίλη (Enalapril)

ή οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης (ARBs) (Αποκλειστές των υποδοχέων ΑΤ1 της αγγειοτενσίνης ΙΙ

Οι αποκλειστές (ανταγωνιστές) των υποδοχέων ΑΤ1 της αγγειοτενσίνης ΙΙ ή σαρτάνες {Angiotensin II receptor antagonists (AT1-blockers, ARBs, sartans)} είναι μη πεπτιδικά παράγωγα του ιμιδαζολο-5-οξικού οξέος με βιοχημική ειδικότητα για του υποδοχείς ΑΤ1 της αγγειοτενσίνης ΙΙ και αποτελούν την νεότερη γενιά αντιυπερτασικών φαρμάκων.

Η παραγωγή των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑ) ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1970. Οι πρώτοι πεπτιδικοί ανταγωνιστές που παρήχθησαν όπως η σαραλαζίνη, η σαρίλη και η σαρμεζίνη, λόγω της χαμηλής από του στόματος βιοδιαθεσιμότητά τους, της βραχείας διάρκειας δράσης τους και της μερικής αγωνιστικής τους δράσης δε χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στην θεραπεία της αρτηριακής υπέρτασης. Τα περισσότερα από αυτά τα μειονεκτήματα έχουν εν μέρει υπερπηδηθεί από την εισαγωγή πιο πρόσφατα ανεπτυγμένων μη πεπτιδεργικών ανταγωνιστών των υποδοχέων ΑΤ1 της αγγειοτενσίνης ΙΙ, που αποδείχθηκαν δυνητικά κατάλληλα αντιυπερτασικά φάρμακα για μακροχρόνια θεραπεία, λόγω της μακράς διάρκειας δράσης τους, της καλής βιοδιαθεσιμότητάς τους και της έλλειψης εγγενούς αγωνιστικής δράσης.

Η αγγειοτενσίνη ΙΙ αποτελεί τον κύριο δραστικό παράγοντα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης (renin-angiotensin system, RAS), ενός σύνθετου χυμικού συστήματος με ενδοκρινή, αυτοκρινή και παρακρινή δράση, που διαδραματίζει ουσιώδη ρόλο στην φυσιολογία της ρύθμισης της αρτηριακής πίεσης και την επίτευξη του ισοζυγίου ύδατος και ηλεκτρολυτών. Το σύστημα αυτό ενεργοποιείται από καταστάσεις που ελαττώνουν τον απόλυτο ή τον ενεργό όγκο αίματος, όπως ο περιορισμός του νατρίου, η χρήση διουρητικών, η απώλεια αίματος, η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και η κίρρωση καθώς και σε περιπτώσεις ελάττωσης των ολικών περιφερικών αντιστάσεων, όπως συμβαίνει με την χρήση αγγειοδιασταλτικών φαρμάκων. Η αγγειοτενσίνη II (All), δημιουργείται από τον διαχωρισμό της αγγειοτενσίνης I (ATΙ) από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ) (angiotensin converting enzyme, ACE) και ο κρίσιμος ρόλος της στην ιδιοπαθή υπέρταση προκύπτει από τις ισχυρές αγγειοσυσπαστικές της ιδιότητες, την δράση της στη νευροδιαβίβαση, στη ρύθμιση του όγκου του αίματος και από τις μιτογόνες ιδιότητες της.

Σε γενικές γραμμές η υποογκαιμία και / ή η πτώση της αρτηριακής πίεσης οδηγούν σε ενεργοποίηση του συστήματος και αύξηση της παραγωγής αγγειοτενσίνης ΙΙ, που αφενός μεν αυξάνει τον αγγειακό τόνο και τις περιφερικές αντιστάσεις, αφετέρου δε με μηχανισμούς άμεσους αλλά και εξαρτώμενους από την αλδοστερόνη ελλαττώνει τη νεφρική απέκκριση Na. Μέσω αυτής της αγγειοσυσπαστικής και νατριοσυγκρατητικής δράσης η αρχική διαταραχή τείνει να διορθωθεί και συνεπώς επιτυγχάνεται ομοιόσταση της αρτηριακής πίεσης και του όγκου.

Που δρουν τα φάρμακα

Επίπεδο δράσης των αναστολέων της ρενίνης, των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (αΜΕΑ) και των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑ) στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνηςΟι κύριες δράσεις του συστήματος προάγονται από την αγγειοτενσίνη ΙΙ μέσω του υποδοχέα της ΑΤ1.

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.