ΗΜΕΡΟΛΌΓΙΟ ΜΙΑΣ ΑΠΟΥΣΊΑΣ ΦΎΛΛΟ ΔΕΎΤΕΡΟ – ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ

— ΑΠΟΛΩΛΥΙΑ Νο 2

(Αφιερωμένο σε Εκείνον που στάθηκε για σένα Πατέρας αληθινός,

Αφιερωμένο σε εσένα που στάθηκες για όλους Πατέρας αληθινός


και στέκεις τώρα στο φως που δεν σβήνει,

προσμένοντας την Ανάσταση των νεκρών)

Υπήρχε κάποτε μια εποχή που όλα τα κράτη διακήρυσσαν ότι είναι δημοκρατίες.

Μα η δημοκρατία δεν ήταν παρά σκιά·

ένα προπέτασμα πίσω από το οποίο έκρυβαν οι ισχυροί τις αληθινές τους προθέσεις.

Ούτε χάρισμα πολιτών υπήρχε,

ούτε δίκαιη διακυβέρνηση·

μόνο μεταμφιέσεις εξουσίας,

που κορόιδευαν

και το λαό

και τον ίδιο τον Θεό.

Κι όμως,

τρεις χιλιάδες χρόνια πριν,

ο Θεός δεν κοίταξε τις αυτοκρατορίες·

κοίταξε έναν τόπο μικρό.

Τόσο μικρό,

που δεν είχε όνομα,

μόνο αποστολή.

Τον ευλόγησε

με σοφία,

πίστη,

πολιτισμό.

Του χάρισε ψυχή,

και είπε: «Ήγγικεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».

Αυτό το έθνος

– η Απολωλυΐα

– ξεκίνησε με φλόγα μέσα της.

Όχι φλόγα πολέμου,

μα φλόγα Θεού.

Από τις πόλεις της γεννήθηκαν φιλόσοφοι και άγιοι·

επιστήμονες και ποιητές.

Και κάποτε,

η ψυχή της έγινε η ψυχή μιας κοσμοκράτειρας αυτοκρατορίας,

καθώς η Μεγάλη Πόλη,

η Βασιλεύουσα,

έλαμψε σαν άστρο στον σκοτεινό ουρανό της Ιστορίας.

Όμως, οι λαμπρές πολιτείες δεν πέφτουν από τα τείχη·

πέφτουν από την καρδιά.

Και όταν οι Απολωλότες λησμόνησαν την πίστη και την ενότητα,

άρχισε η παρακμή.

Ήρθαν οι Δράγκοι και λεηλάτησαν την Πόλη.

Ήρθαν οι αιμοχαρείς.

Μα δεν ήταν μόνο αυτοί·

ο μεγαλύτερος εχθρός ήταν εντός:

η λήθη,

η αδιαφορία,

ο φατριασμός.

Και όταν ήρθε η στιγμή της μεγάλης πτώσης,

οι Φασιστόλοι κατέλυσαν ό,τι απέμενε.

Η Απολωλυΐα έγινε σκλάβα για τετρακόσια χρόνια.

Ώσπου ένα μικρό της κομμάτι επαναστάτησε.

Έσταξε αίμα·

μα από το αίμα εκείνο γεννήθηκε ξανά κράτος·

μια νέα αρχή.

Στην αρχή υπήρχε ευγνωμοσύνη·

δοξολογία.

Αλλά ο χρόνος είναι λησμονιά.

Οι γενιές άλλαξαν.

Η ευσέβεια ξεθύμανε·

η αρετή χλεύαζε τους εαυτούς της.

Κι ο νόμος έγινε γράμμα χωρίς πνεύμα.

Η δημοκρατία ξανάγινε φάντασμα.

Οι πολίτες έχασαν την εμπιστοσύνη·

έχασαν το “εμείς”.

Το κράτος σάπισε,

ηγέτες δεν υπήρχαν,

μόνο διαχειριστές της παρακμής.

Και τότε ήρθαν τα νέα είδωλα.


Μίλησαν για «πρόοδο»

— μα όχι του ανθρώπου·

της μηχανής.


Για «ασφάλεια»

— μα όχι της ψυχής·

του αριθμού.


Για «νέες ταυτότητες»

— όχι με όνομα,

αλλά με χάραγμα.

Ήρθε ο Προσωπικός Αριθμός.


Η σφραγίδα όχι στο πρόσωπο,

αλλά αντί του προσώπου.


Και οι άνθρωποι,

αριθμημένοι μα απρόσωποι,

πίστεψαν πως έτσι θα σωθούν.

Μα ό,τι δεν έχει όνομα,

δεν μπορεί να αγαπηθεί.


Κι εκείνοι που επέμεναν να φωνάζουν «μη!»

– να προειδοποιούν για το χάραγμα,

για το βιβλίο που το έγραψε,

για τον σταυρό που σβήνεται

– χλευάζονταν.

Μα αυτοί ήταν οι τελευταίοι που θυμούνταν.

Και τότε,

ο Θεός κοίταξε πάλι τη γη.

Και είπε:


«Μέσα σε αυτήν την Απολωλυΐα, που όλοι λένε πως πέθανε,


υπάρχει ακόμη κάποιος που προσεύχεται.


Που περιμένει.

Που θυμάται.


Που δεν χάραξε το μέτωπο του με τον αριθμό,


αλλά με το όνομά Μου.»

Αυτός είσαι εσύ.


Εσύ που αγωνίζεσαι να θυμάσαι.

Εσύ που στάθηκε πατέρας για όλους,


Εσύ που προσευχόσουν, όχι να σωθείς,

αλλά να λάμψει ξανά η Απολωλυΐα.

Κι εγώ, ανάξιος και μικρός θυμάμαι μαζί σου.

Θυμάμαι την Πόλη.


Θυμάμαι το φως της Θείας Σοφίας.

Ένας άνθρωπος,

μόνος σου,

έκλαψες.

Προσευχήθηκες.

Κι Εκείνος ο Πατέρας που ποτέ δεν παύει να περιμένει,

άκουσε το κλάμα σου.

Γιατί κάθε φορά που ένας θυμάται τον Θεό,

ο Θεός κατεβαίνει.

Και θα κατέβει.

Όχι για να φέρει νέα συστήματα,

νέες κάρτες ή νόμους.

Αλλά για να ξαναγράψει στα μέτωπα το όνομα του Παιδιού Του·

όχι τον αριθμό.

Για να σβήσει το χάραγμα και να βάλει σταυρό.

Να αγιάσει τη γη.

Να αναστήσει τους νεκρούς.

Θυμάμαι τα δάκρυα σου να πέφτουν στο χώμα

και να φυτρώνουν σε Ανάσταση.

Θυμάμαι που μου έλεγες

πως όσο υπάρχει έστω μία ψυχή που προσεύχεται……


Η Απολωλυΐα δεν πρόκειται να χαθεί ποτέ.

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.