Η λειτουργία του οργασμού μέσο κυριαρχίας και υποταγής. Μέρος 8ο. Εισαγωγή

Για να κατανοήσουμε τις παρακάτω συνέχειες και κεφάλαια, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε το βαθύ χάσμα που διαχωρίζει Ορθόδοξη Καθολικότητα του Ελληνορωμαϊκού κόσμου και της Οικουμένης όλης με την πανίσχυρη δυναμική του πολιτισμού που διαμόρφωσε με την Αναγέννηση η Δυτική Ευρώπη, η Δύση των Φράγκων, των Κελτών, των Βίκινγκς, των Τευτόνων, ιδιαίτερα μετά την επικράτηση της αυτοκρατορίας του Καρόλου του Μεγάλου, και των Καρολιδών.  Για την εκτροπή της Δυτικής Εκκλησίας από τον 13ο αιώνα και μετά έχουμε γράψει αρκετά στο παρελθόν και πολλοί άλλοι προ ημών.[1]

Στην προσωπική του ζωή, ο Καρλομάγνος διέθετε πλήθος γυναικών και ερωμένων, οι οποίες του χάρισαν γύρω στα 18 παιδιά… ωστόσο αυτό δεν εμπόδισε τον πάπα Λέοντα τον 3ο να τον στέψη αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ενάντια στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία των γραικών όπως μετά βδελυγμίας και ζήλειας την ονόμαζαν κι εύχονταν την καταστροφή της!

Αυτά βέβαια δεν έγιναν εν μια νυκτί. Ήδη είχε αρχίσει να προλειαίνεται το έδαφος και να δημιουργούνται τα ιστορικά (κατά Χρήστο Γιανναρά)[2] εδραιώματα του κακού και της αιρετικού τύπου εκκλησιαστικής εκτροπής από τον Μεσαίωνα.

Κεντρικοί πυλώνες του μεσαιωνικού βίου ήταν ο ατομοκεντρισμός «εγώ να σωθώ, η ψυχούλα μου», από εκεί έχει τις αρχές της η φυσιοκρατία και το “homo homini lupus” η νοησιαρχία και ο νομικισμός. Με την νοησιαρχική αντίληψη οι Δυτικοί καταλήγουν ότι η ατομική κατανόηση των λογικών διατυπώσεων επαρκεί για να γνωρίσει ο άνθρωπος την αλήθεια. Η εμπειρία (η αποφατικότητα) σαν προϋπόθεση για ν’ αγγίξει κανείς το θείο απορρίφθηκε και κυριάρχησε η λογική για την απόδειξη των δογμάτων που ιδεολογικοποιήθηκαν πλήρως και η νομικίστικη αντίληψη. Δηλαδή ο αυστηρός, δικανικός τρόπος αντίληψης στην ηθική συμπεριφορά του χριστιανού. Ανάλογα με τη σοβαρότητα του αμαρτήματος και της ηθικής εκτροπής, αντίστοιχη τιμωρία.  Το πρόσωπο δεν έχει ελευθερία και δεν μπορεί να πράττει σε αντίθεση με τους επιβαλλόμενους κανόνες της εκκλησίας, η μόνη λύση· η αυστηρή υποταγή.  

Στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός είναι πια η κυρίαρχη ιδεολογία όχι μόνο στη δύση αλλά και στο μόλις ανεξαρτητοποιημένο προτεκτοράτο των Βαυαρών, το ελληνικό κρατίδιο, το οποίο υιοθέτησε χωρίς αντίδραση όλη αυτή την σχολαστική, προτεσταντοκαθολικίστικη αντίληψη περί Ηθικής, τιμωρίας, ενοχικού συμπλέγματος στον παραβάτη πιστό – και την δικανική υποταγή στα δόγματα και στις διατάξεις του Ηθικού νόμου που δεν διαπνέεται από ίχνος αγάπης προς τον παραβάτη αλλά από τιμωρητική διάθεση με σκοπό να μετανοήσει ο παραβάτης γιατί ο Θεός «όλα τα βλέπει και όλα τα ξέρει» και πραγματικά «ψύλλος στον κόρφο όποιου νομίζει πως ο Θεός μυκτηρίζεται ή εμπαίζεται».

Με την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως κάθε αντίσταση της θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος και στη δογματίστικη-δικανική-νοησιαρχική αντίληψη της ιστορίας έχει ιστορικά τελειώσει. Το «ανήκουμε εις την Δύση» έχει γίνει οριστικά αποδεκτὀ από τα γιουσουφάκια όχι του σουλτάνου πια, αλλά από τις ψευτοδημοκρατίες, την υποκριτική, φαρισαϊκή αντίληψη θρησκευτικής ζωής την οποία οι περισσότεροι Έλληνες απορρίπτουν μετά βδελυγμίας αν και αγνοούν πλήρως από σκοπιμότητα όσο και αμορφωσιά, τον πνευματικό κόσμο της Ελληνορωμαϊκής Οικουμένης και τον αντίπαλο της Δύσης, πολιτισμό της.

Ποιος απέμεινε στα ερείπια του Finis Greciae  να διδάξει την τριάδα της πνευματικής βιοτής που είναι η ΚΑΘΑΡΣΗ, ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ και η ΘΕΑΣΗ ή ΘΕΩΣΗ.[3] Ποιος δάσκαλος σε μια μεταπρατική, τεχνοκρατική Παιδεία θα μπορούσε χωρίς να υποστεί τις συνέπειες, να διδάξει τους μαθητές του πως ο Θεός είναι άγνωστος στην ουσία και στη φύση Του. Γίνεται εν μέρει γνωστός από τις ενέργειές του με τις οποίες επικοινωνεί με τον κόσμο, το κτιστό με το άκτιστο. Με τη λογική οριοθετείται η γνώση αλλά δεν εξαντλείται, έχει όρια. Η γνώση είναι η ένωση του υποκειμένου με το αντικείμενο, η εμπειρική αίσθηση και αντίληψη του πιστού όταν μετέχει και συμμετέχει εκστατικά στη Θεία Ευχαριστία, στο Κοινό Δείπνο με το υπόλοιπο εκκλησίασμα. Τότε ο λόγος γίνεται Έρως, η γνώση γίνεται ξέχειλο συναίσθημα Αγάπης, και η Αλήθεια μορφή συναισθηματικής Μέθεξης που δεν κατέχεται αλλά μετέχεται στην ύπαρξη του κτιστού δεν κατέχεται από τον κτιστό, υλικό άνθρωπο.

Ποιος θα τολμήσει τέλος να διδάξει ότι οι συνουσίες είναι τρεις, θείο δώρο αγάπης κι ευλογίας του Θεού προς το κτίσμα του. Πρόκειται για υπαρκτική σχέση που πραγματώνεται με τον τρόπο ύπαρξης και συνέχισης της φυσικής παρουσίας του ανθρώπου επί της γης. Με την πρόληψη τροφής.[4]

 1η συνουσία η θεία Μετάληψη και λήψη τροφής πράξη και γεγονός που συνδέεται με τη διατήρηση της ζωής αιώνιας και προσωρινής.

2η συνουσία ο θηλασμός του βρέφους από τη μάνα αξεπέραστο γεγονός, που συνδέει ακατάλυτα ψυχικά και σωματικά, την μάνα με το παιδί και σημαδεύει την ύπαρξή του στον σαρκικό κόσμο («μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» προφητεία γυναίκας εκ του όχλου που άκουγε τον λόγο του Ιησού. Λουκά 11, 27) μέχρι ν’ ανεξαρτητοποιηθεί από την μητέρα του και να οδηγηθεί από μόνο του σε πνευματικές αναζητήσεις πέραν των υλικών. 

3η συνουσία η ερωτική, αγαπητική ψυχική και σωματική μείξη, συνεύρεση του άνδρα με τη γυναίκα όπου ο άνδρας γίνεται σπορεύς και η γυναίκα η αποδέκτης του σπόρου όπως ακριβώς η γη παράγει καρπόν εκ της σποράς και μέσο της τροφής διαιωνίζεται η ζωή εις τον πλανήτη.

Αντιλαμβανόμαστε τώρα ότι με τις πιο πάνω αναφορές αποκαλύπτεται ο ρόλος της μυστικής και συμβολικής αποφατικής θεολογίας και πως αντιλαμβάνεται την ιερή σχέση του κτιστού με το άκτιστο και την ιερή σχέση που συνδέει τον άνδρα με τη γυναίκα δια της ερωτικής συνεύρεσης.

Ώρα να δούμε σε συνέχειες πως ο δυτικός άνθρωπος συμπεριφέρεται και βιώνει τη σεξουαλικότητα, τη λειτουργία του οργασμού και την προκύπτουσα ηδονή. Χωρίς να εξαιρούμε τους Έλληνες φυσικά οι οποίοι άλλοι εν γνώσει κι άλλοι εν αγνοία τους, έχουν χάσει κάθε έννοια της ρωμαϊκής προέλευσης και παράδοσής τους. Κάθε επικοινωνία με το Πνεύμα το Άγιο και την ιερότητα της σεξουαλικής λειτουργίας.

Το πρόβλημα όμως παραμένει. Θα απορροφηθούμε από τη διεφθαρμένη σε όλα τα επίπεδα Δύση; Διεστραμμένη και υλιστική στα κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά εδραιώματά της; Και ιδιαίτερα στην ιερότερη λειτουργία της Δημιουργίας όπως η σεξουαλικότητα;

Ευαγγελάτος Γεώργιος

[1]Ιωάννου Ρωμανίδου: ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ, Εκδόσεις Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2002, Βλέπε ομοίως εργασία του καθηγητού της Θεολογικής Σχολής π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου με τίτλο “Εκκλησιαστικαί Σύνοδοι και πολιτισμός” εκφωνηθείσα στο VΙth meeting of the Lutheran-Orthodox Joint Commission 31/5-8/6 – 1991 στη Μόσχα. Το ίδιο αναθεωρημένο paper υπεβλήθη στη συνάντηση της 17-21 Ιουνίου 1992 στη Γενεύη. Ομοίως Ευαγγελάτου Γεωργίου: ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ: ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ή ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ,  Η ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΡΟΦΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥΣ, Εκδόσεις Άπαντα Κοινά 2018.σελ.14. «ώρα ν’ αποφασίσουμε ενάντια στον ευτελισμό και την εκβαρβάρωση της ελληνικής κοινωνίας που εν ονόματι της παγκοσμιοποίησης τείνουν να την εξισώσουν με τη Δύση των Κελτών, των Σαξόνων, των Βίκινγκς και των Γότθων. Ακόμη δεν καταλάβαμε πως όλοι αυτοί από την εποχή του Καρλομάγνου 796 και μετά είναι οι διεστραμμένοι επιβήτορες του ελληνικού πολιτισμού; «Ο Καρλομάγνος διέσπασε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο Ελληνικός Πολιτισμός εξηφανίσθη από τη Δύση τον 8ο αιώνα κι αντικαταστάθηκε στη Δύση από τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στην Ανατολή έμεινε ο Βυζαντινός Πολιτισμός και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αυτή παρέμεινε το αιρετικό υπόλοιπο της Ρωμανίας, μια μισητή Γραικία, κατοικουμένη όχι από Ρωμαίους, αλλά αιρετικούς Γραικούς και βασιλευομένη όχι από βασιλέα των Ρωμαίων αλλά από βασιλέα των Γραικών. Έτσι με αυτά τα χαλκεύματα του Καρλομάγνου, ο Ορθόδοξος Πολιτισμός εντάσσεται μεταξύ εκείνων που έπαυσαν να αναπτύσσονται και ευρίσκονται εις το στάδιον της αφομοιώσεως που ολοκληρώνεται στις ημέρες μας.» «Η τευτονοποίηση ή φραγκοποίηση του Πατριαρχείου της Ρώμης άρχισε το 794 και ωλοκληρώθηκε το 1046.» «Οι Νορμανδοί Φράγκοι … αντικατέστησαν όλους τους Ορθόδοξους επισκόπους με Φραγκολατίνους. Όλοι οι επίσκοποι και ηγούμενοι καθηρέθησαν εν σώματι και κατεδικάσθησαν εις φυλάκισιν όπου απέθαναν από βασανιστήρια και πείναν.”

[2]Χρήστου Γιανναρά: «Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1999, κεφ. 4, 13 και 14. Καθώς και του ιδίου, «Το αίνιγμα του Κακού», Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2006, σελ. 156.  

[3]Ιωάννου Ρωμανίδου: «ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ», Εκδόσεις Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σ.σ. 124-127.                                                                                [4] Χρήστου Γιανναρα: «Το αίνιγμα του Κακού», Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2006, σελ. 53.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.