Τι είναι η ευτυχία; Να θυσιάζεσαι για την πίστη σου στο Θεό! Μέρος 11ο

Στην προς Εβραίους επιστολή του ο Απόστολος Παύλος δίνει τον ορισμό της θυσίας (στην ουσία της ευτυχίας)  να τα δίνεις όλα και να αφοσιώνεσαι μέχρι θανάτου στον Θεό. Οι πατέρες του εβραϊκού έθνους όσο και του ελληνικού, (ήδη αναφερθήκαμε σε αυτούς στο 6ο μέρος της εργασίας μας), τα έδωσαν όλα για την πίστη τους στο Θεό.

Μόνο με την πίστη γίνονται τα αδύνατα δυνατά

Να τα θυσιάζεις όλα για τον Θεό είναι δυνατόν να είναι τόσο επώδυνο, τρομακτικό και ανυπόφορο ή νιώθεις ψυχικά κάτι απέραντα όμορφο, εκστατικό και υπέρλογο εκείνη την ώρα του μαρτυρίου και της οδύνης; Κάτι που δίχως αμφιβολία δεν μπορεί παρά να ονομαστεί Υπέρτατη Ευτυχία;

Πως αλλιώς θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε για παράδειγμα, την ψυχολογική κατάσταση ευφορίας την ώρα που οι τρεις Παίδες έψαλαν στον Θεό τον δοξαστικό Ύμνο ενώ βρίσκονταν στον πάτο του επτάκις πυρίκαυστου καμινιού; «Ευλογητός ει,  Κύριε ο Θεός των πατέρων ημών…». (Δανιήλ, κεφ. 3, στ.1-23).

Είναι μνημειώδης η αναφορά του αποστόλου Παύλου στα κατορθώματα της πίστης στο Θεό:

Πρώτα δίνει τον ορισμό της πίστης, “είναι η πίστη (εμπιστοσύνη) στην ύπαρξη πραγμάτων που δεν τα βλέπεις με τα σωματικά μάτια σου αλλά θα τα δεις στο μέλλον, μετά το θάνατό σου. Η πίστη κάνει ώστε αυτές οι μελλοντικές πληροφορίες να τις νιώθεις και να τις αντιλαμβάνεσαι σαν να τις βλέπεις τώρα με τις σωματικές σου αισθήσεις”. Η πίστη λοιπόν είναι απόλυτη και αμετακίνητη πεποίθηση σε λόγους υποσχόμενους είτε εκ Θεού, είτε εξ ανθρώπων που έλαβαν φωτισμό εκ Θεού για όσα ομολόγησαν και προφήτευσαν.

Με την πίστη και όχι με τις σωματικές αισθήσεις γνωρίζουμε ότι ο ορατός κόσμος δημιουργήθηκε με ένα λόγο άρτιος και αρμονικός ώστε τα δημιουργήματα να έχουν γίνει από μη ορατά όντα. Χάρη στην πίστη του ο Άβελ πρόσφερε καλύτερη θυσία από τον Κάϊν και για την πίστη του αυτή μαρτύρησε ο Θεός πως ήταν δίκαιος και ας έχει πεθάνει, ως τώρα εγκωμιάζεται σαν δίκαιος.

Ένεκα της πίστης ο Ενώχ δεν πέθανε αλλά μετετέθη από τον Θεό ώστε να μη δει θάνατο γιατί είχε ευαρεστήσει με τις πράξεις του το Θεό.

Χωρίς πίστη δεν είναι δυνατόν να ευαρεστήσει κανείς τον Θεό γιατί μόνο όποιος είναι λάτρης και πιστός δούλος του, ο Θεός θα γίνει μισθαποδότης του.

Χάρη στην πίστη του ο Νώε ειδοποιήθηκε από τον Θεό  για εκείνα που κανείς δεν έβλεπε ότι θα προκαλούσε κατακλυσμό και να κατασκευάσει κιβωτό για να σωθεί με την οικογένειά του επειδή ο Θεός έβλεπε όλη τη γη διεφθαρμένη και  δεν υπήρχε άνθρωπος χωρίς να έχει εκτραπεί από τον θείο δρόμο.

Εξ αιτίας της πίστης του ο Αβραάμ άφησε την πατρίδα του και πήγε να μείνει στη γη της Επαγγελίας και κατοίκισε σε σκηνές μαζί με τον Ισαάκ και τον Ιακώβ τους συγκληρονόμους της θείας υπόσχεσης. Κατοίκησε δε ως πάροικος και ξένος στη γη Χαναάν γιατί περίμενε να μεταβεί στην επουράνια πόλη.

Για την πίστη της η στείρα Σάρα έμεινε παράταιρα έγκυος κι εγέννησε τον υιό όπως της υποσχέθηκε Εκείνος. Διότι πίστευσαν σ’ Εκείνον ότι από  έναν γέρο, σαρκικά νεκρωμένο λόγω γήρατος Αβραάμ, γεννήθηκαν αναρίθμητοι απόγονοι όπως τα άστρα του ουρανού. Κατά την πίστη τους όλοι οι απόγονοι του Αβραάμ χωρίς να βιώσουν τις επαγγελίες τις είδαν από μακριά και με πόθο και αγαλλίαση τις εγκολπώθηκαν και ομολόγησαν ότι ήταν ξένοι και παρεπίδημοι σε τούτη τη γη. Κι αυτοί που τα έλεγαν αυτά ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι, αποδείκνυαν με τα λόγια τους ότι εζήτουν με πόθο μόνιμη πατρίδα και αληθινή, όχι προσωρινή και πεπερασμένη, και σαν τέτοια είναι η ουράνια πολιτεία η οποία μόνο δια της πίστεως βλέπεται. Εάν θυμούνταν εκείνη την πατρίδα τη γήινη από την οποία εξήλθαν, θα είχαν ευκαιρία να επιστρέψουν σ’ αυτή. Τώρα όμως επιθυμούν καλλίτερη πατρίδα επουράνια, και ο Θεός δεν ντρέπεται να ονομάζεται Θεός των και  τους ετοίμασε πατρίδα παντοτινή στον ουρανό.

Λόγω της πίστης του πρόσφερε ο Αβραάμ τον μοναδικό του γιο Ισαάκ θυσία δοκιμαζόμενος από τον Θεό ο οποίος του υποσχέθηκε πως «οι απόγονοι του Ισαάκ θα λάβουν την ονομασία και τα δικαιώματα των γνήσιων απογόνων σου Αβραάμ».

Παρ’ όλα αυτά πρόσφερε θυσία τον μονάκριβο γιο του Ισαάκ γιατί πίστευε ότι ο Θεός έχει τη δύναμη κι αν τον σφάξει να τον αναστήσει, για να αποκτήσει γνήσιους απογόνους όσους τ’ άστρα του ουρανού. Με αυτό τον τρόπο ο Αβραάμ πήρε πίσω τον Ισαάκ ο οποίος έγινε τύπος θυσίας και της εκ νεκρών ανάστασης του Ιησού.

Όμοια πίστεψε και ο Ισαάκ για τα μέλλοντα να συμβούν κι έδωσε τις ευλογίες του τον Ιακώβ και τον Ησαύ.

Με την ίδια πίστη ο Ιακώβ πεθαίνοντας ευλόγησε καθένα από τα δυο παιδιά του φαραώ Ιωσήφ και ανέδειξε και τα δυο σε αρχηγούς φυλών και μετά προσκύνησε το Θεό ακουμπώντας το κεφάλι του στην άκρη της ράβδου του σαν στήριγμα της γεροντικής του αδυναμίας.

Χάρη στην ακλόνητη πίστη του ο Ιωσήφ την ώρα του θανάτου μίλησε για την έξοδο των Ισραηλιτών από την γη της Αιγύπτου κι έδωσε εντολή να μεταφέρουν τα οστά του από την Αίγυπτο στη γη Χαναάν.

Λόγο της πίστης τους οι γονείς του Μωυσή τον έκρυψαν (παράνομα) για τρεις μήνες γιατί είδαν τόσο χαριτωμένο το παιδί ώστε συμπέραναν πως ήταν προορισμένο για κάποια μεγάλη αποστολή γι’ αυτό δεν φοβήθηκαν να μη παραδώσουν σε θάνατο το παιδί τους ενάντια στη διαταγή του βασιλιά της Αιγύπτου να θανατώνεται κάθε αρσενικό βρέφος των Εβραίων.

Εξ αιτίας της πίστεώς του ο Μωυσής όταν μεγάλωσε αρνήθηκε να ονομάζεται βασιλόπουλο γιος της κόρης του Φαραώ που τον υιοθέτησε. Θεώρησε καλλίτερο να συγκακουχείται μαζί με τον λαό του Θεού παρά να απολαμβάνει μέσα στις ανέσεις σαν άρχοντας της Αιγύπτου, τις αμαρτωλές απολαύσεις με τους ειδωλολάτρες που καταπίεζαν τη φυλή του Ισραήλ. Θεώρησε μεγαλύτερο πλούτο από τους θησαυρούς της Αιγύπτου τον ονειδισμό και την περιφρόνηση που αργότερα θα υπέμενε ο Χριστός. Κι όλα αυτά γιατί είχε καρφώσει το βλέμμα του στην ουράνια μισθαποδοσία. Επειδή πίστεψε στην προστασία του Θεού ο Μωυσής εγκατέλειψε την Αίγυπτο, όταν φόνευσε τον Αιγύπτιο χωρίς να φοβηθεί τον θυμό του βασιλιά. Αυτά τα έκανε γιατί έβλεπε τον αόρατο Θεό ορατό, σαν να τον θωρούσε με τα σωματικά του μάτια και καρτερούσε με υπομονή τη βοήθειά του.

Με την ίδια βαθιά πίστη τέλεσε και τη διαδικασία του Πάσχα, δηλαδή το σφάξιμο του αρνιού και το χρίσιμο με το αίμα του τις εξώπορτες των Εβραίων για να μην σφάξει ο άγγελος εξολοθρευτής τα πρωτότοκα των Εβραίων όπως κατέσφαξε τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων.

Με την πίστη πως δεν θα πνιγούν διάβηκαν την Ερυθρά Θάλασσα περπατώντας τη σαν να ήταν ξηρά. Σ’ αυτή τη στεριά τόλμησαν και οι ειδωλολάτρες Αιγύπτιοι  να πειραματισθούν να τη διασχίσουν και καταποντίστηκαν.

Με την πίστη έπεσαν τα τείχη της Ιεριχούς αφού βάδισαν οι Ισραηλίτες τριγύρω από αυτά για επτά μέρες μαζί με την κιβωτό ενώ σάλπιζαν οι ιερείς των.

Λόγω της πίστεώς της η πόρνη Ραάβ δεν θανατώθηκε μαζί με τους συμπατριώτες της που αρνήθηκαν να παραδώσουν την πόλη τους και αντιστάθηκαν· τούτο γιατί η Ραάβ δέχθηκε με ειρηνικές διαθέσεις τους κατασκόπους που έστειλαν οι Ισραηλίτες στην Ιεριχώ.

Και τι ακόμη να λέω και να διηγούμαι; Πρέπει να σταματήσω, διότι είναι ατέλειωτα όσα θα μπορούσα ν’ αναφέρω για τον Γεδών, και τον Βαράκ, τον Σαμψών και τον Ιεφθάε, για τον Δαβίδ και τον Σαμουήλ και τους προφήτες.

Αυτοί, Κριτές και προφήτες, επειδή είχαν πίστη, καταπολέμησαν και υπέταξαν βασίλεια, κυβέρνησαν το λαό με δικαιοσύνη, πέτυχαν την πραγματοποίηση των υποσχέσεων που τους έδωσε ο Θεός, έφραξαν στόματα λιονταριών, σαν τον Δανιήλ, έσβησαν την καταστρεπτική φωτιά όπως το καμίνι που έβαλε τους τρεις παίδες, Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, ο Ναβουχοδονόσορ, διέφυγαν τον κίνδυνο της σφαγής, πήραν δύναμη κι έγιναν καλά από αρρώστιες, αναδείχθηκαν ισχυροί και ανίκητοι στον πόλεμο, έτρεψαν σε φυγή τις εχθρικές παρατάξεις και τα πολυάριθμα στρατεύματά τους.

Με την ασάλευτη πίστη τους στον Θεό των προφητών, οι γυναίκες που αναφέρει η Παλαιά Διαθήκη, ξαναπήραν πίσω τα νεκρά παιδιά τους τα οποία ανέστησαν οι προφήτες.[1]

Άλλοι δέθηκαν πάνω στο όργανο μαρτυρίου που λεγόταν τύμπανο και γδάρθηκαν μέχρι να ξεψυχήσουν, επειδή δεν δέχθηκαν ν’ αρνηθούν την πίστη τους για ν’ απαλλαγούν από το μαρτύριο. Αντίθετα το προτίμησαν για ν’ αναστηθούν σε μια καλλίτερη ζωή παρά να επιβιώσουν στην πρόσκαιρη τούτη ζωή. Άλλοι πάλι δοκίμασαν εμπαιγμούς, εξευτελισμούς, μαστιγώματα, ακόμη και τα δεσμά και τη φυλάκιση. Λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, δοκίμασαν πειρασμούς πολλούς, θανατώθηκαν με σφαγή από μαχαίρι, περιφέρονταν σαν πλανόδιοι αλήτες, φορούσαν προβιές ζώων και γιδοδέρματα για ρούχα, ζούσαν γεμάτοι στερήσεις, θλίψεις, κακοπάθειες και απίστευτες κακουχίες.

Ολόκληρος ο κόσμος δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτούς, ούτε άξιζε όσο οι άγιοι αυτοί άνδρες, κι ούτε μπορούσε να γίνει σύγκριση με αυτούς που περιπλανιόνταν σε ερημιές και βουνά, σε σπηλιές και σε τρύπες της γης. Κι όλοι αυτοί οι άγιοι άνδρες αν και μαρτύρησαν για την πίστη τους, δεν απόλαυσαν την υπόσχεση της ουράνιας κληρονομιάς μετά θάνατο. Και αυτό γιατί ο Θεός πρόβλεψε για μας κάτι καλλίτερο από εκείνους. Τούτο επειδή εμείς ζούμε στα χρόνια της απολύτρωσης του Χριστού μετά το σταυρό, τον θάνατό και την ανάστασή του, έτσι ώστε αυτοί να μην λάβουν τη σωτηρία σε τέλειο βαθμό χωρίς εμάς, αλλά να τη λάβουμε και βιώσουμε όλοι μαζί ισότιμα. (Προς Εβραίους Επιστολή Κεφ.11, Στίχοι 1-40).

[1]Η Σαραφθία γυναίκα είναι ένα πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης το οποίο δεν κατονομάζεται, και στην οποία στάλθηκε ο προφήτης Ηλίας. Ήταν χήρα και ζούσε στην πόλη Σαρεπτά (ή Σαρέπτα, ή Σαρεφθά, ή Ζαραφθά, ή Ζαρεφθά, το σύγχρονο Σαραφάντ) μαζί με το γιο της. Η ιστορία της αναφέρεται στο Βασιλέων Γ΄ 17. Ο προφήτης Ηλίας βρισκόταν στον χείμαρρο Χορράθ (Χερίθ) και από εκεί έλαβε εντολή από το Θεό να πάει στη Σαρεπτά της Σιδωνίας, όπου θα τον διέτρεφε μία χήρα. Ο Ηλίας πηγαίνει όντως, και βρίσκει τη χήρα να μαζεύει ξύλα. Της ζητάει νερό, και πριν απομακρυνθεί, δεύτερη φορά της ζητάει και ψωμί. Η χήρα απαντάει ότι έχει απομείνει λίγο αλεύρι, και με τα ξύλα που μάζεψε θα κάνει λίγο ψωμί να φάει με το γιο της και να πεθάνουν (σε τέτοια ένδεια βρίσκονταν). Ο προφήτης της είπε ότι πρώτα θα δώσει σε αυτόν να φάει και να πιει, και μετά θα φάει εκείνη και ο γιος της, και πως η υδρία για το λάδι και το αλεύρι δεν θα τελειώσουν. Έτσι και έκανε η χήρα, και κατά τη διήγηση, ο λόγος του Κυρίου εκπληρώθηκε και το λάδι και το αλεύρι δεν τελείωσαν.

Ανάσταση του γιου της χήρας της Σαρεπτά από τον προφήτη Ηλία

Το κείμενο κατόπιν περιγράφει ότι ο γιος τη χήρας αρρώστησε βαριά και …”η ασθένειά του ήταν πολύ βαριά και επίμονη, εωσότου δεν του απέμεινε πνεύμα”, το οποίο γενικά θεωρείται ότι ισοδυναμεί με την περιγραφή του θανάτου, αν και μπορεί να σταθεί επίσης εικασία ότι επρόκειτο για βαρύ κώμα.

Η χήρα είπε στον Ηλία για την αρρώστια του γιου της, “τι υπάρχει μεταξύ εμένα και εσένα (τι έχεις μαζί μου) άνθρωπε του Θεού; Ήρθες σε εμένα για να μου θυμίσεις την αμαρτία μου και να θανατώσεις το γιο μου;”. Ο Victor H. Matthews κάνει την υπόθεση ότι η γυναίκα “χρησιμοποιεί σαρκασμό που σκοπό έχει να κάνει τον προφήτη να αισθανθεί ντροπή, όντας η αιτία του θανάτου του γιου της.”. Με το να τον αναστήσει, ο Ηλίας “κερδίζει ξανά την τιμή και το κύρος του.” Στην ορθόδοξη παράδοση και σχολιασμό, αυτό το σχόλιο αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν προτροπή προς τον προφήτη, παρά ως σκωπτικό.

Σε κάθε περίπτωση, το παιδί αναστήθηκε (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) αφού ο Ηλίας “ἐνεφύσησε τῷ παιδαρίῳ τρὶς καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Κύριον καὶ εἶπε· “Κύριε ὁ Θεός μου, ἐπιστραφήτω δὴ ἡ ψυχὴ τοῦ παιδαρίου τούτου εἰς αὐτόν”, και το παρέδωσε στη μητέρα του, η οποία αναγνώρισε τον προφήτη λέγοντας “γνώρισα ότι είσαι άνθρωπος Θεού και ο λόγος του Κυρίου στο στόμα σου είναι αληθινός”.

Σχολιαστές έχουν παρατηρήσει φραστικούς παραλληλισμούς με την ανάσταση του γιου της χήρας του Ναΐν στο Ευαγγέλιο του Λουκά .

Εκτός του ότι η Σαραφθία γυναίκα ήταν η μητέρα του προφήτη Ιωνά, στην εβραϊκή παράδοση υπάρχουν και άλλες λεπτομέρειες σχετικά με το περιστατικό του Ηλία και της χήρας του Σαρεπτά. Συνοπτικά: ο Ηλίας στάλθηκε στη χήρα για να γνωρίσει την πείνα που μάστιζε το λαό λόγω του λιμού (BT Sanhedrin 113a), η φιλοξενία που έδειξε στον Ηλία άξιζε την ανάσταση του γιου της (Cant. Rabbah 2:5:3). Οι ραβίνοι αποδίδουν σε αυτή τη γυναίκα τη φράση από το εδάφιο Eshet Hayil (“Ενάρετη Γυναίκα”) (Παροιμίες. 31:20): “Ανοίγει το χέρι της στους φτωχούς, και απλώνει το χέρι της στους απόρους” καθώς έθρεψε τον Ηλία (Midrash Eshet Hayil, Batei Midrashot, vol. 2). Ο Ηλίας πραγματοποιεί το θαύμα με το ελάχιστο αλεύρι και το λάδι, το οποίο φτάνει και δεν εξαντλείται, στο οποίο ο ραβινικός σχολιασμός αντιστοιχεί το στίχο “Η ευλογία τού Κυρίου πλουτίζει, και λύπη δεν θα προστεθεί σ’ αυτή” (Παρ. 10:22). Τέλος, όταν αρρωσταίνει ο γιος της η χήρα του λέει, “μέχρι να έρθεις σε εμένα, ο Θεός ζύγιζε τις πράξεις μου σε σχέση με τους ντόπιους, και βρισκόμουν άξια. Τώρα, που εσύ ο δίκαιος ήρθες σε εμένα, ο Θεός ζυγίζει τις πράξεις μου με τις δικές σου, και έτσι μου έχεις ανακαλέσει τις αμαρτίες μου, και [συνεπώς] ο γιος μου πέθανε” (Pesikta Rabbati κεφ. 3).

Η Σαραφθία γυναίκα τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως αγία (Δικαία Σαραφθία), και εορτάζει τη μνήμη της την Κυριακή προ της Χριστού γεννήσεως ή Κυριακή των Προπατόρων.

Η χήρα της Σαρεπτά εμφανίζεται και στην Καινή Διαθήκη, στο Κατά Λουκάν, 4:26. Ο Ιησούς αναφέρει ότι μετά τρία χρόνια και έξι μήνες ξηρασίας και λιμού που ακολούθησε, ο Ηλίας στάλθηκε από τόσες χήρες που υπήρχαν, σε αυτήν της Σαρεπτά. Το εδάφιο αυτό αναγιγνώσκεται τη Δευτέρα της 3ης Εβδομάδας της Τεσσαρακοστής.

Η όλη Ιστορία της χήρας της Σαρεπτά μας θυμίζει το θαύμα που συνέβηκε επί Κατοχής στο Σοφικό της Κορίνθου στην εκεί μονή. Ο πατήρ Νικόδημος του Σοφικού, ο ίδιος μας διηγήθηκε ότι επί Κατοχής είχε ένα λιμπί με λάδι και έδινε από μια κουταλιά της σούπας στα πεινασμένα παιδιά πέριξ του Σοφικού για να διατηρηθούν στη ζωή. Μας εξήγησε πως καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής το λιμπί είχε λάδι και ποτέ δεν άδειασε…

Ευαγγελάτος Γεώργιος

Leave a Reply

Your email address will not be published.