Ο Θεός τα έκανε όλα καλώς λίαν και πως η πλατωνική και αριστοτελική σκέψη για το ωραίο συμφωνεί με τη χριστιανική αντίληψη περί ωραίου.
Μπορεί να φανταστείτε πως ήταν ο κήπος της Εδέμ πριν την παρακοή; Από το πρώτο βιβλίο της Γραφής διαβάζουμε: «Ο Θεός την έκτη ημέρα κοίταξε όλα τα δημιουργήματά του κι ευχαριστήθηκε σφόδρα διότι όλα ήταν καλώς λίαν», λέει στην Γένεση[1].

Λίγο μετά τον απωλεσθέντα Παράδεισο. Τι αιώνιο θησαυρό είχαμε και τον χάσαμε;
Εκεί λοιπόν τοποθέτησε τον Αδάμ και την Εύα πανέμορφους και ευτυχείς, απονήρευτους και αθώους, σαν ευλογημένα παιδιά του που ήσαν. Μπορούμε άραγε να φανταστούμε την εκστατική, κορυφαία οργασμική, αΐδια και ανεξάντλητη εμπειρία που εβίωναν; Μόνο και μόνο ότι είχαν το δικαίωμα και τους είχε δοθεί η χάρη να συνομιλούν με τον ίδιο το Θεό ήταν μεγαλειώδες. Όπως τώρα μόνο με τους Αγγέλους συμβαίνει.
Οι άγγελοι είναι μεν ασώματοι, άυλοι και αόρατοι αλλά και το ασώματό τους είναι υλικό, λεπτότερης υφής από το δικό μας, πλην όμως πεπερασμένο. Αυτό σε σύγκριση με μας που είμαστε ντυμένοι με παχύ και βαρύ σώμα. Είναι περιγραπτοί, κινούνται με ασυνήθιστη ταχύτητα και ευκολία, δεν περιορίζονται όπως εμείς στο χωρόχρονο αλλά και αυτή η ιδιότητά τους είναι πεπερασμένη. Δεν μπορούν δηλαδή να βρίσκονται και να ενεργούν σε δύο σημεία ταυτόχρονα. Όταν βρίσκονται στον ουρανό, δεν βρίσκονται στη γη και όταν στέλνονται από το Θεό στη γη, δεν μένουν στον ουρανό. Είναι προικισμένοι με αθανασία. Αυτό ίσχυε και για μας πριν την προπατορική ρήξη με τον Θεό. Θα είμασταν αθάνατοι όχι κατά φύση αλλά κατά χάρη[2].
Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε τι είχαμε και τι χάσαμε; Πόσο όμορφο κτίσμα ήταν άραγε ο πρωτόπλαστος; Ανεπανάληπτα ωραίος, όπως οι άγγελοι «βραχύ τι παρ’ αγγέλους ηλαττωμένος», τόσο τέλειος στην ομορφιά του όπως ούτε ο μεγαλύτερος ζωγράφος, γλύπτης ή ποιητής δεν μπορεί να περιγράψει.
Κι εδώ τίθεται εύλογο το ερώτημα τι σημαίνει ομορφιά σε τέλειο βαθμό; Μπορούμε να φανταστούμε το τέλειο της ομορφιάς; Υπάρχει άραγε στον πλανήτη τέτοια ομορφιά, σε τόσο εξιδανικευμένο βαθμό. που να θυμίζει τα πρωτόπλαστα πρότυπα; Θα λέγαμε ναι, αλλά είναι σπάνια.
Πάνω από όλα όμως ας προσπαθήσουμε να ορίσουμε τι σημαίνει ομορφιά.
Η ομορφιά είναι η αναντίρρητη αλήθεια. Η ομορφιά είναι η ευτυχία στα αρχαία ελληνικά η Ευδαιμονία[3]. (Συναισθηματικός ορισμός).
Πολλοί προσπάθησαν να αποκωδικοποιήσουν την ομορφιά, να μιλήσουν γι’ αυτή με επιστημονικούς όρους, ακόμα και να την ορίσουν μαθηματικά η γεωμετρικά π.χ. η τέλεια συμμετρία όπως ο κύκλος ή η σωματική αρμονία σε όλες τις σωματικές διαστάσεις. (Ρασιοναλιστικός ορισμός).
Όμως μοιάζει πάντα κάτι μυστηριώδες. Ίσως και γι’ αυτό να έχει εμπνεύσει ζωγράφους και τραγουδοποιούς, γενιές και γενιές καλλιτεχνών, ολόκληρα κινήματα. Την εποχή της Αναγέννησης οι καλλιτέχνες προσπαθούσαν να προσεγγίσουν με αντικειμενικό τρόπο το ωραίο, την αρμονία και τη χάρη, με αποκορύφωμα τον Μποτιτσέλι, όπου στα μυθολογικά του θέματα, εργάστηκε για την ανάδειξη της γυναικείας χάρης.

Η γέννηση της Αφροδίτης
Όμοια στον 17ο αιώνα είναι εκπληκτικά όμορφα τα αριστουργηματικά γλυπτά του Giovanni Lorenzo Bernini όπως η αρπαγή της Περσεφόνης, Δάφνης και Χλόη κ.ά. ή τα αγάλματα του Antonio Canova.

Συγκλονιστικό στη σμίλευση γλυπτό
Κάθε λεπτομέρεια στο σμίλευμα αγγίζει τα όρια της τέλειας ομορφιάς

Τα δάκρυα στα μάτια της
και η πίεση των δακτύλων του Πλούτωνα στο γλουτό της απαχθείσας

Η τελειότητα φαίνεται στις λεπτομέρειες του συμπλέγματος
Φυσικά κορυφαία και ασύγκριτα στην ομορφιά τους είναι η Αφροδίτη της Μήλου…

και ο Ερμής του Πραξιτέλους καθώς κρατάει ένα τσαμπί σταφύλι και το επιδεικνύει στον μικρό θεό Διόνυσο που κρατά στην αγκαλιά του

Η τελειότητα του ανδρικού κορμιού στο κορύφωμά της

Αφάνταστη πλαστικότητα και κι ευλυγισία στη κεκλιμένη στάση του κορμιού του Ερμή
Από φιλοσοφικής πλευράς ο Πλάτων έχει πάρα πολλά να μας πει· αναγάγει στην ομορφιά σε κάτι υπέρτερο, ανώτερο και υπερουράνιο που συχνά δείχνει να ξεπερνά την χριστιανική αντίληψη ή τουλάχιστον να την τονίζει κι εξιδανικεύει, όπως μόνο ένας φωτισμένος αγιοπνευματικά πατέρας θα μπορούσε.
Ο σπερματικός λόγος των φιλοσόφων σε όλο του το μεγαλείο. Ας τον ακούσουμε 2400 περίπου χρόνια αργότερα μοιάζει ασυναγώνιστος στην τοποθέτησή του στο Β’ κεφάλαιο της μελέτης μας.
Παραπομπές:
[1] Γένεση κεφ. 1, στ.31.
[2]Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ: Λόγος για τα πνεύματα, τον Παράδεισο και τον Άδη. Λόγος για τον Άνθρωπο. Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπός; Αττικής 2015, σ.σ. 49-50.
[3] Ετυμολογικά η λέξη αναφέρεται στον «καλό δαίμονα» που προστατεύει τον άνθρωπο. Ο Αριστοτέλης όρισε την ευδαιμονία ως ενέργεια της ψυχής που συνδέεται άμεσα με την αρετή και τη θεωρεί συνεχή δραστηριότητα.
Καθώς όλοι θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι, ευδαίμονες, ας δούμε τι σκεφτόταν ο αρχαίος μας πρόγονος για το θέμα.
Για τον ίδιο, η ευδαιμονία είναι ο τελικός σκοπός του ανθρώπου, το σημαντικότερο επίτευγμα. Είναι πλήρες και αύταρκες, τέλειο, δε χρειάζεται καμία άλλη σχετική ενέργεια για να επιτευχθεί. Μπορεί οι διαφορετικές πράξεις να οδηγούν σε διαφορετικούς στόχους, οι στόχοι όμως αυτοί με τη σειρά τους οδηγούν στον τέλειο έναν, την ευδαιμονία. Κάθε πράξη μας οφείλει να είναι προσανατολισμένη στην κατάκτησή της. Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Το κυνήγι της ευδαιμονίας απαιτεί συνεχή προσπάθεια για ηθικό βίο σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής. Ποια όμως ανθρώπινη ενέργεια την εξασφαλίζει; Αν κάθε πράξη οδηγεί σε κάτι άλλο, κάπου πρέπει να βρίσκεται ένα τέλος που δεν οδηγεί πουθενά αλλού. Ποιο είναι αυτό το τέλος και ποια η ενέργεια που οδηγεί σε αυτόν;
Ο Αριστοτέλης πιστεύει πως η ενέργεια αυτή είναι ο λόγος με την έννοια της φρόνησης, της ηθικής κρίσης και αίσθησης. Με το λόγο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την κάθε περίσταση και την ανάλογη συμπεριφορά των άλλων και αποφασίζει τι πρέπει να κάνει ο ίδιος. Η ικανότητα της ορθής σκέψης, δημιουργεί μια ικανοποιητική ζωή στο σύνολό της.
Το ήθος του ανθρώπου ορίζεται από τις πράξεις του και όχι από τις προθέσεις ή τα συναισθήματά του.
Η φρόνηση καθορίζει τη συνολική μας συμπεριφορά που δεν είναι δεσμευτική και απόλυτη, αλλά εξελίσσεται και πιθανόν να αλλάζει κατά τη διάρκεια της ζωής μας.
Ο φρόνιμος άνθρωπος καθοδηγεί την κοινότητα στην οποία ζει, ως προς τη λήψη ηθικών αποφάσεων. Τα πράγματα βέβαια δεν είναι τόσο απλά, η φρόνηση προϋποθέτει την αρετή, την κατάσταση που οδηγεί τον άνθρωπο σε αυτές τις ηθικές αποφάσεις. Ο διεφθαρμένος ας πούμε, δε μπορεί να είναι φρόνιμος. Ο απατεώνας δε μπορεί να είναι δίκαιος. Ο Αριστοτέλης ασχολείται πολύ με την περίπτωση του «ακρατούς», εκείνου που ενώ γνωρίζει το σωστό, δεν το πράττει. Ηθικές αρετές θεωρεί τη σωφροσύνη, τη μεγαλοπρέπεια και άλλες, τις οποίες ορίζει ως «μεσότητα» ανάμεσα σε δύο άκρα.
Η μεσότητα δεν έχει να κάνει με τη χαμηλών τόνων, αυτοαφανιστική κατά την ψυχαναλύτρια Κάρεν Χορνάϊ συμπεριφορά, όπως θεωρούμε σήμερα, αλλά με ηθική ακρότητα, κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Για παράδειγμα, η σωφροσύνη βρίσκεται μεταξύ της αναισθησίας και της ακολασίας, η μεγαλοπρέπεια μεταξύ χυδαιότητας και μικροπρέπειας. Ο άνθρωπος πρέπει να ανακαλύψει την ισορροπία ανάμεσα στα δυο άκρα κι αυτό είναι «δύσκολο κι επώδυνο επίτευγμα αλλά όχι ακατόρθωτο».
Για τον Αριστοτέλη, η ευδαιμονία βρίσκεται στις ενέργειες που επιλέγονται για αυτό που είναι από μόνες τους και όχι ως βήμα για κάτι άλλο. Τις ονομάζει «καθαυτές» και τις συνδέει με την αρετή. Ξεχωρίζει την ψυχαγωγία από την ευδαιμονία, δύο πράγματα που λανθασμένα συνδέονται, λόγω της προτίμησης που δείχνουν οι έχοντες την εξουσία στην πρώτη. Για το φιλόσοφο, «η αρετή και ο νους δεν εδρεύουν σε αυτούς που ασκούν την εξουσία». ”Η καθημερινή πράξη αποδεικνύει πόσο σωστός είναι ο λόγος του”.
Οι σημαντικές και αξιόλογες ενέργειες ξεκινούν από την αρετή και το νου. Μέσω του νου αντιλαμβανόμαστε τα πρώτα στοιχεία που γίνονται εμπειρίες μας και επιτρέπουν να αντιληφθούμε μια καθολική αλήθεια που υπάρχει από μόνη της, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω απόδειξη.
Ο Αριστοτέλης θεωρεί ανόητο να κοπιάζει κανείς για να διασκεδάσει, δεν απαξιώνει όμως τελείως τη διασκέδαση. Είναι ένα αναγκαίο είδος ανάπαυσης, στον συνεχή αγώνα προκειμένου ο άνθρωπος να συνεχίζει να πράττει την αρετή, άρα να κατακτήσει την ευδαιμονία. Ούτε η ανάπαυση είναι τέλεια, καθώς οδηγεί τον άνθρωπο κάπου αλλού, στην ακηδία και τη ραθυμία, (την τεμπελιά). Ο κίνδυνος είναι η διασκέδαση να συνδεθεί με τις σωματικές ηδονές, χυδαίες ως επί το πλείστον, που μπορούν να απολαύσουν όλοι. Η ηδονή του οργασμού και της ικανοποίησης του σεξουαλικού ενστίκτου είναι κοινό γνώρισμα και εύκολη διαδικασία επίτευξής της από τον μέσο άνθρωπο.
Η ευδαιμονία περιλαμβάνει την ευχαρίστηση και την απόλαυση, όμως, η πιο ευχάριστη ενέργεια είναι η φιλοσοφική που χαρίζει καθαρές, σταθερές και διαρκείς απολαύσεις, άλλωστε, οι κατέχοντες τη γνώση ζουν πιο ευχάριστα από εκείνους που προσπαθούν να την αποκτήσουν.
Αν η ευδαιμονία είναι ενέργεια σύμφωνη με την αρετή, τότε η αρετή αυτή είναι ανώτερη όλων, το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας. Αυτό το κομμάτι μπορεί να σκέφτεται πράγματα ωραία και θεϊκά. Η τέλεια ευδαιμονία έχει να κάνει με νοητικές και πνευματικές ασχολίες, όπως και με την αλήθεια. Είναι ανώτερη επειδή ο νους είναι ανώτερος όλων των πραγμάτων και γιατί τα πράγματα με τα οποία ασχολείται είναι τα σημαντικότερα.
Ο Αριστοτέλης εξηγεί την αυτάρκεια και τη σχετίζει με το νου και το πνεύμα. Όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται τα ίδια πράγματα για να ζήσουν, όμως, η διαφορά μεταξύ του μαζοποιημένου πλήθους και του φιλοσόφου, είναι πως οι πρώτοι χρειάζονται γύρω τους και άλλους ανθρώπους. Ο φιλόσοφος ασχολείται με το πνεύμα του, μόνος. Η ενέργεια της αυτάρκειάς του είναι ‘καθαυτή’ για αυτό και πρέπει να την επιδιώκει κανείς.
Άλλη απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο ελεύθερος χρόνος. Οι πολιτικές αρετές εξαντλούνται στην πολιτική ζωή και οι στρατιωτικές αρετές, στους πολέμους. Κανένα από τα δύο δεν αφήνει χρόνο να ασχοληθεί κάποιος με την ευδαιμονία. Οι πολιτικές και πολεμικές πράξεις είναι «όμορφες» και χρήσιμες, έχουν όμως απώτερο σκοπό την κοινωνική ευημερία η πρώτη και την περίοδο ειρήνης η δεύτερη, άρα δεν είναι τέλειες.
Ο Αριστοτέλης θεωρεί ως ανώτερη πρακτική επιστήμη την πολιτική, τη συνδέει όμως αυστηρά με την ηθική. Για αυτόν, είναι ξεκάθαρο πως ο άνθρωπος αποτελεί μέλος της κοινωνίας και η ευημερία του εξαρτάται άμεσα από την ευημερία της πόλης.
Ένα βήμα πριν την ευδαιμονία βρίσκεται ο βίος που είναι σύμφωνος με τις άλλες αρετές. Οι ευγενείς πράξεις, οι δίκαιες, οι ανδρείες, οι έντιμες, έχουν να κάνουν με τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Αυτές είναι ενέργειες σύμφωνες με τον άνθρωπο και τα όρια της πόλης και της θνητότητάς του. Η ηθική αρετή συμπορεύεται με τη φρόνηση, και οι δυο συνδέονται με τα ανθρώπινα πάθη, που ταιριάζουν με τη σύνθετη φύση του ανθρώπου.
Το τελευταίο επιχείρημα του Αριστοτέλη για την ευδαιμονία μέσω του φιλοσοφικού στοχασμού, αναφέρεται στα ζώα. Κανένα από αυτά δεν ευδαιμονεί, γιατί κανένα από αυτά δε μπορεί να φιλοσοφήσει.
Η ευδαιμονία έρχεται ως αποτέλεσμα της συνεχούς εξάσκησης της θεωρητικής γνώσης. Αυτό το πετυχαίνει όποιος ζει σε καθεστώς απόλυτης αυτάρκειας, χωρίς να χρειάζεται φίλους, παρά μόνο τη γνώση. Η γνώση δεν καθορίζεται από ηθικές έξεις, δε χρειάζεται ανάπαυση, μένει ανεπηρέαστη από τον παράγοντα τύχη ενώ η ενασχόληση με τη θεωρία είναι η πιο ευχάριστη δραστηριότητα που μπορεί να έχει ο άνθρωπος. Από τη στιγμή που την αποκτάς, κανείς δεν μπορεί να σου την πάρει.
Η ζωή αυτή δεν είναι συνηθισμένη. Περιέχει το θεϊκό στοιχείο, την ανώτερη ενέργεια από όλες. Αν σκεφτούμε ότι αυτό το θεϊκό στοιχείο στη φύση μας είναι ο νους, τότε η ζωή που είναι σύμφωνη με αυτόν, είναι θεϊκή. Για να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο πρέπει να ξεφύγουμε από τα ανθρώπινα όρια. Το γεγονός πως είμαστε θνητοί δε σημαίνει πως πρέπει να σκεφτόμαστε μόνο θνητά πράγματα. Οφείλουμε να εναρμονίσουμε τη ζωή μας με το νου, το θεϊκό στοιχείο, γιατί αυτό είναι που θα φέρει την ευδαιμονία. Αφού ο νους είναι το σπουδαιότερο και καλύτερο μέρος του εαυτού μας, θα πρέπει να ακολουθήσουμε το δικό του δρόμο. Αλλιώς είναι σαν να ζούμε τη ζωή κάποιου άλλου, όχι τη δική μας και κανείς δεν το θέλει αυτό. Με λίγα λόγια αλλοτριωνόμαστε σε βαθμό πλήρους αποξένωσης από τον εαυτό μας, το πραγματικό μας Εγώ, ώστε είναι σαν να ζούμε τη ζωή κάποιου άλλου. Είναι αυτό που οι ψυχαναλυτές ονομάζουν νευρωσικό Εγώ.
Ο Αριστοτέλης ανεβάζει την ενασχόληση με το νου στο επίπεδο των θεών. Οι θεοί είναι μακάριοι και ευδαίμονες, αλλά γιατί; Δε μπορούμε να τους αποδώσουμε πράξεις, γενναίες, ανδρείες, δίκαιες ή ότι άλλο, θα ήταν μειωτικό για αυτούς. Δε χρειάζονται τροφή, χρήματα, δε συναλλάσσονται, δεν πολεμούν. Το μόνο που μπορούμε να πούμε για αυτούς, είναι πως στοχάζονται. Έτσι, αφού ο στοχασμός είναι θεϊκή ενέργεια, ο άνθρωπος που αγωνίζεται να πράξει το ίδιο, είναι εκείνος που αγαπούν οι θεοί ως πιο κοντινό το υς. Ποιος μπορεί να είναι ευδαιμονέστερος από αυτόν που αγαπούν οι θεοί; Τι υπάρχει ωραιότερο από το να ζει κανείς κατά τη θεϊκή βούληση αντί την νευρωτική δική του. Ακριβώς όπως ο χριστιανός προσεύχεται “γεννηθήτω το θέλημά σου Πάτερ ημών ως εν ουρανώ και επί της γης”.
Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος χρειάζεται κι άλλα πράγματα για να ζήσει, όπως την τροφή, τη σωματική υγεία και άλλες ανέσεις. Όμως, δεν είναι η ποσότητα των ανέσεων που έχει σημασία. Η υπερβολή δε χαρίζει αυτάρκεια, ούτε σωστή κρίση. Ακόμα και μια ζωή με μέτρια υλικά αγαθά μπορεί να οδηγήσει σε ηθικές πράξεις που τελειώνουν στην ευδαιμονία, αν αυτός που τις κάνει είναι ηθικός.
Ο Αριστοτέλης θεωρεί πως η ευδαιμονία είναι το τελικό όριο πέρα από το οποίο δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Περικλείει μέσα της την αρετή και τη σωφροσύνη, που εξασφαλίζει το πράττειν ηθικά. Είναι πλήρης και αυτάρκης, δε χρειάζεται τίποτα πέρα από αυτό που είναι και δεν έχει να αποδείξει την ύπαρξή της σε κανέναν.
Ο άνθρωπος μπορεί να την κατακτήσει όταν ασχοληθεί με το θεωρητικό στοχασμό, το λόγο, το νου. Ο νους για τον Αριστοτέλη, είναι θεϊκό στοιχείο, το καλύτερο κομμάτι του ατελούς και σύνθετου ανθρώπου και η ενασχόληση με αυτόν οδηγεί στο τέλειον αγαθόν της ευδαιμονίας φέρνοντάς τον κοντά στο θείο.
Εν κατακλείδι, η ανθρώπινη ζωή κρίνεται από τις πράξεις και τον τρόπο που ζει ο κάθε άνθρωπος. Εκείνος που ζει σε αρμονία με το νου, είναι ψυχικά άριστος. Οι θεοί τον αγαπούν, καθώς εκείνος, φροντίζοντας το νου, το καλύτερο και πιο κοντινό στους θεούς μέρος του εαυτού του, επιδίδεται σε ηθικές και ωραίες πράξεις. Αυτός ο άνθρωπος είναι ο φιλόσοφος άρα ο βίος του είναι ο ευδαιμονέστερος όλων.
Για αυτούς τους λόγους ο Αριστοτέλης, διαχωρίζει τη ζωή του φιλοσόφου από αυτήν των άλλων. Ο φιλόσοφος, ασχολείται με το πνεύμα, το νου. Κατακτά την αυτάρκεια, καθώς δε χρειάζεται άλλους ανθρώπους γύρω του για να στοχασθεί. Αποκτά τη γνώση και η γνώση δεν επηρεάζεται από συνθήκες, δεν αλλοιώνεται, δε χάνεται. Έρχεται κοντά στο Θεό που τον αγαπά. Εξυψώνει το βίο του πάνω από τα ασταθή και βρίσκεται ένα βήμα πιο κοντά στη θέωση.
Για αυτό λοιπόν, στοχαστείτε.
Τα περί ευδαιμονίας είναι απόσπασμα από την συγγραφέα ερευνήτρια Άννα Παχή, αναρτημένο στην ιστοσελίδα: http://www.iart.gr/ti-ine-evdemonia-telika-aristotelis-speaking/ με σχόλια και διευκρινήσεις δικές μας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Αριστοτέλης, «Ηθικά Νικομάχεια» εκδ. Κάκτος
- Κόντου Π., «Η Φιλοσοφία του Αριστοτέλη: Ηθική και Πολιτική Φιλοσοφία», στο: Σ. Βιρβιδάκης κ.ά., Ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη: Από την αρχαιότητα έως τον 20ό αιώνα, τ. Α΄, Ε.Α.Π., Πάτρα 2000,
- Λυπουρλής Δ., Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2006, Βιβλία Α΄-Δ΄
- Roww , Αριστοτέλης, μτφ. Μ. Μητσού, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2005.
Πρόσφατα Σχόλια